← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Bασιλική Γεωργίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9339/10, 28 Φεβρουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Bασιλική Γεωργίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9339/10, 28 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9339/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Bασιλική Γεωργίου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κα. Ε. Αντρέου Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 2638 M. Xρυσοστόμου και την Ντανιέλα Πέτκοβα (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι την 20/3/10 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στη Λεωφόρο Φανερωμένης με ενεχόμενο το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής ΚΜL656, που οδηγείτο από την κατηγορούμενη και την πεζή Ντανιέλα Πέτκοβα ΜΚ
  2. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) με βάση το οποίο στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3). Το δυστύχημα επεσυνέβηκε σε διάβαση πεζών που ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία κατά την άφιξη του στη σκηνή διαπίστωσε ότι λειτουργούσαν κανονικά. Τοποθέτησε στο σχεδιάγραμμα με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξαν οι δύο ενεχόμενες στο δυστύχημα καθώς και τις πορείες που ακολουθούσαν κατά τον επίδικο χρόνο. Το όχημα της κατηγορούμενης δεν έφερε οποιεσδήποτε ζημιές, ήρθε μόνο σε επαφή με τη πεζή στο σημείο γύρω από το δεξιό μπροστινό φανάρι όπου ο ΜΚ1 εντόπισε χαρακτηριστικό «σφούγγισμα». Το δυστύχημα έγινε βράδυ, η γραμμή ορατότητας στο δρόμο ήταν 50μ. και υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Η ακτίνα των φώτων του οχήματος της κατηγορούμενης την οποία έλεγξε ήταν 15 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν πάνω στη διάβαση πεζών και σε απόσταση 5.90μ από τα φώτα τροχαίας στο αριστερό πεζοδρόμιο τα οποία, απετέλεσαν και το σταθερό σημείο από το οποίο ο ΜΚ2 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση. Η πορεία της πεζής που αρχικά την υπέδειξε ο σύζυγος της και στη συνέχεια την επιβεβαίωσε και η ίδια ήταν από τα αριστερά προς τα δεξιά του δρόμου σύμφωνα με τη πορεία της κατηγορούμενης, η οποία, εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση. Η πεζή ανέφερε, πως, όταν αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορούμενης γύρισε το σώμα της και έβαλε τα χέρια της μπροστά για να προστατευθεί με αποτέλεσμα τη πτώση της στην άσφαλτο. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα κάτι που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το όχημα της δεν άφησε ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο και η επαφή που είχε με τη πεζή επέφερε τη πτώση της στην άσφαλτο και όχι την εκτίναξη της πάνω στο αυτοκίνητο. Η ΜΚ2 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 6) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της απάντησε σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και στη συνέχεια αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση. Ανέφερε ότι την 20/3/10 η ώρα 18:30 περπατούσε κατά μήκος της Λεωφόρου Φανερωμένης. Ήθελε να περάσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών. Όταν το φώς άναψε πράσινο για τους πεζούς, άρχισε να διασταυρώνει από τη διάβαση πεζών από αριστερά προς τα δεξιά και αφού προηγουμένως έλεγξε και δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στο δρόμο. Καθώς διασταύρωνε αντιλήφθηκε ξαφνικά από απόσταση 2μ. το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης και για να προστατευτεί έβαλε τα χέρια της μπροστά και γύρισε το σώμα της χωρίς όμως να κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση με αποτέλεσμα να πέσει στην άσφαλτο και να τραυματισθεί στο δεξί πόδι. Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της (τεκμήριο 4) απάντησε σε ερωτήσεις που της υπέβαλε η συνήγορος της Υπεράσπισης και στη συνέχεια αντεξετάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε ότι στις 20/3/10 η ώρα 1830 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΜL656 στη Λεωφόρο Φανερωμένης. Κατευθυνόμενη προς τη διάβαση πεζών έλεγξε και αφού διαπίστωσε πως δεν υπήρχαν πεζοί συνέχισε την πορεία της με ταχύτητα περίπου 30χαω χωρίς να σταματήσει. Αντιλήφθηκε τη πεζή η οποία κρατούσε μαζί και ένα σκύλλο ξαφνικά μπροστά της και αμέσως μετά τη σύγκρουση σταμάτησε το αυτοκίνητο της πάνω στη διάβαση πεζών. Γνώριζε ότι στο δρόμο υπήρχε διάβαση πεζών που ελέγχεται από φώτα τροχαίας δεν θυμόταν όμως ποιο φως ήταν αναμμένο όταν εκατευθύνετο προς αυτή. Σε σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου της, απάντησε πως όταν αντιλήφθηκε τη παρουσία της πεζής το αυτοκίνητο της είχε ήδη περάσει το τέλος της διάβασης πεζών και βλέποντας το σκύλλο να πετάγεται ένοιωσε κτύπημα στη δεξιά πλευρά του οχήματος της. Αντεξεταζόμενη ισχυρίσθηκε ότι όταν έλεγξε και διαπίστωσε πως δεν υπήρχαν πεζοί στη διάβαση βρισκόταν περίπου 100μ μακριά και συγκεκριμένα στο σημείο όπου υπάρχει σχετική προειδοποίηση για την ύπαρξη της διάβασης πεζών. Δεν αντιλήφθηκε τη πεζή πριν τη σύγκρουση. Το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν το κτύπημα στο αυτοκίνητο της και τότε είδε το σκύλλο που κρατούσε η πεζή να πετάγεται στον αέρα. Η κατηγορούμενη συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που τοποθέτησε ο ΜΚ1 στο τεκμήριο 3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθεσε με αντικειμενικό και σαφή τρόπο και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Υπήρξε ειλικρινής λέγοντας πως το σημείο σύγκρουσης υποδείχθηκε από τις δύο ενεχόμενες στο δυστύχημα και αποδέχομαι τη θέση του ότι αυτό επιβεβαιώνεται και από τη τελική θέση του οχήματος της κατηγορούμενης. Επιπρόσθετα το εύρημα του σύμφωνα με το οποίο η πεζή κτυπήθηκε από το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος το οποίο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα συνάδει και με το περιεχόμενο της κατάθεσης της κατηγορούμενης. Συνεπώς τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στην ολότητα της. Όσον αφορά το τελικό σχέδιο που κατέθεσε ο ΜΚ1 ως τεκμήριο3, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου v. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Η ΜΚ2 πιστεύω ότι, κατά κύριο λόγο, είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Το ότι κτυπήθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης ενώ βρισκόταν πάνω στη διάβαση πεζών συνάδει τόσο με την πραγματική μαρτυρία όσο και με τη μαρτυρία της κατηγορούμενης η οποία συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης. Η αξιοπιστία της εκδοχής της, ότι δηλαδή, ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο από τη διάβαση πεζών και αφού προηγουμένως στα φώτα τροχαίας άναψε το πράσινο για τους πεζούς δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Τούτο διότι, οι απαντήσεις της στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν για το θέμα αυτό υπήρξαν άμεσες και σταθερές αλλά περαιτέρω συνάδουν και με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα με το σημείο σύγκρουσης που βρίσκεται πάνω στη διάβαση πεζών. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό της, ότι, πριν ξεκινήσει να διασταυρώνει έλεγξε το δρόμο από τα δεξιά, όπως ισχυρίσθηκε, διότι σε μια τέτοια περίπτωση λογικά θα αντιλαμβανόταν τη παρουσία του ερχόμενου από δεξιά αυτοκινήτου της κατηγορούμενης το οποίο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Ως εκ τούτου, πλην του πιο πάνω ισχυρισμού αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ2 στην ολότητα της. Η κατηγορούμενη δεν πιστεύω ότι είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εμφανής ήταν η προσπάθεια της να αποφύγει οποιανδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα της αντιλήφθηκε τη παρουσία της πεζής μόνο όταν την κτύπησε με το αυτοκίνητο και ποτέ προηγουμένως. Στη προσπάθεια της αυτή η κατηγορούμενη περιέπεσε και σε αντιφάσεις. Ενδεικτικά σημειώνω τα ακόλουθα από τη μαρτυρία της. Ενώ συμφώνησε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται πάνω στη διάβαση πεζών, κατά τη προφορική της μαρτυρία, ανέφερε πως όταν κτύπησε τη πεζή το αυτοκίνητο της είχε ήδη περάσει το τέλος της διάβασης πεζών, κάτι που άλλωστε, έρχεται σε αντίφαση και με τη γραπτή κατάθεση της όπου αναφέρει ότι μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της παρέμεινε πάνω στη διάβαση πεζών. Ενώ ισχυρίσθηκε πως πλησιάζοντας προς τη διάβαση πεζών έλεγξε και διαπίστωσε πως δεν υπήρχαν πεζοί στα πεζοδρόμια αριστερά και δεξιά, εν τούτοις, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποιο φως ήταν αναμμένο στα φώτα που ελέγχουν τη διάβαση. Επιπρόσθετα η κατηγορούμενη, ενώ σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΜΚ1, η γραμμή ορατότητας στο δρόμο ήταν 50μ, κατά τη προφορική της μαρτυρία ανέφερε πως έλεγξε τη διάβαση πεζών από απόσταση 100μ και συγκεκριμένα από το σημείο που υπάρχει προειδοποίηση στο δρόμο για την ύπαρξη της διάβασης πεζών, χωρίς να ισχυρισθεί ότι στη συνέχεια έλεγξε ξανά αναφέροντας μόνο κατά την αντεξέταση αόριστα και με ασάφεια, πως, έλεγχε συνέχεια τη διάβαση πεζών. Στη γραπτή κατάθεση της η κατηγορούμενη αναφέρει πως «νομίζει» ότι η πεζή άρχισε να διασταυρώνει από δεξιά, κάτι που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό της ότι δεν αντιλήφθηκε προηγουμένως τη πεζή παρά μόνο τη στιγμή που τη κτύπησε με το αυτοκίνητο της. Όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεχτώ την εκδοχή της κατηγορούμενης την οποία και απορρίπτω. Αποδέχομαι από τη μαρτυρία της μόνο ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα και ότι αντιλήφθηκε τη παρουσία της πεζής τη στιγμή που τη κτύπησε με το αυτοκίνητο της. ΕΥΡΗΜΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 20/3/10 και ώρα 18.30 η κατηγορούμενη οδηγούσε στη Λεωφόρο Φανερωμένης με χαμηλή ταχύτητα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΜL656 χρησιμοποιώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση και σε κάποιο σημείο υπήρχε διάβαση πεζών που ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, η ΜΚ2, με πρόθεση να περάσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου αφού άναψε το πράσινο φως για τους πεζούς άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο από τη διάβαση πεζών από τα αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με τη πορεία της κατηγορούμενης. Καθώς διασταύρωνε και ενώ είχε καλύψει περίπου την μισή απόσταση του δρόμου κτυπήθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης με αποτέλεσμα τη πτώση της στην άσφαλτο και τον τραυματισμό της. Το σημείο σύγκρουσης του οχήματος της κατηγορούμενης με τη πεζή βρίσκεται σε απόσταση 5.90μ. από τα φώτα τροχαίας στο αριστερό πεζοδρόμιο. Η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε τη παρουσία της ΜΚ2 τη στιγμή της σύγκρουσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας,
(1998)2ΑΑΔ 68, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Σωκράτους πιο πάνω: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Panayiotis Nicolaides v. Georghios Economides
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας
(2002)2 AAΔ 378. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω). Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές βρίσκω ότι η κατηγορούμενη υπήρξε αμελής, καθώς, ενώ οδηγούσε το αναφερόμενο όχημα πλησιάζοντας διάβαση πεζών που ελέγχεται από φώτα τροχαίας δεν επέδειξε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις παρατηρητικότητα. Η έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας από την κατηγορούμενη προκύπτει από το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε τη παρουσία της πεζής πριν τη σύγκρουση ενώ αυτή είχε καλύψει σχεδόν τη μισή απόσταση του δρόμου από αριστερά προς τα δεξιά. Η κατηγορούμενη όφειλε να είχε αντιληφθεί ενωρίτερα τη ΜΚ2 και να λάβει τα δέοντα μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού, δεν προέκυψε από την μαρτυρία, αλλά ούτε και η ίδια ισχυρίσθηκε πως υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο μπροστά της. Η έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας της κατηγορούμενης προκύπτει ακόμα και από το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο φως ήταν αναμμένο στα φώτα της διάβασης πεζών. Η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, φανερώνει ότι, εάν η κατηγορούμενη είχε τη προσοχή της στραμμένη στο δρόμο θα μπορούσε να αντιληφθεί έγκαιρα τη παρουσία της πεζής. Αντίθετα και ενώ η ορατότητα της δεν εμποδίζετο από οποιαδήποτε εμπόδια, δεν αντιλήφθηκε πότε πριν τη σύγκρουση τη πεζή, η οποία χρησιμοποιώντας τη διάβαση πεζών είχε διανύσει όπως φαίνεται και από τη πραγματική μαρτυρία σχεδόν τη μισή απόσταση του δρόμου από αριστερά προς τα δεξιά. Η παρούσα περίπτωση βρίσκω ότι δεν εμπίπτει στις υποθέσεις πεζού που απότομα πετάγεται μπροστά από όχημα με αποτέλεσμα να μην δίδονται περιθώρια στον οδηγό να αντιδράσει. Η θέση της υπεράσπισης ότι η πεζή δεν εισήλθε στο δρόμο από τη διάβαση πεζών δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση, με όλα τα πιο πάνω δεδομένα και κυρίως το ότι η κατηγορούμενη δεν αντιλήφθηκε τη πεζή ποτέ πριν τη σύγκρουση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή στο δρόμο που χρησιμοποιούσε παραλείποντας να ασκήσει τον απαιτούμενο έλεγχο. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη, οδηγούσε σε δρόμο όπου υπήρχε διάβαση πεζών επαύξηνε το καθήκον της για επιμέλεια και προσοχή. Συνεπακόλουθα όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι, η κατηγορούμενη παρέβη το καθήκον φροντίδας και μέριμνας προς τους άλλους χρήστες του δρόμου, μεταξύ των οποίων και της ΜΚ2, χωρίς να αποκλείω και το δικό της μερίδιο ευθύνης για το δυστύχημα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, παρέλειψε και η ίδια να επιδείξει τη δέουσα και ή επαρκή παρατηρητικότητα και προσοχή αφού εισήλθε στη διάβαση πεζών και άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο χωρίς πρώτα να ελέγξει τη τροχαία κίνηση, βασιζόμενη προφανώς, μόνο στο πράσινο φως της πορείας της κάτι που είχε ως αποτέλεσμα ούτε η ίδια να αντιληφθεί έγκαιρα το ερχόμενο από δεξιά όχημα της κατηγορούμενης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.