← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Κυριάκος Κυριάκου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10530/10, 25 Φεβρουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Κυριάκος Κυριάκου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10530/10, 25 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10530/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Κυριάκος Κυριάκου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος. Μ. Πελεκάνος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 2638 M. Xρυσοστόμου (ΜΚ1) και τον Χαρίτο Χαρίτου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση. Ανέφερε ότι στις 24/4/10 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στην οδό Λόρδου Βύρωνος στη Λάρνακα με ενεχόμενα οχήματα το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚWK364 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚTL391 που οδηγούσε ο ΜΚ
  2. Όταν έφθασε εκεί τα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τη τελική τους θέση. Ο δρόμος ήταν καλής επιφάνειας και περιβάλλεται από πεζοδρόμια. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) βάση του οποίου στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3) το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Η γραμμή ορατότητας στο δρόμο ήταν απεριόριστη. Το δυστύχημα επεσυνέβηκε κατά τη διάρκεια της νύκτας και στο δρόμο υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί υπέδειξαν διαφορετικά σημεία σύγκρουσης. Τοποθέτησε στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Χ το σημείο που υπέδειξε ο ΜΚ2 και με το γράμμα Χ1 το σημείο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Εξέτασε τις ζημιές που υπέστησαν τα δύο οχήματα και έλαβε γραπτή κατάθεση από τους δύο οδηγούς. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1, ανέφερε πως από τις εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το αναφερόμενο μοτοποδήλατο, ενώ βρισκόταν πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο, σύμφωνα με τη πορεία του ΜΚ2, εισήλθε στο δρόμο με πρόθεση να κατευθυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα να ανακόψει τη πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγείτο από τον ΜΚ
  3. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, εξήγησε πως κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα από τις ζημιές του οχήματος του κατηγορούμενου οι οποίες βρίσκονταν στο πίσω δεξιό τροχό κάτι που υποδεικνύει ότι αυτό κατά την ώρα της σύγκρουσης βρισκόταν κάθετα μέσα στο δρόμο. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε πως καθώς οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα επί της οδού Λόρδου Βύρωνος με ανατολική κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Αυξεντίου αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου που βρισκόταν σε στάση πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο, σύμφωνα με τη πορεία του, να εισέρχεται στο δρόμο με πρόθεση να κατευθυνθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο ίδιος δεν είχε χρόνο να αντιδράσει με αποτέλεσμα ο μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτας του να συγκρουστεί στο πίσω δεξιό μέρος του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως όταν έγινε η σύγκρουση το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου βρισκόταν κάθετα μέσα στο δρόμο με τρόπο που ανέκοπτε τη πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε. Σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε πως αντιλήφθηκε από κάποια απόσταση το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου να βρίσκεται σε στάση πάνω στο πεζοδρόμιο δεν είχε όμως προβλέψει ότι αυτό θα εισερχόταν στο δρόμο. Όταν αυτό εισήλθε ξαφνικά στο δρόμο, ο ίδιος δεν είχε χρόνο να αντιδράσει χρησιμοποιώντας τα φρένα του οχήματος του, γι' αυτό, στην προσπάθεια του να μην τραυματίσει τον κατηγορούμενο, κατόρθωσε να συγκρουστεί στο πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε μπορεί να πιάσει μεγάλη ταχύτητα και πως κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε ενώ δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικού ασφάλειας. Aπαντώντας σε σχετικές υποβολές της υπεράσπισης ανέφερε ότι οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου αρνούμενος ότι την ώρα της σύγκρουσης προσπερνούσε άλλο προπορευόμενο όχημα και συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου το οποίο είχε ήδη πάρει τη πορεία που θα ακολουθούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ανώμοτη δήλωση κατά την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του. Στη γραπτή κατάθεση του, τεκμήριο 4, αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο εισήλθε στο δρόμο παίρνοντας κλίση για να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς την ΑΗΚ. Προηγουμένως έλεγξε και διαπίστωσε ότι ο δρόμος στα αριστερά ήταν καθαρός ενώ από τα δεξιά ερχόταν από μακριά ένα αυτοκίνητο. Όταν εκκίνησε, χωρίς να δει κάτι άλλο, είδε τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2 εντελώς κοντά του και έτσι δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και πιστεύω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος και έθεσε τόσο με τη προφορική του μαρτυρία όσο και με το τεκμήριο 4 τα δικά του ευρήματα. Η ειλικρίνεια και η αντικειμενικότητα του διαφαίνεται και από τη δήλωση του ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει ο ίδιος το σημείο σύγκρουσης γι΄αυτό τοποθέτησε στο τεκμήριο 4 τα σημεία που υπέδειξαν οι δύο οδηγοί. Το εύρημα του σε σχέση με τη θέση στην οποία βρισκόταν το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου κατά την ώρα της σύγκρουσης στο οποίο κατέληξε με βάση τις ζημιές των οχημάτων, συνάδει με τη λογική αλλά επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΚ2, δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Υπήρξε σταθερός και ήρεμος κατά τη μαρτυρία του η οποία δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Αντίθετα, απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς να διστάσει στις ερωτήσεις του συνηγόρου της υπεράσπισης. Η περιγραφή του αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος συνάδουν και με τις ζημιές που προκλήθησαν στα δύο ενεχόμενα οχήματα όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ΜΚ1 και οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αναφορικά με τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υπέβαλε ο συνήγορος της υπεράσπισης γύρω από μικροσκοπικούς υπολογισμούς σε σχέση με αποστάσεις αυτές δεν στάθηκαν ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του ΜΚ2, ο οποίος, ισχυρίσθηκε, ότι, αντέδρασε όπως έκρινε σωστό τη στιγμή που αντιμετώπισε τον κίνδυνο της επικείμενης σύγκρουσης. Στο μόνο σημείο, όπου ο ΜΚ2 δεν με έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια, ήταν εκεί όπου ισχυρίσθηκε ότι οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Τούτο διότι ενώ αντιλήφθηκε την είσοδο του μοτοποδηλάτου στο δρόμο από το πεζοδρόμιο και προσπάθησε να μην τραυματίσει τον κατηγορούμενο, εν τούτοις, δεν χρησιμοποίησε καθόλου τα φρένα του οχήματος του διότι όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «θα πετούσε από το μοτοσικλέτα που οδηγούσε». Ελλείψη όμως άλλης μαρτυρίας, αναφορικά με τη ταχύτητα του ΜΚ2, δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα με το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2, στην ολότητα της πλην του ισχυρισμού του ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Στέλιος Σοφοκλέους v. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 ΑΑΔ 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψιν ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 CLR 200). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα. Την 24/4/10 και περί η ώρα 00:10 ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚWK364 βρισκόταν σε στάση επί του πεζοδρομίου στη οδό Λόρδου Βύρωνος. Την ίδια μέρα και ώρα ο ΜΚ2 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚTL391 στην ίδια οδό με ανατολική κατεύθυνση κρατώντας την αριστερή πλευρά του δρόμου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο κατηγορούμενος εισήλθε από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με τη πορεία του ΜΚ2 στο δρόμο με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα, η μοτοσικλέτα του ΜΚ2 να συγκρουστεί με το πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου του κατηγορούμενου. Η οδός Λόρδου Βύρωνος, είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει πλάτος 6μ. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σε απόσταση 2.40μ από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του ΜΚ2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Στην απόφαση πιο πάνω αναφέρεται ότι: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στην απόφαση Constantinou v. Katsouris (πιο πάνω) ελέχθηκε ότι το καθήκον άσκησης καλής παρατηρητικότητας είναι ιδιαίτερα ισχυρό για τον οδηγό που θα στρίψει δεξιά διασταυρώνοντας τον δρόμο και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Στην απόφαση στην υπόθεση Panayides v. Κυριάκου
(1969)1C.L.R. 167 όπου ο εναγόμενος μπήκε στη διασταύρωση με πράσινο φως και στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά, συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα που μπήκε στη διασταύρωση σε αντίθετη πορεία και μετά που το φως είχε αλλάξει σε κόκκινο, επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον καταμερισμό της ευθύνης σε 1/3 για τον εναγόμενο και 2/3 για τον ενάγοντα. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο κατηγορούμενος χωρίς να ελέγξει επαρκώς εισήλθε στο δρόμο από το αριστερό πεζοδρόμιο με πρόθεση να κατευθυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Η πιθανότητα κινδύνου υπό τις περιστάσεις ήταν εύλογα αντιληπτή και η παράλειψη προφύλαξης εκ μέρους του συνιστά αμέλεια. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ2 δεν με έπεισε ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και η παράλειψη του να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του, προφανώς να μην ήταν επαρκής ενέργεια προφύλαξης υπό τις περιστάσεις, εν τούτοις και δεδομένου ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον μου αναφορικά με τη ταχύτητα του ΜΚ2, βρίσκω ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, συνέτεινε στη σύγκρουση, αφού δεν λειτούργησε ως ένας συνετός οδηγός, ούτως ώστε να ελέγξει επαρκώς το δρόμο πριν εισέλθει σε αυτόν από το πεζοδρόμιο με σκοπό να κατευθυνθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. H ευθύνη του κατηγορούμενου, συνδέεται με το γεγονός ότι παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα πριν εισέλθει στο δρόμο με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ2 και να ανακόψει την πορεία του. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δείχνει έλλειψη δέουσας παρατηρητικότητας. Ο τρόπος οδήγησης του κάτω από τις περιστάσεις δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί αμελής. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτερά v. Κυπριανού
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή v. Χίννη Π.Ε. 10237 ημερομηνίας 22.3.2000). Σημειώνω περαιτέρω, ότι, η εκδοχή που η υπεράσπιση προσπάθησε να υποστηρίξει μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας, ότι δηλαδή, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ο ΜΚ2 προσπερνούσε προπορευόμενο όχημα δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αλλά ούτε και περιλαμβάνεται ένας τέτοιος ισχυρισμός στη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 4) η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας. Υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ109 στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim.Arr. R.359). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορούμενου. Δίδεται βαρύτητα στις δηλώσεις του κατηγορούμενου που περιέχονται στο τεκμήριο 4 σύμφωνα με τις οποίες οδηγώντας μοτοποδήλατο εισήλθε στο δρόμο παίρνοντας κλίση για να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς και ότι αντιλήφθηκε να έρχεται από δεξιά σε μακρινή απόσταση μόνο ένα αυτοκίνητο αλλά όταν εκκίνησε είδε τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2 εντελώς κοντά του. Συνεπακόλουθα όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην οποία και κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.