← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Mηνάς Κλεόπα, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 8801/10, 23 Mαρτίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Mηνάς Κλεόπα, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 8801/10, 23 Mαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 8801/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Mηνάς Κλεόπα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Mαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος. Τσαρδελής Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον Λοχ. 4330 Ν. Παλατέ (ΜΚ1) και τον αστ. 3024 Μ. Καβαλιέρο (ΜΚ2). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της αστυνομίας. Κατά την 1/12/09 και περί η ώρα 11:00 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβηκε στη οδό Καλύμνου στη Λάρνακα με κατεύθυνση τη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη. Έλαβε φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο σε δέσμη ως τεκμήριο
  1. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στον αναφερόμενο δρόμο υπήρχε διάβαση πεζών παρά τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται σε απόσταση 100μ. από το σημείο του δυστυχήματος. Ο ΜΚ2 κατάθεσε και υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 3) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Κατά τη 1.12.09 περί η ώρα 7:25 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στη οδό Καλύμνου στη Λάρνακα παρά το κατάστημα της ΣΠΕ Κοντέας με πορεία προς τη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη. Ενεχόμενοι ήταν ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΡΤ312 και ο πεζός Δημητράκης Χρυσοστόμου 65 ετών. Κατά την άφιξη του στη σκηνή, ο πεζός είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Παρών ήταν ο κατηγορούμενος και στη παρουσία του ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 4) στο οποίο σημείωσε τη πορεία του κατηγορούμενου και τη τελική θέση του οχήματος του, τη πορεία της εισόδου του πεζού στο δρόμο και το σημείο σύγκρουσης. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 5) το οποίο εξήγησε στο Δικαστήριο. Το σημείο σύγκρουσης υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο και όπως ανέφερε ο ΜΚ2, συνάδει με τη τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου και με τα ίχνη τροχοπέδησης που αυτό άφησε στην άσφαλτο. Τα ίχνη τροχοπέδησης είχαν συνολική απόσταση 14.70μ. και 7.40μ μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Ο δρόμος ήταν άσφαλτος καλής επιφάνειας πλάτους 10.70μ. διπλής κατεύθυνσης με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας. Η πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας οδηγεί σε έξοδο αριστερά προς την Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη. Η δεύτερη, κεντρική λωρίδα, οδηγεί επίσης στην πιο πάνω Λεωφόρο για οχήματα που θα στρίψουν δεξιά από τα φώτα τροχαίας και η τρίτη λωρίδα οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Φανερωμένης. Ο ΜΚ1, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε ότι η ορατότητα από τη πάροδο από την οποία εξήλθε ο κατηγορούμενος μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν 80μ. χωρίς όμως άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο. Το δυστύχημα έγινε η ώρα 7:10 το πρωί και στο δρόμο υπήρχε τροχαία κίνηση. Ο πεζός διασταύρωνε από δεξιά προς αριστερά σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου η ορατότητα του οποίου περιοριζόταν από άλλα οχήματα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Ο ΜΚ2 ανέφερε στη συνέχεια, ότι, στη ΣΠΕ Κοντέας υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από το οποίο καταγράφηκε η σκηνή του δυστυχήματος. Τεχνικοί της αστυνομίας κατέγραψαν το σχετικό απόσπασμα από το κλειστό κύκλωμα σε dvd το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Τα μέρη δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 είναι αυθεντικό και σε αυτό προβάλλεται η σκηνή του δυστυχήματος. Κατά τη προβολή του τεκμηρίου 8, ο ΜΚ2, υπέδειξε το όχημα του κατηγορουμένου να εισέρχεται στον επίδικο δρόμο από τη πάροδο και να κινείται στη πρώτη σύμφωνα με τη πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί σε έξοδο προς τη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη. Υπέδειξε τον πεζό να περνά αρχικά ανάμεσα από αυτοκίνητα που εκινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση και χωρίς να σταματά να διέρχεται ανάμεσα από αυτοκίνητα τα οποία βρίσκονταν στη κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας ακινητοποιημένα σε αναμονή προς τα φώτα τροχαίας. Ο ΜΚ2 σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι από τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν στη κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας μέχρι το σημείο σύγκρουσης ο πεζός διένυσε απόσταση περί το 1,50μ. Ο πεζός φαίνεται να προχωρά ανάμεσα από τα αυτοκίνητα με γρήγορο βηματισμό χωρίς να σταματά καί το όχημα του κατηγορούμενου ξαφνικά να κινείται αριστερά μέχρι τη λίνια του πεζοδρομίου χωρίς όμως να κατορθώνει να αποφύγει τη σύγκρουση. Σε ερωτήσεις της υπεράσπισης, ο ΜΚ2, απάντησε, ότι, η σύγκρουση έγινε μπροστά από τη είσοδο του καταστήματος ΣΠΕ Κοντέας το οποίο καταλαμβάνει περί τα 27μ. κατά μήκος του δρόμου. Μετά από τη ΣΠΕ Κοντέας υπάρχουν φώτα τροχαίας για τα οχήματα που θα κατευθυνθούν δεξιά. Η πορεία που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος, δηλαδή αριστερά, οδηγεί σε έξοδο προς στη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη χωρίς να υπάρχουν φώτα τροχαίας. Ανέφερε επίσης ότι ο δρόμος που επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι κεντρικός παρά το ότι αυτός βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή. Μετά το κατάστημα της ΣΠΕ Κοντέας δεν υπάρχουν σπίτια στο δρόμο ενώ απέναντι υπάρχει άδειο οικόπεδο. Διευκρίνισε, ότι, στο τελικό σχέδιο σημείωσε με τα σημεία Γ1 μέχρι Γ4 τις πιθανές θέσεις των οχημάτων που βρίσκονταν στη κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας προς τα φώτα τροχαίας, όταν όμως παρακολούθησε το dvd, διαπίστωσε ότι, όντως υπήρχαν στη λωρίδα αυτή ακινητοποιημένα οχήματα προς τα φώτα τροχαίας σε αναμονή, ανάμεσα από τα οποία πέρασε ο πεζός για να διασταυρώσει το δρόμο και αφού προηγουμένως είχε περάσει πίσω από δύο άλλα αυτοκίνητα που εκινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Από το dvd φαίνεται επίσης ότι όταν ο κατηγορούμενος εξήλθε από τη πάροδο ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο τον εμπόδιζε να ακολουθήσει ευθεία πορεία κάτι που τον ανάγκασε να κινηθεί δεξιά και στη συνέχεια αριστερά. Ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι η ορατότητα από τη πάροδο από την οποία εισήλθε ο κατηγορούμενος στο επίδικο δρόμο μέχρι το σημείο σύγκρουσης μετρήθηκε χωρίς την παρουσία άλλων αυτοκινήτων, ενώ, κατά την ώρα του δυστυχήματος η ορατότητα του κατηγορούμενου περιοριζόταν από τα αυτοκίνητα ανάμεσα από τα οποία πέρασε ο πεζός διασταυρώνοντας το δρόμο. Ανέφερε επίσης ότι την ώρα του δυστυχήματος το κατάστημα της ΣΠΕ Κοντέας ήταν κλειστό για το κοινό. O MK2 έλαβε από μια αυτόπτη μάρτυρα, την Κατερίνα Κέκκου, γραπτή κατάθεση, την οποία μετά από αίτημα της υπεράσπισης στο στάδιο της αντεξέτασης, κατέθεσε ως τεκμήριο
  3. Την 1.12.09 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 6) ο οποίος στις 23/2/10 έδωσε και συμπληρωματική κατάθεση (τεκμήριο 7). Ο κατηγορούμενος κατά την ανώμοτη δήλωση που έδωσε στο Δικαστήριο υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων του όπου αναφέρει ότι εισήλθε στη οδό Καλύμνου από τη πάροδο και κινήθηκε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Αντιλήφθηκε ξαφνικά τον πεζό που διασταύρωνε το δρόμο διερχόμενος ανάμεσα από αυτοκίνητα που ήταν ακινητοποιημένα στη κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας. Τότε χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του και κινήθηκε αριστερότερα χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Ανέφερε επίσης ότι αντιλήφθηκε τη παρουσία του πεζού από απόσταση περίπου 6μ. πριν τη σύγκρουση και δεν είχε τη δυνατότητα να τον αντιληφθεί προηγουμένως ένεκα των αυτοκινήτων που βρίσκονταν στα δεξιά του τα οποία δεν του παρείχαν το περιθώριο να δεί κάποιον που εισέρχεται στον δρόμο. Όταν εισήλθε στην οδό Καλύμνου ένα αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο στα αριστερά τον ανάγκασε να κινηθεί δεξιά και στη συνέχεια να επανέλθει αριστερά. Στη συνέχεια ακολούθησε τη πορεία του με ταχύτητα γύρω στα 50χαω μέχρι που αντιλήφθηκε τη παρουσία του πεζού. Στο τεκμήριο 9 η Κατερίνα Κέκκου αναφέρει ότι εργάζεται στη ΣΠΕ Κοντέας και γνωρίζει το παραπονούμενο. Την 1/12/09 περί η ώρα 7:30 βρισκόταν μέσα στον ανελκυστήρα του καταστήματος από όπου είχε τη δυνατότητα να βλέπει προς το δρόμο. Είδε τον παραπονούμενο να διασταυρώνει με βιαστικό βήμα από το απέναντι οικόπεδο και να κατευθύνεται προς το κατάστημα της ΣΠΕ. Ξαφνικά τον είδε να σταματά απότομα με κίνηση προς το πλάϊ και αμέσως να εκτινάσσεται. Δεν ήταν σίγουρη αν υπήρχαν οχήματα στο δρόμο διότι η ορατότητα της περιοριζόταν μέσα από το άνοιγμα του ανελκυστήρα. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του η οποία αφορούσε τη λήψη φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος δεν αμφισβητήθηκε από την αντεξέταση και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο ΜΚ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και μου έδωσε την εντύπωση του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Κατέθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του, μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να περιέλθει στην αντίληψη μου οποιαδήποτε προσπάθεια του να τα παραποιήσει ή να τα αλλοιώσει σε βάρος της αλήθειας. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 4) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση, η πραγματική μαρτυρία που θα βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το υπό εξέταση δυστύχημα είναι το περιεχόμενο του dvd, που το Δικαστήριο παρακολούθησε με προσοχή. Στην απόφαση Κονναρή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε τα εξής σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία: «όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για την διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων . είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί, όπως επισημάναμε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα». Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 9 από την Κατερίνα Κέκκου πρόκειται βέβαια για εξ' ακοής μαρτυρία η οποία με τη τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 με το Νόμο 32
(1)/09 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία και η βαρύτητα που θα της δοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του μπορεί να λάβει υπόψη τους διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Η μαρτυρία του τεκμηρίου 9 δεν διαφοροποιεί τα γεγονότα, αλλά αντίθετα, κρινόμενη μέσα από το σύνολο της υπόλοιπης προσκομισθείσας μαρτυρίας, που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, βρίσκω ότι συνάδει με αυτή και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή του αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση του κατηγορούμενου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της (βλ. R. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. (βλ. Vroukos v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (βλ. R. V. Coughlan
(1978)64 Cr. App. R.11). Τα όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει στις γραπτές καταθέσεις του το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωση του, παρατηρώ ότι δεν διαφοροποιούν τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά την 1/12/09 και περί ώρα 7:10 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΡΤ312 στη οδό Καλύμνου με βόρεια κατεύθυνση. Ο προαναφερόμενος δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας. Η πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας οδηγεί σε έξοδο αριστερά προς την Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη, η δεύτερη, κεντρική λωρίδα, οδηγεί επίσης στην πιο πάνω Λεωφόρο και χρησιμοποιείται από τα οχήματα που θα στρίψουν δεξιά από τα φώτα τροχαίας και η τρίτη λωρίδα οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Φανερωμένης. Ο κατηγορούμενος αφού προηγουμένως εξήλθε από πάροδο, κινήθηκε στη πρώτη, σύμφωνα με τη πορεία του, λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί σε έξοδο αριστερά προς τη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη χωρίς να ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Την ίδια ώρα στο δρόμο στη δεύτερη κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας, βρίσκονταν οχήματα τα οποία ήταν ακινητοποιημένα σε αναμονή προς τα φώτα τροχαίας, ενώ στη τρίτη λωρίδα εκινούντο οχήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει άδειο οικόπεδο ο πεζός Δημητράκης Χρυσοστόμου άρχισε με γρήγορα βήματα να διασταυρώνει το δρόμο από δεξιά προς αριστερά, σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου, περνώντας αρχικά ανάμεσα από αυτοκίνητα που εκινούντο στην αντίθετη κατεύθυνση και στη συνέχεια ανάμεσα από αυτοκίνητα που βρίσκονταν ακινητοποιημένα στη κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας σε αναμονή προς τα φώτα τροχαίας, με αποτέλεσμα, να κτυπηθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και να εκτιναχθεί στην άσφαλτο. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τη παρουσία του πεζού στο δρόμο χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του και κινήθηκε αριστερότερα μέχρι τη λίνια του πεζοδρομίου χωρίς όμως να κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Το όχημα του κατηγορούμενου άφησε ίχνη τροχοπέδησης συνολικού μήκους 14.70μ. και απόστασης 7.40μ. μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας που εκινείτο ο κατηγορούμενος με κατεύθυνση την έξοδο προς τη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη και σε απόσταση 9μ. από τη δεξιά πλευρά του δρόμου από όπου ο πεζός ξεκίνησε να διασταυρώνει. Η ορατότητα του κατηγορούμενου περιοριζόταν από τα οχήματα που εκινούνταν την ίδια ώρα στο δρόμο χρησιμοποιώντας τις δύο άλλες λωρίδες κυκλοφορίας. Ο πεζός αφού ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα οχήματα της δεύτερης κεντρικής λωρίδας κυκλοφορίας διένυσε απόσταση περίπου 1,50μ. μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Το όχημα του κατηγορούμενου άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 7.40μ. μέχρι το σημείο σύγκρουσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο για την διαπίστωση της αμελούς οδήγησης όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια του κατηγορούμενου, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις που είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην Νικολαίδης κ.α. v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422, 429 επισημαίνεται ότι: «όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρήτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R 796 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου v. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426 και Κωνσταντίνου v. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110). Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου v. Αστυνομίας Π.Ε. 6614, ημ.19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρομίου, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Korianidou and others
(1981)1 CLR 61 και Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων.» Εξετάζοντας το ζήτημα στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και όπως προέκυψε από τη προσκομισθείσα μαρτυρία, αυτός οδηγώντας κανονικά στη πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ στο δρόμο υπήρχε τροχαία κίνηση με οχήματα που εμπόδιζαν την ορατότητα του, αντιμετώπισε ξαφνικά μπροστά του τον πεζό, ο οποίος, εισήλθε στο δρόμο και άρχισε να τον διασταυρώνει με γρήγορο βηματισμό, περνώντας χωρίς να σταματήσει ανάμεσα από αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσαν τις δύο άλλες λωρίδες κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε τη παρουσία του πεζού στο δρόμο χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του και κινήθηκε αριστερότερα μέχρι τη λίνια του πεζοδρομίου. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος όφειλε, υπό τις περιστάσεις, να αντιληφθεί ενωρίτερα τον πεζό και αυτό γιατί όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, η ορατότητα του εμποδίζετο από άλλα οχήματα ανάμεσα από τα οποία πέρασε ο πεζός διασταυρώνοντας το δρόμο. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι ο πεζός από το σημείο όπου ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα οχήματα μέχρι το σημείο σύγκρουσης, διένυσε απόσταση περίπου 1,50μ.. Η απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης μέχρι το σημείο σύγκρουσης, μήκους 7.40μ., υποδεικνύει και την απόσταση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου από τον πεζό όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος στο δρόμο, η οποία, δεν παρείχε εξ' αντικειμένου την δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης. Όπως δε αναφέρθηκε από το ΜΚ2 επρόκειτο για κεντρικό δρόμο παρά το γεγονός ότι αυτός βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο, που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο πεζού διερχόμενου ανάμεσα από άλλα αυτοκίνητα. Ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε τη παρουσία του πεζού χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του και κινήθηκε όσο πιο αριστερά του επέτρεπαν οι συνθήκες του δρόμου. Μόνο σε περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν τη παρουσία του πεζού στο δρόμο και παρέλειπε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη σε αυτόν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στο δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel v. Αστυνομίας Π.Ε. 5797 ημ. 20.12.94). Δεδομένου ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα κρίνω πως κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είχε δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης. Η απόδοση αμέλειας στον κατηγορούμενο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα επέβαλλε σε αυτόν μεγαλύτερο βάρος ευθύνης από αυτό που αναμένεται να ασκήσει ένας λογικός και συνετός οδηγός. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.