Αστυνομία ν. Γιάννης Παντελίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17038/08, 11 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17038/08 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν.
- Γιάννης Παντελίδης
- Ιωάννης Τρύφωνος
- Βασίλης Καισής
- Χρίστος Παπικιάν
- Στέλιος Δημητρίου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενους 1 και 5: κ. Κυπρίζογλου (για να ακούσει απόφαση κα Στυλιανού) Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Νικηφόρου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 5 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 5 αντιμετωπίζουν από κοινού τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της παρακώλησης ομαλής διεξαγωγής αγώνα, της παράνομης συνάθροισης και της εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 56 και 60
(1)
(2)
(3)του περί της Πρόληψης και Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου (Ν.48(Ι)/2008)καθώς επίσης και του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν επίσης το αδίκημα της ματαίωσης αγώνα, της συμπλοκής, της χρησιμοποίησης επικίνδυνων αντικειμένων κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα και της πρόκλησης ζημιάς σε εγκαταστάσεις αθλητικού χώρου, κατά παράβαση των άρθρων 57,59,66,67 και 68 του περί της Πρόληψης και Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου (Ν.48(Ι)/2008). Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει επίσης το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 5, στις 08/11/2008, στο στάδιο Γ.Σ.Ζ. στη Λάρνακα, κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα ΑΕΚ Λάρνακας και ΑΕΛ Λεμεσού, χωρίς εύλογη αιτία, ενέργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να παρακωλύσουν την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα, συναθροίστηκαν παράνομα με άλλα πρόσωπα κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα με τέτοιο τρόπο που προκαλούσαν σε παρευρισκόμενα άτομα φόβο, συμμετείχαν σε οχλαγωγία και παράνομα και με τη βία διέκοψαν τον ποδοσφαιρικό αγώνα καθώς επίσης και εσκεμμένα παρεμπόδισαν όργανα τήρησης της τάξης κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Ο Κατηγορούμενος 1 συμμετείχε σε επίθεση εναντίον μελών της αστυνομικής δύναμης και κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου αγώνα ήτοι επιτέθηκε εναντίον του Αστυφ.4854, Μ. Σταυρίδη. Επίσης, ο μεν Κατηγορούμενος 1, κατά τη διάρκεια του αγώνα χρησιμοποίησε επικίνδυνο αντικείμενο, δηλαδή πυροσβεστήρα και ο Κατηγορούμενος 2 ένα πλαστικό σπασμένο κάθισμα, με σκοπό να διαπράξουν ποινικό αδίκημα. Επιπρόσθετα, κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ότι προκάλεσαν ζημιά σε περιουσία του Σταδίου Γ.Σ.Ζ. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε, για να αποδείξει την υπόθεσή της, έντεκα μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστυφ.1162, κ. Παπαδόπουλος, Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Λάρνακας. Κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 09/11/2008 είχε οριστεί ανακριτική ομάδα για τη διερεύνηση των επεισοδίων που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, ο οποίος είχε διεξαχθεί στο νέο γήπεδο Γ.Σ.Ζ. στις 08/11/
- Λόγω του ότι είχε οριστεί υπεύθυνος για τη διαχείριση και διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης, είχε ετοιμάσει και σχετικό κατάλογο τεκμηρίων. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, κατάθεσε τον κατάλογο τεκμηρίων ως Τεκμήριο 2, ένα μεταλλικό σωλήνα ως Τεκμήριο 3, μια φανέλα στην οποία αναγράφεται «ΠΑ.ΣΥ.Φ. ΑΕΛ» ως Τεκμήριο 4, ένα μπουφάν χρώματος πράσινου με κουκούλα ως Τεκμήριο 5, ένα μπουφάν χρώματος κίτρινο με μαύρο ως Τεκμήριο 6, δύο ψηφιακούς δίσκους με χαρακτηριστικά ΧΠ13 και ΧΠ8 ως Τεκμήρια 7 και 8 και μια μαύρη φανέλα με νεκροκεφαλή ως Τεκμήριο 9, μαζί με το φάκελο στον οποίο είχαν συσκευαστεί και ο οποίος είχε ανοιχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξήγησε ότι οι πυροσβεστήρες οι οποίοι καταγράφονται ως τεκμήρια στη λίστα τεκμηρίων, Τεκμήριο 2, είχαν παραδοθεί στον υπεύθυνο του αθλητικού χώρου, λόγω της αναγκαιότητας ύπαρξής τους στο συγκεκριμένο χώρο. Επίσης, ανέφερε ότι η μίνι ταινία DVD και η βιντεοταινία, βρίσκονταν στην κατοχή του Αστυφ.3274, ο οποίος υπηρετεί στο ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου και μετά από συνεννόηση θα τις κατέθετε ο ίδιος. Διευκρίνισε, ότι στον κατάλογο τεκμηρίων, Τεκμήριο 2, τα αρχικά ΧΚ1 αφορούν τον Αστυφ.2887, κ. Κόνσολο, στον οποίο παραδόθηκαν κάποια από τα τεκμήρια. Τα αρχικά ΜΠ είναι τα δικά του και οι αριθμοί αφορούν τα τεκμήρια με τη σειρά που ο ίδιος τα παρέλαβε. Τα αρχικά ΧΠ13 είναι του Αστυφ.3274, κ. Παπασάββα, ο οποίος υπηρετεί στο φωτογραφείο του ΥΠΕΓΕ. Εξήγησε με λεπτομέρεια ποιό τεκμήριο είχε παραλάβει ο ίδιος και από ποιόν. Ο ίδιος είχε παραλάβει το μπουφάν χρώματος πράσινο με κουκούλα, Τεκμήριο 5, από τον Ιωάννη Τρύφωνος και το μπουφάν χρώματος κίτρινο με μαύρο, Τεκμήριο 6, από τον Γιάννη Παντελίδη. Επίσης, ανέφερε ότι ο Αστ.3274 του είχε παραδώσει τους ψηφιακούς δίσκους στις 09/11/2008 και από λάθος κατέγραψε στο Τεκμήριο 2 ότι ο ένας του είχε παραδοθεί στις 10/11/
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε παραλάβει όλα τα τεκμήρια τα οποία και συσκεύασε και στη συνέχεια τοποθέτησε στην αποθήκη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας. Όσον αφορά τον υδραυλικό σωλήνα, αυτός είχε συσκευαστεί και του είχε παραδοθεί από τον Αστυφ.2887, συσκευασμένος. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι το μπουφάν χρώματος κίτρινου και μαύρου το είχε παραλάβει ο ίδιος στο ΤΑΕ Λάρνακας, από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, κατά τη διάρκεια της έρευνας της υπόθεσης και για σκοπούς σύγκρισης με το οπτικογραφημένο υλικό. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, συμφώνησε με τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι το συγκεκριμένο μπουφάν είχε και πράσινο χρώμα, εξήγησε όμως ότι είχε προσπαθήσει να περιγράψει το συγκεκριμένο τεκμήριο, στον κατάλογο τεκμηρίων, όσο καλύτερα μπορούσε. Θεώρησε ότι τα πιο φανταχτερά χρώματα θα περιέγραφαν καλύτερα το τεκμήριο. Όσον αφορά το Τεκμήριο 9, προσπάθησε να περιγράψει τις λεπτομέρειες της φανέλας γιατί η συγκεκριμένη δεν ήταν μια κοινή φανέλα. Είχε παραλάβει το συγκεκριμένο ένδυμα και το συσκεύασε. Ερωτηθείς για τους ψηφιακούς δίσκους με διακριτικά ΧΠ13 και ΧΠ8, ισχυρίστηκε ότι τους είχε παραλάβει και συσκευάσει, αλλά δεν είχε παρακολουθήσει το περιεχόμενό τους. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν απόλυτα σίγουρος ότι τα τεκμήρια που είχαν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αυτά που είχε παραλάβει. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ισχυρίστηκε ότι όλοι οι φάκελοι, οι οποίοι περιέχουν τεκμήρια, φυλάγονται στην αποθήκη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας, μαζί με τα υπόλοιπα τεκμήρια. Ο ίδιος είχε παραδώσει όλα τα τεκμήρια στην αποθήκη μετά τη συσκευασία τους και η ημερομηνία παράδοσής τους στον αποθηκάριο, είναι καταγραμμένη στο βιβλίο αποθήκης. Σε ερώτηση που του τέθηκε, υπέδειξε την ταινία της Αστυνομίας πάνω στα τεκμήρια καθώς και τις υπογραφές, που είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος συσκευασίας των τεκμηρίων. Ήταν η δική του θέση ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια δεν υπήρχε περίπτωση να είχαν ανοιχθεί. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 7 και 8, ερωτηθείς υποστήριξε ότι του είχαν παραδοθεί σφραγισμένα από τον Αστυφ.3274, στο εργαστήριο στη Λευκωσία και γι' αυτό δεν θεώρησε αναγκαίο να γράψει την ημερομηνία συσκευασίας. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 5, ήταν η θέση του ότι ο ίδιος μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 επισκέφθηκαν το σπίτι του Κατηγορούμενου 2, όπου και του παραδόθηκε το συγκεκριμένο μπουφάν, στις 09/11/2008, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε επισκεφθεί το σπίτι του Κατηγορούμενου 2 μέρα ή νύχτα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Αστυφ.2887, κ. Κόνσολος, Μ.Κ.2, ο οποίος κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο
- Σε αυτήν καταγράφει ότι στις 08/11/2008 είχε αναλάβει ειδικό καθήκον ως ανακριτής για διερεύνηση επεισοδίων για τον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΕΚ Λάρνακας και ΑΕΛ Λεμεσού, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ. στη Λάρνακα. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου ημιχρόνου του αγώνα, γύρω στις 19:30, μετά την επίτευξη τέρματος από την ομάδα της ΑΕΚ, περίπου εκατόν οπαδοί της ΑΕΛ που βρίσκονταν στην ανατολική κερκίδα του σταδίου Γ.Σ.Ζ., άρχισαν να σπάζουν πλαστικά καθίσματα και να τα ρίχνουν εντός του αγωνιστικού χώρου. Στη συνέχεια, μετά την επίτευξη και του δεύτερου τέρματος της ΑΕΚ, έβαλαν φωτιά στο φυσιοθεραπευτήριο, το οποίο βρίσκεται κάτω από την ανατολική κερκίδα του Σταδίου, με αποτέλεσμα αυτό να καεί ολοσχερώς. Επενέβησαν άντρες της Μ.Μ.Α.Δ., στην ανατολική κερκίδα και τότε δέχθηκαν επίθεση από μεγάλη ομάδα οπαδών της ΑΕΛ, οι οποίοι τους έριξαν πλαστικά καθίσματα, πυροσβεστήρες και σπασμένες πορσελάνες. Τραυματίστηκαν ένα μέλος της Μ.Μ.Α.Δ. και δύο μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας. Τόσο οι κινήσεις των οπαδών της ΑΕΛ καθώς και η επίθεση εναντίον των μελών της Μ.Μ.Α.Δ. είχαν καταγραφεί από κάμερες της αστυνομίας που βρίσκονταν εντός του γηπέδου και κάλυπταν το χώρο των κερκίδων και των δύο ομάδων. Έγινε προκαταρκτική αξιολόγηση των σκηνών που καταγράφηκαν από τις κάμερες και δόθηκαν οι περιγραφές προσώπων που ενέχονταν στα επεισόδια, σε όλα τα μέλη της αστυνομίας που βρίσκονταν εκτός του σταδίου. Μετά τη διακοπή του αγώνα, ο ίδιος είχε μεταβεί στο χώρο στάθμευσης πίσω από την ανατολική κερκίδα της ΑΕΛ. Είχε διαπιστώσει ότι στο χώρο υπήρχε μικρός αριθμός οπαδών της ΑΕΛ και μεταξύ αυτών αναγνώρισε ένα νεαρό ο οποίος φορούσε ένα χαρακτηριστικό μπουφάν με κουκούλα ριγέ, χρώματος κίτρινο με μπλε, τον οποίο είχε προσέξει να εμπλέκεται ενεργά στα επεισόδια εντός του αγωνιστικού χώρου. Τον προσέγγισε και του ζήτησε τα στοιχεία του και αυτός απομακρύνθηκε, αρχικά με γοργό βήμα και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή. Τον υπέδειξε σε μέλη της Μ.Μ.Α.Δ., τα οποία ήταν δίπλα του, οι οποίοι τον καταδίωξαν, τον ανέκοψαν και στη συνέχεια τον οδήγησαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας. Διαπιστώθηκε ότι ήταν ο Γιάννης Παντελίδης, ο οποίος συνελήφθηκε στη συνέχεια δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Αργότερα την ίδια μέρα, ο ίδιος είχε παραλάβει από τον Λοχ.2484, κ. Καρακώστα, ο οποίος υπηρετεί στη Μ.Μ.Α.Δ., ένα μεταλλικό σωλήνα ο οποίος είχε βρεθεί στην κατοχή του Βασίλη Καϊσή. Στα επεισόδια είχαν συλληφθεί έξι άτομα. Από την αξιολόγηση του κινηματογραφικού υλικού, αναγνωρίστηκαν τα πέντε από τα έξι συλληφθέντα πρόσωπα, να διαπράττουν αδικήματα. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως το άτομο το οποίο είχε σταματήσει και είχε ζητήσει τα στοιχεία του. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, το αναγνώρισε ως τη φανέλα που φορούσε ένας εκ των συλληφθέντων κατά τη διάρκεια του αγώνα και είχε παραληφθεί ως τεκμήριο. Εξήγησε ότι αμέσως μετά τη διακοπή του αγώνα, όφειλε ως ανακριτής να ξεκινήσει τη διερεύνηση των επεισοδίων και κατόπιν συνεννόησης με τους κινηματογραφιστές που βρίσκονταν εντός του αγωνιστικού χώρου, έγινε προκαταρκτική εξέταση από τις βιντεοταινίες που είχαν ληφθεί κατά τη διάρκεια του αγώνα. Λόγω της ιδιότητας των καμερών, μπορούσε να δει στο μόνιτορ αποσπάσματα του ληφθέντος κινηματογραφικού υλικού. Τις επόμενες όμως μέρες, παρέλαβε, ως ανακριτής, αντίγραφα του κινηματογραφικού υλικού, τα οποία ο ίδιος είδε μέχρι και τέσσερις φορές, για να απομονώσει όχι μόνο τα άτομα που ήταν υπό σύλληψη, αλλά και άτομα για τα οποία θα εκδίδονταν εντάλματα σύλληψης. Στη συγκεκριμένη διαδικασία συμμετείχε και ο Λοχ.1059, κ. Κιρκίνης, ο οποίος είχε οριστεί ως μέλος της ανακριτικής ομάδας. Από την αξιολόγηση του οπτικού υλικού, διαπιστώθηκε ότι το Τεκμήριο 5 το φορούσε ο Ιωάννης Τρύφωνος, Κατηγορούμενος 2, κατά τον αγώνα, ενώ το Τεκμήριο 6 το φορούσε ο Ιωάννης Παντελίδης, Κατηγορούμενος 1, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όσον αφορά τους ψηφιακούς δίσκους, τα Τεκμήρια 7 και 8, ήταν η θέση του ότι συνιστούν αντίγραφα του κινηματογραφικού υλικού και είχαν παραδοθεί στο ΤΑΕ Λάρνακας για αξιολόγηση των επεισοδίων. Εξήγησε ότι τα πρωτότυπα βρίσκονταν στην κατοχή των παραγωγών τους και είναι σε μορφή μίνι DV. Είχαν δημιουργηθεί αρκετά αντίγραφα για να διανεμηθούν τόσο στο ΤΑΕ Λάρνακας, στο Γ.Σ.Π., όπως ήταν τότε, καθώς και το ΤΑΕ Λεμεσού για σκοπούς αναγνώρισης των εμπλεκομένων στα επεισόδια. Κατέληξε, ότι μπορεί να αναγνωρίσει τους συγκεκριμένους ψηφιακούς δίσκους που είχε παρακολουθήσει, από το περιεχόμενό τους. Έγιναν ρυθμίσεις για να προβληθεί το περιεχόμενο των ψηφιακών δίσκων και βλέποντας το Τεκμήριο 7 καθώς και το Τεκμήριο 8, τα αναγνώρισε ως τα δύο DVD, τα οποία ο ίδιος είχε αξιολογήσει κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ήταν η θέση του ότι είναι συνεχόμενα και προήλθαν από τις κασέτες VHS, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί στις κινηματογραφικές μηχανές που λάμβαναν σκηνές κατά τη διάρκεια του αγώνα και βρίσκονταν εντός του αγωνιστικού χώρου. Κατά τη διάρκεια της προβολής του Τεκμηρίου 8 εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα λεπτά στα οποία εντοπίζονταν οι Κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα, υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 1 στο Τεκμήριο 8 στα 23 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα να φορά τη ριγέ φανέλα με την κουκούλα, ενώ στα 25 λεπτά και 39 δευτερόλεπτα τον εντόπισε και τον υπέδειξε να βρίσκεται εντός του όχλου. Στα 34 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα, ο μάρτυρας υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 1 να κρατά ένα πυροσβεστήρα, χρώματος κόκκινου, να κατευθύνεται στο κέντρο του όχλου και στη συνέχεια να ρίχνει τον πυροσβεστήρα προς τους αστυνομικούς. Υπέδειξε επίσης στο Τεκμήριο 7, στα 5 λεπτά και 48 δευτερόλεπτα, τον Κατηγορούμενο 1 να κλωτσά τους αστυνομικούς της Μ.Α.Α.Δ. και στη συνέχεια να τρέπεται σε φυγή. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, τον υπέδειξε στα 10 λεπτά και 23 δευτερόλεπτα του Τεκμηρίου 7, να κάθεται ήσυχα στην κερκίδα και να φορά το πράσινο σακάκι του. Στα 20 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα όμως, εντοπίστηκε να ρίχνει καθίσματα του γηπέδου μέσα στο γήπεδο και να κλωτσά στη συνέχεια άλλα καθίσματα. Εντοπίστηκε επίσης στα 24 λεπτά και 36 δευτερόλεπτα, να βρίσκεται εντός του όχλου και να φορεί την κουκούλα του πράσινου σακακιού του. Στα 29 λεπτά και 26 δευτερόλεπτα δε, φαίνεται να παίρνει ένα κάθισμα του γηπέδου και να κατευθύνεται και να εισχωρεί εντός του όχλου, ενώ στα 32 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα, εντοπίζεται να ξεκινά από τις κερκίδες και να μπαίνει στο κέντρο των αστυνομικών της Μ.Α.Α.Δ. Με αναφορά στο Τεκμήριο 8, ο μάρτυρας υπέδειξε τις σκηνές όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο
- Στα 32 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα, εντοπίζεται να φορεί μαύρη φόρμα με κουκούλα και στρατιωτικό παντελόνι. Στα 34 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα και στα 34 λεπτά και 57 δευτερόλεπτα, εντοπίζεται εντός του όχλου. Διευκρίνισε, ο Μ.Κ.2, ότι δεν είχε διαπιστωθεί η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 5 σε οποιαδήποτε επίθεση εντός του αγωνιστικού χώρου. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπήρχαν και φωτογραφίες των επεισοδίων που είχαν εξελιχθεί, οι οποίες είχαν τυπωθεί από το οπτικό υλικό που είχε ληφθεί από τις κάμερες. Είχαν δημιουργηθεί βιβλιάρια με φωτογραφίες, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια Γ και Δ προς Αναγνώριση. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος 5 είχε εντοπισθεί σε διάφορες φάσεις κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, στο οπτικό υλικό που υποδείχθηκε στο Δικαστήριο. Υπέδειξε χρονικά πότε εντοπίζεται στο οπτικό υλικό, στα 32 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα, στα 34 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα και στα 34 λεπτά και 57 δευτερόλεπτα. Εξήγησε, ότι παρόλο που σε όλες αυτές τις σκηνές είναι η πλάτη του Κατηγορούμενου 5 που απεικονίζεται, ο ίδιος εξετάζοντας το κινηματογραφικό υλικό στην ολότητά του, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 5, λόγω και της χαρακτηριστικής μαύρης φόρμας την οποία φορούσε. Ερωτηθείς από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5, ισχυρίστηκε ότι μετά τη διακοπή του αγώνα είχαν δει, ενώ βρίσκονταν εντός του αγωνιστικού χώρου, χρησιμοποιώντας το μόνιτορ των καμερών που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη βιντεογράφιση κατά τη διάρκεια του αγώνα, αποσπάσματα από το κινηματογραφικό υλικό και ένα χαρακτηριστικό κομμάτι που ο ίδιος θυμόταν, ήταν τον Κατηγορούμενο 1 εντός του χώρου του σταδίου να επιτίθεται. Εξήγησε ότι με τη φράση «εντός του αγωνιστικού χώρου», την οποία ο ίδιος έγραψε στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 10, ο ίδιος εννοούσε ότι βρισκόταν στο γήπεδο όταν έγιναν τα επεισόδια και συγκεκριμένα στο στίβο. Ήταν όμως σε απόσταση που μπορούσε να δει συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία διαδραματίζονταν στην κερκίδα των οπαδών της ΑΕΛ. Επέμενε στη θέση του ότι τα Τεκμήρια 7 και 8, οι ψηφιακοί δίσκοι, απεικόνιζαν το κινηματογραφικό υλικό όπως το είχαν καταγράψει οι κάμερες της αστυνομίας οι οποίες βρίσκονταν εντός του γηπέδου. Παραδέχθηκε ότι τα επεισόδια ήταν ευρείας κλίμακας και ότι συμμετείχαν σε αυτά πολλά πρόσωπα. Όμως, ο ίδιος παρατηρούσε τα σημεία στην κερκίδα της ΑΕΛ, στα οποία θεωρούσε ότι εξελίσσονταν επικίνδυνα επεισόδια. Ο Κατηγορούμενος 1 είχε τραβήξει την προσοχή του, γιατί τον είδε ο ίδιος να ρίχνει πυροσβεστήρα προς τους αστυνομικούς της Μ.Α.Α.Δ. και γιατί φορούσε τη χαρακτηριστική κίτρινη φόρμα με μαύρες ή μπλε ρίγες, η οποία είχε και κουκούλα στο πίσω μέρος με τον ίδιο χρωματισμό. Παραδέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα είχε σκοτεινιάσει νωρίς, όμως υποστήριξε ότι υπήρχε φωτισμός από τους προβολείς του γηπέδου. Ενώ, όταν είδε τον Κατηγορούμενο 1 ξανά, βρισκόταν στην πόρτα εξόδου των οπαδών της ΑΕΛ, περίπου 30μ προς το χώρο στάθμευσης. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6 και ερωτήθηκε για τα χρώματά του. Ήταν η θέση του ότι το ένδυμα είχε χρώμα κίτρινο και σε αυτό υπήρχαν πράσινες γραμμές καθώς επίσης και μαύρες ή καφέ γραμμές. Ερωτηθείς, γιατί δεν είχε καθορίσει την έκταση της συμμετοχής του Κατηγορούμενου 1, δηλαδή τη ρήψη του πυροσβεστήρα, στην κατάθεσή του, ανέφερε ότι ο ίδιος είχε ετοιμάσει την κατάθεσή του μετά το τέλος του αγώνα, καθώς και των επεισοδίων και δεν θεώρησε ότι έπρεπε να γράψει με λεπτομέρεια όσα είχε δει, γιατί υπήρχαν και άλλα πρόσωπα που εμπλέκονταν, τα οποία δεν είχαν συλληφθεί. Όμως, στον όρκο που συνόδευε την αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης για τον Κατηγορούμενο 1, καταγράφηκε με λεπτομέρεια η εμπλοκή του. Υπέδειξε εκ νέου στο Τεκμήριο 8, μετά που του ζητήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης, τα συγκεκριμένα λεπτά που εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος 1, καθώς και που εντοπίστηκε να κρατά τον πυροσβεστήρα και να κατευθύνεται προς τον όχλο. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Νικηφόρου, δικηγόρο του Κατηγορούμενου 2, ισχυρίστηκε ότι είχε διοριστεί ανακριτής με το σχέδιο επιχείρησης που αφορούσε το συγκεκριμένο αγώνα. Ήταν η θέση του ότι τα τελευταία πέντε χρόνια, μετά την έξαρση των φαινομένων βίας στα γήπεδα, εκεί όπου υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι εξέλιξης επεισοδίων, διορίζονται ένας ή και περισσότεροι ανακριτές στον αγώνα. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι οι ψηφιακοί δίσκοι, τους οποίους αναγνώρισε και οι οποίοι είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια 7 και 8, είχαν περιέλθει στην κατοχή του την επόμενη μέρα του αγώνα και τα είχε παραγάγει η εγκληματολογική υπηρεσία. Εξήγησε, αναφορικά με το Τεκμήριο 7, ότι αυτό προήλθε από τη μία, από τις κάμερες με συνεχόμενη λήψη που υπήρχαν στο παιγνίδι. Του ζητήθηκε να υποδείξει τον Κατηγορούμενο 2 στο Τεκμήριο 8 να φορά το συγκεκριμένο μπουφάν. Ο ίδιος τον εντόπισε στα 29 λεπτά και 44 δευτερόλεπτα του Τεκμηρίου
- Ήταν η θέση του ότι φορούσε ένα πράσινο μπουφάν. Παραδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 5, το οποίο ο ίδιος είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο 2 την επόμενη μέρα, φαινόταν να έχει διαφορετικό χρώμα στην πραγματικότητα από αυτό της ταινίας. Όμως, επέμενε στη θέση του ότι το Τεκμήριο 5, το μπουφάν, του το είχε παραδώσει ο Κατηγορούμενος 2 και ήταν αυτό που φορούσε ο Κατηγορούμενος 2 στον αγώνα. Όσον αφορά τα κατατεθέντα τεκμήρια, ήταν η θέση του, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι είχε οριστεί συγκεκριμένος αστυνομικός ως χειριστής των τεκμηρίων και είχε συντάξει κατάλογο τεκμηρίων. Όλες οι ενέργειες που αφορούσαν τα συγκεκριμένα τεκμήρια καταγράφονται στην κατάθεση του διαχειριστή τεκμηρίων καθώς επίσης και στον κατάλογο τον οποίο ο ίδιος είχε καταρτίσει. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, ισχυρίστηκε ότι στις 09/11/2008 βρισκόταν υπό κράτηση και ο ίδιος τον είχε δει δύο φορές. Του είχε αναφέρει ότι υπήρχαν ψηφιακοί δίσκοι από τον αγώνα και τους είχαν δει μαζί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στις 10/11/
- Τον ανέκρινε επίσης προφορικά, υποδεικνύοντάς του τα στιγμιότυπα τους ψηφιακούς δίσκους, όμως είχε αρνηθεί οποιαδήποτε συμμετοχή όπως και οι υπόλοιποι. Επανεξετασθείς, αναγνώρισε τον όρκο που ετοιμάστηκε για σκοπούς έκδοσης του εντάλματος σύλληψης του Κατηγορούμενου 1 και τον κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Μαρτυρία δόθηκε στη συνέχεια από τον Αστ.4854, κ. Σταυρίδη Μ.Κ.3, ο οποίος υπηρετεί στη Μ.Μ.Α.Δ. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αυτή έγινε Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι είχε αναλάβει καθήκον για αστυνόμευση του αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, στις 08/11/2008 στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ. στη Λάρνακα. Κατά τη διάρκεια του αγώνα βρισκόταν μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους της δικής του ομάδας μέσα στον αθλητικό χώρο. Όταν εξελίχθηκαν κάποια επεισόδια, η ομάδα του πήρε οδηγίες από τον Αξιωματικό, να εξέλθει από τον αγωνιστικό χώρο. Στη συνέχεια, συνάντησε τον Αστυφ.2887, κ. Κόνσολο, ο οποίος του υπέδειξε ένα φίλαθλο της ΑΕΛ, αναφέροντάς του ότι είχε εμπλακεί στα επεισόδια. Τότε φώναξε ο ίδιος το συγκεκριμένο φίλαθλο να σταματήσει και όταν αυτός τράπηκε σε φυγή, ο ίδιος μαζί με άλλους συναδέλφους του, έτρεξαν για να τον φτάσουν. Όταν τον ανέκοψε, του ζήτησε τα στοιχεία του και εκείνος αρνήθηκε και τον έσπρωξε, ενώ παράλληλα τράπηκε εκ νέου σε φυγή. Τον ακολούθησε και όταν τον έφτασε, στα 50 μέτρα, τον ακινητοποίησε και του ανέφερε ότι ήταν υπό σύλληψη για το αδίκημα της επίθεσης, αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Τον μετέφερε στα γραφεία του ΤΑΕ. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως το άτομο στο οποίο κάνει αναφορά στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος ήταν ο Αξιωματικός τη συγκεκριμένη μέρα. Εξήγησε ότι με τον όρο «πήραμε οδηγίες», εννοούσε ότι όλη η ομάδα πήρε τις συγκεκριμένες οδηγίες. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι είχε συναντήσει τον Αστ.2887, κ. Κόνσολο, έξω από τον αγωνιστικό χώρο, στο χώρο στάθμευσης. Επέμενε στη θέση του ότι είχε συναντήσει τον Αστ.2887 έξω από τον αθλητικό χώρο και ότι απλά δεν είχε καταγράψει τη λέξη «parking» στην κατάθεσή του και είχε γράψει «όταν βγήκαμε έξω». Όταν τον συνάντησε, τον Αστ.2887, κ. Κόνσολο, του είπε ότι το συγκεκριμένο άτομο, το οποίο του υπέδειξε και με το δάχτυλό του, είχε εμπλακεί στα επεισόδια τα οποία είχαν εξελιχθεί στην κερκίδα και ότι ήθελε τα στοιχεία του γιατί τον είχε δει και ο ίδιος. Ο συγκεκριμένος φίλαθλος τη δεδομένη στιγμή περνούσε κάποια μέτρα από μπροστά τους, 20-30 μέτρα. Παραδέχθηκε ότι την ώρα που είχε γίνει η υπόδειξη ήταν βράδυ. Όμως, υποστήριξε ότι έξω από το στάδιο υπάρχουν στύλοι με λάμπες και εκεί που στεκόντουσαν, ο ίδιος με τον Αστ.2887, υπήρχαν και άλλα φώτα και ο συγκεκριμένος φίλαθλος ήταν ορατός. Ακριβώς, λόγω του ότι ήταν ορατός, δεν θεώρησε ο ίδιος απαραίτητο να καταγράψει στην κατάθεσή του κατά πόσο υπήρχε φωτισμός. Ο ίδιος είχε δει το πρόσωπό του εξ επαφής, αφού βρισκόταν στην ευθεία μπροστά τους, στα 20-30 μέτρα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε πάει για να συλλάβει τον φίλαθλο και υποστήριξε ότι απλά προσπάθησε να τον προσεγγίσει για να πάρει τα στοιχεία του. Ο Αστ.2887, κ. Κόνσολος, βρισκόταν λίγα βήματα πιο πίσω όταν ο ίδιος έφτασε το συγκεκριμένο φίλαθλο, ο οποίος είναι ο Κατηγορούμενος
- Τον έσπρωξε για να τραπεί σε φυγή. Από ότι θυμόταν, ο φίλαθλος φορούσε μια ριγέ φανέλα μπλε με κίτρινο, η οποία είχε και κουκούλα. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, ήταν η θέση του ότι τη δεδομένη στιγμή, από απόσταση 20-30 μέτρα, η συγκεκριμένη φανέλα φαινόταν κίτρινη με ρίγες. Ο ίδιος βλέποντάς την τώρα, ανέφερε ότι η φανέλα είχε μπλε ρίγες. Υποστήριξε ότι κατά το πλείστο το συγκεκριμένο ένδυμα είχε έντονο κίτρινο χρώμα. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
- Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Υπαστ. Φουκαρής, Μ.Κ.4, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεσή του και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι στις 08/11/2008 είχε αναλάβει καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, στον νέο Στάδιο Γ.Σ.Ζ. και ήταν υπεύθυνος για την αστυνόμευση στην ανατολική κερκίδα του γηπέδου. Γύρω στις 19:40, μετά το δεύτερο τέρμα της ΑΕΚ, φίλαθλοι της ΑΕΛ άρχισαν ομαδικά να προβαίνουν σε καταστροφές εντός του σταδίου, σπάζοντας καθίσματα και ρίχνοντας πυροσβεστήρες. Παράλληλα, ακούγονταν σπασίματα πορσελάνης από τις τουαλέτες. Ο ίδιος μαζί με τον Αν. Υπαστ. Σοφρωνίου, τον Λοχ.4322 και τους Αστ.4022, 4707, 3550, 2919, 3713 και 5322, είχαν προσπαθήσει να απωθήσουν μεγάλη ομάδα οπαδών της ΑΕΛ, που προσπαθούσαν να παραβιάσουν την είσοδο για να μπουν στον αγωνιστικό χώρο. Στην προσπάθεια αυτή, δέχθηκαν επίθεση από οπαδούς της ΑΕΛ και ένας απ' αυτούς τον είχε χτυπήσει βίαια στην πλάτη. Ενώ βρίσκονταν έξω από την είσοδο με αρ.5, αντιλήφθηκαν φωτιά κάτω από τις κερκίδες στην είσοδο 4 της ανατολικής κερκίδας του σταδίου. Κατευθύνθηκαν εκεί και προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά, χωρίς επιτυχία και στη συνέχεια προσπάθησαν να βοηθήσουν συναδέλφους τους της Μ.Μ.Α.Δ., οι οποίοι δέχονταν ομαδική επίθεση από οπαδούς της ΑΕΛ, στο χώρο της εισόδου με αρ.
- Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, ο ίδιος συνέλαβε τον Γιάννη Τρύφωνος από τη Λεμεσό, ο οποίος συμμετείχε σε οχλαγωγία, σπρώχνοντας και παρεμποδίζοντας τους αστυφύλακες κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Αναγνώρισε τον Ιωάννη Τρύφωνος τον οποίο είχε συλλάβει στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου
- Ο συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 5, δεν αντεξέτασε το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
- Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι κατά την εξέλιξη των επεισοδίων βρισκόταν αρχικά εντός του σταδίου, πάνω στις κερκίδες, κοντά στην είσοδο 4 και ήταν μαζί του η υπόλοιπη δική του ομάδα και τότε συνέλαβε τον Κατηγορούμενο
- Υποστήριξε ότι λόγω του ότι οι φίλαθλοι της ΑΕΛ προέβαιναν σε καταστροφές, οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τους απωθήσουν εκτός γηπέδου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος 2 κινείτο προ την έξοδο, όταν συνελήφθηκε. Ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρεμπόδιζε τις ομάδες των αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Τόσο η ομάδα της Μ.Μ.Α.Δ., καθώς και οι αστυνομικοί, από την Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, ενεργούσαν μαζί. Ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε γιατί συμμετείχε σε οχλαγωγία και λόγω του ότι παρεμπόδιζε τους αστυφύλακες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Τον είχε δει ο ίδιος να σπρώχνει, τόσο μέλη της Μ.Μ.Α.Δ., καθώς και μέλη της δικής του ομάδας. Παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν μέρος του όχλου που έσπρωχναν και απωθούσαν τους αστυφύλακες και ότι υπήρχαν αρκετά άτομα στον όχλο, 50-
- Επέμενε στη θέση του, ότι ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν ανάμεσα στην ομάδα των οπαδών της ΑΕΛ που οχλαγωγούσαν κοντά στην είσοδο
- Υποστήριξε ότι αν ο Κατηγορούμενος 2 ήθελε να φύγει θα μπορούσε να το πράξει από κάποια άλλη είσοδο. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Α/Λοχ.4381, Λοΐζος Λοιζίδης, Μ.Κ.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ίδιος εκτελεί χρέη αξιωματικού, υλικών και εφοδίων της Μ.Μ.Α.Δ. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 08/11/2008 ήταν καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, στον νέο Στάδιο Γ.Σ.Ζ., μαζί με 30μελή ομάδα αστυφυλάκων της Μ.Μ.Α.Δ. Κατά την άφιξή του στο στάδιο ορίστηκε επικεφαλής 8μελούς ομάδας και ανέλαβε καθήκον εξωτερικά της ανατολικής κερκίδας του Σταδίου Γ.Σ.Ζ. Στη συνέχεια εισήλθε μαζί με την ομάδα του στην ανατολική κερκίδα για κατάσβεση της πυρκαγιάς που είχε τεθεί στο φυσιοθεραπευτήριο του σταδίου, από οπαδούς της ΑΕΛ. Δέχθηκαν επίθεση από 50 περίπου οπαδούς της ΑΕΛ, οι οποίοι εκσφενδόνιζαν εναντίον τους πλαστικές καρέκλες του σταδίου, μπουκάλια με νερό, καθώς και άλλα αντικείμενα. Κάποια στιγμή δέχθηκε χτύπημα στο κεφάλι από βαρύ αντικείμενο, το οποίο αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν πυροσβεστήρας του σταδίου, βάρους 10 κιλών. Έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο έδαφος. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου του έγιναν οχτώ συρραφές στην αριστερή πλευρά του πάνω μέρους του κεφαλιού του και κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι τις 10/11/
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5, ισχυρίστηκε ότι τη δεδομένη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί τι είδους αντικείμενο τον είχε χτυπήσει, ούτε και γνώριζε από πού είχε προέλθει το συγκεκριμένο αντικείμενο. Ο ίδιος είχε παρακολουθήσει στο κινηματογραφικό υλικό τη σκηνή πώς είχε εξελιχθεί, μετά από ένα μήνα. Αντεξετασθείς από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ισχυρίστηκε ότι η φωτιά είχε εξελιχθεί στην ανατολική πλευρά του Γ.Σ.Ζ., δεξιά εκεί που βρίσκεται το φυσιοθεραπευτήριο. Ο ίδιος μαζί με την ομάδα του είχε μπει από την είσοδο του φυσιοθεραπευτηρίου και εκεί αντιμετώπισαν, ακριβώς μπροστά τους, την ομάδα των φιλάθλων της ΑΕΛ. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Αστ.634, κ. Ηρακλέους, Μ.Κ.6, ο οποίος κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι στις 08/11/2008 είχε αναλάβει καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ. Ο Αν. Υπαστ. Χρίστου, τον είχε ορίσει ως βιντεογράφο στο συγκεκριμένο παιχνίδι. Περί η ώρα 17:00, ξεκίνησε να βιντεογραφεί τις κερκίδες των δύο ομάδων, εντός του γηπέδου. Η βιντεοταινία μάρκας SONY, στην οποία καταγράφηκαν τα πλάνα, σημειώθηκε «ΑΕΚ-ΑΕΛ 08/11/2008, Α/634». Μετά τη λήξη του αγώνα, επισκέφθηκε ο ίδιος την Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και παρέλαβε από τον Αστ.768, κ. Παπαχριστοδούλου ακόμα μια βιντεοταινία με τα διακριτικά «ΑΕΚ-ΑΕΛ Νέο Γ.Σ.Ζ. Λ/κας, Μ.Π.1». Παρέδωσε και τις δύο κασέτες, την ίδια μέρα, στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, στον Αστ.3274, κ. Παπασάββα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας από τον κ. Κυπρίζογλου, συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε βιντεογραφήσει τον αγώνα και η βιντεογράφηση βρίσκεται στη βιντεοκασέτα στην οποία έχει γράψει τα διακριτικά του. Τη συγκεκριμένη βιντεοκασέτα την παρέδωσε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Νικηφόρου, συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε βιντεογραφήσει κατά τη διάρκεια του αγώνα, μια κασέτα, την οποία παρέδωσε μαζί με την κασέτα που είχε λάβει ο Αστ.768, στον Αστ.3274, κ. Παπασάββα του ΥΠΕΓΕ. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ.3550, κ. Κουσιάππας, Μ.Κ.7, ο οποίος υπηρετεί στο Σταθμό Αραδίππου. Η κατάθεσή του έγινε Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 08/11/2008 είχε αναλάβει καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ. Ήταν τοποθετημένος στην είσοδο της ανατολικής κερκίδας του γηπέδου, μαζί με άλλους συναδέλφους του. Μετά την έναρξη του αγώνα, μετακινήθηκε στο μεσαίο διάζωμα της κερκίδας. Μετά το δεύτερο τέρμα της ΑΕΚ, οι φίλαθλοι της ΑΕΛ εξοργίστηκαν, φώναζαν, ύβριζαν και έσπαζαν καρέκλες και τις έριχναν στο γήπεδο, ενώ παράλληλα κατευθύνονταν προς το μέρος των αστυνομικών με εχθρικές και απειλητικές διαθέσεις. Ο ίδιος διέκρινε ένα φίλαθλο της ΑΕΛ, με μακριά ίσια μαλλιά και με πράσινη φανέλα με σκούφο, να κλωτσά με το πόδι του μια καρέκλα και να τη σπάζει. Λόγω του ότι δεν κατάφεραν να απωθήσουν τους φιλάθλους, εξήλθαν από το γήπεδο και παρατάχθηκαν στο χώρο στάθμευσης, έξω από την είσοδο
- Εκεί, φίλαθλοι της ΑΕΛ έριχναν τόσο από τις κερκίδες, καθώς και από την είσοδο 5, προς το μέρος τους, καρέκλες του γηπέδου. Μεταξύ αυτών των προσώπων, στην είσοδο 5, ήταν και ο φίλαθλος με την πράσινη φανέλα, ο οποίος σε εκείνο το σημείο δεν είχε ρίξει οτιδήποτε. Στη συνέχεια, εισήλθε εντός των κερκίδων ομάδα της Μ.Μ.Α.Δ, η οποία προσπάθησε να απομακρύνει τους φιλάθλους από το μέρος. Ο Υπαστ. Φουκαρής στη συνέχεια συνέλαβε το συγκεκριμένο πρόσωπο με την πράσινη φανέλα, το οποίο πιο πριν είχε καταστρέψει καρέκλα του γηπέδου. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν ο Γιαννάκης Τρύφωνος. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2, ως το άτομο στο οποίο κάνει αναφορά στην κατάθεσή του. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και
- Αντεξεταζόμενος, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ισχυρίστηκε ότι ο Υπαστ. Φουκαρής βρισκόταν κοντά του, σε απόσταση 2-3 μέτρα, όταν συνέλαβε τον Κατηγορούμενο
- Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε αναφέρει στον Υπαστ. Φουκαρή ότι είχε δει τον Κατηγορούμενος 2 να σπάζει αντικείμενα στο γήπεδο. Μόνο όταν πλησίασε για να βοηθήσει τον Υπαστ. Φουκαρή στη σύλληψη του φίλαθλου της ΑΕΛ, αναγνώρισε ότι το άτομο που ο Υπαστ. Φουκαρής προσπαθούσε να συλλάβει, ήταν το ίδιο άτομο που ο ίδιος είχε δει προηγουμένως να σπάζει καρέκλες του γηπέδου. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι αρχικά οι πόρτες της εισόδου 5 ήταν κλειστές, αλλά μόλις διαφάνηκε η προδιάθεση των φιλάθλων για επεισόδια, ανοίχθηκαν. Επέμενε στη θέση του ότι είχαν ανοιχθεί και ότι ο ίδιος με την υπόλοιπη ομάδα των αστυνομικών, είχαν βγει από την είσοδο 5, όταν σπρώχνονταν από τους φιλάθλους της ΑΕΛ. Υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος 2 φορούσε μια πράσινη φανέλα με σκούφο και ότι και στην περίπτωση που φορούσε μπουφάν, ο ίδιος από την απόσταση που βρισκόταν θα το έβλεπε σαν φανέλα με σκούφο. Ήταν η θέση του ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε καλή οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο 2, λόγω του ότι βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Τον είχε δει να κατεβαίνει από την κερκίδα, να προχωρά λίγα μέτρα και να κλωτσά την καρέκλα. Από εκεί που βρισκόταν μπορούσε να δει το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του. Επέμενε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε οπτική επαφή με την κερκίδα στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση, ακριβώς μπροστά του, στα 3-4 μέτρα. Όταν ξεκίνησαν τα επεισόδια, ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε κάτω και κλώτσησε την καρέκλα. Λόγω ακριβώς αυτού του γεγονότος, συγκράτησε τα χαρακτηριστικά του, σε περίπτωση που θα τον εντόπιζε αργότερα. Τον είδε να καταβάλλει κάποια προσπάθεια για να σηκώσει την καρέκλα και να τη ρίξει. Υποστήριξε ότι αν δεν έβλεπε τον Κατηγορούμενο 2 ή αν δεν ήταν βέβαιος ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που είχε δει να ρίχνει την καρέκλα, δεν θα έμπαινε στον κόπο να πάει στα γραφεία του ΤΑΕ να ετοιμάσει κατάθεση, αλλά θα πήγαινε σπίτι του μετά τη λήξη του αγώνα. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε ως τη μπλούζα που είδε τον Κατηγορούμενο 2 να φορά. Παραδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 5, ήταν σακάκι και όχι μπλούζα. Όμως, υποστήριξε πως από εκεί που βρισκόταν μπορούσε να το δει ως μπλούζα και ότι αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2, όχι μόνο από το σακάκι του, αλλά και από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του και τα μαλλιά του. Μαρτυρία δόθηκε από τον Α/Αστ.768, κ. Παπαχριστοφόρου, Μ.Κ.8, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεσή του και έγινε Τεκμήριο
- Σε αυτήν καταγράφει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι ειδικευμένος αστυνομικός φωτογράφος/βιντεογράφος. Στις 08/11/2008 είχε αναλάβει καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ., ως βιντεογράφος. Χρησιμοποίησε κάμερα μάρκας SONY Digital και κασέτα τύπου Mini DV Sony. Στο 80ο λεπτό, οπαδοί της ΑΕΛ, στην ανατολική κερκίδα του γηπέδου δημιούργησαν επεισόδια και επιτέθηκαν σε αστυνομικούς της Μ.Μ.Α.Δ., ενώ παράλληλα προκάλεσαν και κακόβουλες ζημιές. Τα συμβάντα αυτά καταγράφηκαν από τη δική του βιντεοκάμερα, στη βιντεοκασέτα Sony, στην οποία έδωσε διακριτικά «ΜΠ1», την υπέγραψε και την παρέδωσε την ίδια μέρα στον Αστ.634, κ. Ηρακλέους της Μ.Μ.Α.Δ., για μεταφορά στο φωτογραφείο της Αστυνομίας για εκτύπωση φωτογραφιών. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κυπρίζογλου, συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5, ισχυρίστηκε ότι όλες οι ενέργειές του καταγράφονται στην κατάθεσή του. Όσον αφορά τη βιντεοκασέτα, ήταν η θέση του ότι αυτή βρίσκεται στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, όπου χρησιμοποιήθηκε για εκτύπωση φωτογραφιών. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
- Επόμενος ήταν ο Αστ.1096, κ. Κυπριανού, Μ.Κ.9, του οποίου η κατάθεση έγινε Τεκμήριο
- Στις 08/11/2008 είχε αναλάβει καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ., με άλλους συναδέλφους του. Γύρω στις 19:45, είδε μερίδα οπαδών να σπάζουν και να πετάνε στον αγωνιστικό χώρο τα πλαστικά καθίσματα των κερκίδων και να βάζουν φωτιά σε γραφεία που βρίσκονταν κάτω από τις κερκίδες. Προσέγγισαν τους εξαγριωμένους οπαδούς, οι οποίοι άρχισαν να ρίχνουν προς το μέρος τους διάφορα αντικείμενα, όπως ξύλα, πέτρες και πλαστικά καθίσματα. Ένα από τα πλαστικά καθίσματα τον χτύπησε στο δεξί του χέρι, το οποίο άρχισε να αιμορραγεί. Απομακρύνθηκε ο ίδιος από τη σκηνή και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Λοχ.1271, κ. Χαραλαμπίδη, Μ.Κ.10, ο οποίος με τη σειρά του κατέθεσε την κατάθεσή του και αυτή έγινε Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην Μ.Μ.Α.Δ. και στις 08/11/2008 είχε αναλάβει ειδικό καθήκον στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ. Γύρω στις 19:55, και ενώ βρισκόταν μαζί με τον Λοχ.2484, τον πλησίασε πολίτης και του υπέδειξε πρόσωπο το οποίο είχε προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητό του με σωλήνα του νερού. Στην προσπάθειά τους να τον συλλάβουν, ο συγκεκριμένος φίλαθλος τράπηκε σε φυγή ενώ οι ίδιοι δέχθηκαν επίθεση και σε μια στιγμή ένοιωσε κάποιο πρόσωπο να τον τραβά από πίσω για να τον αποτρέψει από το να επιτύχει τη σύλληψη του συγκεκριμένου ατόμου. Επενέβηκε ο Αστ.3066, ο οποίος ακινητοποίησε και συνέλαβε το πρόσωπο που είχε προσπαθήσει να τον αποτρέψει από το να συλλάβει το άλλο άτομο. Ο ίδιος έμαθε αργότερα ότι το άτομο που του είχε επιτεθεί ονομαζόταν Στέλιος Δημητρίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον Στέλιο Δημητρίου γιατί δεν τον είχε δει. Είχε μάθει ότι αυτό ήταν το όνομα του προσώπου που του είχε επιτεθεί. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 5 ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ώρα που είχε υποστεί την επίθεση. Ερωτηθείς, προσδιόρισε τα επεισόδια στα ανατολικά του χώρου στάθμευσης, στο χώρο στάθμευσης των φιλάθλων της ΑΕΛ. Ο ίδιος μαζί με τον Λοχ.2484 είχαν τρέξει για να πιάσουν το άτομο που τους είχε υποδειχθεί από τον πολίτη και όταν κατάφερε ο ίδιος να τον πιάσει από το χέρι, ένα άλλο άτομο τον έπιασε από το λαιμό για να απελευθερώσει τον Καϊσή. Ο Αστ.3066 ακινητοποίησε το άτομο που τον είχε αρπάξει από πίσω στο λαιμό. Του ζητήθηκε να υποδείξει από πού τον είχε αρπάξει και ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον είχε προσεγγίσει από πίσω και τον άρπαξε από το λαιμό για 3-4 δευτερόλεπτα. Επέμενε στη θέση του, ότι ο ίδιος δεν είχε δει τον Στέλιο Δημητρίου και ότι ο συνάδελφος του, ο Αστ.3066, τον είχε δει και τον συνέλαβε. Σκοπός της πράξης του ήταν να απελευθερώσει τον φίλο του τον Καϊσή. Λόγω του ότι φορούσε την αντιοχλαγωγική στολή, δεν έμειναν σημάδια και δεν του προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη. Λόγω του τραβήγματος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Το γεγονός αυτό δεν το κατέγραψε γιατί δεν το θεώρησε σημαντικό. Τελευταίος κατέθεσε ο Αστ.3066, κ. Γιωργαλλής, Μ.Κ.
- Κατέθεσε την κατάθεσή του και αυτή έγινε Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στον Ουλαμό Άμεσης Επέμβασης. Στις 08/11/2008 είχε λάβει οδηγίες να μεταβεί στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο Στάδιο Γ.Σ.Ζ., γιατί βρίσκονταν σε εξέλιξη σοβαρά επεισόδια. Στο χώρο στάθμευσης και ενώ συνάδελφοί του της Μ.Μ.Α.Δ. προσπαθούσαν να συλλάβουν νεαρό φίλαθλο που είχε εμπλακεί στη συμπλοκή, αντιλήφθηκε άλλο νεαρό με ψηλοκουρεμένο κεφάλι, μαύρο μπουφάν και κοντό στρατιωτικό παντελόνι, να τραβά βίαια τους συναδέλφους του για να αποτρέψει τη σύλληψη του άλλου φιλάθλου. Επενέβηκε και τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παρεμπόδισης οργάνων τήρησης της τάξης. Διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Στέλιο Δημητρίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε το άτομο στο οποίο αναφερόταν στην κατάθεσή του στο πρόσωπο του τρίτου ατόμου στο εδώλιο του κατηγορούμενου, δηλαδή στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου
- Ήταν ο ισχυρισμός του ότι κατά το χρόνο της σύλληψης του συγκεκριμένου ατόμου, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τους συναδέλφους του που είχαν δεχθεί επίθεση. Σε μεταγενέστερο χρόνο, τον προσέγγισε ο Λοχ.1271, κ. Χαραλαμπίδης και τον ευχαρίστησε για την ενέργειά του. Του ζητήθηκε να αναφέρει σε τι συνίστατο η επίθεση και εξήγησε ότι οι συνάδελφοί του προσπαθούσαν να συλλάβουν συγκεκριμένο άτομο και ο Στέλιος Δημητρίου είχε προσεγγίσει τους συναδέλφους του, της Μ.Μ.Α.Δ. και είχε τραβήξει δύο από αυτούς, τον κάθε ένα ξεχωριστά, με τα χέρια του, από το λαιμό. Ο ένας από αυτούς είχε χάσει και την ισορροπία του και είχε πέσει στο έδαφος. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 5, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έφθασε στο χώρο στάθμευσης του Γ.Σ.Ζ. γύρω στις 19.
- Περίγραψε το φωτισμό ως πολύ καλό, αφού υπήρχε τόσο οδικός φωτισμός καθώς και φωτισμός από τους προβολείς εντός του γηπέδου. Δεν υπήρχε, κατά τη δική του άποψη, κανένα πρόβλημα με το φωτισμό που να εμποδίζει την ορατότητα. Ο ίδιος, ακριβώς λόγω του ότι δεν υπήρχε πρόβλημα στην ορατότητα, δεν θεώρησε απαραίτητο να περιγράψει το φωτισμό. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι οι αστυνομικοί της Μ.Μ.Α.Δ. φορούσαν αντιοχλαγωγική εξάρτηση και κράνος. Περίγραψε το κράνος να καλύπτει ολόκληρο το μέρος του κεφαλιού, ενώ στον αυχένα υπάρχει σφουγγάρι. Ο συγκεκριμένος οπαδός είχε τραβήξει τον αστυνομικό που έπεσε στο έδαφος από το κομμάτι του ρούχου που εξείχε από την εξάρτηση. Υποστήριξε, ότι ο λόγος που δεν κατέγραψε στην κατάθεσή του ότι ο ένας εκ των συναδέλφων του είχε πέσει στο έδαφος, ήταν γιατί δεν είχε τα πλήρη στοιχεία του συναδέλφου του τη δεδομένη στιγμή. Αργότερα, όταν τον ευχαρίστησε για την αποτροπή της περαιτέρω επίθεσης ο συγκεκριμένος λοχίας, διαπίστωσε ποιος ήταν. Κατέληξε, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο 5 και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να τον ενοχοποιήσει. Ο ίδιος τον είχε δει σε απόσταση 15 μέτρα να φορά ένα μπουφάν μαύρο και να προβαίνει στη συγκεκριμένη πράξη. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
- Επανεξετασθείς, διευκρίνισε ότι ο συλληφθείς είχε τραβήξει τον αστυφύλακα δεξιά στην ωμοπλάτη από το γιακά. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι τρεις Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και επέλεξαν να παραμείνουν σιωπηλοί. Όλες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Βασικό επιχείρημα του συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 5 είναι ότι δεν προσφέρθηκε πρωτογενής μαρτυρία αναφορικά με το πρωτότυπο της σχετικής βιντεοταινίας που περιείχε τα επεισόδια και δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από τον παραγωγό της βιντεοταινίας, έτσι ώστε να διαπιστωθεί η γνησιότητά της. Το συγκεκριμένο επιχείρημα υιοθετήθηκε και από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
- Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι υπάρχει μαρτυρία, εκτός από τους ψηφιακούς δίσκους, η οποία εμπλέκει τους Κατηγορούμενους στη διάπραξη των αδικημάτων. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενο των αγορεύσεων όλων των πλευρών στην ολότητά του κατά νου και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ερχόμενη τώρα στα Τεκμήρια 7 και 8, τους ψηφιακούς δίσκους που παράχθηκαν από άλλη βιντεοκασέτα. Το ερμηνευτικό μέρος του περί Αποδείξεως Νόμου έχει προσδώσει στη λέξη «έγγραφο» τον ακόλουθο ορισμό: "«έγγραφο» σημαίνει οτιδήποτε, επί του οποίου καταγράφεται ή αποτυπώνεται οποιαδήποτε πληροφορία ή παράσταση οποιουδήποτε είδους και «αντίγραφο» (σε σχέση με έγγραφο) σημαίνει οτιδήποτε, επί του οποίου η εν λόγω πληροφορία ή παράσταση έχει αντιγραφεί με οποιοδήποτε μέσο, είτε άμεσα είτε έμμεσα." Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία, τόσο οι φωτογραφίες αλλά και οι ψηφιακοί δίσκοι, συνιστούν πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με τον Phipson on Evidence, 14η έκδ., σελίδα 333, παρά. 15-12: «A film of a crime actually being committed is admissible to enable the jury to identify the defendant ... A photograph of a crime would clearly be subject to the same principle» Όσον αφορά την παραγωγή φωτογραφιών ή ψηφιακών δίσκων με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ο Phipson on Evidence, (ανωτέρω), στην παράγρ.21-19, στη σελίδα 576 αναφέρει τ΄ ακόλουθα: «The operator of the computer is for these purposes an expert who is in a position where he is able to predict the workings of the machine, and in his capacity as a factual witness, is also able to authenticate the actual running of the program. Certainly the courts have, no doubt wisely, refused to characterize the products of computer programs as hearsay.» Στο σύγγραμμα του Andrian Kean "The Modern Law of Evidence", 4η έκδοση, σελίδες 214-216 αναφέρονται: «...photographs and films, the relevance of which can be established by the testimony of someone with personal knowledge of the circumstances in which they were taken or made, are admissible as items of real evidence and can never give rise to problems of a hearsay nature. If evidence of a witness to certain events is admissible, it may be reasoned, then photographs or films recording those events should be no less admissible.» Οι πιο πάνω αρχές καταγράφονται και στο σύγγραμμα του Blackstone Criminal Practice 2003, όπου στην παρά. F 8.37, στη σελίδα 2099, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Photograph (or film) the relevance of which can be established by the testimony of someone with personal knowledge of the circumstances in which it was taken (or made), may also be admitted to prove the commission of an offence and the identity of the offender.» Το δίκαιο της απόδειξης, σύμφωνα με το σκεπτικό των αποφάσεων R. v. Maqsud Ali
(1965)2 All E.R. 464 και R. v. Fowden
(1982)Crim. L.R. 588, δεν αναγνωρίζει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της φωτογραφίας και της βιντεοταινίας ως αποδεικτικών μέσων και το ίδιο ισχύει κατ΄ επέκταση και για τον ψηφιακό δίσκο. Στην υπόθεση R. v. Maqsud Ali (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 469: «We can see no difference in principle between a tape recording and a photograph. In saying this we must not be taken as saying that such recordings are admissible whatever the circumstances, but it does appear to this court wrong to deny to the law of evidence advantages to be gained by new techniques and new devices, provided the accuracy of the recording can be proved and the voices recorded properly identified; provided also that the evidence is relevant and otherwise admissible, we are satisfied that a tape recording is admissible in evidence.» Σύμφωνα με τις αρχές που κατέγραψα πιο πάνω, θα πρέπει να διαπιστώνεται η γνησιότητα του αποδεικτικού μέσου, ήτοι του ψηφιακού δίσκου, προτού γίνει αποδεκτό ως πρωτογενής μαρτυρία. Το βάρος απόδειξης που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδειξης της γνησιότητας ενός τέτοιου αποδεικτικού μέσου είναι το εκ πρώτης όψεως. Στην υπόθεση R v. Dodson
(1984)1 W.L.R. 971, στη σελίδα 971, αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «We entertain no doubt that photographs taken by the process installed and operated in the branch office of the building society are admissible in evidence. They are relevant to the issues as to (
- a)whether an offence was committed and (
- b)who committed it. What is relevant is, subject to any rule of exclusion - we know of none which is applicable to this situation, prima facie admissible.» Θα ήθελα να σημειώσω εδώ ότι στην απόφαση Dodson (ανωτέρω), είχε καταγραφεί η αρχή ότι και το Δικαστήριο μπορεί να παρακολουθήσει ή να δει οπτικοακουστικό υλικό, προκειμένου να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Στην υπόθεση Taylor v. Chief Constable of Chesire
(1986)1 WLR 1479, η βιντεοταινία που προέκυψε από το κλειστό σύστημα παρακολούθησης καταστήματος και την οποία είχαν δει αστυφύλακες, οι οποίοι είχαν αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο, στη συνέχεια από λάθος σβήστηκε. Το Αγγλικό Εφετείο θεώρησε ορθή την αποδοχή, από το πρωτόδικο δικαστήριο, προφορικής μαρτυρίας από τους αστυνομικούς αναφορικά με το τι είχαν δει (βλ. επίσης Kajala v. Noble
(1982)75 cr. App. R. 149). Στο σύγγραμμα Archbold 2006, στην παράγραφο14-49 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Identification may also be made from video recordings made on a later occasion than the crime was committed. Their admissibility is subject to the discretion of the trial judge. To ask a witness to view such a recording is a natural part of the investigating process and involves no unfairness to the defendant.....It is said that the process of identification by a witness in such circumstances involves at least three stages: did the witness recognise a person filmed on a later occasion? If so, did he identify or recognise that person as having been present on an earlier occasion when the crime was committed? Finally could he identify that person as participating in the crime as opposed to merely being present? » Στο σύγγραμμα Blackstone Criminal Practice 2004, παρά F.18.28, σελ.2371, καταγράφονται τα ακόλουθα: « Photographs and videotapes as evidence (whether originals or copies) can be shown as real evidence and may provide the court with equivalent of a direct view of the incident in question. A full Turnbull warning would not be appropriate in such cases, but the jury should still be warned of the dangers of mistaken identification... .............................. A different type of expert evidence was admitted in Clare
(1995)159 JP 142, in which it was held that a police officer who had spent many hours studying a video recording of a crowed violence could act as ad - hoc expert, interpreting and explaining the action for the benefit of the jury.» Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν προσκομίστηκαν αυτές τούτες οι βιντεοταινίες που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ. Όμως προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Αστ.634, κ. Ηρακλέους, Μ.Κ.6, ότι είχε παραδώσει τόσο τη βιντεοταινία που είχε λάβει ο ίδιος κατά τον αγώνα, καθώς και τη βιντεοταινία που είχε λάβει ο Α/Αστ.768, κ. Παπαχριστοφόρου, Μ.Κ.8, κατά τον αγώνα, στον Αστ.3274, κ. Παπασσάβα του ΥΠΕΓΕ. Ο Αστ.1162, κ. Παπαδόπουλος, Μ.Κ.1, είχε αναφέρει ότι τα Τεκμήρια 7 και 8 τα είχε παραλάβει ο ίδιος από τον Αστ.3274, κ. Παπασάββα, μια μέρα μετά τον αγώνα, σφραγισμένα και τα είχε θέσει υπό τη φύλαξή του, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 2. Υπάρχει επίσης η μαρτυρία του Αστ.2887, κ. Κόνσολου, Μ.Κ.2, ο οποίος υποστήριξε ότι αυτά που απεικονίζονται στα Τεκμήρια 7 και 8 αντικατοπτρίζουν τις εικόνες που είχε δει μέσα από το μόνιτορ των βιντεοκαμερών κατά την εξέλιξη του συγκεκριμένου αγώνα, μόλις είχαν ληφθεί τα συγκεκριμένα πλάνα. Οπόταν, αν κριθεί αξιόπιστη η μαρτυρία του Αστ.2887, κ. Κόνσολου, Μ.Κ.2, τότε θα υπάρχει ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των ψηφιακών δίσκων που κατατέθηκαν και των αυθεντικών βιντεοταινιών που λήφθηκαν. Το περιεχόμενο των συγκεκριμένων ψηφιακών δίσκων ενισχύεται και από την αναγνώριση που έτυχαν οι Κατηγορούμενων 1, 2 και 5 από συγκεκριμένους μάρτυρες κατηγορίας κατά την εξέλιξη των επεισοδίων. Ο Κατηγορούμενος 1 είχε γίνει αντιληπτός από τον Μ.Κ.2, Αστ.2887, κ.Κόνσολο, να ρίχνει πυροσβεστήρα σε αστυνομικούς της Μ.Μ.Α.Δ. Ο ίδιος αστυφύλακας τον υπέδειξε λίγο μετά στον Μ.Κ.3, Αστ.4854, κ.Σταυρίδη, εκτός του αγωνιστικού χώρου. Ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε από τον Μ.Κ.4, Υπαστ. Φουκαρή, να διαπράττει κάποια αδικήματα επαυτοφώρω, σύμφωνα πάντοτε με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.4, ισχυρισμός ο οποίος υποστηρίχθηκε και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.7, Αστ.3550, κ. Κουσιάππα, ο οποίος είχε δει τον Κατηγορούμενο 2 να κλωτσά και να ρίχνει καρέκλες πλαστικές στους αστυνομικούς. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 5, υπήρξε μαρτύρια για το τι έπραξε και από τον Μ.Κ.11, Αστ.3066 κ. Γιωργαλλή. Οπόταν, το περιεχόμενο των ψηφιακών δίσκων θα κριθεί σε συνάρτηση και όχι ανεξάρτητα από την υπόλοιπη μαρτυρία, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία θα κριθεί αξιόπιστη για να αποφασιστεί η αποδειχτική του αξία. Αντλώ καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευσταθίου κ.α. Ποιν. Έφ. 56/2009- 65/09 ημερ.29/03/2010, όπου στη σελίδα 13 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι μάρτυρες ήταν ειλικρινείς και, πλέον, περί συμπερασμάτων ή εκτιμήσεων ήταν ο λόγος. ΄Εχουμε εξηγήσει πως το κατά πόσο ορισμένο συμπέρασμα λογικά δικαιολογείται από τα πρωτογενή γεγονότα είναι ζήτημα νομικό και έχουμε παραθέσει και τη σχετική νομολογία. Προσθέτουμε εδώ πως είναι στοιχειώδες, ως θέμα αρχής, «νόμου» με την έννοια του άρθρου 137, ότι η εξαγωγή των συμπερασμάτων πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της αποτίμησης του συνόλου των πρωτογενών γεγονότων που είναι εξ αντικειμένου βαρύνοντα. Εν προκειμένω, έχουμε παραθέσει ήδη τον αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε και το ζήτημα της εξ ακοής μαρτυρίας και το ζήτημα των εμπειρογνωμόνων και το ζήτημα των αναγνωρίσεων. Ώστε, διάφορες μαρτυρίες να κριθούν αυτοτελώς, χωρίς συσχετισμό της μιας προς την άλλη, όπως επιβαλλόταν.» Οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονιστεί η αξιοπιστία τους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Η μαρτυρία τους ήταν σε πλήρη συνάφεια με τα ουσιώδη γεγονότα. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Είναι νομολογημένο ότι τυχόν αντιφάσεις που μπορεί να υπάρχουν στη μαρτυρία, πρέπει να είναι πολύ σημαντικές για να επηρεάσουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας, (βλ. Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220, Katsiamalis v. Republic
(1989)2 C.L.R. 107, Kolarski v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 205, Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224 και Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143). Εξάλλου, είναι νομολογημένο ότι μικροαντιφάσεις πάνω σε επουσιώδη θέματα, όχι μόνο δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά αντίθετα ενισχύουν τη φιλαλήθειά τους, καθότι δείχνουν ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός της εκδοχής που δίδουν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320, Ξυδιάς & άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως ΡΟΠΑΣ ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Των πιο πάνω δοθέντων έρχομαι στην αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας. Ο Μ.Κ.1, Αστ.1162, κ. Παπαδόπουλος, ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή και συσκευασία των τεκμηρίων που είχαν περισυλλεγεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Εξήγησε με πολύ πειστικό τρόπο το σκεπτικό με το οποίο ενήργησε για την περιγραφή των τεκμηρίων στη λίστα και τον τρόπο με τον οποίο τα συσκεύασε. Επίσης, αναφέρθηκε στο πώς περιήλθαν οι δύο ψηφιακοί δίσκοι, Τεκμήρια 7 και 8, στην κατοχή του, από τον Αστ.
- Έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του, καθώς και για το γεγονός ότι τα τεκμήρια παρέμειναν ανέπαφα μέχρι και την ημέρα προσκόμισής τους στο Δικαστήριο. Οπόταν, δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, αλλά έδωσε στο Δικαστήριο μια καθαρή εικόνα για το τι ο ίδιος είχε πράξει αναφορικά με τα τεκμήρια που είχαν περισυλλεγεί, σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση. Ο Μ.Κ.2, Αστ.2887, κ. Κόνσολος, ήταν επίσης μάρτυρας της αλήθειας. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα. Ήταν ειλικρινής και δεν δίστασε να πει ότι ο ίδιος δεν είχε δει τον Κατηγορούμενο 5 να εμπλέκεται σε οποιαδήποτε επεισόδια, παρά μόνο τον είχε παρακολουθήσει στους ψηφιακούς δίσκους να αναμειγνύεται με τον όχλο. Όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1, υπήρξε αναγνώριση, τόσο εντός καθώς και εκτός του γηπέδου. Ήταν η θέση του ότι τον είχε δει εντός του γηπέδου και είχε τραβήξει την προσοχή του το χαρακτηριστικό μπουφάν που φορούσε, διότι ήταν «ριγέ χρώματος κίτρινου και μπλε» και γι' αυτό τον είδε που έπιασε τον πυροσβεστήρα και κατευθύνθηκε στον όχλο. Έξω από το γήπεδο τον είδε να βγαίνει από την είσοδο της ανατολικής κερκίδας και τον αναγνώρισε και πάλι. Η μαρτυρία του ήταν σε συνοχή με τη μαρτυρία του Αστ.4854, κ. Σταυρίδη, Μ.Κ.3, αφού συμφώνησαν τόσο στο χώρο όπου αναγνωρίστηκε ο Κατηγορούμενος 1, στο χώρο στάθμευσης της ανατολικής κερκίδας, καθώς και στην ποιότητα του φωτισμού στο χώρο της στάθμευσης. Δηλαδή, ότι υπήρχαν στύλοι της ηλεκτρικής και οι προβολείς του γηπέδου οι οποίοι παρείχαν αρκετό φως. Ο Μ.Κ.2 έδωσε και κάποια εξήγηση, γιατί ο Κατηγορούμενος 1 είχε μείνε ανεξίτηλος στο νου του, γιατί τον είχε δει να ρίχνει πυροσβεστήρα σε αστυνομικούς της Μ.Α.Α.Δ. και γι' αυτό μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8, στο οποίο ο Κατηγορούμενος 1 φαίνεται στα 34 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα, να κρατά ένα πυροσβεστήρα και να τον ρίχνει. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4, Υπαστ. Φουκαρή και του Μ.Κ.7, Αστ.3550, κ. Κουσίαπα, ήταν επίσης σύμφωνη και χωρίς αντιφάσεις. Αφορούσε τις πράξεις του Κατηγορούμενου 2 και τη σύλληψή του. Ο Μ.Κ.7,είχε δει τον Κατηγορούμενο 2 να κλωτσά και να σπάζει πλαστική καρέκλα του γηπέδου και στη συνέχεια να τη ρίχνει. Ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στα 3-4 μέτρα ακριβώς μπροστά του. Τον είχε διακρίνει στην ανατολική κερκίδα, λόγω και των μακριών ίσιων μαλλιών του και της πράσινης φανέλας με το σκούφο, που φορούσε. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, το οποίο αναγνώρισε ως το σακάκι-φανέλα που φορούσε ο Κατηγορούμενος
- Σημειώνω εδώ, ότι δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7, ότι το σακάκι δεν ανήκε στον Κατηγορούμενο 2 και ούτε αμφισβητήθηκε ότι το παρέδωσε στους αστυνομικούς ο ίδιος ο Κατηγορούμενος
- Στη συνέχεια, έξω από τον αγωνιστικό χώρο και ενώ δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε στον Μ.Κ.4, τον είδε να συλλαμβάνει τον Κατηγορούμενου 2 για άλλες πράξεις. Σημειώνω σε αυτό το σημείο, ότι κανένας από αυτούς τους δύο μάρτυρες δεν είχε ερωτηθεί κατά την αντεξέταση, κατά πόσο είχε δει οποιαδήποτε βιντεοταινία ή ψηφιακό δίσκο του ποδοσφαιρικού αγώνα. Οπόταν προκύπτει η αληθοφάνεια των ισχυρισμών και των δυο αυτών μαρτύρων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.5, Α/ Λοχ.4381, κ. Λοιζίδη, ήταν τυπικής μορφής και ουσιαστικά αποσκοπούσε στο να καταδειχθεί ότι ένας αστυνομικός είχε πράγματι χτυπηθεί από πυροσβεστήρα. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του Αστ.634, κ. Ηρακλέους, Μ.Κ.6, και του Α/Αστ.768, κ. Παπαχριστοφόρου, Μ.Κ.8 ήταν σε συνοχή και αφορούσε τη βιντεοσκόπηση του συγκεκριμένου αγώνα με ειδικές κάμερες και την παράδοση των δυο ταινιών βίντεο, mini dv, από τον Αστ.634 κ. Ηρακλέους, Μ.Κ.6, στον Αστ.3274 κ. Παπασάββα. Η μαρτυρία του Αστ.1096 κ. Κυπριανού, Μ.Κ.9, ότι χτυπήθηκε από πλαστικό κάθισμα στο χέρι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Τυπική, κατά το πλείστον, η μαρτυρία των συγκεκριμένων μαρτύρων, αλλά και βοηθητική για το Δικαστήριο στην διαπίστωση των γεγονότων. Παρέμεινε προς αξιολόγηση η μαρτυρία των Μ.Κ.10, Λοχ. Χαραλαμπίδη και του Μ.Κ.11, Αστ.3066 Γιωργαλλή. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι υπήρξαν ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία αυτών των δυο μαρτύρων, η οποία αφορούσε την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 5 στα επεισόδια. Εξετάζοντας πολύ προσεκτικά την μαρτυρία και των δύο μαρτύρων, δεν εντόπισα οποιαδήποτε αντίφαση. Αυτό που διαπίστωσα ήταν ότι ο Μ.Κ.10 δεν είχε δει τον Κατηγορούμενο 5 να τον τραβά γιατί ήταν πίσω του. Είχε νοιώσει κάποιον να τον τραβά από πίσω από τον λαιμό για 3-4 δευτερόλεπτα χωρίς να τον σφίξει γιατί φορούσε την αντιοχλαγωγική στολή και έχασε την ισορροπία του. Αυτός που είχε δει τη σκηνή ήταν ο Μ.Κ.11, ο οποίος είχε δει τον Κατηγορούμενο 5 να τραβά τον Μ.Κ.10 από την εξάρτηση και τον Μ.Κ.10 να χάνει την ισορροπία του. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα ούτε και γνώριζε από προηγουμένως τον Μ.Κ.10 για να θέλει να υποστηρίξει την μαρτυρία του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους ως αληθινή. Έχοντας αναφερθεί στην προφορική μαρτυρία των αστυνομικών και έχοντας κρίνει τη συγκεκριμένη μαρτυρία ως αξιόπιστη. Θα πρέπει να γίνει αναφορά στην ποιότητα της αναγνώρισης των Κατηγορούμενων 1,2 και 5 από τους αστυφύλακες, αφού η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν βασίστηκε μόνο στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7 και 8, αλλά και στην αναγνώριση των Κατηγορούμενων 1,2 και 5, κατά τη διάπραξη των αδικημάτων. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Archbold 2006, παρά.14-25, σελ.1453, αναφορικά με την αναγνώριση από αστυνομικούς, καταγράφονται τα ακόλουθα: «An identifying witness who is involved in the criminal justice seems likely to have a greater appreciation of the importance of identification, and so to look for some particular identifying feature. Honest police officers are likely to be more reliable than the general public, being trained and less likely to have their observations and recollections affected by the excitement of the situation. Provided that the usual warnings are given, the reasons scrutinised, and the integrity of the witness is not in doubt, the tribunal can give effect to what is only common sense: R v. Ramsden
(1991)Crim. L.R.295, CA; R v. Tyler
(1996)Cr. Appr. R.32 CA and Powell v. D.P.P.
(1992)R.T.R. 270 D.C.» Στην υπόθεση R v. Turnbull & others [1976] 3 All E.R.549, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αναγνώριση. Υπογραμμίσθηκε πως η οπτική αναγνώριση υπόπτων (visual identification) πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε αδικία και έτσι το Δικαστήριο πρέπει να παίρνει τέτοιες προφυλάξεις ώστε να μειώνει τον κίνδυνο. Οι κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν σε συσχέτιση με το σύστημα ενόρκων που υπάρχει στην Αγγλία. Στην Κύπρο δεν υπάρχει βέβαια αυτό το σύστημα, αλλά το Δικαστήριο από μόνο του οφείλει να περάσει τη μαρτυρία αναγνώρισης μέσα από το ίδιο αποδεικτικό κόσκινο. Οι κατευθυντήριες αρχές είναι οι ακόλουθες: «First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the judge need not use any particular form of words. Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made. All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close of the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment, when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification. Σε ελεύθερη μετάφραση, "Πρώτο, όταν η υπόθεση εναντίον ενός κατηγορούμενου στηρίζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά στην ορθότητα μιας ή περισσοτέρων αναγνωρίσεων του κατηγορούμενου, τις οποίες η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι είναι λανθασμένες, ο δικαστής πρέπει να προειδοποιήσει στους ενόρκους την ειδική ανάγκη προειδοποίησης, πριν καταδικαστεί ο κατηγορούμενος σε συνάρτηση με την ορθότητα της αναγνώρισης ή των αναγνωρίσεων. Επιπρόσθετα πρέπει να τους προειδοποιήσει για την πιθανότητα ύπαρξης λάθους ακόμα και από ένα ειλικρινή μάρτυρα. Δεύτερο, ο δικαστής πρέπει να καθοδηγήσει τους ενόρκους έτσι ώστε να εξετάσουν προσεκτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η αναγνώριση από κάθε μάρτυρα έγινε. Για πόσο χρονικό διάστημα είχε ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο κάτω από την παρατήρηση του; Από ποια απόσταση; Κάτω από ποιο φωτισμό; Εμποδιζόταν η παρατήρηση με οποιοδήποτε τρόπο; π.χ. από διερχόμενο όχημα ή λόγω παρεμβολής άλλων ατόμων. Είχε ο μάρτυρας δει προγενέστερα τον κατηγορούμενο; Πόσο συχνά, αν τον είδε περιστασιακά, υπήρχε κανένας ειδικός λόγος για τον οποίο θυμόταν τον κατηγορούμενο; Πόσος χρόνος διέρρευσε μεταξύ της αρχικής παρατήρησης και της επακολουθήσας αναγνώρισης στην αστυνομία; Υπήρχε οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ της περιγραφής του κατηγορούμενου που δόθηκε προς την αστυνομία και της πραγματικής του εμφάνισης; Περαιτέρω πρέπει να γίνει υπόμνηση προς τους ενόρκους για τις ιδιαίτερες αδυναμίες που μπορούν να παρουσιαστούν στις περιπτώσεις της μαρτυρίας αναγνώρισης. Ο εντοπισμός μπορεί να είναι πιο αξιόπιστος παρά η αναγνώριση από ένα άγνωστο πρόσωπο, αλλά ακόμα και όταν ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι ανεγνώρισε κάποιο τον οποίο γνωρίζει, οι ένορκοι πρέπει να γνωρίζουν ότι λάθη αναγνώρισης μπορούν να γίνουν ακόμη και σε συγγενείς ή φίλους. Όλα τα πιο πάνω θέματα ανάγονται στην ποιότητα της μαρτυρίας ως προς την αναγνώριση. Εάν η ποιότητα της μαρτυρίας είναι καλή και διατηρείται σ' όλο το στάδιο της διαδικασίας, ο κίνδυνος λανθασμένης αναγνώρισης μειώνεται. Αν όμως η ποιότητα καθίσταται πτωχότερη, ο κίνδυνος λάθους αυξάνεται. Όταν κατά την άποψη μας η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι καλή και αυτή έγινε μετά από μακρά διάρκεια παρατήρησης ή κάτω από ικανοποιητικές συνθήκες από συγγενή, γείτονα, στενό φίλο ή συνάδελφο οι ένορκοι μπορούν να περιοριστούν μόνο σ 'αυτή την μαρτυρία έστω και αν ακόμη δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να ενισχύει αυτή την αναγνώριση. Πάντοτε βέβαια κάτω από την ικανοποιητική προειδοποίηση η οποία πρέπει να δίνεται. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Όταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι πτωχή, όταν για παράδειγμα βασίζεται αποκλειστικά σε μια στιγμιαία παρατήρηση ή σε μεγαλύτερης διάρκειας παρατήρηση αλλά που έγινε κάτω από δύσκολες συνθήκες, η κατάσταση διαφοροποιείται. Ο δικαστής πρέπει να αποσύρει την υπόθεση από τους ενόρκους και να διατάξει την αθώωση εκτός εάν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία οδηγεί στην υποστήριξη της ορθότητας της αναγνώρισης. Αυτό μπορεί να είναι ενισχυτική μαρτυρία υπό την έννοια που την χρησιμοποιούν οι δικηγόροι, αλλά δεν χρειάζεται να είναι σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά τους ενόρκους βέβαιους ότι δεν υπήρξε λάθος στην αναγνώριση". Οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου, βοηθούν όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την ανθρώπινη πείρα, να αποκλείσει τις περιπτώσεις σφάλματος. Η υπόθεση Turnbull υιοθετήθηκε σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, 401-406, Michaelides v. The Republic
(1987)2 C.L.R.269, Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.309, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ.258 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης των Τεκμηρίων 7 και 8, των ψηφιακών δίσκων, δεν χρειάζεται η εξέταση της μαρτυρίας στη βάση των κατευθυντήριων γραμμών που έθεσε η Turnbull. Όμως, επειδή τόσο από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας όσο και από την αγόρευση του κ. Κυπρίζογλου, προκύπτει και αμφισβήτηση της δυνατότητας των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.11 να αναγνωρίσουν τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 5 στη σκηνή, θα πρέπει να εξεταστεί και αυτή η πτυχή της υπόθεσης υπό το φως όμως και της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η ποιότητα της αναγνώρισης μπορεί να διαπιστωθεί από τα ακόλουθα γεγονότα. Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.2, Αστ.2887, κ. Κόνσολο, ήταν η εκδοχή του ότι είχε δει τον Κατηγορούμενο 1 να βρίσκεται στην ανατολική κερκίδα και του είχε τραβήξει την προσοχή του το χαρακτηριστικό ένδυμα που φορούσε, τη φόρμα με κουκούλα, η οποία είχε κίτρινες ρίγες και μαύρες ή μπλε ρίγες και αναμειγνύετο με τον όχλο κατά την εξέλιξη των επεισοδίων. Συνέχισε να τον παρακολουθεί και τον είδε να ρίχνει τον πυροσβεστήρα προς τους αστυνομικούς της Μ.Α.Α.Δ. που προσπαθούσαν να σταματήσουν τα επεισόδια. Γι' αυτό και όταν βγήκε από τον αγωνιστικό χώρο και είδε τον Κατηγορούμενο 1, στα 20-30 μέτρα να βγαίνει από την ανατολική έξοδο στο χώρο στάθμευσης, μπόρεσε να τον αναγνωρίσει, λόγω και του χαρακτηριστικού ενδύματός του, το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε στο Τεκμήριο 6 και στη συνέχεια να τον υποδείξει στον Αστ.4854, κ. Σταυρίδη, Μ.Κ.3,της Μ.Α.Α.Δ. Ο χώρος εντός του γηπέδου φωτιζόταν από προβολείς, ενώ ο χώρος εκτός του γηπέδου στο χώρο στάθμευσης από τους λαμπτήρες, καθώς και από τους προβολείς του γηπέδου. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, αυτός συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω από τον Υπαστ. Φουκαρή, Μ.Κ.4, να συμμετέχει σε οχλαγωγία και να παρεμποδίζει τους αστυφύλακες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους εντός του γηπέδου. Όμως, ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναγνωριστεί και από τον Μ.Κ.7, Αστ.3350, κ. Κουσιάππα, να βρίσκεται στην ανατολική κερκίδα με τους οπαδούς της ΑΕΛ και να κλωτσά και να σπάζει πλαστική καρέκλα, την οποία στη συνέχεια έριξε προς τους αστυνομικούς. Είχε δει τον Κατηγορούμενο 2 καλά, λόγω του ότι βρισκόταν στα 3-4 μέτρα μπροστά του και μπορούσε να δει το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του. Επίσης, του είχαν τραβήξει την προσοχή του τα μακριά ίσια μαλλιά του και το πράσινο μπουφάν που φορούσε με το σκούφο, το οποίο αναγνώρισε στο Τεκμήριο 5, γι' αυτό και τον θυμόταν. Η αναγνώριση του Κατηγορούμενου 5 έγινε από τον Μ.Κ.11, Αστ.3066, κ. Γιωργαλλή, εκτός του γηπέδου. Ο Μ.Κ.11 στην ακρίβεια δεν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 5, αλλά τον συνέλαβε ενώ επιτίθετο στον Μ.Κ.10, Λοχ.1271, κ. Χαραλαμπίδη. Οι μάρτυρες Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.11 αναφέρθηκαν στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδαν τους Κατηγορούμενους, δηλαδή στις ακριβείς συνθήκες ορατότητας στη σκηνή με βάση τυχόν φωτισμό, σε συνδυασμό με την απόσταση από την οποία παρατηρούσαν τα γεγονότα, τη διάρκεια της παρατήρησης των Κατηγορούμενων στο χώρο, στοιχεία απαραίτητα για την αξιολόγηση της ποιότητας της αναγνώρισης. Στην απουσία αυτών των στοιχείων δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης που έγινε από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.11, αν αυτή ήταν η μοναδική μαρτυρία ενώπιόν μου. Όμως, στη δεδομένη περίπτωση η μαρτυρία τους υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 7 και 8 τους ψηφιακούς δίσκους. Θεωρώ ότι με τα όσα έχουν τεθεί πιο πάνω δεν τίθεται θέμα προβληματικής αναγνώρισης των Κατηγορούμενων 1, 2 και 5, έτσι που να χρειάζεται το Δικαστήριο να προειδοποιήσει τον εαυτό του με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της υπόθεσης Turnbull (ανωτέρω), παρόλο που έχω αναφερθεί και σε αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Καταλήγω, με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Στις 08/011/2008, κατά τη διεξαγωγή του αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, στο νέο ΓΣΖ στη Λάρνακα, μερίδα οπαδών της ΑΕΛ εξοργίστηκαν μετά την επίτευξη του δεύτερου τέρματος της ομάδας της ΑΕΚ και άρχισε να δημιουργεί επεισόδια στην ανατολική κερκίδα του γηπέδου. Φίλαθλοι έριχναν αντικείμενα όπως πυροσβεστήρες, μέταλλα, πέτρες, καθώς και πλαστικές καρέκλες από τις κερκίδες στον αγωνιστικό χώρο και στους αστυφύλακες. Τα επεισόδια εξελίχτηκαν σε τέτοιο βαθμό που είχε πυρποληθεί το φυσιοθεραπευτήριο κάτω από την ανατολική κερκίδα του γηπέδου. Οι δυο αστυφύλακες, ο Αστ.634, κ. Ηρακλέους, Μ.Κ.6 και ο Α/Αστ.768, κ.Παπαχριστοφόρου, Μ.Κ.8, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον βιντεογράφησης του αγώνα, όπως είναι η συνήθης πρακτική, βιντεογράφησαν τα συγκεκριμένα επεισόδια ενώ εξελίσσονταν εντός του γηπέδου και οι δύο βιντεοταινίες τους παραδόθηκαν στον Αστ.3274 του ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου. Από τις συγκεκριμένες ταινίες δημιουργήθηκαν οι δύο ψηφιακοί δίσκοι, οι οποίοι στη συνέχεια παραδόθηκαν από τον Αστ.3274 στον Αστ.1162, κ. Παπαδόπουλο, Μ.Κ.1, ο οποίος τους έθεσε υπό τη φύλαξή του. Παραδόθηκαν οι δύο αυτοί ψηφιακοί δίσκοι στον Αστ.2887, κ. Κόνσολο, Μ.Κ.2, για μελέτη και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και
- Εντός του αγωνιστικού χώρου, κατά την εξέλιξη των επεισοδίων, ο Αστ.2887, Μ.Κ.2, είχε προσέξει στην ανατολική κερκίδα, της ΑΕΛ, ένα νεαρό ο οποίος φορούσε χαρακτηριστικό μπουφάν με κουκούλα, «ριγέ χρώματος κίτρινου με μπλε» να ρίχνει ένα πυροσβεστήρα στους αστυνομικούς της Μ.Α.Α.Δ. Ο Μ.Κ.5, Α/Λοχ κ. Λοιζίδης, είχε τραυματισθεί από τη ρήψη πυροσβεστήρα κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου αγώνα. Το γεγονός αυτό καταγράφεται και στα 34 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα του Τεκμηρίου
- Ο φίλαθλος, ο συγκεκριμένος, κατά την έξοδό του από το γήπεδο, στο χώρο στάθμευσης της ανατολικής κερκίδας, αναγνωρίστηκε από τον Μ.Κ.2 και του ζητήθηκαν τα στοιχεία του, τον είχε αναγνωρίσει λόγω και του χαρακτηριστικού ενδύματός του. Ο φίλαθλος τράπηκε σε φυγή και τότε ο Μ.Κ.2 τον υπέδειξε σε άντρες της Μ.Α.Α.Δ., μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.3, ο οποίος τον πλησίασε αρχικά για να του ζητήσει τα στοιχεία του και αυτός τον έσπρωξε και τράπηκε σε φυγή. Τον κυνήγησε, ο Μ.Κ.3, τον συνέλαβε και τότε διαπίστωσε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος
- Παράλληλα, στην είσοδο με αριθμό 4, εξελίχθηκε ομαδική επίθεση από οπαδούς της ΑΕΛ, οι οποίοι έριχναν διάφορα αντικείμενα, καθώς και πλαστικά καθίσματα και οχλαγωγούσαν. Εκεί ο Υπαστ. Φουκαρής, Μ.Κ.4, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 2 γιατί τον είχε δει με τα μάτια του να σπρώχνει και να παρεμποδίζει μέλη της Μ.Α.Α.Δ. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, να διασπάσουν τον όχλο και να αποτρέψουν την επίθεση που εξελισσόταν εναντίον τους. Όμως, ο ίδιος φίλαθλος, ο Κατηγορούμενος 2, είχε προηγουμένως εντοπιστεί από τον Αστ.3550, κ. Κουσιάππα, Μ.Κ.7, εντός του αθλητικού χώρου να κλωτσά και να σπάζει πλαστική καρέκλα στις κερκίδες και στη συνέχεια να τη ρίχνει στον αγωνιστικό χώρο. Από μια τέτοια πλαστική καρέκλα είχε χτυπηθεί και ο Αστ.1096, κ. Κυπριανού, Μ.Κ.
- Τα γεγονότα αυτά επιμαρτυρούνται στα 20 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα και στα 29 λεπτά και 26 δευτερόλεπτα του Τεκμηρίου
- Τον είχε προσέξει και τον θυμόταν, ο Μ.Κ.7, γιατί τον είχε δει σε απόσταση 3-4 μέτρα μπροστά του, αλλά και γιατί φορούσε μια πράσινη φανέλα με σκούφο και είχε μακριά ίσια μαλλιά. Η συγκεκριμένη φανέλα είχε ζητηθεί από τον Κατηγορούμενο 2 και παραδόθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 στην αστυνομία. Την αναγνώρισε ο Μ.Κ.7 στο Τεκμήριο 5, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ουδέποτε αμφισβήτησε ότι του ανήκε. Ο Αστ.3066, κ. Γιωργαλλής, Μ.Κ.11, ο οποίος βρισκόταν επίσης στην ανατολική πλευρά στο χώρο στάθμευσης του γηπέδου, είχε δει τον Κατηγορούμενο 5 να τραβά από πίσω δυο συναδέλφους του της Μ.Α.Α.Δ., ένας από αυτούς ήταν ο Μ.Κ.10, κ. Χαραλαμπίδης, τον οποίο είχε δει να τραβά από την στολή, για να αποτρέψει τη σύλληψη άλλου οπαδού της ΑΕΛ. Λόγω του τραβήγματος ο Μ.Κ.10, Λοχ.1271, έπεσε στο έδαφος χωρίς όμως να χτυπήσει. NOMIKH ΠTYXH Και οι τρεις Κατηγορούμενοι 1, 2 και 5 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παρακώλυσης ομαλής διεξαγωγής αθλητικού αγώνα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 56 του Περί της Πρόληψης και Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου (Ν.48(Ι)/08). Το άρθρο 56 του Νόμου προνοεί ως ακολούθως : «Οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς εύλογη αιτία μέσα σε αθλητικό χώρο ενεργεί με σκοπό να παρακωλύσει την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα..είναι ένοχο...» Οι όροι «αθλητικός χώρος» και «διεξαγωγή αγώνα ή εκδήλωσης» ερμηνεύονται εξαντλητικά στο άρθρο 2 του Νόμου. Από τη μαρτυρία, όπως την έχω αποδεχθεί, η αρχική ρήψη αντικειμένων είχε λάβει χώρα εντός του Σταδίου ΓΣΖ, στην ανατολική κερκίδα. Οι κερκίδες του γηπέδου συμπεριλαμβάνονται στην ερμηνεία του αθλητικού χώρου. Ο δε όρος «διεξαγωγή αγώνα ή εκδήλωσης» ερμηνεύθηκε από το άρθρο 2 έτσι ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρη την διάρκεια του αγώνα και να τελειώνει με την έξοδο και του τελευταίου φίλαθλου από τον αθλητικό χώρο. Ο νομοθέτης δεν έχει αποδώσει στον όρο «παρακώλυση» οποιαδήποτε ερμηνεία. Η γραμματική ερμηνεία που αποδίδεται στο συγκεκριμένο όρο από τον Μπαμπινιώτη στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι «η παρεμπόδιση, η παρεμβολή εμποδίων, δυσκολιών και κωλυμάτων ώστε να μην ολοκληρωθεί». Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, προκύπτει ότι οι ενέργειες των Κατηγορούμενων 1, 2 και 5 χωρίς εύλογη αιτία παρεμπόδισαν την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα. Ο Κατηγορούμενος 1 είχε ειδωθεί, από τον Μ.Κ.2 και φαίνεται και στα 34 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα του Τεκμηρίου 8, να παίρνει στα χέρια του τον πυροσβεστήρα, να ενώνεται με τον όχλο και στη συνέχεια να ρίχνει τον πυροσβεστήρα στους αστυνομικούς που βρίσκονταν στον αθλητικό χώρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συγκεκριμένη ενέργειά του συνέβαλε στην παρεμπόδιση της ομαλής διεξαγωγής του αγώνα. Ο Κατηγορούμενος 2 είχε ειδωθεί από τον Μ.Κ.7 και φαίνεται και στα 20 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα και στα 20 λεπτά και 29 δευτερόλεπτα του Τεκμηρίου 7, να κλωτσά την καρέκλα της κερκίδας, να τη σπάζει και να τη ρίχνει στο γήπεδο καθώς επίσης και να τρέχει εντός του όχλου. Στη συνέχεια, συνελήφθηκε από τον Υπαστ. Φουκαρή, Μ.Κ.4, να οχλαγωγεί. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί οτιδήποτε άλλο παρά πράξη η οποία αποσκοπούσε στο να παρεμποδιστεί η ομαλή διεξαγωγή του αγώνα. Ο Κατηγορούμενος 5 όμως, δεν διαπιστώθηκε να κάμνει οποιαδήποτε πράξη εντός του αθλητικού χώρου. Δεν υπήρξε μαρτυρία ότι έκαμε κάτι για να παρεμποδίσει τον αγώνα, αντίθετα, τόσο η μαρτυρία του Μ.Κ.2, καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, δεν αποκαλύπτουν κάποια πράξη ή ενέργειά του. Με βάση τον πιο πάνω συλλογισμό, καταλήγω ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ενήργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να παρεμποδιστεί η ομαλή διεξαγωγή του αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, χωρίς να έχουν εύλογη αιτία, αφού απλά θύμωσαν όταν επιτεύχθηκε το δεύτερο τέρμα της ΑΕΚ. Οπόταν, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην 1ην Κατηγορία, αλλά ο Κατηγορούμενος 5 δεν έπραξε οτιδήποτε ή και δεν συνέβαλε με οποιαδήποτε ενέργειά του στη διακοπή της ομαλής διεξαγωγής του αγώνα, οπόταν και αθωώνεται από την 1η Κατηγορία. Η 2η Κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 5 αφορά το αδίκημα της παράνομης συνάθροισης και της οχλαγωγίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 60
(1),
(2),
(3), 61 και 62 του Περί της Πρόληψης και Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου (Ν.48(Ι)/08). Το άρθρο 60 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "
(1)Παράνομη είναι η συνάθροιση προσώπων εντός των εγκαταστάσεων του αθλητικού χώρου με σκοπό να διαπράξουν από κοινού ποινικό αδίκημα ή να εκτελέσουν από κοινού κάποιο σκοπό και τα οποία συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο που προκαλεί στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή, εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή να παρεμποδίσουν την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα ή της εκδήλωσης ή ότι με τέτοια συνάθροισή, άσκοπα και χωρίς αποχρώντα λόγο θέλουν να προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης ή παρεμπόδιση της ομαλής διεξαγωγής του αθλητικού αγώνα ή της εκδήλωσης.
(2)Η συνάθροιση είναι παράνομη και αν ακόμη άρχισε ως νόμιμη, αν οι συμμετέχοντες σ΄ αυτή, συμπεριφέρονται όπως περιγράφεται στο εδάφιο
(1)ανωτέρω.
(3)Όταν η παράνομη συνάθροιση αρχίζει να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο έγινε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόμο του κοινού η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, οι δε συναθροισμένοι λογίζονται οχλαγωγικώς συναθροισμένοι." Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ότι όταν κάποια άτομα συμπεριφέρονται, ενώ βρίσκονται σε αθλητικό χώρο, με τέτοιο τρόπο που προκαλούν στους υπόλοιπους εύλογο φόβο ότι θέλουν να διασαλεύσουν την ειρήνη ή την ομαλή διεξαγωγή του αθλητικού αγώνα, τότε υπάρχει παράνομη συνάθροιση εντός του αθλητικού χώρου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το γήπεδο είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης, εκείνοι δε που συμπεριφέρονταν με τρόπο ανάρμοστο ήσαν πολλοί, γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Μερικά άτομα κτυπούσαν αστυνομικούς, άλλα άναβαν φωτιές, άλλα έσπαζαν καρέκλες και άλλα έριχναν αντικείμενα όπως πυροσβεστήρες, καρέκλες πλαστικές και πέτρες προς τους αστυνομικούς, καθώς και στον ευρύτερο χώρο του γηπέδου. Στην ανατολική κερκίδα του σταδίου ΓΣΖ, όπου είχε μαζευτεί μεγάλος αριθμός φιλάθλων της ΑΕΛ οι οποίοι συμπεριφερόταν ανάρμοστα, δηλαδή επιτίθεντο στους αστυνομικούς και έριχναν αντικείμενα προς το μέρος τους, μεταξύ αυτών ήταν και οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 5. Ο Κατηγορούμενος 1 είχε ειδωθεί να τρέχει εντός του όχλου κρατώντας τον πυροσβεστήρα και στη συνέχεια να τον ρίχνει, ο Κατηγορούμενος 2 είχε ειδωθεί να τρέχει πάνω και κάτω στην κερκίδα και να κλωτσά, να σπάζει και να ρίχνει στους αστυνομικούς πλαστική καρέκλα, ενώ παράλληλα είχε ενωθεί με τον όχλο στην επίθεση εναντίων των αστυνομικών. Ο Κατηγορούμενος 5 είχε διαπιστωθεί ότι ενωνόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα με τον όχλο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν ενωθεί με τον όχλο για να διασαλεύσουν την ειρήνη και να παρεμποδίσουν την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα, πράγμα το οποίο τελικά πέτυχαν. Οπόταν και οι τρεις κρίνονται ένοχοι στη συγκεκριμένη κατηγορία. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την 3η Κατηγορία, που αφορά τη ματαίωση αγώνα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 68 του Περί της Πρόληψης και Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου (Ν.48(Ι)/08). Το άρθρο 68 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετέχει σε οχλαγωγία και παράνομα και με την βία ματαιώνει, διακόπτει, παρεμποδίζει ή παρακωλύει την έναρξη, διεξαγωγή ή την λήξη οποιουδήποτε αγώνα..είναι ένοχο...» Ο όρος «οχλαγωγία» ερμηνεύεται στο άρθρο 66
(3)του Νόμου, το οποίο έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω. Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συμμετείχαν σε οχλαγωγία, αφού είχαν συναθροιστεί με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη και να διακοπεί ο αγώνας, πράγμα το οποίο τελικά κατάφεραν, ο αγώνας διεκόπη μετά το δεύτερο τέρμα της ΑΕΚ, με μεγάλο όμως κόστος. Οπόταν, θεωρώ ότι με βάση τη μαρτυρία έχει αποδειχτεί και αυτή η κατηγορία. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν επίσης την κατηγορία της συμπλοκής και της επίθεσης, 4η Κατηγορία. Το άρθρο 59 του Νόμου προβλέπει ως ακολούθως : «Οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετέχει σε συμπλοκή ή επίθεση με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον οποιουδήποτε προσώπου μέσα σε αθλητικό χώρο ή στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή και η επίθεση ή συμπλοκή οφείλεται ή συνδέεται με το αθλητικό γεγονός είναι ένοχο πλημμελήματος..» Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι πρώτον, να υπάρχει επίθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Δεύτερον, η επίθεση να έγινε σε αθλητικό χώρο ή στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή και τρίτον, η επίθεση να οφείλεται ή συνδέεται με το αθλητικό γεγονός. Για το θέμα που αφορά την επίθεση ισχύουν τα όσα αναφέρονται και στο Άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα για τη θεμελίωση του αδικήματος η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον του άλλου προσώπου, είτε εκ προθέσεως είτε απερίσκεπτα. Για τα υπόλοιπα θέματα, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι η επίθεση έγινε σε αθλητικό χώρο ή αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή και να συνδέεται ή να οφείλεται με το αθλητικό γεγονός. Με βάση την κατάληξη του Δικαστηρίου οι ενέργειες του Κατηγορούμενου 1 μετά τη διακοπή του ποδοσφαιρικού αγώνα ΑΕΚ-ΑΕΛ, όπου κατευθύνθηκε προς τους αστυνομικούς και τους κλωτσούσε, ενώ στη συνέχεια όταν βγήκε από τον αγωνιστικό χώρο και βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του γηπέδου έσπρωξε τον Αστ. Σταυρίδη, ΜΚ3, λόγω του ότι του ζήτησε τα στοιχεία του, αποτελεί βία εναντίον προσώπου. Ο Κατηγορούμενος 2 έσπρωχνε με βία μέλη της Μ.Α.Α.Δ, που προσπαθούσαν να τερματίσουν τις φασαρίες στην ανατολική κερκίδα του γηπέδου, για να παρεμποδίσει τη σύλληψη άλλων οπαδών της ΑΕΛ. Συνεπώς, με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πλήρως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αφού η επίθεση έγινε κατά τη διακοπή του αγώνος μέσα σε αγωνιστικό χώρο, καθώς στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή και τόσο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, όσο και οι αστυφύλακες, ήταν πρόσωπα τα οποία ευρίσκονταν στον αθλητικό χώρο και κατείχαν θέση όπως περιλαμβάνεται στο Άρθρο 2 του Ν. 48(Ι)/
- Ως εκ τούτου, βρίσκω ένοχους τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και σε αυτήν την κατηγορία. Και οι τρεις Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων τους, Κατηγορία
- Η συγκεκριμένη κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος- (α) . . . . . . . . . . . . . . . .ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης, . . . . . . . . . . . . . . . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, ο Κατηγορούμενος να επιτίθεται ή να αντιστέκεται ή εσκεμμένα να παρεμποδίζει, δεύτερον, όργανο τήρησης της τάξης ή άλλο πρόσωπο το οποίο παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο της τάξης και τρίτον η επίθεση ή η αντίσταση ή η εσκεμμένη παρεμπόδιση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Όσον αφορά την έννοια της παρεμπόδισης (obstruction) κατά αστυνομικού οργάνου στην εκτέλεση του καθήκοντος του, σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone Criminal Practice 2003, παρ. Β.2.30 σελ. 173-174: «Β2.30: A defendant obstructs a police constable if he makes it more difficult for him to carry out his duty (Hinchcliffe v Sheldon [1955] 1 WLR 1207, obiter). While 'resisting' implies some physical action, no physical act is necessary to constitute obstruction. Simple refusal to answer questions does not constitute an obstruction (Rice v Connolly [1966] 2 QB 414), neither does advising another person not to answer (Green v DPP
(1991)155 JP 816). Answering questions incorrectly may, however, amount to obstruction, although the distinction is not always clear (see Ledger v DPP [1991] Crim LR 439). A person may obstruct by omission, provided that such a person is under an initial duty to act (Lunt v DPP [1993] Crim LR 534). . . . . . . . . . . . . . . . In Green v Moore [1982] QB 1044 the court held that a tip-off to persons who were preparing to commit an offence, and who as a result of the tip-off decided not to commit such an offence, could amount to an obstruction. Police could still be said to be acting in execution of their duty even if only making general inquiries before an offence was committed. The court admitted that this was a difficult situation, since the result of the tip-off was in fact the prevention of crime. Liability would turn, however, on the mens rea and the question of whether the defendant's intent was to assist the potential criminal or to assist the police. A constable is not acting in the course of his duty, and a person cannot therefore be liable for obstructing him in the course of such action, if what he is doing is carrying out an arrest which is in fact unlawful (Edwards v DPP
(1993)97 Cr App R 301). If obstruction (rather than resistance) is alleged, it must be proved to have been willful. The defendant does not commit willful obstruction if he tries to help the police, even if he actually makes their job more difficult (Wilmott v Atack [1977] QB 498) nor can he be guilty if he is unaware that he is obstructing police officers at all (Ostler v Elliott [1980] Crim LR 584), but if the defendant deliberately obstructs the police, it will be no defence to argue that he was merely trying to prevent the arrest of a person he believed to be innocent (Lewis v Cox [1985] QB 509). As to the obstruction of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104» Όσον αφορά την κατηγορία αυτή, έχει αποδειχθεί ότι ο Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.11, καθώς και οι υπόλοιποι αστυφύλακες της Μ.Α.Α.Δ., κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αστυφύλακες επιφορτισμένοι με το καθήκον τήρησης της τάξης στο συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό αγώνα και συνεπώς ήταν όργανα τήρησης της τάξης. Περαιτέρω, έχει αποδειχθεί ότι κατά τον ίδιο χρόνο οι αστυφύλακες εκτελούσαν κανονικά τα καθήκοντά τους, αφού βρίσκονταν σε εντεταλμένο καθήκον. Απομένει να εξετασθεί κατά πόσο η άρνηση του Κατηγορούμενου 1 να αναφέρει τα στοιχεία του στον Μ.Κ.3 συνιστά εσκεμμένη παρεμπόδιση του συγκεκριμένου αστυφύλακα κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, ως ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Από τα όσα συνάγονται από τα πιο πάνω εκτεθέντα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone's φαίνεται ότι παρεμπόδιση υπάρχει όταν ο Κατηγορούμενος κάνει πιο δύσκολη την εκτέλεση του καθήκοντος του αστυφύλακα. Περαιτέρω συνάγεται ότι δεν χρειάζεται κάποια φυσική πράξη για να υπάρχει τέτοια παρεμπόδιση, αλλά τέτοια στοιχειοθετείται και σε περίπτωση παράλειψης, όταν όμως ο κατηγορούμενος είχε εξ αρχής καθήκον να πράξει αυτό που παραλείπει. Στην παρούσα μπορεί να λεχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν τέτοιο καθήκον. Η δε απλή άρνηση, η οποία εκδηλώθηκε με την παράλειψή τους να αναφέρουν τα στοιχεία τους και να τραπούν σε φυγή, έκανε την εκτέλεση του καθήκοντος του Μ.Κ.3 και του Μ.Κ.4 πιο δύσκολη. Αυτό γιατί οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 είχαν εξουσία και μπορούσαν, εφόσον οι Κατηγορούμενοι ηρνούντο να αναφέρουν τα ονόματά τους να τους συλλάβουν χρησιμοποιώντας μάλιστα εύλογη βία για το σκοπό αυτό. Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει από μόνος του άλλες τρεις
(3)κατηγορίες, τις Κατηγορίες 6, 7 και 8 και ο Κατηγορούμενος 2 άλλες δύο κατηγορίες. Η 6η Κατηγορία και η 9η Κατηγορία αφορούν την χρησιμοποίηση επικινδύνων αντικειμένων και αφορούν αντίστοιχα τους Κατηγορούμενους 1 και
- Ο όρος «επικίνδυνο αντικείμενο» έχει τύχει ερμηνείας στον άρθρο 2 αυτού τούτου του Νόμου ως «ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η θραύση, η ρήψη, η χρήση ή ο χειρισμός του να ενδέχεται να προκαλέσει σωματική βλάβη ή υλική ζημιά.» Έχω ήδη καταλήξει ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε θεαθεί από τον Μ.Κ.2 και είχε καταγραφεί και από τις κάμερες να ρίχνει ένα πυροσβεστήρα προς τους αστυνομικούς της Μ.Α.Α.Δ. Η ρήψη του σίγουρα ενδέχετο να προκαλέσει βλάβη ή ζημιά τόσο στην ακίνητη περιουσία, αλλά και στους αστυνομικούς που βρίσκονταν εκεί. Να υπενθυμίσω ότι ο Α/Λοχ.4381, κ. Λοιζίδης, Μ.Κ.5, είχε τραυματιστεί από τη ρήψη ενός πυροσβεστήρα. Οπόταν, ένοχος και σε αυτή την κατηγορία ο Κατηγορούμενος
- Ο δε Κατηγορούμενος 2 είχε ειδωθεί από τον Μ.Κ.7 να κλωτσά και να σπάζει μια πλαστική καρέκλα και στη συνέχεια να τη ρίχνει προς τους αστυνομικούς. Το συμβάν αυτό επιμαρτυρείται και από το Τεκμήριο 7, ενώ υπάρχει και η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αστ.1096, κ. Κυπριανού, Μ.Κ.9, ότι είχε τραυματιστεί στο χέρι από μια πλαστική καρέκλα όταν επενέβηκε για να αποκαταστήσει μαζί με άλλους συναδέλφους του την τάξη στην κερκίδα της ΑΕΛ. Οπόταν, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις Κατηγορίες 6 και 9 αντίστοιχα. Η 7η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 αφορά την επίθεση εναντίον του Αστ.4854, κ. Σταυρίδη, Μ.Κ.
- Υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι ο Κατηγορούμενος 1 τον έσπρωξε όταν του ζήτησε τα στοιχεία του. Το σπρώξιμο ακόμα και όταν δεν συνοδεύεται από τραυματισμό συνιστά επίθεση. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί, σύμφωνα με τη νομολογία, χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445, βλέπε επίσης Archbold, 39η Έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071-2). Ούτε και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Οπόταν, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε σπρώξει τον Αστ.4854, κ. Σταυρίδη, Μ.Κ.3, με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία θεωρώ ότι επιτέθηκε στο συγκεκριμένο αστυφύλακα και τον βρίσκω ένοχο στη συγκεκριμένη κατηγορία. Η 8η Κατηγορία και η 10η Κατηγορία αφορούν το αδίκημα της πρόκληση ζημιάς σε εγκαταστάσεις του αθλητικού χώρου και συγκεκριμένα του πυροσβεστήρα, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 και την καρέκλα αναφορικά με τον Κατηγορούμενο
- Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι έσπασε ο πυροσβεστήρας, ο οποίος είχε ριφθεί από τον Κατηγορούμενο
- Οπόταν, παρόλο που μπορεί να είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει υποθέσεις και ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται από τη συγκεκριμένη κατηγορία. Όμως, ο Μ.Κ.7 ήταν σίγουρος ότι η καρέκλα η πλαστική που είχε αποκολληθεί και εκσφενδονιστεί από τον Κατηγορούμενο 2 είχε σπάσει. Οπόταν, υπήρξε ζημιά υλική στις εγκαταστάσεις του γηπέδου η οποία είχε προκληθεί από τις πράξεις του Κατηγορούμενου
- Συνεπακόλουθα, ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία 10, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται από την Κατηγορία
- (Υπ. ............) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο