← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ALEXANDER COLLEGE κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9466/2009, 28 Φεβρουαρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ALEXANDER COLLEGE κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9466/2009, 28 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9466/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν -

  1. ALEXANDER COLLEGE
  2. ΑΝΤΗΣ ΛΟΠΠΑΣ Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου Για τους κατηγορούμενους: κ. Πουτζιουρής Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Το Alexander College που εδρεύει στην Αραδίππου Λάρνακας και ο ιδιοκτήτης, διευθυντής και κατά νόμο υπεύθυνος του κ. Άντης Λόππας αντιμετωπίζουν συνολικά 5 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της μη υποβολής εκ μέρους της σχολής εγκεκριμένου τυπωμένου Οδηγού Σπουδών στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού ως Ιδιωτική Σχολή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2,25 και 69

(1)του περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νόμου (Ν. 67
(1)/1996) όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Τα αδικήματα και οι αντίστοιχες κατηγορίες αφορούν τα ακαδημαϊκά έτη 2004 - 2005, 2005 - 2006, 2006 - 2007, 2007 - 2008 και 2008 -
  2. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Οι κατηγορούμενοι όταν κλήθηκαν σε απολογία προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Η Γ/Αστ. 3713 κα Ε. Στυλιανού του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου (Μ.Κ.1), της οποίας η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 ήταν αυτή που είχε πάρει ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο στις 28.01.2009 την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 και ακολούθως την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς, η γραπτή κατηγορία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3, σ΄αυτήν ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ¨ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο¨. Σχετική καταγγελία προς την αστυνομία είχε γίνει από το Υπουργείο Παιδείας με σχετική επιστολή του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην κατάθεση του ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της σχολής με το όνομα ¨Alexander College¨ (στη συνέχεια η σχολή) η οποία βρίσκεται στην Αραδίππου. Ισχυρίζεται ότι για τα ακαδημαϊκά έτη της περιόδου 2004 -2008 ως σχολή είχε εκδώσει και τυπώσει Οδηγούς Σπουδών αλλά δεν τους είχαν στείλει στο Υπουργείο Παιδείας λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών αλλά και λόγω κάποιων διαφορών που προέκυψαν όταν δεν τους ενέκριναν κάποια προγράμματα για τα οποία ήδη είχαν απευθυνθεί μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον του Υπουργείου Παιδείας. Συγκεκριμένα για το ακαδημαϊκό έτος 2007 - 2008 εκκρεμούσε ο εσωτερικός κανονισμός ο οποίος είναι συνδεδεμένος άμεσα με τον οδηγό σπουδών ο οποίος είχε εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας μετά από πέντε μήνες. Ο Α΄ Λειτουργός Εκπαίδευσης στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (στη συνέχεια το Υπουργείο) κ. Ευστάθιος Ηλιάδης (Μ.Κ.2), ο οποίος στο μεταξύ έχει αφυπηρετήσει από τον Σεπτέμβριο του 2009 από την υπηρεσία του, είχε κατά τη χρονική περίοδο του Νοεμβρίου του 2006 μέχρι και που αφυπηρέτησε μεταξύ άλλων καθηκόντων τον συντονισμό και εποπτεία των Ιδιωτικών Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ήταν αυτός που τελικά έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στις 16.01.2009 (Τεκμήριο 5) στην οποία καταγράφει όλα τα σχετικά γεγονότα για τις επίδικες κατηγορίες που αφορούν τη σχολή. Τα όσα ανέφερε στην εν λόγω κατάθεση του τα υιοθέτησε ενόρκως και ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι η ιδιωτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με το όνομα ¨Alexander College¨ που εδρεύει στην Αραδίππου είναι γραμμένη στο μητρώο ιδιωτικών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου. Η σχολή γράφτηκε με βάσει τον περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νόμο (Ν. 67
(1)/96) (στη συνέχεια ο νόμος) στις 28.07.2004. Το Υπουργείο με επιστολή του με ημερομηνία 8.09.2004 πληροφόρησε τη σχολή ότι μπορεί να προχωρήσει στην υποβολή προσχεδίου του οδηγού σπουδών για τελική έγκριση και έκδοση και κυκλοφορία για το ακαδημαϊκό έτος 2004 - 2005 όπως προνοείται από τον νόμο. Στις 23.06.2005 υπόβαλε προσχέδιο του Οδηγού Σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 χωρίς να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω υποδείξεις. Στις 14.07.2005 το Υπουργείο ενέκρινε το προσχέδιο του οδηγού σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2005 - 2006 αλλά η σχολή δεν υπόβαλε τυπωμένο οδηγό σπουδών κατά παράβαση του Άρθρου 25
(3)του Νόμου. Στις 15.05.2006 η σχολή υπέβαλε προσχέδιο οδηγού σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2006 - 2007 το οποίο απορρίφθηκε από το Υπουργείο με επιστολή ημερομηνίας 31.05.2006 και του ζητήθηκε όπως υποβάλει διορθωμένο προσχέδιο οδηγού σπουδών εντός 10 ημερών. Η σχολή με καθυστέρηση 7 μηνών υπέβαλε στις 15.12.2006 διορθωμένο προσχέδιο οδηγού σπουδών για έγκριση. Και πάλι η σχολή δεν υπέβαλε τυπωμένο οδηγό σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2006-
  1. Στις 22.05.2007 η σχολή υπέβαλε για έγκριση προσχέδιο οδηγού σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2007-
  2. Στις 13.06.2007 το Υπουργείο με επιστολή απέρριψε το προσχέδιο και ζήτησε την υποβολή διορθωμένου προσχεδίου οδηγού σπουδών εντός 10 ημερών. Η σχολή στις 17.07.2007 υπέβαλε διορθωμένο προσχέδιο οδηγού σπουδών το οποίο στις 27.07.2007 απορρίφθηκε για 2η φορά και ζητήθηκε η υποβολή διορθωμένου προσχεδίου εντός 10 ημερών. Η σχολή από τότε δεν υπέβαλε το διορθωμένο προσχέδιο του οδηγού σπουδών ούτε και τυπωμένο οδηγό σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2007-
  3. Όσον αφορά τον οδηγό σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2008 - 2009 η σχολή δεν υπέβαλε ούτε προσχέδιο για έγκριση από το Υπουργείο ενώ έπρεπε να το είχε κάνει μέχρι την 15.03.2008 σύμφωνα με τον νόμο, με τη δικαιολογία ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία έγκρισης των μεταβολών του εσωτερικού του κανονισμού. Το Υπουργείο απέρριψε με επιστολή του με ημερομηνία 16.07.2008 και με την επιστολή του 11.09.2008 έγκρινε τις μεταβολές για τον εσωτερικό κανονισμό της σχολής. Κατά συνέπεια η σχολή με το όνομα ¨Alexander College¨ από την ημερομηνία εγγραφής της στο μητρώο του Υπουργείου δεν έχει υποβάλει ποτέ εγκεκριμένο τυπωμένο οδηγό σπουδών όπως προνοείται στον νόμο. Ο οδηγός αυτός σύμφωνα με τον νόμο θα πρέπει να εκδίδεται και να κυκλοφορεί κάθε έτος αφού τύχει της έγκρισης του Υπουργείου. Θα πρέπει δε εντός καθορισμένης ημερομηνίας να αποστέλλονται δύο αντίτυπα του στον Υπουργό, το αργότερο μέχρι τις 15 Ιουνίου. Ο οδηγός σπουδών έχει ως σκοπό την έγκυρη ενημέρωση του κοινού. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων τα οποία αφορούν όλα τα θέματα για τα οποία αναφέρθηκε στην κατάθεση του και συμπεριλαμβάνει όλη τη σχετική αλληλογραφία της εν λόγω σχολής με το Υπουργείο που αφορούν τα ακαδημαϊκά έτη για τα οποία και οι κατηγορίες. Διευκρίνισε ότι ο μόνος οδηγός σπουδών του οποίου είχε εγκριθεί το προσχέδιο του από το Υπουργείο ήταν εκείνος για το ακαδημαϊκό έτος 2005 - 2006 για το οποίο όμως δεν υποβλήθηκε τυπωμένος οδηγός όπως προνοείται από τον νόμο. Έφερε ως παράδειγμα για το πως θα έπρεπε να ήταν αυτός ο οδηγός σπουδών έναν τέτοιο οδηγό ενός άλλου κυπριακού κολλεγίου στον οποίο γίνεται αναφορά περί της εγκρίσεως του από το Υπουργείο και του οποίου αντίτυπο κατάθεσε ως Τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε συμμορφώθηκαν με τις προθεσμίες και τις υποχρεώσεις τους όπως αυτές επιβάλλονται από τον νόμο και ειδικότερα σε σχέση με το ζήτημα της υποβολής προσχεδίου οδηγού σπουδών προς έγκριση και στη συνέχεια εφόσον αυτό θα εγκρινόταν του τυπωμένου αντιγράφου του οδηγού σπουδών να αποστελλόταν εις διπλούν στον Υπουργό. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι ως Υπουργείο επέδειξαν ανοχή και παρείχαν χρόνο στη σχολή για να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της νομοθεσίας γιατί σκοπός του Υπουργείου, όπως ανέφερε, είναι να συνεργάζεται με τις σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην παρούσα περίπτωση ήταν μια σχολή η οποία μόλις άρχισε τη λειτουργία της και έδειχναν προς τούτο κατανόηση για την καθυστέρηση που παρατηρείτο στη συμμόρφωση της με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Η πάροδος των χρόνων όμως, χωρίς η σχολή να συμμορφώνεται με το νόμο, τους ανάγκασε να αποταθούν στην αστυνομία για να ληφθούν πλέον δικαστικά μέτρα εναντίον της. Ο μάρτυρας αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι είχε προκληθεί οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ του και του 2ου κατηγορούμενου οποτεδήποτε ενόσω αυτός βρισκόταν στην υπηρεσία του στο Υπουργείο κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του. Η αντεξέταση του γι΄αυτό το ζήτημα τράβηξε σε μάκρος αλλά στάθηκε κατηγορηματικός ότι ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί να είχε εμπλακεί ποτέ σε ένα τέτοιο λεκτικό, όπως του υποβλήθηκε, επεισόδιο με τον 2ο κατηγορούμενο, τον οποίο όπως ανάφερε πιθανόν και να τον είχε γνωρίσει πριν ακόμα αναλάβει τα καθήκοντα του σε σχέση με τις σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όταν ακόμα ήταν στην Υπηρεσία Εξετάσεων του Υπουργείου. Αρνήθηκε ότι διακατεχόταν από προκατάληψη εναντίον του 2ου κατηγορούμενου συνεπεία ενός τέτοιου επεισοδίου ή για άλλον λόγο ούτε και μερολήπτησε εναντίον του ή της σχολής του όταν το Υπουργείο αναγκάστηκε να καταγγείλει τη μη συμμόρφωση της σχολής με τις διατάξεις του νόμου, δεν είχε δε τέτοιο λόγο να το κάμει ή προσωπικό συμφέρον ή κάποιον αλλότριο σκοπό. Ανέφερε πως και για άλλες σχολές έτυχε για διάφορες παραβάσεις της νομοθεσίας κατά καιρούς να ληφθούν δικαστικά μέτρα όταν δεν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις του Υπουργείου. Ήταν κατηγορηματικός ότι ο ίδιος ποτέ δεν κακολόγησε την συγκεκριμένη σχολή σε γονείς που αποτείνονταν στο Υπουργείο για πληροφορίες σε σχέση με σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ούτε είχε ένα τέτοιο λόγο να το κάμει. Ούτε είχε οποιαδήποτε προκατάληψη εναντίον της σχολής έτσι που να μην εγκρίνει τα προσχέδια σπουδών που υπέβαλλε, εξάλλου δεν ήταν μόνος που αποφάσιζε για αυτά τα θέματα, είχε και προϊσταμένους στο Υπουργείο και δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον ίδιο η έγκριση ή όχι ενός οδηγού σπουδών εφόσον περνούσε από τον έλεγχο και άλλων αρμοδίων όπως εξάλλου φαίνεται μέσα από την αλληλογραφία του Τεκμηρίου
  5. Παρόλο ότι είχε περιπέσει στην αντίληψη του κάποιο διάβημα στο οποίο προέβη η σχολή προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για ρύθμιση της νομοθεσίας που δεν ήταν εναρμονισμένη με την κοινοτική νομοθεσία, εντούτοις δεν ήξερε λεπτομέρειες εφόσον δεν ήταν αρμόδιος για τέτοια θέματα. Αρνήθηκε επίσης ότι ενήργησαν στο Υπουργείο εκδικητικά εναντίον της σχολής και για αυτό δεν της ενέκριναν τα προσχέδια των οδηγών σπουδών που υπέβαλλε. Εξάλλου, όπως ανέφερε, οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση αφορά όλα τα κολλέγια και δεν θα επηρέαζε θετικά ή αρνητικά μόνο την συγκεκριμένη σχολή. Τέλος, αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι ο ίδιος προσωπικά ήταν ο αίτιος για την μη έγκριση των οδηγών σπουδών της σχολής και παρέπεμψε στη σχετική αλληλογραφία όπως αυτή έχει κατατεθεί και συμπεριλαμβάνεται στο Τεκμήριο 6 όπου εξηγούνται όλοι οι λόγοι για τους οποίους κάθε φορά δεν εγκρίνονταν τα προσχέδια των οδηγών σπουδών που υπέβαλλε η σχολή. Σκοπός του Υπουργείου, επανέλαβε, ήταν να βοηθούνται οι σχολές στη λειτουργία τους και όχι το αντίθετο, για αυτό και επέδειξαν στη παρούσα περίπτωση υπέρμετρη ανοχή και δεν προέβησαν αμέσως σε καταγγελία. Στόχος όμως του Υπουργείου, όπως ανέφερε, ήταν παράλληλα και η πάταξη των κακών εχόντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και όχι η εκ των υστέρων θεραπεία τους γι΄αυτό και αναγκάστηκαν να λάβουν μέτρα εναντίον της σχολής όταν αυτή δεν συμμορφωνόταν. Ο κ. Λεωνίδας Νεοκλέους (Μ.Κ.3) είναι καθηγητής και είναι αποσπασμένος στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου από το
  6. Μέσα στα καθήκοντα του είναι και η επίβλεψη και ο έλεγχος της λειτουργίας των ιδιωτικών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ειδικότερα ως προς τους οδηγούς σπουδών μέσα στα καθήκοντα του είναι και ο έλεγχος των προσχεδίων τους και κατά πόσο αυτοί μετά την έγκριση τους υποβάλλονται τυπωμένοι στο Υπουργείο. Ο μάρτυρας έκαμε αναφορά στην εμπλοκή του στον έλεγχο των προσχεδίων των οδηγών σπουδών της συγκεκριμένης σχολής, του Alexander College, κατά τα ακαδημαϊκά έτη που αφορούν οι κατηγορίες και τους λόγους που αυτά δεν εγκρίνονταν. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η συγκεκριμένη σχολή έφερε το όνομα ¨Alexander College¨ και ιδιοκτήτης της παρουσιαζόταν ο 2ος κατηγορούμενος. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις σχέσεις του 2ου κατηγορούμενου με τον Μ.Κ.2 και δεν είχε αντιληφθεί ποτέ κανένα επεισόδιο μεταξύ τους. Επανέλαβε και αυτός ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 6 όσα και ο Μ.Κ.2 περί καθυστερήσεων στην υποβολή των οδηγών σπουδών εκ μέρους της σχολής και ότι από το 2004 που λειτούργησε μέχρι και το ακαδημαϊκό έτος 2008 - 2009 που αφορά το κατηγορητήριο δεν έχει υποβάλει κανένα τυπωμένο και εγκεκριμένο οδηγό σπουδών. Αναφέρθηκε και αυτός στην ανοχή που επέδειξαν απέναντι στη σχολή λόγω του ότι ήθελαν να βοηθήσουν στην ομαλή λειτουργία της ενόψει του ότι ήταν νέα σχολή. Κατά την αντεξέταση του έγινε επίσης λόγος και για την άρνηση κάποιου κ. Παπούλα, λειτουργού της ίδιας υπηρεσίας στο Υπουργείο, ο οποίος αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία σύμφωνα με οδηγίες του Διευθυντή του και ο λόγος που επικαλέστηκε ήταν ότι θα έβλεπε για τα επόμενα χρόνια τον 2ο κατηγορούμενο υπηρεσιακά και δεν ήθελε για αυτόν τον λόγο να φανεί ότι τον είχε καταγγείλει εκείνος, ήταν δε αυτός ο λόγος που δόθηκαν οδηγίες όπως κατάθεση στην αστυνομία δώσει ο Μ.Κ.2 κ. Ευστάθιος Ηλιάδης. Τέλος, ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο κ. Ευστάθιος Μιχαήλ ο οποίος ήταν κατά τα ακαδημαϊκά έτη που αφορούν οι κατηγορίες Διευθυντής Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης στο Υπουργείο. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, μεταξύ των οποίων και ο έλεγχος της λειτουργίας των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είχε δώσει οδηγίες όπως γίνει καταγγελία για τη σχολή Alexander College η οποία δεν είχε υποβάλει από της λειτουργίας της τυπωμένο εγκεκριμένο οδηγό σπουδών για κανένα ακαδημαϊκό έτος από αυτά που αναφέρονται στις κατηγορίες δηλαδή από της ιδρύσεως του. Ήταν ο ίδιος που είχε υπογράψει σχετική επιστολή - καταγγελία προς την αστυνομία (Τεκμήριο 4) καθώς την ευθύνη για την συμμόρφωση με την νομοθεσία την είχε καθηκόντως ο ίδιος ως ο Διευθυντής της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου. Θυμόταν και αυτός το περιστατικό κατά το οποίο ο κ. Παπούλας τον οποίο είχε ορίσει σχετικά, είχε αρνηθεί να δώσει κατάθεση στην αστυνομία και έτσι έδωσε σχετικές οδηγίες όπως το κάμει ο κ. Ε. Ηλιάδης που ήταν ο προϊστάμενος του. Αναφέρθηκε και αυτός με τη σειρά του στις υποχρεώσεις που είχε η σχολή με βάσει τον νόμο και με αναφορά στα έγγραφα του Τεκμηρίου 6 για τις ενέργειες τους ως η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή τους. Επειδή η εν λόγω σχολή δεν συμμορφωνόταν με αυτές τις διατάξεις και δεν υπέβαλλε στο τέλος είτε διορθωμένο το προσχέδιο του οδηγού σπουδών που απορριπτόταν κάθε φορά είτε για το ένα ακαδημαϊκό έτος που είχε εγκριθεί το προσχέδιο τον εγκεκριμένο πλέον οδηγό σπουδών εις διπλούν προς τον Υπουργό, για αυτό και αναγκάσθηκαν μετά από πολλή ανοχή να προβούν σε καταγγελία της στην αστυνομία. Όταν ρωτήθηκε για ισχυριζόμενη καταγγελία που η σχολή έκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας για μη εναρμόνιση της νομοθεσίας της με το κοινοτικό κεκτημένο, ανέφερε ότι είχε ακούσει κάποιες φήμες γι΄αυτή αλλά ο ίδιος δεν είχε οποιανδήποτε επίσημη ενημέρωση. Παραδέχθηκε όμως ότι το Υπουργείο είχε πάρει κάποια επιστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με κάποια ρύθμιση που αφορούσε την ελεύθερη προσφορά υπηρεσιών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά δεν ήταν όμως δουλειά του να διερευνήσει αν είχε γίνει καταγγελία για το συγκεκριμένο θέμα και από ποιόν. Ανέφερε ότι για το συγκεκριμένο θέμα υπήρξε τροποποίηση της νομοθεσίας όπως βέβαια κατά καιρούς και για άλλα ζητήματα. Αρνήθηκε υποβολή ότι το Υπουργείο κινήθηκε εκδικητικά εναντίον της σχολής για την πιο πάνω καταγγελία της αναφέροντας ότι η καταγγελία της σχολής έγινε μετά από έρευνα και για το λόγο ότι αυτή εξακολουθούσε να μη συμμορφώνεται με διατάξεις του νόμου. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την καταγγελία της σχολής για τη μη συμμόρφωση της με διατάξεις της νομοθεσίας ανέφερε και αυτός στην ανοχή που επιδείχθηκε εφόσον ήταν μια καινούργια σχολή και ήθελαν να της δώσουν χρόνο να λειτουργήσει, προσδοκώντας όμως ταυτόχρονα ότι θα συμμορφωνόταν. Ο ίδιος ως ο αρμόδιος Διευθυντής επέδειξε, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, όση επιείκεια διέθετε απέναντι σε αυτή τη σχολή παρέχοντας της χρόνο για να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του νόμου. Δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη του, όπως ανέφερε, να είχε γίνει οποιοσδήποτε καβγάς στο Υπουργείο μεταξύ του κ. Ευστάθιου Ηλιάδη (Μ.Κ.2) και του κ. Λόππα διευθυντή της σχολής. Περαιτέρω δεν αντιλήφθηκε ότι ο κ. Ε. Ηλιάδης έτρεφε οποιαδήποτε εμπάθεια εναντίον της συγκεκριμένης σχολής. Επανέλαβε ότι ήταν νομική υποχρέωση της σχολής να εκδώσει και τυπώσει εγκριμένο Οδηγό Σπουδών για κάθε ακαδημαϊκό έτος από της έναρξης της λειτουργίας της στις 28.07.
  7. Η ανώμοτη δήλωση του 2ου κατηγορουμένου ήταν η ακόλουθη: Δεν έχω διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και δεν μπορούσα να συμμορφωθώ με τις ημερομηνίες για να υποβάλω ή εκδώσω τυπωμένο εγκεκριμένο οδηγό σπουδών εφόσον δεν μου τις ενέκρινε το Υπουργείο Παιδείας. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Αβρααμίδου ανέφερε ότι το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης των κατηγορουμένων είναι προϊόν δεύτερης σκέψης εφόσον όταν λήφθηκε κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο και κατηγορήθηκε είχε προβάλει διαφορετικούς λόγους που τον εμπόδισαν να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του νόμου. Αναφέρθηκε στη γραπτή και προφορική μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή η οποία κατά την άποψη της κατέδειξε ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Εφόσον, όπως ανέφερε, σκοπός του Υπουργείου ήταν να βοηθήσει μια νέο ιδρυθείσα σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν αυτός ο λόγος που επέδειξε ανοχή με την μη υποβολή των οδηγών σπουδών έγκαιρα και εντός των προνοούμενων προθεσμιών. Όμως αυτό σίγουρα δεν θα μπορούσε να είχε αφεθεί να συνεχίζεται στο διηνεκές και εφόσον δεν έβλεπαν ανταπόκριση και συμμόρφωση των κατηγορουμένων με τις υποδείξεις τους αναγκάσθηκε τότε το Υπουργείο να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία. Σε καμιά δε περίπτωση ο καταλογισμός εκ μέρους της Υπεράσπισης προσωπικών κινήτρων ή συμφερόντων των λειτουργών που χειρίζονταν την υπόθεση εκ μέρους του Υπουργείου και κυρίως του Μ.Κ.2 κ. Ηλιάδη δεν έχει αποδειχθεί και οι Μ.Κ. κατέρριψαν αυτή τη θέση της υπεράσπισης. Φάνηκε καθαρά από τη μαρτυρία τους ότι από κανένα άλλο κίνητρο δεν ελαύνονταν πλην της εφαρμογής του νόμου. Ούτε υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό ότι ένας πρώην λειτουργός του Υπουργείου Παιδείας προθυμοποιήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όσα γνώριζε για την υπόθεση που χειριζόταν όταν υπηρετούσε. Τέλος, δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις για την άρνηση του κ. Παπούλα να καταθέσει στην αστυνομία για την υπόθεση και τίποτε το μεμπτό δεν προέκυψε από την ανάθεση αυτής της ευθύνης από τον προϊστάμενος τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε όσα είχε εισηγηθεί και κατά το στάδιο του εκ Α΄ Όψεως και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τους κατηγορούμενους καθώς δεν αποδείχθηκαν τα αδικήματα στο βαθμό που επιβάλλεται. Βασικά σημεία της εισήγησης του ήταν τα ακόλουθα: Το Alexander College που φέρεται ως 1ος κατηγορούμενος δεν φαίνεται ποιά νομική υπόσταση έχει εφόσον δεν είναι ούτε φυσικό ούτε και νομικό πρόσωπο. Ο νόμος αναφέρεται σε ιδιοκτήτη και διευθυντή σχολής οι οποίοι είναι και οι κατά νόμο υπεύθυνοι όπως προσδιορίζονται και στο Άρθρο 69 το οποίο προνοεί για τα ποινικά αδικήματα. Ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας για το τι είναι τελικά το Alexander College οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν και για τους δύο κατηγορούμενους. Επί του ιδίου θέματος ο ευπαίδευτος συνήγορος διερωτήθηκε αν θα ήταν δυνατόν ο αυτουργός των αδικημάτων να μην είναι ενώπιον του δικαστηρίου εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη του και να καταδικαστεί ο 2ος κατηγορούμενος ως συνεργός ή και ως αυτουργός στη διάπραξη των αδικημάτων; Πέραν των πιο πάνω επί της ουσίας των κατηγοριών ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέβαλε διάφορα, κατά την άποψη μου, ρητορικά ερωτήματα σε σχέση με την μη έγκριση των προσχεδίων των οδηγών σπουδών και επομένως περί αδυναμίας υποβολής έγκαιρα εντός των τασσομένων προθεσμιών του εγκεκριμένου τυπωμένου οδηγού σπουδών αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο και ειδικότερα σε σχέση με τις χρονικές παρατάσεις που το ίδιο το Υπουργείο έδιδε κάθε φορά στη σχολή. Την ίδια λογική ακολουθεί η εισήγηση του για κάθε μια ξεχωριστά από τις κατηγορίες επικαλούμενος την υπεράσπιση του Lex Non Cogit ad impossibilia προς τούτο δε παρέπεμψε σε νομολογία. Επικαλέστηκε συνταγματική παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Τέλος, επικαλέστηκε την υπεράσπιση του Άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα εφόσον η παράλειψη τους να υποβάλουν εγκεκριμένο τυπωμένο οδηγό σπουδών δεν μπορεί να τους καταλογιστεί εφόσον οι παραλείψεις τους είχαν διενεργηθεί ανεξάρτητα από τη βούληση τους εφόσον το όλο ζήτημα της μη συμμόρφωσης τους ξεκινούσε από την μη έγκριση των οδηγών σπουδών που υπέβαλλε κάθε χρόνο και έτσι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία πέραν της βούλησης τους για να συμμορφωθεί η σχολή υποβάλλοντας στον Υπουργό τον τυπωμένο εγκεκριμένο οδηγό σπουδών. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξέτασα τη μαρτυρία τους με πολύ μεγάλη προσοχή. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν ή να γνωρίζουν τα διαδραματισθέντα ή τα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Β ΑΑΔ σελ. 1199, Αθανασίου και άλλων v. Κουνούνη,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 614 στην οποία έγινε αναφορά στην Benmax v. Austin Motor Co Ltd
(1955)1 All E.R. 326 όπου επικροτήθηκε η απόφαση του δικαστή Thankerton στην Watt or Thomas v. Thomas
(1947)1 All E.R. 582 (H.L.) ως αυθεντία όπου εκτίθενται με σαφήνεια οι αρχές. Οι κατηγορούμενοι ως είχαν δικαίωμα προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση και σύμφωνα με τη νομολογία μας αυτή η στάση τους δεν μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση σε αυτούς (βλ. Themistokleous v. The Police,
(1981)2 CLR 200, Onisiforou v. The Police,
(1987)2 CLR 261 και Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ σελ. 129). Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 ήταν εντελώς τυπική. Κάλυψε το ζήτημα των οδηγιών που πήρε από τους ανωτέρους της για να πάρει ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο και στη συνέχεια να του εκθέσει τις κατηγορίες. Η μαρτυρία της κατ΄ ουσία δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι πλήρως. Δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη δυσκολία στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ. 2,3 και 4. Αυτοί κατάθεσαν με φυσικό τρόπο και κρίνω ότι ήταν ειλικρινείς. Είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια για όλο το φάσμα των σχέσεων των κατηγορουμένων με το Υπουργείο Παιδείας. Ο Μ.Κ.2 κ. Ηλιάδης στον οποίο έγινε προσπάθεια εκ μέρους της Υπεράσπισης να του αποδοθούν αλλότρια κίνητρα ή και μεροληψία και για υπέρμετρο ζήλο να καταγγείλει τους κατηγορούμενους κρίνεται απόλυτα ειλικρινής όταν απέρριψε τις πιο πάνω αιτιάσεις που του υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση. Με τον απλοϊκό τρόπο με τον οποίο κατέθεσε και τον αυθορμητισμό και την αμεσότητα που τον διέκρινε καθ΄όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο του μάρτυρος δεν άφησε περιθώρια να αμφισβητηθούν καθ΄οιονδήποτε τρόπο τα κίνητρα που ώθησαν το Υπουργείο και όχι τον ίδιο προσωπικά να λάβει μέτρα εναντίον της σχολής και ειδικά σε όσα είχε εμπλοκή ο ίδιος. Απέρριψε υποβολές ότι διακατεχόταν από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα είτε ο ίδιος είτε άλλοι λειτουργοί του Υπουργείου κατά την εξέταση των αιτήσεων που υπέβαλλαν οι κατηγορούμενοι για την έγκριση του οδηγού σπουδών της σχολής. Η παρουσίαση δε της αλληλογραφίας που υπήρξε μεταξύ του Υπουργείου και των κατηγορουμένων δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης των κινήτρων των λειτουργών του Υπουργείου που δεν ήταν άλλα από την εφαρμογή του νόμου, αν και όπως εξήγησαν και οι τρεις τους, επέδειξαν στη περίπτωση των κατηγορουμένων αρκετή ανοχή με την αποδοχή εκπρόθεσμα της υποβολής των προσχεδίων των οδηγών σποδών και στη συνέχεια με τη μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις τους με την υποβολή διορθωμένων και τυπωμένων των οδηγών σπουδών συμμορφούμενοι με τις παρατηρήσεις που κάθε φορά έκαμναν. Για το γεγονός ότι ήταν ο κ. Ηλιάδης (Μ.Κ.2) που έδωσε κατάθεση για το Υπουργείο στην Αστυνομία και όχι ο κ. Παπούλας που είχε οριστεί αρχικά προς τούτο, δόθηκαν αρκούντως ικανοποιητικές εξηγήσεις και από τους τρεις μάρτυρες και δεν θα αποδώσω οποιαδήποτε περαιτέρω σημασία σ΄αυτό το ζήτημα το οποίο η Υπεράσπιση το ανήγαγε σε μείζων. Ούτε επίσης στον ισχυρισμό ότι τάχα ο κ Ηλιάδης (Μ.Κ.2) είχε έρθει σε προσωπική αντιπαράθεση με τον διευθυντή της σχολής τον 2ο κατηγορούμενο, εφόσον κάτι τέτοιο απέρριψε ότι είχε συμβεί ο ίδιος ο Μ.Κ.2, ο οποίος ανέφερε ότι και αν ακόμα είχε προβεί σε παρατηρήσεις στον 2ο κατηγορούμενο για την μη συμμόρφωση τους με τις υποδείξεις του Υπουργείου, ο ίδιος δεν εξέλαβε ένα τέτοιο γεγονός ότι ξέφευγε από τα αυστηρά πλαίσια των καθηκόντων του και ούτε ανήγαγε το ζήτημα αυτό σε προσωπική του αντιπαράθεση και επί προσωπικού επιπέδου με τον 2ο κατηγορούμενο. Σ΄αυτό ήταν κατηγορηματικοί και οι Μ.Κ.3 και 4 οι οποίοι ούτε καν είχαν αντιληφθεί το ισχυριζόμενο επεισόδιο ούτε και ότι συνεπεία αυτού ο Μ.Κ.2 διακατεχόταν από εμπάθεια προς το πρόσωπο του 2ου κατηγορούμενου έτσι που να φέρνει προσκόμματα στην έγκριση των προσχεδίων των οδηγών σπουδών της σχολής. Εξάλλου επισημαίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός, όπως βέβαια και άλλοι στους οποίους θα κάμω αναφορά στη συνέχεια, παρέμειναν μετέωροι εκ μέρους της Υπεράσπισης εφόσον δεν προωθήθηκαν περαιτέρω. Ούτε στον ισχυρισμό ότι το Υπουργείο ενεργούσε εκδικητικά εναντίον της σχολής συνεπεία ισχυριζόμενης καταγγελίας εκ μέρους της σχολής σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία εφόσον ούτε και αυτός ο ισχυρισμός προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπεράσπιση και έτσι παρέμεινε μετέωρος χωρίς καν να αποκαλυφθεί η ημερομηνία που έγινε αυτή η καταγγελία και ποιά ήταν η ανταπόκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σ΄αυτή και τι συνέπειες είχε για το Υπουργείο ή τους ίδιους τους λειτουργούς του. Ορθά όπως έθεσε το ζήτημα ο Μ.Κ.4 η όποια τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας έτσι που να συνάδει με το κοινοτικό κεκτημένο δεν θα επηρέαζε μόνο τους κατηγορούμενους αλλά όλες τις παρόμοιες σχολές που λειτουργούν στη Δημοκρατία και επομένως τα όσα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι παρέμειναν ως εικασίες. Όλα τα υπόλοιπα που ανέφεραν οι μάρτυρες (Μ.Κ.2,3 και 4) προέρχονταν από τα έγγραφα που τηρούνταν στον σχετικό φάκελο της σχολής στο Υπουργείο τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα και τα οποία αποδέχομαι. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ: Στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του νόμου δίδονται οι ακόλουθες ερμηνείες σε λέξεις, όρους ή φράσεις σχετικές με τα υπό κρίση ζητήματα: ¨Ιδιοκτήτης¨ σημαίνει πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, στο οποίο ανήκει κατά κυριότητα η σχολή. ¨Ιδιωτική σχολή¨ σημαίνει μη δημόσια σχολή, που δε διέπεται από ειδικό νόμο. ¨Μητρώο Ιδιωτικών Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης¨ σημαίνει το Μητρώο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 19
(3). ¨Υπουργός¨ σημαίνει τον Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού. Από το λεκτικό στην έκθεση του αδικήματος και των πέντε κατηγοριών σε: ¨Μη υποβολή εγκεκριμένου τυπωμένου Οδηγού Σπουδών¨, σε συνδυασμό με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι: ¨παρέλειψαν να υποβάλουν στο Υπουργείο Παιδείας εγκεκριμένο τυπωμένο Οδηγών Σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος.¨ καθίσταται φανερό ότι αν και δεν εξειδικεύεται στην έκθεση των αδικημάτων, με την παραπομπή που γίνεται σε ολόκληρο το Άρθρο 25, ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι βασίζονται στις συγκεκριμένες πρόνοιες της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Η παράγραφος δε αυτή του άρθρου 25 προνοεί τα ακόλουθα:
(3)¨Ο εγκεκριμένος οδηγός σπουδών πρέπει να εκδίδεται και να κυκλοφορεί μέχρι το τέλος Μαΐου. Δύο αντίτυπα πρέπει να αποστέλλονται στον Υπουργό το αργότερο μέχρι τις 15 Ιουνίου.¨ Στο Άρθρο 69
(1)γίνεται πρόνοια για τα ποινικά αδικήματα: ¨Ο ιδιοκτήτης και ο διευθυντής ιδιωτικής σχολής που ιδρύεται ή λειτουργεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού ή οποιουδήποτε όρου, διατύπωσης ή περιορισμού που προνοείται ή επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος Νόμου είναι ένοχοι ποινικού αδικήματος και υπόκεινται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες και σε περαιτέρω χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα λίρες για κάθε ημέρα που εξακολουθεί να διαπράττεται το αδίκημα και το δικαστήριο μπορεί ακόμα να διατάξει τερματισμό της λειτουργίας της σχολής η οποία εξακολουθεί να διαπράττει το αδίκημα.¨ Για το ζήτημα της νομικής υπόστασης της σχολής με την επωνυμία ¨Alexander College¨ παρατηρώ ότι αυτή δηλώθηκε ως Σχολή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο Υπουργείο με την πιο πάνω επωνυμία. Σε έγγραφο του τεκμηρίου 6, το οποίο τιτλοφορείται ως ¨ΜΗΤΡΩΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ¨, στο οποίο ενεγράφη η σχολή, καθορίζεται ως επωνυμία της σχολής το ¨Alexander College¨. Ως ιδιοκτήτης του δηλώνεται ο κ. Άντης Λόππας και σε παρένθεση υπάρχει πράγματι το όνομα κάποιας εταιρείας ¨Alexander College Ltd¨, χωρίς επισημαίνω να δίδονται οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της όπως π.χ. ο αριθμός της εταιρείας. Ως διευθυντής της σχολής δηλώνεται ο κ. Άντης Λόππας. Σε άλλο έγγραφο του τεκμηρίου 6, στο αντίγραφο της σελ. 3 της δήλωσης, δηλώνεται ιδιοκτήτης της σχολής το φυσικό πρόσωπο κ. Άντης Λόππας όπου καταγράφονται και τα πλήρη στοιχεία του όπως π.χ. ο αριθμός της ταυτότητας του, το επάγγελμα του, η διεύθυνση του όπως και τα τηλέφωνα του. Ο 2ος κατηγορούμενος κ. Άντης Λόππας ξεκίνησε την κατάθεση του στην αστυνομία με ημερομηνία 28.01.2009 με το λεκτικό ¨Είμαι ο ιδιοκτήτης και διευθυντής του Alexander College που βρίσκεται στην Αραδίππου¨, όταν του απαγγέλθηκε δε στη συνέχεια κατηγορία με το λεκτικό ¨Κατηγορείσαι ότι μεταξύ των ετών 2004 - 2008 ως ιδιοκτήτης/διευθυντής της ιδιωτικής σχολής Alexander College παρέλειψες.¨ δεν αρνήθηκε τις πιο πάνω ιδιότητες του. Στα ίδια τα προσχέδια των Οδηγών Σπουδών που υπέβαλλε στο Υπουργείο παρουσιάζεται ως ιδιοκτήτης και κατά νόμο υπεύθυνος της σχολής ο κ. Άντης Λόππας. Είναι ο ίδιος που υπογράφει την αλληλογραφία της με τον τίτλο του διευθυντή της. Επομένως, δεν παραμένει αμφιβολία με όλα τα πιο πάνω ότι ιδιοκτήτης της σχολής είναι το φυσικό πρόσωπο κ. Άντης Λόππας και όχι οποιαδήποτε εταιρεία στην οποία και δεν έκαμνε οποιανδήποτε αναφορά και της οποίας τα στοιχεία δεν φαίνονται σε κανένα άλλο σημείο του έγγραφου μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και αν υπήρξε τέτοια αλλαγή στη πορεία όπως προνοείται στο Άρθρο 15
(1)(α) του νόμου, ούτε και προς τούτο ερωτήθηκε οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ή τους υποβλήθηκε το αντίθετο. Πέραν των πιο πάνω στην αίτηση για την καταχώρηση και εγγραφή της στο σχετικό μητρώο του Υπουργείου υπήρχε σχετικό ερώτημα κατά πόσο ο ιδιοκτήτης είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ιδιωτική εταιρεία) και στην επόμενη στήλη όπου θα έπρεπε να δηλωθεί η επωνυμία της Εταιρείας, δόθηκε η απάντηση: Τίποτε (βλ. Τεκμήριο 6). Επομένως η ιδιότητα του 2ου κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη και διευθυντή της εν λόγω σχολής με μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας κρίνω ότι έχει αποδειχθεί. Οποιαδήποτε άλλη θέση της Υπεράσπισης που προβλήθηκε μάλιστα για πρώτη φορά στο στάδιο του εκ Α΄ Όψεως κρίνεται εκ των υστέρων σκέψη. Σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο η ίδια η σχολή θα μπορούσε να ήταν κατηγορούμενη η απάντηση κατά την άποψη μου είναι θετική καθώς με την επωνυμία την οποία δήλωσε κατά την αίτηση της για εγγραφή στο Μητρώο των Ιδιωτικών Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και με την οποία δραστηριοποιήθηκε στον τομέα αυτό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού περί της καταχώρησης της στο σχετικό μητρώο του Υπουργείου, η σχολή πλέον υφίσταται ως αυθύπαρκτη οντότητα και ως τέτοια υπόκειται πλέον σε όλες τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία και κατά συνέπεια ως ξεχωριστή πλέον οντότητα υπόκειται και σε ποινική ευθύνη σε περίπτωση μη εφαρμογής διατάξεων του νόμου. Εξάλλου το άρθρο 69
(1)το οποίο επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης παρέχει τη δυνατότητα ακόμα και της έκδοσης διατάγματος τερματισμού της λειτουργίας της αν εξακολουθήσει να διαπράττει το αδίκημα. Σημειώνω ότι η εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε και για τους δύο κατηγορούμενους και υπήρξε σχετική εξουσιοδότηση της ίδιας της σχολής προς τον διευθυντή της να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και ηγέρθη οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση σε σχέση με τη συμπερίληψη της στο κατηγορητήριο. Αν είναι ανύπαρκτη οντότητα τότε προς τι η ανάληψη ευθύνης εκπροσώπησης μιας ανύπαρκτης οντότητας; Για το ζήτημα της καθυστέρησης στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των κατηγορουμένων έχω υπόψη μου τις αρχές που αναδύονται από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου μας οι οποίες είναι πλήρως εναρμονισμένες με αυτές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) σε σχέση με την διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου όπως επιτάσσει και το Σύνταγμα μας στο (Άρθρο 30
(2)μεταξύ των οποίων και τις Ευσταθίου v. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 5, Δημοκρατία v. Ford (Αρ.2),
(1995)2 ΑΑΔ 232, Χριστόπουλος v. Αστυνομίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 100, Δημητρίου v. Αστυνομίας,
(2003)2 ΑΑΔ σελ.502 Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας,
(2004)2 ΑΑΔ σελ. 330, Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου,
(2004)2 ΑΑΔ σελ. 223 στις οποίες και παραπέμπω χωρίς να κρίνω σκόπιμο να κάμω ιδιαίτερη αναφορά καθώς τα γεγονότα της παρούσας δεν οδηγούν ούτε καν σε κάποιο οριακό σημείο το οποίο θα έπρεπε να εξετασθεί σε μεγαλύτερη έκταση και σε αναφορά σε παραδείγματα από τη νομολογία. Τα γεγονότα αυτά είναι ότι με αφετηρία την λήψη κατάθεσης από τον 2ο κατηγορούμενο, την έκθεση των κατηγοριών σε αυτόν στις 28.01.2009 και ακολούθως την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου στις 29.05.2009 αλλά και μέχρι σήμερα που εκδίδεται η παρούσα απόφαση, δεν θεωρώ ότι παρήλθε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα των κατηγορουμένων για την εντός εύλογου χρόνου διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης. Πέραν όμως αυτών, θα αναφερθώ σε ακόμα μια παράμετρο του όλου ζητήματος για το οποίο έγινε λόγος και από τους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους του Υπουργείου. Πρόκειται για την ανοχή που επέδειξαν απέναντι στη σχολή με την προσδοκία ότι αυτή θα συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις που της επιφορτίζει η νομοθεσία. Προς τούτο παραπέμπω σε όσα στο τέλος της απόφασης στην υπόθεση Ηλιάδης v. Δήμος Λάρνακας,
(1998)2 ΑΑΔ σελ. 75 αναφέρονται: ¨Γεγονός είναι, πως η αρμόδια αρχή ανέχθηκε για κάποιο χρόνο την παρανομία. Τούτο όμως δε δίδει δικαιώματα στον παρανομούντα. Αντίθετα, αναμένεται, λόγω της επίδειξης ανοχής ή επιείκειας εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, ο παραβάτης να άρει την παρανομία¨. Δεν μπορεί δηλαδή οι κατηγορούμενοι να επικαλούνται παραβίαση συνταγματικού τους δικαιώματος, όταν οι ίδιοι παρά την ανοχή που επιδείκνυε η διοίκηση απέναντι τους παρέχοντας τους πίστωση χρόνου να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του νόμου, τίποτε δεν έπρατταν προς αυτή την κατεύθυνση. Επομένως και αυτός ο λόγος που αιτιάται η υπεράσπιση δεν μπορεί να τύχη θετικής σύγκλησης. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής της οποίας τα ουσιώδη της σημεία κατέγραψα στην αρχή της απόφασης μου και τα όσα προέρχονται από τη σύνοψη της κατάθεσης τυ κ. Ηλιάδη (Μ.Κ.2) και έχουν καταγραφεί στις σελ. 3 και 4 της απόφασης μου καθίστανται και ευρήματα μου. Επανερχόμενος στο ουσιαστικό ζήτημα που απασχολεί στη παρούσα υπόθεση το ζήτημα της υποβολής δηλαδή ή όχι του εγκεκριμένου οδηγού σπουδών τυπωμένου πλέον στον Υπουργό εις διπλούν, επισημαίνω τον κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο και οι τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους του Υπουργείου και οι οποίοι χειρίζονταν κατά την επίδικη περίοδο τα θέματα της σχολής εξήγησαν πως δεν έχει υποβληθεί για κανένα από τα ακαδημαϊκά έτη για τα οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι. Εξάλλου για το ίδιο αυτό θέμα εκτός από την πιο πάνω μαρτυρία, ο ίδιος ο 2ος κατηγορούμενος ιδιοκτήτης και διευθυντής της σχολής παραδέχθηκε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ότι παρόλο που, όπως ισχυρίζεται, είχαν εκδώσει και τυπώσει τους οδηγούς σπουδών, δεν τους είχαν στείλει στο Υπουργείο λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών αλλά και λόγω κάποιων διαφορών για την μη έγκριση κάποιων προγραμμάτων της σχολής. Προχώρησε δηλαδή και έδωσε και κάποια εξήγηση για την μη υποβολή τους. Η μαρτυρία επομένως πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι τέτοια που κατά την άποψη μου κάθε περαιτέρω συζήτηση περί της απόδειξης ή όχι των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων καθίσταται πλέον περιττή. Κρίνω ότι αυτά έχουν αποδειχθεί για όλες τις κατηγορίες. Σε σχέση με την άλλη εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δηλαδή τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα περί αντικειμενικής αδυναμίας των κατηγορουμένων να συμμορφωθούν καθώς η παράλειψη τους οφειλόταν σε παράγοντες πέραν της βούλησης τους, κατά την άποψη μου δεν μπορεί να έχει θετική αντίκριση. Το ζητούμενο στην προκείμενη περίπτωση ήταν να υπάρξει συμμόρφωση της σχολής με την νομοθεσία με την υποβολή στο αρχικό στάδιο προσχεδίων των οδηγών σπουδών με τέτοιο περιεχόμενο έτσι που να συνάδουν με τις πρόνοιες της. Σε τέτοια περίπτωση θα εγκρίνονταν και δεν θα υπήρχε πρόβλημα πλέον να υποβληθούν οι τυπωμένοι οδηγοί σπουδών για κάθε ακαδημαϊκό έτος εντός πάντοτε της τασσομένης κατά τον νόμο προθεσμίας. Σε περίπτωση πάλι που υπήρχαν παρατηρήσεις και υποδείξεις θα έπρεπε να υποβάλλονταν διορθωμένοι και αφού εγκρίνονταν να εκδίδονταν και να τυπώνονταν, δύο δε αντίγραφα τους να αποστέλλονταν στον Υπουργό. Ανοχή ασφαλώς θα επιδεικνυόταν σε σχέση με την υποχρέωση υποβολής τέτοιου οδηγού το πρώτο ακαδημαϊκό έτος που λειτούργησε η σχολή δηλαδή κατά το 2004-2005 εφόσον δεν μπορούσε να υπάρξει εκ των πραγμάτων συμμόρφωση με τις προθεσμίες του νόμου. Σε αυτό εξάλλου αναφέρθηκαν και οι τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν για την κατηγορούσα αρχή (Μ.Κ.2,3, και 4). Δυστυχώς οι κατηγορούμενοι, όπως φάνηκε από τη μαρτυρία δεν επέλεξαν αυτή την οδό. Επομένως δεν μπορούν να έρχονται εκ των υστέρων και να επικαλούνται αδυναμία συμμόρφωσης τους και να απεκδύονται στη συνέχεια της ευθύνης τους λόγω αντικειμενικής αδυναμίας τους να υποβάλουν τους οδηγούς. Ούτε και η εκκρεμότητα στην έγκριση του εσωτερικού της κανονισμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την μη υποβολή των τυπωμένων οδηγών σπουδών στον Υπουργό έστω και αν και αυτός ετύγχανε της προηγούμενης έγκρισης του Υπουργείου. Καθίσταται φανερό από τις διατάξεις του νόμου ότι σκοπός της υποβολής του οδηγού είναι αφενός μεν η δυνατότητα ελέγχου εκ μέρους των ελεγκτικών μηχανισμών του Υπουργείου της συμμόρφωσης των σχολών με τις διατάξεις της εκάστοτε εφαρμοστέας νομοθεσίας και αφετέρου της διασφάλισης του κοινού από τυχόν παραπλανητικές πληροφορίες. Καταλήγω επομένως ότι τυχόν επιτυχία τέτοιας υπεράσπισης υπό αυτές τις συνθήκες θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση διατάξεων της νομοθεσίας και σε παραλογισμό εφόσον η μη συμμόρφωση προς κάποιες διατάξεις του νόμου και έτσι η μη έγκριση του προσχεδίου του οδηγού σπουδών θα ακύρωνε την εκ του νόμου υποχρέωση εκ μέρους των σχολών να υποβάλουν μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία εγκεκριμένο και τυπωμένο τον οδηγό σπουδών τους στον Υπουργό, υποχρέωση που συνιστά αυτοτελές αδίκημα. Η επιλογή της αστυνομίας να προβεί σε δίωξη των κατηγορουμένων με βάσει την παρ. 3 του Άρθρου 25 δεν μπορεί να θεωρηθεί μεμπτή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και δεν θα είχε κανένα νόημα υπό τις συνθήκες η καταχώρηση κατηγοριών και για αδικήματα με βάσει τη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου που για τα τέσσερα από τα πέντε ακαδημαϊκά έτη που αφορούν οι κατηγορίες, σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου από την Κατηγορούσα Αρχή, θα εδικαιολογείτο. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στο βαθμό που επιβάλλεται σε ποινικές υποθέσεις, αυτόν δηλαδή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων τους οποίους και βρίσκω ένοχους σ΄αυτές. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.