Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργος Καλαθάς, Αρ. Υπόθεσης:511/2010, 28 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:511/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Γιώργος Καλαθάς Κατηγορούμενου ------- Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 4.10.2009 στη Λεωφ. Αθηνών στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας παράνομα επιτέθηκε στον Ανδρέα Σολωμονίδη από τη Λάρνακα και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε οκτώ μάρτυρες (Μ.Κ.) και κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά είκοσι έγγραφα ως τεκμήρια τα πλείστα των οποίων είναι οι καταθέσεις που λήφθηκαν από πρόσωπα που ενεπλάκησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το επεισόδιο κατά το οποίο προκλήθηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε όπως καταθέσει ο ίδιος ενόρκως. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για το επεισόδιο προέρχεται ουσιαστικά από τον παραπονούμενο κ. Ανδρέα Σολωμονίδη (Μ.Κ.1) και την αδελφή του κα Αυγή Σολωμονίδου (Μ.Κ.3) η οποία βρισκόταν επίσης στη σκηνή και οι οποίοι έδωσαν στην αστυνομία καταθέσεις (Τεκμήρια 1 και 5). Η εκδοχή αυτή συνίσταται σε γενικές γραμμές στα ακόλουθα: Ξημερώματα της 4ης 10.2009 και περί ώρα 04:00 ο 25ντάχρονος παραπονούμενος με την αδελφή του που ήταν τότε είκοσι επτά ετών και μια φίλη της αποφάσισαν να φύγουν από το club όπου διασκέδαζαν και επειδή η αδελφή του θα έμενε στο σπίτι κάποιας φίλης της, συνοδευόμενη από μια άλλη φίλη της, επειδή ο παραπονούμενος ήταν πιωμένος, τον οδήγησε στο γραφείο ταξί ¨Κολωνάκι¨ στη Λεωφ. Αθηνών στη Λάρνακα για να πάρει ταξί να τον μεταφέρει στο σπίτι τους. Η αδελφή του μπήκε στο γραφείο ταξί και πλήρωσε για την κούρσα. Ο παραπονούμενος εισήλθε στο ταξί που θα έκαμνε την κούρσα το οποίο ήταν σταθμευμένο στη Λεωφόρο Αθηνών και ήταν χρώματος μαύρου και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Οδηγός του ήταν κατ΄ ισχυρισμό τους ο κατηγορούμενος. Όταν ο παραπονούμενος ζήτησε από τον οδηγό του ταξί να τον μεταφέρει σε άλλο club και αυτό έγινε αντιληπτό από την αδελφή του, αυτή επενέβη και τόνισε στον οδηγό να τον πάρει απευθείας στο σπίτι τους και όχι οπουδήποτε αλλού του ζητούσε ο παραπονούμενος λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Ενώ η αδελφή του μιλούσε με τον οδηγό ο ίδιος ο παραπονούμενος ζητούσε από αυτόν να τον πάρει σε κάποιο άλλο club και όχι στο σπίτι του. Τότε ο οδηγός εκνευρίστηκε και άρχισε να του φωνάζει λέγοντας του μεταξύ άλλων στη κυπριακή διάλεκτο ¨ούσσου ρε πελλοκοπελούι¨. Ζήτησε από τον παραπονούμενο να κατεβεί κάτω από το ταξί και αυτός αρνήθηκε να κατεβεί επειδή είχε πληρώσει για την κούρσα. Τότε ο οδηγός του ταξί, στη παρουσία της αδελφής του και της φίλης τους, κατέβηκε κάτω από το ταξί πήγε στη πλευρά όπου καθόταν ο παραπονούμενος άνοιξε τη πόρτα και τον κάλεσε να κατεβεί κάτω. Τελικά κατέβηκε και πήγε στο πεζοδρόμιο οπότε είχαν φτάσει στο σημείο 5 - 6 συνάδελφοι του οδηγού ταξί. Όταν ζήτησε εκ νέου από τον οδηγό να τον πάρει εκεί που του ζητούσε αφού είχε πληρωθεί προς τούτο, αυτός τον χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στα χείλη με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος συμπαρασύροντας μαζί του και την αδελφή του η οποία προσπάθησε εκείνη τη στιγμή να παρέμβει και να τον συγκρατήσει. Όταν σηκώθηκαν πάνω άκουσε κάποιον συνάδελφο του κατηγορούμενου να τους λέγει να φύγουν από εκεί διαφορετικά θα τους έδερνε. Τότε ήταν που ο παραπονούμενος είχε συνειδητοποιήσει ότι από τα χείλη του έτρεχε αίμα. Πήγαν στο γραφείο ταξί και ζήτησαν να καλέσουν την αστυνομία χωρίς ο εκεί υπεύθυνος να τους δίνει σημασία. Μετά παρέλευση 5 λεπτών κατέφθασε η αστυνομία και ανέφεραν το περιστατικό, στο μεταξύ όμως ο οδηγός που είχε χτυπήσει τον παραπονούμενο είχε φύγει από τη σκηνή. Ο παραπονούμενος κλήθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων όπου μετέβη με κάποιον φίλο του όπου του έδωσαν το ειδικό έντυπο για να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο για να τύχει ιατρικής εξέτασης. Στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου παραπέμφθηκε του έγιναν 17 συρραφές στα χείλη και επέστρεψε πίσω στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων περίπου στις 06:15 μαζί με τον πατέρα του που ήταν τότε αξιωματικός της αστυνομίας. Ο παραπονούμενος περιέγραψε στη κατάθεση του που έδωσε αργότερα την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 14:30 - 15:00 τον κατηγορούμενο ότι ήταν περίπου 40 χρονών, ότι ήταν λίγο παχουλός και είχε ύψος περίπου 1.70εκ. Ανέφεραν και οι δύο στις καταθέσεις τους ότι ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν αυτόν που κτύπησε τον παραπονούμενο όπως και έκαμαν την επόμενη ημέρα στις 5.10.2009 σε γραφείο του σταθμού όπου ο κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος του μετά από δική του επιθυμία (βλ. σχετικές καταθέσεις Τεκμήρια 2, 6 και 15). Τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά του παραπονούμενου κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και
- Η εκδοχή του ίδιου του κατηγορούμενου αν και σε κάποια σημεία της συμπίπτει με τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ. 2 και 3 εντούτοις ως προς το ουσιώδες, δηλαδή αν είχε κτυπήσει τον παραπονούμενο, είναι κάθετα αντίθετος ισχυριζόμενος ότι σε καμιά περίπτωση δεν τον είχε κτυπήσει ο ίδιος. Μόνο κατά το τέλος της αντεξέτασης του ανέφερε ότι είχε ακούσει μετά που είχε δώσει την κατάθεση του στην αστυνομία ότι πράγματι τον παραπονούμενο τον είχε κτυπήσει κάποιος συνάδελφος του ονόματι Daniel. O κατηγορούμενος σύμφωνα με τη μαρτυρία είχε συλληφθεί το βράδυ της ίδιας ημέρας περί ώρα 20:50 (Τεκμήρια 11(α) και 11(β) στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων όπου είχε κληθεί και έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 12) και στη συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 7) όπου εξέθεσε την δική του εκδοχή και δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Στη κατάθεση του ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του ταξί με αριθμό εγγραφής KUP 279 το οποίο χρησιμοποιεί στη δουλειά του. Τα τελευταία 7-8 χρόνια εργάζεται στο ταξί Κολωνάκι στη Λάρνακα το οποίο βρίσκεται στη παραλία των Φοινικούδων στη Λάρνακα. Από το απόγευμα της 3.10.2009 που είχε πιάσει δουλειά είχε κάμει αρκετές κούρσες μέχρι τις 04:00 της επομένης χωρίς να έχει οποιοδήποτε πρόβλημα με πελάτη. Στις 4.10.2010 και περί ώρα 04:00 περίπου είχε αποφασίσει να σχολάσει αφού προηγουμένως έκαμνε ακόμα μια κούρσα. Προς τούτο στάθμευσε το ταξί του στη Λεωφόρο Αθηνών και ο ίδιος περίμενε στο γραφείο. Εκείνη την ώρα είχαν φτάσει στο γραφείο δύο κοπέλες και ένας άνδρας που όπως αντιλήφθηκε ήταν ο αδελφός της μιας κοπέλας η οποία ζήτησε να μεταφέρει τον αδελφό της στο σπίτι τους. Του έδειξε το ταξί του για να επιβιβαστεί και ενώ περπατούσαν προς το ταξί, η κοπέλα που τους ακολουθούσε του είπε ότι τον έλεγαν Ανδρέα και του εξήγησε που ήταν το σπίτι τους. Ο παραπονούμενος κάθισε στη θέση του συνοδηγού και ήταν πολύ ήρεμος. Η αδελφή του είχε πληρώσει δέκα ευρώ για την κούρσα και του είπε να μην τον πάρει πουθενά αλλού παρά μόνο στο σπίτι τους. Τότε ο Ανδρέας με ήρεμο τρόπο του είπε ¨εν θα με πάρεις σπίτι, να με πάρεις στο Σέρκους club¨. Κατάλαβε τότε ότι ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος και του είπε ότι πληρώθηκε για να τον πάρει σπίτι του και πουθενά αλλού. Τη συζήτηση αυτή την άκουσε η αδελφή του. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος του είπε ¨εγώ πληρώνω τζαι όπου θέλω εννα με πάρεις¨ και άρχισε να γίνεται αντιδραστικός. Όταν έλεγε στον παραπονούμενο ότι πληρώθηκε για να τον πάρει σπίτι του αυτός αντιδρούσε έντονα. Τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήγε στη πόρτα του συνοδηγού και αφού την άνοιξε τον κάλεσε να κατεβεί κάτω και δεν θα τον έπαιρνε πουθενά. Ο παραπονούμενος κατέβηκε και άρχισε να τον βρίζει με διάφορες φράσεις και αντιδρούσε πολύ έντονα οπότε άρχισε να μαζεύεται κόσμος στη σκηνή για να δει τι συνέβαινε. Ο παραπονούμενος τότε προσπάθησε να τον κτυπήσει σε δύο τρεις περιπτώσεις με τα χέρια του αλλά τον απέφυγε. Μετά την τελευταία φορά που προσπάθησε να τον κτυπήσει χωρίς επιτυχία ο ίδιος γύρισε την πλάτη του για να φύγει. Στη συνέχεια κάποια στιγμή που γύρισε προς το μέρος του παραπονούμενου τον είδε πεσμένο στο έδαφος. Αφού σηκώθηκε πάνω είδε ότι έτρεχε αίμα από το στόμα του. Δεν είχε δει όμως πως είχε χτυπήσει. Προχώρησε προς το γραφείο και ο Ανδρέας τον ακολουθούσε και τον προκαλούσε συνέχεια με την κουβέντα και τη συμπεριφορά του. Σε καμιά περίπτωση δεν τον χτύπησε και η αδελφή του έλεγε συνεχώς ¨εννεν τούτος που σου χτύπησε τζαι άφηστον ήσυχο¨. Στη συνέχεια έφυγε για να πάρει κούρσα από κάποιο ξενοδοχείο για το αεροδρόμιο και από εκεί μετέβη στο σπίτι του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α που είναι μια φωτογραφία του ταξί του που είναι χρώματος άσπρου και όχι μαύρου όπως το περιέγραψε ο παραπονούμενος στην κατάθεση του ούτε και σκούρου χρώματος όπως το περιέγραψε η Μ.Κ.3 στην κυρίως εξέταση της. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέταση του δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 με την οποία υιοθέτησε την πιο πάνω κατάθεση του επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε κτύπησε τον παραπονούμενο. Σε αυτή διευκρίνιζε κάποια σημεία της κατάθεσης του όπως και τον τρόπο εργασίας του και τη συνεργασία που είχε με το Γραφείο Ταξί Κολωνάκι όπου οδηγούσε πάντοτε το δικό του ταξί το οποίο κανένας άλλος συνάδελφος του δεν το οδηγούσε. Στην επίμονη και εξαντλητική αντεξέταση που υπέστη παρέμεινε σταθερός στην πιο πάνω εκδοχή του. Στη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων θα αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Αβρααμίδου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία και έτσι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος. Κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του παραπονούμενου και της αδελφής του και να απορρίψει αυτή του κατηγορούμενου. Υιοθετώντας όσα ανέφερε και στο στάδιο του εκ Α΄ όψεως εισηγήθηκε ότι δεν τίθεται ζήτημα δίκαιης δίκης καθώς η Κατηγορούσα Αρχή ενεργώντας εντός των πλαισίων ακριβώς της δίκαιης δίκης κατέστησε την Υπεράσπιση κοινωνό της ύπαρξης των καταθέσεων από μάρτυρες τους οποίους δεν κάλεσε να καταθέσουν, τους οποίους θα μπορούσε να είχε παρουσιάσει η ίδια η Υπεράσπιση εάν ήθελε. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν παρουσιάζει κενά και η διερεύνηση του αδικήματος όπως έγινε δεν φάνηκε ότι υποκρύπτει οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Εισηγήθηκε ειδικότερα ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει και αξιολογήσει τις καταθέσεις οι οποίες λήφθηκαν από παρευρισκόμενα πρόσωπα τις οποίες αποδέχθηκε το Δικαστήριο να κατατεθούν ως τεκμήρια, εφόσον αυτοί που τις έδωσαν δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξεταστούν και να κριθεί η αξιοπιστία τους στο εδώλιο του μάρτυρος εκ μέρους της Υπεράσπισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε όσα είχε εισηγηθεί και στο στάδιο του εκ Α΄ όψεως και εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο εφόσον αβίαστα η σε βάθος μελέτη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής φανερώνει ότι αυτή χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και κενά τέτοιας υφής που δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα το Δικαστήριο σ΄αντίθεση με την μη πειστική μαρτυρία του κατηγορούμενου. Βασικά σημεία της εισήγησης του είναι τα ακόλουθα: (α) Η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή και προέρχεται από τον παραπονούμενο (Μ.Κ.1) και την αδελφή του (Μ.Κ.3) που παρευρισκόταν στο επεισόδιο, σημεία της οποίας επεσήμανε, παρουσιάζει τέτοια αντιφατικότητα και ειδικότερα αυτή της αδελφής του που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί και να κριθεί ως ψευδής και παντελώς αναξιόπιστη η οποία από μόνη της θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε απόρριψη της κατηγορίας. (β) Από την επιλογή της μαρτυρίας την οποία ο ανακριτής της υπόθεσης θέλησε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου για την Κατηγορούσα Αρχή χωρίς τη συμπερίληψη στο κατηγορητήριο μαρτύρων από τους οποίους λήφθηκαν καταθέσεις και οι οποίοι παρουσιάζουν διαφορετικά τα γεγονότα, είναι φανερό ότι υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Σε θέματα που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αναφέρθηκαν κατά τις τελικές τους εισηγήσεις σχολιάζοντας τη μαρτυρία σε επί μέρους πτυχές της θα κάμω αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα στο οποίο βασίζεται η κατηγορία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.¨ Η έννοια της σωματικής βλάβης καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στο οποίο προνοείται: ¨Σωματική βλάβη¨ σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή.¨ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- η επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
- η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτό. Ο όρος ¨επίθεση¨ χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει ¨assault¨ και ¨battery¨. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία(recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788,794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4, και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 ALL E.R. 445). Βλέπε επίσης τον Archbold Pleading and Practice, 39η Έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071-2). Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο, η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Russell στη σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scoot v. Shepherd
(1773)2 W.BI. 892 όπου ρίχτηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά χτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull.NP.16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματιστεί. Επί πλέον για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 243, απαιτείται και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη παραπέμπω στις αποφάσεις R. v. Miller
(1954)2 ALL E.R. 529,534, Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61 και Georgiades v. Police
(1985)2 CLR
- Στην τελευταία απόφαση επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
- Το τι συνιστά ¨πραγματική σωματική βλάβη¨ σχολιάζεται στον Archbold, 36η έκδοση παρ. 2634 όπου αναφέρεται ότι: ¨Actual bodily harm need not be an injury of a permanent character, nor need it amount to what could be considered to be grievous bodily harm¨. Ακόμα και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση θεωρείται ως πραγματική σωματική βλάβη (βλ. Miller (πιο πάνω). Η απουσία του συστατικού στοιχείου της προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης θα κατέτασσε το αδίκημα στο άρθρο 242 για απλή επίθεση (βλ. Αστυνομία v. Ιωάννου (πιο πάνω). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής και τον κατηγορούμενο να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξέτασα τη μαρτυρία τους όπως και την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου με πολύ μεγάλη προσοχή. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία των μαρτύρων και του κατηγορούμενου με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν ή να γνωρίζουν τα διαδραματισθέντα ή τα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Β ΑΑΔ σελ. 1199, Αθανασίου και άλλων v. Κουνούνη,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 614 στην οποία έγινε αναφορά στην Benmax v. Austin Motor Co Ltd
(1955)1 All E.R. 326 όπου επικροτήθηκε η απόφαση του δικαστή Thankerton στην Watt or Thomas v. Thomas
(1947)1 All E.R. 582 (H.L.) ως αυθεντία όπου εκτίθενται με σαφήνεια οι αρχές, την Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ σελ. 447 και την Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 506 όπου λέχθηκε ότι: ¨Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια¨. Η Κατηγορούσα Αρχή βασίζει την υπόθεση της βασικά στη μαρτυρία του κ. Ανδρέα Σολωμονίδη (Μ.Κ.1) και της αδελφής του κας Αυγής Σολωμονίδου (Μ.Κ.3) για να αποδείξει τη διάπραξη του αδικήματος εκ μέρους του κατηγορούμενου. Η υπόλοιπη μαρτυρία αφορούσε παρεμφερή ζητήματα. Γενικά η εντύπωση που αποκόμισα από τους δύο πιο πάνω μάρτυρες ήταν ότι δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να πουν όλη την αλήθεια σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο. Ήταν φανερή η προσπάθεια τους να επιρριφθεί η ευθύνη για το κτύπημα και τον τραυματισμό που υπέστη ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο. Υπάρχουν διάφορα σημεία της μαρτυρίας τους τα οποία με οδηγούν σε αυτή την εντύπωση στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια:
- Ο Μ.Κ.1 ανέφερε σε σχέση με το ζήτημα της λήψης κατάθεσης από τον ίδιο ότι του ζητήθηκε, όταν επέστρεψε από το Νοσοκομείο στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, λόγω του ότι θα άλλαζε η βάρδια, να πάει στον αστυνομικό σταθμό να δώσει κατάθεση ύστερα από δύο ημέρες που θα εργαζόταν η ίδια βάρδια. Πήγε όμως την επόμενη ημέρα, όπως ανέφερε ο ίδιος, για την ακρίβεια το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Η Μ.Κ.3 ανέφερε στην δική της μαρτυρία τον ίδιο λόγο που δεν έδωσε αμέσως κατάθεση στην αστυνομία αλλά διαφοροποιήθηκε σε αυτό το σημείο από τον Μ.Κ. 1 λέγοντας ότι τους κάλεσαν να επανέλθουν το απόγευμα της ίδιας ημέρας που θα εργαζόταν ξανά η ίδια βάρδια. Σε αυτό το σημείο εντοπίζω αντίφαση τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με τα λεγόμενα του Αστ. 240 Ε. Στυλιανού (Μ.Κ.7) ο οποίος ανέφερε στην κατάθεση του ότι όταν ο παραπονούμενος επέστρεψε στον αστυνομικό σταθμό μετά την εξέταση του από ιατρό συνοδευόταν από τον πατέρα του ο οποίος ήταν αξιωματικός της αστυνομίας και την αδελφή του που είναι δικηγόρος ¨και έγιναν διευθετήσεις όπως αυτός προβεί σε γραπτό παράπονο σε σύντομο χρονικό διάστημα, λόγω του ότι ήταν ακόμα υπό την επήρεια μέθης.¨ Σε αυτό το σημείο, πέραν της πιο πάνω αντίφασης την οποία σημειώνω, θα σχολιάσω και το ζήτημα της εξέτασης της υπόθεσης από την αστυνομία και να αναφέρω ότι δεν έγινε ο κατάλληλος χειρισμός της εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων, όπως ήταν και η θέση της Υπεράσπισης, εφόσον τουλάχιστο από την Μ.Κ.3 θα μπορούσε να είχε ληφθεί κατάθεση την ίδια ώρα καθώς αυτή δεν αντιμετώπιζε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και όχι να ζητηθεί και από αυτή να δώσει κατάθεση σε αόριστο χρονικό διάστημα στο μέλλον ¨σύντομο μελλοντικό χρονικό διάστημα¨ και μάλιστα μετά που συμφώνησε προς τούτο και ο πατέρας τους. Τα πιο πάνω, έχοντας υπόψη την ιδιότητα του πατέρα τους ως αξιωματικού της αστυνομίας και τις ηλικίες των δύο μαρτύρων που ήταν ενήλικες, γεννούν το εύλογο ερώτημα προς τι η σύμφωνη γνώμη του πατέρα τους για το πότε θα έδιδαν δύο ενήλικα πρόσωπα καταθέσεις. Επομένως για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο παραπονούμενος ακόμα και μετά που επέστρεψε από το Νοσοκομείο στις 06:30 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, δεν ήταν λόγω της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν σε θέση να δώσει κατάθεση και ότι επιπλέον δόθηκε η ευκαιρία να υπάρξει μεταξύ των δύο προσυνεννόηση για τα όσα θα κατέθεταν στις καταθέσεις τους σε σχέση με το επεισόδιο. Τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.3 κατά την αντεξέταση της περί της επιμονής τους να τους ληφθεί κατάθεση το απόγευμα της ίδιας ημέρας, όπως και τελικά έγινε, δεν αλλάζει την εικόνα που δημιουργήθηκε στο μυαλό μου γι΄αυτό το ζήτημα.
- Ενώ οι καταθέσεις και των δύο φανερώνουν ότι ο παραπονούμενος είχε πιεί ποτό σε σημείο που χρειαζόταν βοήθεια για να βρει ταξί να τον μεταφέρει σπίτι του. Ο ίδιος λέει ¨ Επειδή η αδελφή μου αντιλήφθηκε ότι εγώ ήθελα να πάω σε άλλο club και επειδή με είδε λίγο ζαλισμένο από το ποτό που κατανάλωσα, τόνισε στον οδηγό ταξί να με πάρει απευθείας στο σπίτι μου και όχι οπουδήποτε αλλού του ζητούσα.¨ Η Μ.Κ.3 αναφέρει στη δική της κατάθεση ότι ¨... αποφασίσαμε να φύγουμε επειδή δεν ήθελα ο αδελφός μου να καταναλώσει περισσότερο αλκοόλ και ήταν αργά.¨ Ενώπιον του Δικαστηρίου προσπάθησαν να διαφοροποιήσουν αυτή την εικόνα και ο ίδιος ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του ναι μεν παραδέχθηκε ότι ήταν πιωμένος αλλά ότι ¨βρισκόταν σε μια μέση κατάσταση¨ και από την άλλη παραδέχθηκε ότι ¨μπορούσε κάποιος τρίτος εύκολα να αντιληφθεί ότι είχε πιεί¨. Η δε Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι: ¨ο αδελφός της δεν βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης αλλά σε φυσιολογική κατάσταση¨. Σε συσχετισμό και με άλλη μαρτυρία αυτή του Αστ. 240 Ε. Στυλιανού (Μ.Κ. 7) αλλά και αυτή του κατηγορούμενου κρίνω ότι οι Μ.Κ.1 και 3 συνεννοήθηκαν σε αυτό το ζήτημα θέλοντας να παρουσιάσουν τον παραπονούμενο (Μ.Κ. 1) ότι βρισκόταν σε κατάσταση ενός φυσιολογικού ανθρώπου με ανάλογες αντιδράσεις. Βρίσκω επομένως ότι και σε αυτό το ζήτημα οι Μ.Κ.1 και 3 θέλησαν να αποκρύψουν την αλήθεια από το Δικαστήριο.
- Είναι φανερό ότι και οι δύο μάρτυρες (Μ.Κ.1 και 3) βρισκόντουσαν σε σύγχυση σε σχέση με το αυτοκίνητο, το ταξί που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε σε αυτό το σημείο και έτσι η μαρτυρία του ότι ήταν ιδιοκτήτης ενός ταξί χρώματος άσπρου και όχι μαύρου ή σκούρου χρώματος, το οποίο χρησιμοποιούσε στη δουλειά του και ότι δεν χρησιμοποιούσε άλλο ταξί και ότι κανένας άλλος δεν χρησιμοποιούσε το δικό του παρέμεινε αναντίλεκτη. Η φωτογραφία του (Τεκμήριο 20) υποδείχθηκε στους Μ.Κ.1 και 3 κατά την αντεξέταση τους και οι απαντήσεις που έδωσαν ήταν διφορούμενες και ότι δεν ενθυμούνταν ακριβώς το χρώμα του. Το ζήτημα δε αυτό δεν έτυχε εξέτασης εκ μέρους των ανακριτών της υπόθεσης. Εκ πρώτοις όψεως, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία το χρώμα που είχε το ταξί στο οποίο όπως είναι παραδεκτό εισήλθε ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Το στοιχείο όμως που εντοπίζω σε αυτό το ζήτημα και είναι ουσιαστικό είναι το γεγονός ότι και οι δύο Μ.Κ.1 και 3, το περιγράφουν ως μαύρο ή σκούρου χρώματος και αυτή η εντύπωση τους ίσως να προκλήθηκε όταν είχαν αντιληφθεί αυτόν που είχε κτυπήσει τον Μ.Κ.1 να είχε φύγει από τη σκηνή με ένα ταξί που είχε τέτοιο χρώμα. Επομένως, η ζοφερή εικόνα που μετέδωσαν οι Μ.Κ.1 και 3 σε σχέση με την περιγραφή του ταξί που οδηγούσε ο οδηγός που κτύπησε τον παραπονούμενο, είναι στοιχείο το οποίο από μόνο του προκαλεί αμφιβολίες για το αν ήταν πράγματι ο κατηγορούμενος που είχε κτυπήσει τον παραπονούμενο ή κάποιος από τα άτομα που στο μεταξύ είχαν μαζευτεί στη σκηνή μεταξύ των οποίων και συνάδελφοι του κατηγορούμενου.
- Η Μ.Κ.3 σε σχέση με τη κατάσταση που βρισκόταν ο αδελφός της κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν ειλικρινής και για τους ακόλουθους λόγους. Στην αντεξέταση της για το ζήτημα αυτό θέλησε να τον παρουσιάσει σε φυσιολογική κατάσταση. Όμως η όλη στάση της ίδιας αλλά και σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία, η θέση της αυτή καταρρίπτεται. Κατ΄ αρχή ποιά ανάγκη υπήρχε να έχει η ίδια την πρωτοβουλία να τον στείλει με ταξί στο σπίτι τους όπου και τον συνόδευσε με δεδομένο ότι επρόκειτο για ένα 25χρονο νέο. Η ίδια πλήρωσε το ταξί, η ίδια είπε το όνομα του αδελφού της στον οδηγό και την διεύθυνση τους και η ίδια πήγε μέχρι και το ταξί όπου επιβιβάστηκε ο αδελφός της για να σιγουρευτεί ότι αυτός θα μεταφερόταν στο σπίτι τους, πράγμα που τόνιζε συνεχώς στον οδηγό του ταξί. Επομένως γι΄αυτούς τους λόγους μεταξύ άλλων η θέση της καταρρίπτεται και επιτείνει την εντύπωση που μου δημιούργησε ως μάρτυρα που δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να εξυπηρετήσει τον δικό της σκοπό.
- Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ανοίγοντας τη πόρτα του αυτοκινήτου του την κτύπησε με την πόρτα στο πρόσωπο. Δεν είχε όμως γι΄αυτό το επεισόδιο κανένα παράπονο, ούτε για την απειλή βιαιοπραγίας που εκτοξεύτηκε από κάποιο συνάδελφο του κατηγορούμενου. Από την άλλη όμως επιφύλασσε τα δικαιώματα της για το διάστρεμμα στην αριστερή ποδοκνημική που υπέστη όταν προσπάθησε να συγκρατήσει τον αδελφό της να μη πέσει κάτω μετά το κτύπημα που αυτός δέχθηκε. Παρόλα αυτά που υπέστη η ίδια και για τα οποία δεν επιθυμούσε να προβεί σε καταγγελία, επιθυμούσε να καταθέσει εναντίον του οδηγού για την επίθεση στην οποία προέβηκε εναντίον του αδελφού της. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά την άποψη μου εκ μέρους της ανακολουθία και φανερώνει ότι μοναδικός σκοπός της είναι να επιρριφθεί η ευθύνη για τη πρόκληση του επεισοδίου στον κατηγορούμενο και όχι σε οποιονδήποτε άλλο.
- Η Μ.Κ.3 παρουσιάζει τον κατηγορούμενο στην αντεξέταση της ότι αρχικά αρνήθηκε ότι είχε πάρει χρήματα από την ίδια ή ότι αρνήθηκε να τα επιστρέψει όταν δεν θα έκαμνε την κούρσα. Κάτι τέτοιο όμως δεν κατέγραψαν στις γραπτές τους καταθέσεις που έδωσαν την ίδια ημέρα. Τουναντίον η Μ.Κ.3 η οποία είναι η μόνη που κάμνει αναφορά για το ζήτημα αυτό στη δική της κατάθεση καταγράφει: ¨Ο οδηγός συνεχώς ρωτούσε τον Ανδρέα κατά πόσο ο Ανδρέας του έδωσε λεφτά και τότε ο Ανδρέας κατέβηκε από μόνος του από το αυτοκίνητο. Τότε ο οδηγός ήρθε προς εμένα και μου πέταξε τα λεφτά που του είχα δώσει και είπε στον Ανδρέα ξανά να φύγει από το σημείο.¨ Επομένως η μαρτυρία της ελέγχεται και ως αναληθής και σ΄αυτό το ζήτημα εφόσον είναι φανερό ότι στην ανετξέταση της θέλησε να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ότι τάχα δεν θα επέστρεφε τα χρήματα που έλαβε για την κούρσα. Ο κατηγορούμενος τουναντίον στάθηκε συνεπής στην εκδοχή του όπως την εξέθεσε στην κατάθεση του στην αστυνομία την ίδια κιόλας ημέρα του επεισοδίου μετά που συνελήφθηκε από την αστυνομία. Σε καμιά στιγμή της έντονης και επίμονης αντεξέτασης του δεν αμφιταλαντεύτηκε. Διέκρινα στο πράο του χαρακτήρα του και το μειλίχιο του λόγου του ότι πρόκειται περί ειλικρινούς ανθρώπου. Δέχομαι όσα είπε και κατέγραψα πιο πάνω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι είναι η εκδοχή που συνάδει με τη λογική των πραγμάτων. Αυτά καθίστανται και ευρήματα μου. Δεν είχε κανένα λόγο να εμπλακεί σε επεισόδιο με ένα νεαρό μεθυσμένο που τον προκαλούσε συνέχεια εκτοξεύοντας διάφορες βρισιές και επιτιθέμενος εναντίον του. Οι ενέργειες του μόλις αντιλήφθηκε την κατάσταση του παραπονούμενου και την επιμονή του να τον μεταφέρει σε άλλο club που σε κάτι τέτοιο αντιτίθετο η αδελφή του που είχε πληρώσει την κούρσα να τον αποβιβάσει από το ταξί του σε αυτό ακριβώς αποσκοπούσαν. Παρά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος εκτόξευε ύβρεις εναντίον του και του επιτέθηκε δύο - τρεις φορές χωρίς όμως να τα καταφέρει να του κτυπήσει λόγω της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν, αποφάσισε για να λήξει ως εκεί το επεισόδιο να φύγει από τη σκηνή όπως και έκαμε. Δεν είχε κανένα λόγο να παραμείνει εκεί, ήδη τα χρήματα που έλαβε για την κούρσα τα επέστρεψε στην αδελφή του παραπονούμενου. Παρόλο ότι είχε αντιληφθεί τον παραπονούμενο στο έδαφος και τραυματισμένο δεν είχε αντιληφθεί πως συνέβη αυτό και εφόσον ο ίδιος δεν ενεχόταν έφυγε λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν ο παραπονούμενος για την οποία ο ίδιος δεν είχε ευθύνη. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις οι ενέργειες του κατηγορούμενου να αποβιβάσει τον παραπονούμενο από το ταξί του, στη συνέχεια να απομακρυνθεί από αυτόν προέρχονταν από ένα ώριμο και συνετό άνδρα και συνάδουν με τη λογική των πραγμάτων όπως εξελίσσονταν στη σκηνή. Οι υπόλοιποι μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν τυπικοί μάρτυρες, δεν ήταν παρόντες στο επεισόδιο και όσα ανέφεραν ήταν όσα υπέπεσαν στην αντίληψη τους σε σχέση με παρεπόμενα του επεισοδίου όπως αυτά που ανέφερε ο ιατρός Σωτήρης Πάμπου (Μ.Κ.2) σε σχέση με τις διαπιστώσεις του για τον τραυματισμό του παραπονούμενου στα χείλη ή σε σχέση με τους αστυνομικούς που έλαβαν μέρος στη διερεύνηση του αδικήματος και στη λήψη των καταθέσεων. Δέχομαι την μαρτυρία τους ως ανεξάρτητη και αντικειμενική. Καταλήγω ότι με την αποδοχή της εκδοχής του κατηγορούμενου την οποία κατέγραψα πιο πάνω και η οποία συνιστά και τα ευρήματα μου σε σχέση με αυτό καθ΄αυτό το επεισόδιο η κατηγορία παρέμεινε ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω στην εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης περί μη δίκαιης δίκης του κατηγορούμενου υπό την έννοια ότι πρόσωπα από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις (Τεκμήρια 16 -19) δεν συμπεριλήφθηκαν ως μάρτυρες στο κατηγορητήριο και δεν κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσουν. Η άποψη μου περί τούτου εκφράστηκε στην ενδιάμεση απόφαση μου όταν αποφάσιζα του ζήτημα κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση από την οποία και δεν διαφοροποιούμαι. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο