← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Bασίλης Ζάρος, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7917/10, 27 Ιανουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Bασίλης Ζάρος, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7917/10, 27 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7917/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Bασίλης Ζάρος Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος. Χρυσάνθου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 13/1/2009 στο δρόμο Κιτίου - Δρομολαξιάς οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΗ700 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες κατηγορίας ο αστ. 89 Λούκας Εγγλέζου (ΜΚ1) και ο αστ.1296 Ανδρόνικος Σπανός (ΜΚ2). Επίσης κατατέθηκαν παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σχετική έκθεση επιθεώρησης των ενεχόμενων οχημάτων με αριθμούς εγγραφής ΕΑΗ700 και ΚQS753 από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών (τεκμήριο 11) και η γραπτή κατάθεση της Ειρήνης Χαϊλή (τεκμήριο 12). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Ο ΜΚ1, κατέθεσε και υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του, τη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 1), απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και στη συνέχεια αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση. Ανέφερε ότι είναι φωτογράφος της αστυνομίας και μαζί με τον ΜΚ2 μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος που έλαβε χώρα στις 13/1/09 στο δρόμο Κιτίου -Δρομολαξιάς μεταξύ του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΑΗ700 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚQS753 που οδηγείτο από τον Αιμίλιο Παύλου με συνοδηγό την Ειρήνη Χαϊλή. Με τη βοήθεια του ΜΚ2, έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 3). Στο τεκμήριο 3 τοποθέτησε τις πορείες και τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων καθώς και το σημείο σύγκρουσης στο οποίο κατέληξε με βάση τα ευρήματα του. Ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα ήταν άσφαλτος, καλής επιφάνειας, πλάτους 7,2μ με δύο κατευθύνσεις που χωρίζονται με άσπρη διαχωριστική γραμμή. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν χωμάτινα παγκέττα. Έλαβε αριθμό φωτογραφιών που κατατέθεσε στο Δικαστήριο σε δέσμη ως τεκμήριο 2 και υιοθέτησε το επισυνημμένο ευρετήριο. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής επί κλίμακας 1:250 (τεκμήριο 4). Επεξήγησε το τεκμήριο 4, αναφέροντας πως σημείωσε σε αυτό με το γράμμα Α1 τα ίχνη πλαγιολίσθησης που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου όταν αυτό σε κάποιο σημείο του δρόμου εισήλθε στο αριστερό παγκέττο. Ανέφερε πως όταν ο κατηγορούμενος επανέφερε το όχημα του στο δρόμο επεσυνέβηκε το δυστύχημα κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚQS
  1. Υπέδειξε το αναφερόμενο ίχνος στις φωτογραφίες με αριθμούς 6 και 26 του τεκμηρίου 2 δεν ήταν όμως σε θέση να εξηγήσει τα υπόλοιπα ίχνη που απεικονίζονται στη φωτογραφία με αριθμό
  2. Ανέφερε πως το ίχνος Α1 έχει απόσταση 2.40μ εκτός και 1μ. εντός του δρόμου. Οι αποστάσεις αυτές δεν μετρήθηκαν επί τόπου στη σκηνή αλλά τις υπολόγισε με κάθετες γραμμές επί του σταθερού σημείου που σημειώνεται στο τελικό σχέδιο με το σημείο Ο. Ισχυρίσθηκε πως το ίχνος Α1 που φαίνεται στις φωτογραφίες με αριθμούς 6 και 26 υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο στο ΜΚ2 την μέρα του δυστυχήματος λέγοντας στη συνέχεια πως δεν γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να υποδείξει το ακριβές σημείο του αναφερόμενου ίχνους. Σε σχετική ερώτηση απάντησε πως δεν μέτρησε και συνεπώς δεν μπορούσε να καθορίσει την απόσταση μεταξύ του ίχνους πλαγιολίσθησης Α1 και του σημείου σύγκρουσης που σημειώνεται στο τεκμήριο 4 με το γράμμα Χ. Σύμφωνα με τα ευρήματα του το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε στο σχέδιο με το γράμμα Χ βρίσκεται εντός της πορείας του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚQS
  3. Αρχικά ανέφερε πως κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης από τα λάδια και τα υγρά που εντόπισε στην άσφαλτο τα οποία συμφώνησε ότι κάλυπταν όλο το πλάτος του δρόμου. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης και από δύο εκδορές που εντόπισε στην άσφαλτο, οι οποίες προκλήθηκαν από το όχημα του θύματος, μέσα στη πορεία του και τις οποίες σημείωσε στο τελικό σχεδιάγραμμα με τα σημεία Θ και Θ
  4. Παρέλειψε να μετρήσει επί τόπου την απόσταση μεταξύ των εκδορών και του σημείου σύγκρουσης και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την απόσταση μεταξύ του σημείου σύγκρουσης και του σημείου Θ
  5. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι οι εκδορές προέρχονται από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και απεικονίζονται στις φωτογραφίες με αριθμούς 11, 12 και 14 του τεκμηρίου
  6. Συμφώνησε πως στις φωτογραφίες αυτές απεικονίζονται και άλλα ίχνη εκδορών στην άσφαλτο τα οποία παρέλειψε να τοποθετήσει στο σχέδιο λέγοντας στη συνέχεια πως δεν γνωρίζει κατά πόσο οι εκδορές που σημείωσε στο σχέδιο με τα σημεία Θ, Θ1 προϋπήρχαν του δυστυχήματος ούτε και κατά πόσο κάποια από τα σημάδια που απεικονίζονται στη φωτογραφία με αριθμό 14 ανήκαν στο όχημα του θύματος ή όχι. Το σημάδι που φαίνεται στη φωτογραφία 14 δίπλα από την άσπρη διαχωριστική γραμμή του δρόμου θα το τοποθετούσε στη μέση του δρόμου αν γνώριζε ότι αυτό προερχόταν από το όχημα του θύματος. Υπέδειξε στις φωτογραφίες 32 και 33 στο κέντρο του μπροστινού μέρους του οχήματος του θύματος, το μεταλλικό μέρος, από το οποίο, όπως ισχυρίσθηκε, προκλήθηκαν οι εκδορές στην άσφαλτο. Τις μετρήσεις που έλαβε στη σκηνή του δυστυχήματος και τοποθέτησε στο πρόχειρο σχέδιο, τις μετέφερε σε τελικό σχέδιο επί κλίμακος 1:250, δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει τη μονάδα μέτρησης που χρησιμοποίησε. Δεν μπορούσε να εντοπίσει, στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2, το σημείο του δρόμου όπου έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Συμφώνησε πως ο κατηγορούμενος παρά το ότι υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο, δεν γνώριζε και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να συμφωνήσει με το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται σε αυτό. Τέλος σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε πως εξεταστής του δυστυχήματος δεν ήταν ο ίδιος αλλά ο ΜΚ
  7. Ο ΜΚ2 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 5), απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και στη συνέχεια αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση. Ανέφερε πως εξέτασε μαζί με τον ΜΚ1 το αναφερόμενο δυστύχημα που επεσυνέβηκε μισή ώρα μετά τη δύση του ηλίου. Στη σκηνή εντοπίσθηκαν, όπως ισχυρίσθηκε, ίχνη από την πτώση του οχήματος του κατηγορούμενου στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο καθώς και ελαφρύ μαύρισμα στην άσφαλτο που προκλήθηκαν από τους τροχούς του οχήματος. Σε σχέση με τις εκδορές στην άσφαλτο, ανέφερε ότι αυτές προκλήθηκαν από τις σιδερένιες ράγες ή άλλως «αγκώνες» που συγκρατούν τους τροχούς οι οποίες δεν φαίνονται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2, επειδή, βρίσκονται στο κάτω μέρος του οχήματος. Από τις εξετάσεις που διενήργησε, όπως ανέφερε, διαπίστωσε, πως ο κατηγορούμενος κατευθυνόμενος από το Κίτι προς τη Δρομολαξιά σε κάποιο σημείο του δρόμου απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε με αποτέλεσμα να κινηθεί ελαφρώς αριστερά και να πέσει στο παγκέτο. Iσχυρίσθηκε αρχικά ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε, πως, στη προσπάθεια του να επαναφέρει το όχημα του στο δρόμο, κινήθηκε δεξιά και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα που οδηγείτο από το θύμα, για να διευκρινίσει όμως στη συνέχεια πως ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αλλά στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ο ίδιος με βάση τις εξετάσεις που διενήργησε στη σκηνή του δυστυχήματος. Ανέφερε επίσης ότι στη σκηνή του δυστυχήματος υπέδειξε στον κατηγορούμενο το ίχνος Α1 και ο τελευταίος συμφώνησε με αυτό. Ισχυρίστηκε ότι μέτρησε την απόσταση των εκδορών που εντόπισε στην άσφαλτο καθώς και την απόσταση ανάμεσα στις ράγες του οχήματος του θύματος και από τις μετρήσεις αυτές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εκδορές προκλήθηκαν από το αναφερόμενο όχημα. Δεν ήταν σε θέση να υποδείξει, στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2, το ίχνος που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου στο αριστερό παγκέττο, λέγοντας πως, δεν είναι αυτό που υπέδειξε ο ΜΚ1 στη φωτογραφία 26 το οποίο φαίνεται να είναι μεγάλης έκτασης, ενώ η πτώση του οχήματος του κατηγορούμενου στο παγκέτο ήταν ελάχιστη. Αρχικά ανέφερε πως μετρήθηκε επί τόπου η απόσταση του αναφερόμενου ίχνους (Α1), για να απαντήσει στη συνέχεια, σε σχετική υποβολή της υπεράσπισης, πως δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο μετρήθηκε ή όχι. Συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε στην γραπτή κατάθεση του πως δεν θυμάται και δεν μπορούσε να υποδείξει το σημείο στο οποίο έγινε η σύγκρουση. Ισχυρίστηκε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται λίγο πιο μπροστά από τις εκδορές που άφησε στην άσφαλτο το όχημα του θύματος. Κατέληξε σε αυτό λαμβάνοντας υπόψη το ίχνος στο παγκέττο που σημειώνεται στο σχέδιο με το σημείο Α1 και τη λοξή πορεία που ακολούθησε το όχημα του κατηγορούμενου, χωρίς την ύπαρξη άλλων ευρημάτων του σε σχέση με το θέμα αυτό. Τέλος ανέφερε ότι δεν έχει εκπαιδευτεί στην εξέταση τροχαίων δυστυχημάτων και γι' αυτό δεν έκανε ο ίδιος τα σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος Στις 29/1/09 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 6) και τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 7). Η συνοδηγός του θύματος Ειρήνη Χαϊλή, σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 12), δεν θυμάται τι προηγήθηκε του δυστυχήματος. Δεν θυμάται να είδε κάποιο όχημα να τους προσπερνά ή να έρχεται από απέναντι, παρά μόνο ότι, καθώς το όχημα στο οποίο επέβαινε εκινείτο στο δρόμο ξαφνικά η ίδια βρέθηκε μέσα σε αυτό ανάποδα. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει, ότι, καθώς οδηγούσε με κατεύθυνση προς τη Δρομολαξιά, αντιλήφθηκε ένα όχημα με δυνατά φώτα ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση να περνά την άσπρη διαχωριστική γραμμή του δρόμου και να εισέρχεται ελαφρά προς τη πορεία που εκινείτο ο ίδιος. Αμέσως ελάττωσε ταχύτητα και έστριψε το τιμόνι του αριστερά με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του να πέσει στο αριστερό χωμάτινο παγκέττο. Στη προσπάθεια του να το επαναφέρει στο δρόμο έστριψε το τιμόνι του δεξιά και σε κλάσματα δευτερολέπτου έγινε η σύγκρουση με το άλλο όχημα. Αναφέρει επίσης ότι συμφωνεί με τις πορείες των οχημάτων που σημειώνονται στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής αλλά δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το σημείο στο οποίο έγινε η σύγκρουση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Tόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση σαν μάρτυρες. Δεν ήταν σίγουροι γι' αυτά που κατέθεταν στο Δικαστήριο και από το σύνολο της μαρτυρίας τους προέκυψε ότι η εργασία την οποία έκαναν προς εξέταση του δυστυχήματος ήταν πλημμελής. Tα όσα ανάφεραν, όχι μόνο, σε πολλά σημεία βρίσκονται σε αντίφαση μεταξύ τους, αλλά αφήνουν και κενά σε σχέση με ουσιώδη για την υπόθεση θέματα. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα από τη μαρτυρία όπως αυτή συνοψίζεται πιο πάνω και που είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά. Ο ΜΚ1 ισχυρίσθηκε ότι εξέτασε το δυστύχημα και αφού με τη βοήθεια του ΜΚ2 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με βάση το οποίο ετοίμασε τελικό σχεδιαγράφημα επί κλίμακος. Σε κάποιο σημείο όμως της μαρτυρίας του, απαντώντας σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση, ισχυρίσθηκε πως, ο εξεταστής του δυστυχήματος ήταν ο ΜΚ2 και όχι ο ίδιος. Στη συνέχεια ο ΜΚ2 κατά τη διάρκεια της δικής του μαρτυρίας ανέφερε πως δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εκπαίδευσης για τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Ο ΜΚ1 αρχικά ανέφερε πως κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης που τοποθέτησε στο πρόχειρο και μετέφερε στο τελικό σχέδιο, από τα λάδια και τα υγρά που εντόπισε στην άσφαλτο, τα οποία όμως μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, συμφώνησε ότι κάλυπταν ολόκληρο το πλάτος του δρόμου. Στη συνέχεια ανέφερε πως κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης και από δύο εκδορές που εντόπισε στην άσφαλτο εντός της πορείας του οχήματος του θύματος και τις οποίες σημείωσε στο σχέδιο με τα σημεία Θ και Θ
  8. Δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει την απόσταση των εν λόγω εκδορών από το σημείο σύγκρουσης. Υπέδειξε τις αναφερόμενες εκδορές στις φωτογραφίες με αριθμούς 11, 12 και 14, του τεκμηρίου 2, χωρίς να είναι όμως σε θέση να εξηγήσει τις υπόλοιπες εκδορές που απεικονίζονται στις φωτογραφίες αυτές για να πει στη συνέχεια, πως, δεν γνωρίζει κατά πόσο οι δύο εκδορές που σημείωσε στο σχέδιο προϋπήρχαν του δυστυχήματος. Υπέδειξε στις φωτογραφίες 6 και 26 το ίχνος πλαγιολίσθησης που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου στο παγκέττο κάτι που αντέκρουσε ο ΜΚ2, ο οποίος, σε σχετική ερώτηση, απάντησε πως το ίχνος πλαγιολίσθησης δεν είναι αυτό που υπέδειξε ο ΜΚ1 στις φωτογραφίες. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως δεν μετρήθηκαν οι αποστάσεις του εν λόγω ίχνους, σε αντίθεση με τον ΜΚ2 ο οποίος αρχικά ισχυρίσθηκε ότι μετρήθηκαν για να πει στη συνέχεια πως δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο μετρήθηκαν ή όχι. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως οι εκδορές στην άσφαλτο προκλήθηκαν από μεταλλικό αντικείμενο που βρίσκεται στο μέσο του μπροστινού μέρους του οχήματος του θύματος υποδεικνύοντας το εν λόγω αντικείμενο στη φωτογραφία 32 του τεκμηρίου
  9. Αντίθετα, ο ΜΚ2, ισχυρίσθηκε πως, οι εκδορές προκλήθηκαν από τις σιδερένιες ράγες που συγκρατούν τους τροχούς του οχήματος και ότι αυτές δεν φαίνονται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2 διότι βρίσκονται στο κάτω μέρος του οχήματος. Ο ΜΚ2, αρχικά ισχυρίσθηκε πως ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι όταν το όχημα του έπεσε στο παγκέττο στη προσπάθεια του να το επαναφέρει στο δρόμο εισήλθε στην πορεία του θύματος. Στη συνέχεια όμως, διαφάνηκε, πως τούτο ήταν αυθαίρετο συμπέρασμα του μάρτυρα, ο οποίος, σε σχετικές ερωτήσεις αποδέχθηκε πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε του ανέφερε ότι εισήλθε στη πορεία του θύματος και πως, εκείνο που ο κατηγορούμενος ανέφερε, ήταν πως επαναφέροντας το όχημα του στο δρόμο συγκρούσθηκε με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ισχυρίσθηκε ότι, στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος εισήλθε στη πορεία του θύματος κατέληξε από τις εξετάσεις που διενήργησε στη σκηνή του δυστυχήματος για να πει στη συνέχεια πως στο σημείο σύγκρουσης κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη το ίχνος πλαγιολίσθησης στο παγκέττο και τη λοξή πορεία που ακολούθησε το όχημα του κατηγορούμενου χωρίς να καταλήξει σε οποιαδήποτε άλλα ευρήματα. Ισχυρίσθηκε ότι μέτρησε μαζί με το ΜΚ1, την απόσταση μεταξύ των δύο εκδορών στην άσφαλτο και την απόσταση ανάμεσα στις σιδερένιες ράγες του οχήματος του θύματος, κάτι που ουδέποτε ισχυρίσθηκε ο ΜΚ1, παρά την έντονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε αναφορικά με το θέμα αυτό. Επίσης, σε αντίθεση με το ΜΚ1, ισχυρίσθηκε ότι το ίχνος πλαγιολίσθησης που εντόπισαν στο παγκέττο μετρήθηκε επί τόπου στη σκηνή του δυστυχήματος, λέγοντας πως το αναφερόμενο ίχνος δεν είναι αυτό που υπέδειξε ο ΜΚ1 στη φωτογραφία 26 που φαίνεται να είναι μεγάλης έκτασης ενώ η πτώση του οχήματος του κατηγορούμενου στο παγκέττο ήταν ελάχιστη. Αρχικά υποστήριξε πως ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που τοποθετήθηκε στο πρόχειρο σχέδιο, για να αποδεχθεί όμως στη συνέχεια, ότι ο κατηγορούμενος όπως αναφέρει και στη γραπτή κατάθεση του δεν μπορούσε να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τις υπόλοιπες εκδορές στην άσφαλτο που φαίνονται στη φωτογραφία με αριθμό 14 αναφέροντας πως κάποιες από αυτές δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο προκλήθηκαν από το δυστύχημα. Αναφορικά με τις εκδορές που τον οδήγησαν στο σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ2, υπέδειξε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2, άλλες εκδορές, από αυτές που υπέδειξε ο ΜΚ
  10. Τα πιο πάνω υποδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα ευρήματα των μαρτύρων κατηγορίας 1 και 2 που ήταν οι εξεταστές του δυστυχήματος δεν ήταν αποτέλεσμα εμπειρογνωμοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Τούτου δεδομένου καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, αφού για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Τα ακροσφαλή ευρήματα, οι αόριστοι και συγκεχυμένοι ισχυρισμοί των μαρτύρων κατηγορίας, που επαναλαμβάνω ήταν οι εξεταστές του υπό κρίση δυστυχήματος, δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα, κατά το οποίο δυστυχώς χάθηκε μια ανθρώπινη ζωή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι επιβάλλεται η απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Με την προσφερθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα για τη διαπίστωση ενοχής του κατηγορούμενου, καθότι, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, οι συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος παρέμειναν ουσιαστικά άγνωστες, με τρόπο τέτοιο, που δεν μπορεί να κριθεί η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και κατά πόσο αυτός με βάση τις νομολογημένες αρχές υπήρξε αμελής. Το γεγονός και μόνο ότι το όχημα του κατηγορούμενου σε κάποιο σημείο του δρόμου έπεσε στο χωμάτινο παγκέττο δεν είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης στοιχείο αρκετό και ικανό να αποδείξει αμέλεια εκ μέρους του. Συνακόλουθα των πιο πάνω και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.