ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΑΣ, Αρ. Υπ.: 15664/10, 27 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2011:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαΐδου ‑ Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 15664/10 ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΑΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου (για κα Κάρνου) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ''Παναγιώτου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατηγορία 3 και τραυματισμού, κατηγορία 4. Οι κατηγορίες 1 και 2 έχουν διακοπεί από το Γενικό Εισαγγελέα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος τη 10.9.2010 πυροβόλησε με το ΔOKO, το γιό του Στέλιο Σαράντη, 16 ετών, προκαλώντας του κάταγμα στο δεξί βραχίονα. Και οι δύο κατηγορίες στηρίζονται στα ίδια γεγονότα. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και βρίσκουν σύμφωνη την υπεράσπιση. Τα συνοψίζουμε. Τη 10.9.2010 και περί ώρα 23.00 ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην οικία του, στον κυβερνητικό οικισμό στο Τσιακκιλερό, ήρθε σε λεκτική αντιπαράθεση με τη σύζυγο του Ελπίδα Σαράντα, 'καβγάδιζαν για τα οικονομικά τους'. Ο Χρίστος Σαράντας, γιος του ζεύγους, που βρισκόταν στην αυλή της οικίας μαζί με τα αδέλφια του Στέλιο, Βαλεντίνο και Σκεύη, τους άκουσε γιατί φώναζαν πολύ δυνατά, επενέβη στη σύγκρουση των γονιών του και εξύβρισε άσχημα τον πατέρα του. Ο κατηγορούμενος τον είδε από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του να κλωτσά τις καρέκλες και τα τραπέζια της βεράντας. Ακολούθως ο κατηγορούμενος λόγω της έντασης και του θυμού που τον κατέβαλε, 'θόλωσαν τα μάτια του' ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά, πήρε από το ερμάρι του υπνοδωματίου του, το οποίο βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικίας, το πυροβόλο κυνηγετικό όπλο τύπου ΔΟΚΟ, το όπλισε με δύο φυσίγγια και κατέβηκε στο ισόγειο της οικίας. Εκείνη τη στιγμή εισερχόταν μέσα στο σπίτι ο δεκαεξάχρονος γιος του Στέλιος, τον οποίο ο κατηγορούμενος πυροβόλησε δύο φορές πιστεύοντας ότι ήταν ο Χρίστος. Το θύμα τραυματίστηκε στο χέρι και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας από κάποιο τρίτο πρόσωπο. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας το θύμα υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και εκεί διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλά σφαιρίδια στο δεξιό βραχιόνιο και ώμο και υποκεφαλικό ρωγμώδες κάταγμα δεξιού βραχιόνιου. Συγκεκριμένα το θύμα έφερε ωοειδές τραύμα στο άνω τριτημόριο του δεξιού βραχιόνιου με έλλειμα δέρματος σε επιφάνεια 15 επί 17 εκατοστά περίπου και τραύματα πρόσθιου βραχιόνιου και τρικεφάλου μυός. Εγινε χειρουργικός καθαρισμός του τραύματος με γενική νάρκωση . Η αγγείωση και η νεύρωση του δεξιού άνω άκρου ήταν επαρκώς φυσιολογική. Τα σφαιρίδια παρέμειναν στο σώμα του θύματος καθότι ήταν αδύνατο να αφαιρεθούν. Ακολούθως έγινε εισαγωγή του θύματος στο ορθοπεδικό τμήμα του γενικού νοσοκομείου για περαιτέρω νοσηλεία. Λίγο αργότερα ο αστυφύλακας 768 εντόπισε τον κατηγορούμενο στο ανώγειο της οικίας. Τον ανέκρινε προφορικά για το συμβάν και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Είπε στον αστυφύλακα ότι ήθελε να πυροβολήσει το γιό του Χρίστο και όχι τον Στέλιο και υπέδειξε το πυροβόλο όπλο που είχε χρησιμοποιήσει, το οποίο βρισκόταν κάτω από ένα κρεβάτι. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας και εκεί ανακρίθηκε εκ νέου και επανέλαβε όσα είχε ήδη αναφέρει προηγουμένως. Συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα σύλληψης και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του αυτός απάντησε, 'Παραδέχομαι τζιαί ότι έκαμα, το έκαμα πάνω στο θυμό μου τζιαί ζητώ συγγνώμη'. Λίγες ώρες αργότερα ανακρίθηκε από τον λοχία 1418 Χ' Παναγιώτου, παραδέχθηκε ενοχή και προέβη σε θεληματική κατάθεση, στην οποία εξιστορεί τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν . Ο ευπαίδευτος συνήγορος αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ζήτησε από το δικαστήριο να λάβει υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το συμβάν και ιδιαίτερα την 'πρόκληση' που δέχθηκε ο κατηγορούμενος από το θύμα. Διευκρίνισε ότι τον όρο 'πρόκληση' δεν τον χρησιμοποιεί υπό την νομική του έννοια, η οποία προϋποθέτει η πρόκληση να προέρχεται από το θύμα[1], αλλά όπως ο όρος χρησιμοποιείται στην 'καθομιλουμένη'. Ο κατηγορούμενος μετά την εξύβριση που δέχθηκε από το γιο του Χρίστο, ο οποίος βρισκόταν και εκείνος σε κατάσταση μέθης, κυριεύθηκε από 'αγανάκτηση, θυμό κι ένοιωσε την αχαριστία του γιου του στο πρόσωπο του'. Οι σχέσεις της οικογένειας και του ιδίου του κατηγορουμένου με το Χρίστο κάθε άλλο παρά καλές είναι, λόγω της συμπεριφοράς του τελευταίου . Ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και οι προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες. Χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο ως ένα φιλήσυχο οικογενειάρχη που ουδέποτε απασχόλησε στο παρελθόν τα δικαστήρια με τις πράξεις του. Τόνισε επίσης την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με την αστυνομία, τα οποία εκφράζουν και την έμπρακτη μεταμέλεια. Ο κ. Χ' Παναγιώτου καταχώρησε ενώπιον του δικαστηρίου επιστολή που ετοίμασε το θύμα, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ουδένα παράπονο έχει από τον πατέρα του και ζητά όπως το δικαστήριο επιδείξει σ' αυτόν κάθε δυνατή επιείκεια καθότι έχει ανάγκη από την παρουσία του πατέρα του στο σπίτι. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά και ενδεικτικές είναι οι ποινές που προβλέπονται. Το άρθρο 231 επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία 3, προβλέπει μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών, εφόσον όμως το αδίκημα στρέφεται εναντίον μέλους της οικογένειας αυτή αυξάνεται σε 10 έτη. Η κατηγορία 4 στηρίζεται στα άρθρα 2,3,4
(1)
(2)(ια) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 212
(1)/2004, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Η χρήση βίας εναντίων συνανθρώπων συνιστά σοβαρό αδίκημα, καθότι πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων[2]. Σε περίπτωση δε, που η βία στρέφεται εναντίον μέλους της οικογένειας αυτή αποκτά ιδιαίτερη σοβαρότητα. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο νομοθέτης προέβλεψε αυστηρότερες ποινές σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Στον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως είναι το στοιχείο της προμελέτης, το κλίμα και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος[3], η φύση της επίθεσης και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την πρόκληση των τραυμάτων όπως επίσης και η έκταση των τραυμάτων. Λαμβάνεται επίσης υπόψη το άτομο του παραβάτη και '.η λειτουργία του στον ιδιαίτερο και τον κοινωνικό χώρο'.[4] Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος ενήργησε κάτω από την ένταση και το θυμό που τον κατέβαλε τη δεδομένη στιγμή, συνεπεία της λεκτικής αντιπαράθεσης που είχε με το γιο του Χρίστο και συγκεκριμένα λόγω της εξύβρισης που δέχθηκε από τον τελευταίο. Η εξύβριση, ιδιαίτερα όταν αυτή στρέφεται εναντίον γονέα είναι αδιαμφισβήτητα πράξη κατακριτέα, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Θα λάβουμε υπόψη το παράγοντα αυτό στο βαθμό που αρμόζει. Δεν παραγνωρίζουμε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος κατανάλωσε προηγουμένως ποσότητα αλκοόλ και τελούσε σε κατάσταση μέθης, γεγονός που προκάλεσε κάποια χαλάρωση στους μηχανισμούς αυτοελέγχου και αυτοσυγκράτησης του. Όπως λέχθηκε σχετικά στην Pernell κ.α. ν. Δημοκρατία[5] : 'Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας , νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. . Η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμηση της. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελούσαν οι εφεσείοντες κατά το χρόνο διάπραξης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, μετριάζει τη σοβαρότητα τους.' Εν τέλει αποδεχόμαστε ότι η συναισθηματική φόρτιση και η ένταση που διακατείχε τον κατηγορούμενο, κατά τον επίδικο χρόνο, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση που του επέφερε η κατανάλωση αλκοόλ, αποδυνάμωσαν τους μηχανισμούς αυτοελέγχου του και αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες[6], σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εγκληματική συμπεριφορά του. Μειώνουν αλλά δεν εξουδετερώνουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε. Αναγνωρίζουμε επίσης ότι η παράνομη ενέργεια του δεν έχει το στοιχείο της οργάνωσης, του προσχεδιασμού και ότι ήταν το αποτέλεσμα της προσβολής που δέχθηκε τη συγκεκριμένη στιγμή, από το γιο του Χρίστο. Παρά ταύτα όμως δεν παύει να είναι μια πράξη βίαιη, εκδικητική και έκδηλα δυσανάλογη της προσβολής που δέχθηκε, ενώ οι συνέπειες των πράξεων του ήταν προβλεπτές σε όλη τους την έκταση. Ο κατηγορούμενος δεν αποπειράθηκε να τραυματίσει το Χρίστο χτυπώντας τον με τα χέρια ή έστω με κάποιο αντικείμενο που πιθανόν να βρισκόταν εκεί τη δεδομένη στιγμή, αλλά με τη χρήση ενός φονικού όπλου, ήτοι του ΔΟΚΟ, γεγονός που καθιστά το αδίκημα ένα από τα πλέον σοβαρά του είδους του[7]. Σημειώνουμε δε ότι πήγε και πήρε το όπλο από το ερμάρι του υπνοδωματίου, στη συνέχεια το όπλισε, κατέβηκε στο ισόγειο και μόλις αντιλήφθηκε κάποιον να εισέρχεται εντός του σπιτιού, νομιζόμενος ότι ήταν ο Χρίστος, τον στόχευσε και πυροβόλησε, όχι μια, αλλά δυο φορές. Ο ευπαίδευτος συνήγορος μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη ότι ο τραυματισμός του θύματος δεν ήταν σοβαρός. Είναι γεγονός ότι ο τραυματισμός δεν έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος και δεν έχουν αναφερθεί στο δικαστήριο οποιαδήποτε κατάλοιπα, πλην του γεγονότος ότι τα σφαιρίδια έχουν παραμείνει στο σώμα του θύματος. Η έκταση και η φύση του τραυματισμού λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο δεν είναι όμως δεσπόζουσας σημασίας. Η σοβαρότητα μιας πράξης δεν καθορίζεται μόνο από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά από όλα τα στοιχεία που περιβάλλουν την υπόθεση. Ως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Φ. Νικολαίδη Δ. στην απόφαση Γεώργιος Στεφάνου Προδρόμου και Δημοκρατίας[8]: '. Είναι μικρής σημασίας το ότι οι επιβαίνοντες πρόφτασαν να απομακρυνθούν και ότι οι τραυματισμοί ενός από αυτούς ήταν ελαφρείς ή αποτέλεσμα εξοστρακισμού. Το πόσο επικίνδυνη είναι μια ενέργεια δεν συναρτάται μόνο από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και από τα αντικειμενικά στοιχεία που την περιβάλλουν. Και τα αντικειμενικά στοιχεία στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι ο εφεσείων έστρεψε το όπλο του και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση αριθμού ατόμων, παραγνωρίζοντας το κίνδυνο τραυματισμού τους. Εστω και αν σκοπός του ήταν ίσως ο τραυματισμός. ' Στην υπό κρίση υπόθεση η ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν άκρως επικίνδυνη. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο έστρεψε το όπλο προς την κατεύθυνση του θύματος αλλά στόχευσε το θύμα και στη συνέχεια πυροβόλησε με το ΔΟΚΟ, το οποίο είχε οπλίσει ελάχιστο χρόνο προηγουμένως και τραυμάτισε το θύμα, με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω. Το γεγονός ότι δεν τον τραυμάτισε σε κάποιο ζωτικό όργανο, που ενδεχομένως θα έθετε σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή του, ήταν ευτυχής σύμπτωση. Στρεφόμαστε τώρα στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος είναι 62 ετών, νυμφευμένος και πατέρας έξι παιδιών. Ο μεγαλύτερος, είναι 40 ετών και ο μικρότερος, ο Στέλιος 16 ετών. Ο γιος του Χρίστος, είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας και είναι 36 ετών. Ο κατηγορούμενος είναι πρόσφυγας, κατάγεται από το Βαρώσι και κατοικεί στη Λάρνακα, σε κυβερνητικό συνοικισμό, μαζί με τα τέσσερα από τα έξι παιδιά του. Στο παρελθόν εργαζόταν σαν ελαιοχρωματιστής από το 2005 όμως, λόγω προβλημάτων υγείας, πάσχει από οστεοαρθρίτιδα, είναι άνεργος και λαμβάνει επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας είναι καλές, εξαιρουμένων των σχέσεων με το Χρίστο, ο οποίος αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού και για το λόγο αυτό δημιουργούνται προστριβές. Σήμερα, ο κατηγορούμενος παρουσιάζει συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης και παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας,. Το άγχος και η κατάθλιψη ξεκίνησαν μετά το επίδικο επεισόδιο. Σχετική είναι η βεβαίωση της ψυχιάτρου Κωνσταντία Θεοδώρου που κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο. Το θύμα τον συγχώρεσε και ουδένα παράπονο έχει εναντίον του, αντίθετα ζητά από το δικαστήριο όπως αυτός κριθεί με κάθε δυνατή επιείκεια. Όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, η εξατομίκευση όμως της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του νόμου και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της[9]. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι ο δράστης ομολόγησε το έγκλημα του αμέσως στον αστυνομικό που τον ανέκρινε, συνεργάσθηκε πλήρως με τις αστυνομικές αρχές, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και παραδέχθηκε την ενοχή του ενώπιον του δικαστηρίου. Όλα τα πιο πάνω υποδηλώνουν την έμπρακτη μεταμέλεια του και αποτελούν αναμφίβολα μετριαστικούς παράγοντες. Αφού συνεκτιμήσαμε όλα τα πιο πάνω και αφού σταθμίσαμε κάθε σχετικό με την ποινή παράγοντα κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στη Τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης τριών ετών. Στην τέταρτη κατηγορία δεν επιβάλλουμε καμιά ποινή καθότι τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται, είναι ταυτόσημα με τα γεγονότα της τρίτης κατηγορίας, στην οποία ήδη επιβλήθηκε ποινή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης στο κατηγορούμενο αυτή θα πρέπει να ανασταλεί, ενόψει των οικογενειακών και προσωπικών περιστάσεων του και της αναγνώρισης της σοβαρότητας του αδικήματος που διέπραξε. Το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την ποινή φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου[10]. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι, μετά την τελευταία τροποποίηση του νόμου, ευρεία[11] . Το υπό κρίση αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε τριετής ποινή φυλάκισης είναι πολύ σοβαρό και τιμωρείται, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, με ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα έτη. Εχουμε ήδη περιγράψει τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και παρατηρούμε ότι η χρήση του ΔΟΚΟ καθιστά το συγκεκριμένο αδίκημα ένα από τα πιο σοβαρά του είδους του. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου και η έμπρακτη μεταμέλεια, τα οποία επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος προς υποστήριξη του αιτήματος του, ως επίσης και οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και δόθηκε σε αυτά η δέουσα βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής, δεν δικαιολογούν όμως υπό τις περιστάσεις, την αναστολή της ποινής σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση. Το αίτημα για αναστολή της ποινής απορρίπτεται. Στο χρόνο κράτησης να συνυπολογισθεί και ο χρόνος που ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση. (Υπ)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.)............ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.)........... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. [1] Γ. Χ'Πέτρου και Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 468 [2] Γενικός Εισαγγελέας και Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 [3] Γενικός Εισαγγελέας και Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603,612. [4] Γενικός Εισαγγελέας και Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603,612. [5]
(1998)2 ΑΑΔ 417,434 [6] Ιωάννου και δημοκρατία
(1996)2 Α.Α.Δ. 603,611. [7] R v. Goodwin [1999] 2 Cr. App. R (S) 128 CA [8]
(20001)2 ΑΑΔ 169, 172 [9] Γ.Ε. ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55 [10] Αρθρο 3
(2)του περί Υφ'Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 ως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 41
(1)/97 και 186
(1)/2003 . [11] Σ. Παπαευσταθίου ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 39 και Γ.Ε. ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, 165. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο