← Κύπρος

Διευθυντής Εσωτερικών Προσόδων ν. CC MOTORS LTD, Αρ. Αίτησης:190/ 2008, 23 Μαρτίου, 2011

Διευθυντής Εσωτερικών Προσόδων ν. CC MOTORS LTD, Αρ. Αίτησης:190/ 2008, 23 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:190/ 2008 Μεταξύ: Διευθυντής Εσωτερικών Προσόδων Αιτητή και C.C. MOTORS LTD Καθ΄ ής η Αίτηση ------------------------ Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Λ. Ζαχαρίου Για την Καθ΄ής η Αίτηση: κα Σ. Ποιητού για Δρ. Α. Ποιητής & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Με την διά κλήσεως αίτηση της με ημερομηνία 12.11.2010 η Hellenic Bank Public Company Ltd η οποία παρουσιάζεται στην παρούσα ως αιτήτρια (στη συνέχεια η αιτήτρια τράπεζα), αιτήθηκε από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα:

  1. Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την ακύρωση της κατάσχεσης που έγινε στην πιο πάνω υπόθεση, με την οποία κατασχέθηκε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KQZ 131, Mercedes CLK - 200 (στη συνέχεια το αυτοκίνητο).
  2. Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την ακύρωση του πλειστηριασμού του πιο πάνω αυτοκινήτου που ορίσθηκε στις 18.11.2010 σχετικά με την ως άνω υπόθεση.
  3. Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την παράδοση του πιο πάνω αυτοκινήτου στους αιτητές ως μόνους και αποκλειστικούς ιδιοκτήτες του. Σημειώνω ότι με μονομερή αίτηση της η αιτήτρια τράπεζα, η οποία είχε καταχωρηθεί αυθημερόν, είχε πετύχει, λόγω του επείγοντος της καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία πώλησης του αυτοκινήτου, την έκδοση αρχικά μονομερούς διατάγματος με το οποίο διατασσόταν η αναστολή της πώλησης του αυτοκινήτου η οποία είχε ορισθεί για τις 18.11.2010 μέχρι της εκδικάσεως της διά κλήσεως αιτήσεως της. Το προσωρινό διάταγμα είχε οριστεί επιστρεπτέο στις 16.11.2010 οπότε και συμφωνήθηκε όπως αυτό παραμείνει σε ισχύ μέχρι την έκδοση απόφασης στην διά κλήσεως αίτηση, η έκβαση της οποίας θα κρίνει και την τύχη του διατάγματος. Προς τούτο δόθηκαν ταυτόχρονα σχετικές οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων (στη συνέχεια ο Διευθυντής) που ήταν και ο μόνος που εμφανίστηκε. Η αίτηση βέβαια εκ των πραγμάτων περιοριζόταν πλέον και θα αφορούσε, όπως και έγινε, την έκδοση ή όχι των αιτουμένων διαταγμάτων υπ΄ αριθμό 1 και 3 όπως απαριθμούνται πιο πάνω στην αίτηση διά κλήσεως. Η πιο πάνω αίτηση υποστηρίχθηκε ενόρκως από τον κ. Χριστάκη Φουλή εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της αιτήτριας τράπεζας ο οποίος για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα αναφέρει ότι:
  4. Ο Πρωτοκολλητής ειδοποίησε την αιτήτρια τράπεζα με επιστολή του ότι η αίτηση των αιτητών με αριθμό 190/2008 του φαινόταν αβάσιμη. Η επιστολή εκείνη είχε παραληφθεί από την τράπεζα την 9.11.
  5. Επεσύναψε την εν λόγω επιστολή ως Τεκμήριο
  6. Παρά ταύτα το κατασχεθέν αυτοκίνητο ανήκει στην αιτήτρια τράπεζα η οποία είναι η αποκλειστική ιδιοκτήτρια του.
  7. Συγκεκριμένα η αιτήτρια τράπεζα είχε χρηματοδοτήσει την εναγόμενη εταιρεία με την οποία σύναψαν συμφωνία, αντίγραφο της οποίας και επισύναψε στην ένορκο δήλωση του ως Τεκμήριο
  8. Σύμφωνα με τον όρο 2 της εν λόγω συμφωνίας ¨τα οχήματα που θα χρηματοδοτούνται με Stock Finance θα εγγράφονται ταυτόχρονα στο όνομα σας ως ιδιοκτήτες και στο όνομα μας για σκοπούς εξασφάλισης.¨
  9. Ισχυρίζεται ότι είναι φανερό ότι το αυτοκίνητο ανήκει στην αιτήτρια τράπεζα άσχετα αν αυτό έχει εγγραφεί επ΄ονόματι της ή όχι. Η εγγραφή αποτελεί απλώς τυπική διαδικασία. Αν πωληθεί το αυτοκίνητο θα υπάρξει τεράστια ζημιά για την αιτήτρια τράπεζα γιατί δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί στις απαιτήσεις της επειδή οι εναγόμενοι δεν διαθέτουν ικανά - επαρκή στοιχεία.
  10. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται, το περιουσιακό αυτό στοιχείο ανήκει στην αιτήτρια τράπεζα και κανένας άλλος δεν έχει δικαίωμα επί του αυτοκινήτου.
  11. Η εναγόμενη εταιρεία της οφείλει το ποσό των €81.273,85σ. περιλαμβανομένων και των τόκων μέχρι 11.11.
  12. Το ποσό αυτό είναι εξασφαλισμένο, μεταξύ άλλων και με το πιο πάνω αυτοκίνητο το οποίο της ανήκει. Η ειδοποίηση ένστασης εκ μέρους του Διευθυντή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπεύθυνου για την είσπραξη φόρων της Επαρχίας Λάρνακας κ. Μιχάλη Παναγιώτου. Σε αυτή αναφέρει τα ακόλουθα:
  13. Η εναγόμενη εταιρεία C.C. MOTORS LTD όφειλε στο Γραφείο Είσπραξης Φόρων το ποσό των €20.066,95σ. πλέον τόκους και έξοδα.
  14. Το Γραφείο Είσπραξης Φόρων Λάρνακας καταχώρησε τη φορολογική αίτηση 190/2008 η οποία επιδόθηκε στον διευθυντή της πιο πάνω εταιρείας Χριστόδουλο Χριστοδούλου στις 22.08.2008 και ορίστηκε για εκδίκαση στις 29.10.2008 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
  15. Στις 29.10.2008 η πιο πάνω εταιρεία δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα όπως οι οφειλόμενοι φόροι πληρωθούν παραχρήμα βάσει του Ν.31/62 άρθρο 9(1-6).
  16. Επειδή η εταιρεία πλήρωσε το ποσό των €1.540,87σ. μόνο, παρέμεινε το υπόλοιπο ποσό των €18.526,08σ. πλέον οι τόκοι και έξοδα ως οφειλή της προς το δημόσιο σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 29.10.2008 και έτσι εκδόθηκε ένταλμα πώλησης της κινητής περιουσίας με αριθμό εντάλματος 30762 και ημερομηνίας 26.07.2010 με Σιέριφ Νο. 1402/
  17. Ο Δικαστικός Επιδότης μετά από έρευνα που έκανε στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων με βάσει πιστοποιητικό που είχε στα χέρια του το οποίο δήλωνε ότι ένα αυτοκίνητο MERCEDES CLK -200 με αριθμούς εγγραφής KQZ 131 είχε απόλυτο ιδιοκτήτη του την C.C. MOTORS LTD, προέβη σε κατάσχεση του αυτοκινήτου στις 13.10.2010 και όρισε την πώληση του σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 18.12.
  18. Στις 13.10.2010 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς ο επιδότης ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο διεκδικούσε και η αιτήτρια τράπεζα όπου ο επιδότης στις 5.11.2010 ενημέρωσε την τράπεζα με επιστολή του ότι είχε τη γνώμη ότι η απαίτηση της είναι αβάσιμη και μπορεί να υποβάλει ένσταση.
  19. Το Γραφείο Είσπραξης Φόρων μετά από αίτηση στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων εξασφάλισε πιστοποιητικό ότι η εταιρεία C.C.MOTORS LTD είναι απόλυτος ιδιοκτήτης από 30.07.2007 μέχρι σήμερα, σχετικό πιστοποιητικό επισύναψε ως Τεκμήριο
  20. Στις 12.11.2010 η αιτήτρια τράπεζα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητείται η ακύρωση του ως άνω εντάλματος πώλησης του πιο πάνω αυτοκινήτου ως επίσης και διάταγμα που να διατάσσει την παράδοση του οχήματος στην τράπεζα ως αποκλειστικούς ιδιοκτήτες.
  21. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο κ. Χριστάκης Φουλή στην ένορκη δήλωση του ότι αποκλειστική ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου είναι η τράπεζα, δεν ευσταθούν αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το πιστοποιητικό του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων.
  22. Η αίτηση εκ μέρους της τράπεζας βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, στην Πολιτική Δικονομία και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης.
  23. Το διάταγμα πώλησης του αυτοκινήτου εκδόθηκε με βάσει το άρθρο 9 παρ. 3 του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου 31/
  24. Βάσει του περί Εισπράξεως Φόρου Νόμου (Ν.31/62)άρθρα 9 (1-6), των θεσμών και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται η ζητούμενη θεραπεία. Για τους πιο πάνω λόγους ζητείται η απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Η εταιρεία C.C. MOTORS LTD αν και της επιδόθηκε η αίτηση, όπως ανέφερα και πιο πάνω, δεν εμφανίστηκε στη παρούσα διαδικασία. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών δηλαδή της αιτήτριας τράπεζας και του Διευθυντή περιορίστηκαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις απόψεις της όπως εκφράζονται εν πολλοίς στους πιο πάνω λόγους που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση με αναφορά σε αυθεντίες και νομολογία. Θα αναφερθώ στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στις αγορεύσεις των δύο πλευρών κατά την ανάλυση των θεμάτων που θα με απασχολήσουν στη συνέχεια της απόφασης μου. Θα με απασχολήσει εν πρώτοις ο ισχυρισμός της πλευράς του Διευθυντή ότι η αίτηση είναι παράτυπη και / ή αντικανονική, νομικά αστήριχτη και ανυπόστατη. Ο λόγος αυτός αιτιολογείται καθώς η αίτηση βασίζεται παράτυπα στους θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4,8,9 Δ.44 Θ12, Δ.40Θ.17, Δ.12 Α στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 Άρθρα 9 και 21 και στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)που κατά την άποψη της πλευράς του Διευθυντή δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης σύμφωνα με την νομολογία μας, καθώς το διάταγμα πώλησης του αυτοκινήτου εκδόθηκε με βάση το Άρθρο 9 παρ. 3 του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου (Ν. 31/1962)(βλ. λόγοι 11,12,13 και 14 της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης). Η παρούσα καταχωρήθηκε εκ μέρους της αιτήτριας τράπεζας μετά την επιστολή που έλαβε στις 9.11.2010 από τον Δικαστικό Επιδότη σύμφωνα με την Διαταγή 44, Θεσμό 12(α). Με αυτή ο Δικαστικός Επιδότης εξέφραζε τη γνώμη ότι η απαίτηση της αιτήτριας τράπεζας στο αυτοκίνητο είναι αβάσιμη (λεκτικό το οποίο είναι εμφανές ότι παρερμηνεύτηκε εκ μέρους της αιτήτριας τράπεζας η οποία στην ένορκο δήλωση του εκπροσώπου της παρουσιάζει διαφορετικά την θέση του δικαστικού επιδότη όπως την κατέγραψα πιο πάνω) και την πληροφορούσε ότι μέσα σε τρεις ημέρες μπορούσε να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο με την οποία να ζητά διάταγμα αναστολής της πώλησης και να επικαλεσθεί το Άρθρο 21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, για τον καθορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας της. Έχω την άποψη ότι η αιτήτρια τράπεζα, ενεργοποιώντας τις πιο πάνω διατάξεις των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ορθά προχώρησε για να προβάλει τα δικαιώματα της επί του πιο πάνω αυτοκινήτου αξιώνοντας σχετικά διατάγματα με τη παρούσα αλλά και με τη μονομερή αίτηση της. Η αιτήτρια τράπεζα, σημειώνω ότι δεν είναι εν προκειμένω το υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο ούτε και ο οφειλέτης φόρου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα όπως πληρώσει τους φόρους του παραχρήμα με βάσει τον Ν. 31/62 και το άρθρο 9 (1 - 6) αλλά το πρόσωπο αυτό είναι η εταιρεία C.C.MOTORS LTD. Η αιτήτρια τράπεζα είναι τρίτο, άλλο πρόσωπο από το εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη ή το υποκείμενο στο φόρο. Ισχυρίζεται ότι είναι η ίδια πιστωτής της εταιρείας αυτής με βάσει συμφωνία Stock Finance σύμφωνα με την οποία της ανήκει το αυτοκίνητο που βρίσκεται υπό κατάσχεση. Από αυτή τη συμφωνία αντλεί το δικαίωμα να παρέμβει με τη παρούσα διαδικασία που είναι και η μόνη δικονομική δυνατότητα που της παρέχεται για την διεκδίκηση του αυτοκινήτου που όπως ισχυρίζεται της ανήκει. Οι υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος που εμφανίστηκε για τον Διευθυντή* δεν αφορούν επίλυση παρόμοιου ζητήματος. Όλες αφορούσαν διαβήματα των ίδιων των υποκειμένων στο φόρο προσώπων τα οποία ζητούσαν αναθεώρηση προγενέστερης απόφασης του Δικαστηρίου ή και παροχής σ΄αυτά δεύτερης ευκαιρίας είτε με τη μη φυλάκιση τους είτε με την αναστολή εκτέλεσης εντάλματος πώλησης κινητών επιδιώκοντας την αποπληρωμή του χρέους τους με δόσεις, επιζητώντας στην ουσία μια δεύτερη ευκαιρία, κάτι που δεν επιτρέπει ο νόμος (Άρθρο 9 του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου (Ν. 31/1962). Τα όσα προκύπτουν από προσεκτική και όχι αποσπασματική μελέτη των αποφάσεων αυτών δεν καθιστούν τη διαδικασία που ακολούθησε η αιτήτρια εταιρεία λανθασμένη ή παράτυπη εφόσον στις υποθέσεις αυτές είχε αποφασιστεί ότι δεν μπορούσε να διαφοροποιηθεί ή ανασταλεί διάταγμα που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο με βάσει τις πρόνοιες του Άρθρου 9 εδάφιο 3 του Ν. 31/62 η οποία ρυθμίζει διαφορετικά τη διαδικασία από εκείνη που ρυθμίζεται στα άρθρα 82(α),88 και 89 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 όταν όμως αυτή τη διαφοροποίηση επιδιώκει το φορολογούμενο πρόσωπο. * Πατσαλοσαββής v. Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων

(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 45, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Νίκου Σχίζα κ.ά.
(1996)2 ΑΑΔ. σελ. 175, Ιωάννη Καλαβά v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1997)1(B) ΑΑΔ. σελ.840, Λάμπης Κωνσταντινίδης Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ σελ. 1104 και τις από καθοδηγητικής απόψεως αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και Λώρη Τρύφωνος Ημερ. 9.09.1988 της κας Ε. Παπαδοπούλου Ε.Δ. όπως ήταν τότε και επίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και Χαράλαμπου Ρώσσου ημερ. 14.01.1991 του κ. Μ. Γεωργίου Προσ. Ε.Δ. όπως ήταν τότε. Τα όσα αναφέρονται στην απόφαση Πατσαλοσσαβής στη σελ. 48 ότι δηλαδή: ¨Το άρθρο 9
(1)του Ν.31/62 αποτελεί αυτοτελή πρόνοια. Ο νόμος δεν παρέχει ευχέρεια ούτε για αναθεώρηση απόφασης η οποία εκδίδεται βάσει του άρθρου αυτού, ούτε για την παροχή δεύτερης ευκαιρίας στον φορολογούμενο να ζητήσει την αποπληρωμή του χρέους του με δόσεις¨, την οποία επικαλέστηκε η πλευρά του Διευθυντή, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μου καθ΄οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα ενός τρίτου προσώπου και τη δυνατότητα του να παρέμβει στη διαδικασία εφόσον βέβαια έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου με αυτή την παρέμβαση της η αιτήτρια εταιρεία δεν επιδιώκει την ανατροπή της απόφασης του Δικαστηρίου για την παραχρήμα καταβολή του οφειλόμενου ποσού φόρου εκ μέρους του φορολογούμενου προσώπου η οποία εξακολουθεί να ισχύει. Ως τρίτο πρόσωπο προβάλλει τα δικαιώματα του επί περιουσιακού στοιχείου το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του υποκειμένου στον φόρο προσώπου το οποίο κατασχέθηκε και του οποίου υποστηρίζει ότι είναι νόμιμος ιδιοκτήτης με βάσει συμφωνία. Ούτε και τίθεται κατά την άποψη μου ζήτημα διαφοροποίησης απόφασης ομοβάθμιου Δικαστηρίου όπως ήταν το ζήτημα που είχε κληθεί να επιληφθεί το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων v. Λώρης Τρύφωνος. Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας τράπεζας επικαλέστηκε επί πλέον το συνταγματικό δικαίωμα ενός προσώπου να προσφεύγει ενώπιον των δικαστηρίων προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων του (βλ. Άρθρο 30 παρ. 1 του Συντάγματος), όπως και έπραξε η αιτήτρια τράπεζα στη παρούσα περίπτωση. Προς τούτο με παρέπεμψε στα όσα αναφέρονται για το ζήτημα αυτό στο σύγγραμμα του Ανδρέα Ν. Λοϊζου πρώην Προέδρου του Α.Δ. ¨Το Σύνταγμα¨ στη σελ. 182: ¨Το Δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο: Το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο, ή όπως θα μπορούσε να λεχθεί το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, διασφαλίζεται από το πρώτο μέρος της παραγράφου 1 του Άρθρου 30. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς οι οποίοι επιτρέπονται με τρόπο εξυπακουόμενο αφού το δικαίωμα αυτό ως εκ της φύσης του ζητά τη ρύθμιση του από το Κράτος. Σχετικά με αυτό, τα Συμβαλλόμενα Μέρη της Σύμβασης απολαμβάνουν ένα περιθώριο εκτίμησης παρόλο που η τελική απόφαση ως προς τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Σύμβασης ανήκει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι περιορισμοί που εφαρμόζονται δεν περιορίζουν ή μειώνουν την πρόσβαση που αφήνεται στο άτομο με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό που η ουσία του δικαιώματος να καταστρέφεται. Περαιτέρω, ένας περιορισμός δε θα είναι συμβατός με το άρθρο 6.1 αν δεν προωθεί ένα νόμιμο στόχο και αν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που υιοθετούνται και του στόχου που επιδιώκεται να επιτευχθεί.¨ Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παράτυπη κα/ή αντικανονική εφόσον ακολουθήθηκε ο τύπος αίτησης σύμφωνα με το Άρθρο 21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6)* και αυτός δεν είναι άλλος από αυτόν που προνοείται στη Διαταγή 48 των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Ούτε και το διάβημα έγινε για τον λόγο ότι ο Δικαστικός Επιδότης ¨εκ παραδρομής¨, όπως ανέφερε κατά τη τελική της εισήγηση η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίζεται για τον Διευθυντή, ειδοποίησε σχετικά την πλευρά της αιτήτριας τράπεζας, ειδοποίηση η οποία κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ορθά δόθηκε στην πλευρά της τράπεζας και είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία. Επομένως ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Άρθρο 21: ¨Όταν κινητή ιδιοκτησία, που κατασχέθηκε κατά την εκτέλεση δυνάμει δικαστικής απόφασης ή διατάγματος, διεκδικείται από πρόσωπο άλλο από τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, το πρόσωπο που διεκδικεί ή το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το ένταλμα εκτέλεσης δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να καθορίσει το δικαίωμα επί της ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο, κατόπιν ειδοποίησης όλων των αναγκαίων μερών για να εμφανιστούν ενώπιον του, ορίζει συνοπτικά τα δικαιώματα των μερών ή εκδίδει τέτοιο διάταγμα ως προς την εκδίκαση και τον ορισμό των δικαιωμάτων αυτών ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο, καθώς και ως προς την εν τω μεταξύ διαφύλαξη της διαφιλονικούμενης ιδιοκτησίας και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θα διατάσσει από ποιο θα πληρωθούν τα έξοδα που προέκυψαν λόγω της διεκδίκησης. Όταν τρίτος αξιώνει επί της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε με τον πιο πάνω τρόπο δικαίωμα λόγω ασφάλειας χρέους, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την πώληση όλης ή μέρους της ιδιοκτησίας υπό τέτοιους όρους ως προς την πληρωμή όλου ή μέρους του ασφαλισμένου χρέους, ή άλλως πως, όπως αυτό θα κρίνει σκόπιμο, και δύναται να διατάξει όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους ως ήθελε φανεί δίκαιο.¨ Στη συνέχεια θα με απασχολήσει η ουσία της αίτησης και ειδικότερα κατά πόσο πράγματι η αιτήτρια τράπεζα ερείδεται δικαιώματος με βάσει της συμφωνία Stock Finance επί του συγκεκριμένου επίδικου αυτοκινήτου να αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα. Η κα Ποιητού, σε σχέση με το ζήτημα αυτό με παρέπεμψε στην υπόθεση Δημητρίου v. South African Eagle Ins. Co. Ltd,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 984 όπου στη σελ. 987 αναφέρονται τα εξής: ¨Η ύπαρξη πιστοποιητικού εγγραφής του αυτοκινήτου δεν αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα. Σύμφωνα με τον Καν. 8 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (Κ.Δ.Π.66/1984) ¨το πιστοποιητικό εγγραφής λογίζεται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξις της εγγραφής..¨ Το πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος δεν αποτελεί λοιπόν τίτλο κυριότητος και μάλιστα αδιάσειστο, όπως πρότεινε η συνήγορος του εφεσείοντος, αλλά μόνο ένδειξη περί κυριότητος. Και αυτή η ένδειξη υποχωρεί μπροστά σε άλλη που αποκαλύπτει την πραγματικότητα (η υπογράμμιση δική μου). Όπως άλλωστε συμβαίνει και στην Αγγλία: βλ. Central Newbury Car Auctions Ltd v. Unity Finance Ltd and Another
(1956)3 All E.R. 905). Τα γεγονότα των δύο πιο πάνω αποφάσεων οδήγησαν τα Δικαστήρια να αποφανθούν ότι παρά την ύπαρξη πιστοποιητικού εγγραφής επ΄ονόματι κάποιου προσώπου, εντούτοις, η εκ πρώτοις όψεως ένδειξη περί κυριότητας που φανέρωναν τα πιστοποιητικά εγγραφής, υποχωρούσε μπροστά σε άλλη αδιάσειστη μαρτυρία η οποία αποκάλυπτε την πραγματικότητα. Θα πρέπει επομένως να αναζητηθεί στα έγγραφα που έχει προσκομίσει η πλευρά της αιτήτριας εταιρείας, αν η ένδειξη περί της κυριότητας του αυτοκινήτου, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 της ένστασης (έγγραφο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με ημερομηνία 15.11.2010 το οποίο βεβαιώνει ότι απόλυτος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου από τις 30.07.2007 είναι η εταιρεία C.C.Motors Ltd), υποχωρεί μπροστά σε άλλη που αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά του Διευθυντή η ύπαρξη μεταξύ της αιτήτριας τράπεζας και της C.C. Motors Ltd (του υποκειμένου στο φόρο προσώπου), ότι στις 12.01.2007 είχε συναφθεί συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (Stock Finance) η οποία αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.60,000,00 και ότι το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού που ανοίχθηκε προς αυτόν τον σκοπό, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4 στην αίτηση), ανέρχεται στις €78.538,25σ. Στον όρο 8 της εν λόγω συμφωνίας γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: ¨Νοείται ότι καθ΄όλη την διάρκεια των δοσοληψιών με την Εταιρεία και μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης όλων των ποσών που οφείλονται προς την Εταιρεία, η εταιρεία θα έχει προς εξασφάλιση ή εγγύηση οποιωνδήποτε χρημάτων και υποχρεώσεων τα οποία οφείλονται σήμερα ή δυνατόν να οφείλονται στο μέλλον από τον πελάτη προς την Εταιρεία είτε προσωπικά είτε από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και κάτω από οποιαδήποτε άλλη ονομασία ή επωνυμία και είτε οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν ή δυνατόν να καταστούν απαιτητές ή είναι άμεσες ή έμμεσες) γενικό δικαίωμα επίσχεσης (General Preferential Lien) πάνω σε ολόκληρο και οποιονδήποτε ποσό χρημάτων, σε κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον πελάτη, και τα οποία μπορεί οποτεδήποτε να περιέλθουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εταιρείας.¨ Στον όρο 2 της επιστολής έγκρισης παροχής των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων αναφέρονται τα εξής: ¨Τα οχήματα που χρηματοδοτούνται με stock finance θα εγγράφονται ταυτόχρονα στο όνομα σας ως ιδιοκτήτες και στο όνομα μας για σκοπούς εξασφάλισης. Η Εταιρεία, θα φυλάει τους τίτλους ιδιοκτησίας μαζί με τα κατάλληλα υπογεγραμμένα από εσάς έντυπα μεταβίβασης για τα εν λόγω μηχανοκίνητα οχήματα¨. Είναι γεγονός ότι στη προκείμενη περίπτωση το επίδικο αυτοκίνητο δεν ενεγράφη και επ΄ονόματι της αιτήτριας τράπεζας. Αυτό όμως από μόνο του δεν αναιρεί τον πιο πάνω όρο της συμφωνίας η ισχύς της οποίας δεν αμφισβητήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα ότι το επίδικο αυτοκίνητο εμπίπτει στα περιουσιακά στοιχεία ¨... στα κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον πελάτη, και τα οποία μπορεί οποτεδήποτε να περιέλθουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εταιρείας¨. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτήτρια τράπεζα δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπ΄ αριθμό 1 και 3 όπως τα κατέγραψα στην αρχή της παρούσας. Εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: 1. Διάταγμα με το οποίου ακυρώνεται η κατάσχεση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KQZ 131, Mercedes CLK - 200. 2. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η παράδοση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KQZ 131, Mercedes CLK - 200 στην αιτήτρια τράπεζα ως την μόνη και αποκλειστική ιδιοκτήτρια του. Σε σχέση με τα έξοδα, ενόψει του ότι ο Διευθυντής καλόπιστα ενήργησε λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης προς είσπραξη των οφειλόμενων φόρων από την εταιρεία C.C.Μotors Ltd με την καταχώρηση εντάλματος κινητών και της διαπίστωσης ότι απόλυτος ιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου από 30.07.2007 ήταν η πιο πάνω εταιρεία, ήταν αυτός ο λόγος που τον οδήγησε στον να προβάλει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επομένως εύλογα μπορεί να υπάρξει διαφοροποίηση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Υπό τις περιστάσεις δεν θα εκδώσω καμιά διαταγή για τα έξοδα, κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.