← Κύπρος

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Γιάννης Καλαποδάς, Αρ.Υπόθεσης:9139/ 2010, 29 Μαρτίου, 2011

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Γιάννης Καλαποδάς, Αρ.Υπόθεσης:9139/ 2010, 29 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:9139/ 2010 Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού Κατηγορούσας Αρχής -v- Γιάννης Καλαποδάς Κατηγορουμένου ------------------------ Ημερομηνία: 29 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Πελεκάνος Για τον κατηγορούμενο : κ. Β. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του σε διάφορα αδικήματα που προνοούνται στον περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο του 1985 (Ν.29/1985). Αφορούν παράβαση των άρθρων 14

(1)
(2)
(7)
(8)(β) και 9(α) του νόμου όπως αυτός είχε τροποποιηθεί μέχρι το 2000 και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με ημερομηνία 24.05.2000 που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας με αριθμό 3415 στις 30.06.
  1. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν συνεπεία παραλείψεων του να καταβάλει συγκεκριμένο ποσοστό επί των εισπράξεων κέντρου αναψυχής που διεύθυνε με την ονομασία ¨SABIA SNACK BAR¨ στη Λάρνακα προς τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (Κ.Ο.Τ.), υποβολής του προνοούμενου εντύπου για τις εισπράξεις ή χρεώσεις του ποσοστού 3% επί των λογαριασμών των πελατών του εντός της καθορισμένης προθεσμίας και συνεπεία αυτών των παραλείψεων του της διάπραξης και διαφόρων άλλων αδικημάτων που αφορούν την μη πληρωμή συναφών επιβαρύνσεων και τόκων ποσά τα οποία οφείλει να καταβάλει. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. στις 25.10.2000 ποσοστό 3% επί των λογαριασμών των πελατών του κέντρου αναψυχής για την τριμηνία της 1ης Ιουλίου 2000 μέχρι και της 30ης Σεπτεμβρίου 2000 που ανερχόταν σε € 214,77σ. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. πρόσθετης επιβάρυνσης 10% επί του οφειλόμενου ποσοστού για τους λογαριασμούς των πελατών του κέντρου αναψυχής ανερχόμενο σε € 21.48σ. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. τόκου προς 9% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσοστού και επιβάρυνσης για τους λογαριασμούς πελατών του κέντρου αναψυχής από 25.11.2000 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €236,25σ. Η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα παράλειψης υποβολής προς τον Κ.Ο.Τ. του προνοούμενου εντύπου για τις εισπράξεις ή χρεώσεις του ποσοστού 3% επί των λογαριασμών των πελατών του εν λόγω κέντρου αναψυχής εντός της καθορισμένης προθεσμίας δηλαδή το υπέβαλε την 2.02.2006 αντί της 25.10.
  2. Η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. επιβάρυνσης Λ.Κ.15,00 τον μήνα ή μέρος αυτής συνεπεία παράλειψης υποβολής εντύπου για την είσπραξη ή χρέωση του ποσοστού 3% επί των λογαριασμών πελατών του εν λόγω κέντρου που ανερχόταν μέχρι της υποβολής του εντύπου δηλαδή την 2.02.2006 στο ποσό των €1.640,26σ. Η 6η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. στις 25.07.2001 ποσοστό 3% επί των λογαριασμών των πελατών του κέντρου αναψυχής για την τριμηνία της 1ης Απριλίου 2001 μέχρι και της 30ης Ιουνίου 2001 που ανερχόταν σε € 31.16σ. Η 7η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. πρόσθετης επιβάρυνσης 10% επί του οφειλόμενου ποσοστού για τους λογαριασμούς των πελατών του κέντρου αναψυχής ανερχόμενο σε € 3.12σ. Η 8η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. τόκου προς 9% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσοστού και επιβάρυνσης για τους λογαριασμούς πελατών του κέντρου αναψυχής από 25.08.2001 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €34.28σ. Η 9η κατηγορία αφορά το αδίκημα παράλειψης υποβολής προς τον Κ.Ο.Τ. του προνοούμενου εντύπου για τις εισπράξεις ή χρεώσεις του ποσοστού 3% επί των λογαριασμών των πελατών του εν λόγω κέντρου αναψυχής εντός της καθορισμένης προθεσμίας δηλαδή το υπέβαλε την 2.02.2006 αντί της 25.07.
  3. Η 10η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον Κ.Ο.Τ. επιβάρυνσης Λ.Κ.15,00 τον μήνα ή μέρος αυτής συνεπεία παράλειψης υποβολής εντύπου για την είσπραξη ή χρέωση του ποσοστού 3% επί των λογαριασμών πελατών του εν λόγω κέντρου που ανερχόταν μέχρι της υποβολής του εντύπου την 2.02.2006 στο ποσό των €1.409.60σ. Όπως έθεσε το ζήτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την έκθεση των γεγονότων οι παραλείψεις του κατηγορούμενου προσομοιάζουν με παραβάσεις της περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νομοθεσίας εφόσον ο νομοθέτης εναποθέτει στο ίδιο το υπόχρεο πρόσωπο να υποβάλλει δηλώσεις και να καταβάλλει τα αναλογούντα ποσά στα ποσοστά που κάθε φορά καθορίζονται και τα οποία εισπράττονται από τους πελάτες που στη προκείμενη περίπτωση αφορούσε κέντρο αναψυχής. Επομένως ο ιδιοκτήτης επιχείρησης κέντρου αναψυχής που υπόκειται στις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής ενεργεί στην ουσία ως καταπιστευματοδόχος του Οργανισμού στον οποίο θα πρέπει να αποδώσει την εισπραχθείσα φορολογία. Η εν λόγω πρόνοιες της νομοθεσίας ενεργοποιούνται με την έκδοση διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου και τα τελευταία χρόνια πράγματι, όπως πληροφόρησε το Δικαστήριο, δεν έχουν εκδοθεί τέτοια διατάγματα. Παρόλο ότι στις 2.02.2006 υποβλήθηκαν εκ μέρους του κατηγορούμενου τα σχετικά έντυπα ληξιπρόθεσμα, εντούτοις έκτοτε δεν πληρώθηκαν οποιαδήποτε ποσά. Ο Οργανισμός στις 15.02.2006 απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς τον κατηγορούμενο με την οποία τον πληροφορούσε για την παράλειψη του και τον πληροφορούσε για τη δυνατότητα λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον του. Τον Ιανουάριο του 2007 η άδεια του εν λόγω κέντρου αναψυχής ανακλήθηκε μετά που αυτό έπαυσε να λειτουργεί και μετά από αίτημα του κατηγορούμενου. Τα μόνα στοιχεία που διέθετε ο Οργανισμός για τον κατηγορούμενο ήταν η διεύθυνση του εν λόγω κέντρου και ο αριθμός της ταυτότητας του. Αυτό δικαιολογεί την καθυστέρηση στη λήψη μέτρων. Εξήγησε στη συνέχεια τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας για την υποχρέωση ενός ιδιοκτήτη κέντρου αναψυχής να υποβάλλει τις δηλώσεις του εμπρόθεσμα και να πληρώνει τα εισπραχθέντα προς αυτό το σκοπό ποσά και τις συνέπειες της μη υποβολής και πληρωμής τους. Εξήγησε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας όλα τα ποσά που προκύπτουν συνεπεία της επιβολής της φορολογίας και των επιβαρύνσεων και τόκων εισπράττονται ανεξάρτητα από τυχόν ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο συνεπεία της διάπραξης συναφών αδικημάτων. Προς τούτο παρέπεμψε σε σχετική νομολογία μεταξύ της οποίας και την Κωνσταντίνου v. Κ.Ο.Τ., Ποινική Έφεση Αρ. 46/2009 με ημερομηνία 9.02.2010 και εξήγησε το πως εκδόθηκε αυτή η απόφαση στην απουσία δυνατότητας επέμβασης με το δικονομικό μέτρο της αντέφεσης και πως ο ίδιος τελικά την ερμηνεύει. Εξήγησε ότι ήταν υπόθεση που είχε απασχολήσει τους ίδιους δικηγόρους και ως εκ τούτου γνώριζαν όλα τα γεγονότα που την χαρακτήριζαν. Αναγνώρισε την καθυστέρηση που υπήρξε στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος όμως γνώριζε εξ αρχής για τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα και ότι θα εκαλείτο κάποια στιγμή να αποδώσει αυτά που είσπραξε προς τον Οργανισμό. Επομένως το όλο ζήτημα της καθυστέρησης θα πρέπει να εξεταστεί κάτω από αυτή την οπτική γωνία. Η Κατηγορούσα Αρχή ζητεί όπως εκδοθεί διάταγμα συμμόρφωσης και για τις κατηγορίες 2,3,5,7,8,
  4. Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετώπισε παρόμοια αδικήματα στο παρελθόν και έχουν συμφωνηθεί τα έξοδα σε €800,00 πλέον Φ.Π.Α. Ο κ. Κωνσταντίνου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και επεσήμανε επίσης και την παραδοχή του. Ο κατηγορούμενος, ανέφερε, είχε ασχοληθεί μόνο για δύο χρόνια με τη λειτουργία επιχείρησης κέντρου αναψυχής τα έτη 2000 και 2001 και έκτοτε άλλαξε επαγγελματικές δραστηριότητες και δεν ασχολείται πλέον με αυτόν τον τομέα. Επεσήμανε τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από της διάπραξης των αδικημάτων και της δίωξης του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος έχει συμμορφωθεί με την υποβολή των αναγκαίων εντύπων για τις εισπράξεις και χρεώσεις των δικαιωμάτων του Κ.Ο.Τ. τα οποία όπως αναφέρονται και στις κατηγορίες πρόκειται για μικρά ποσά ενώ οι επιβαρύνσεις συνεπεία της μη καταβολής τους τα καθιστούν τεράστια. Περαιτέρω έκαμε αναφορά στην κατάργηση στο μεταξύ του άρθρου 14 του νόμου που προνοεί για επιβολή των επιβαρύνσεων και τόκου συνεπεία των καθυστερήσεων γεγονός που δείχνει ότι στο τέλος θεωρήθηκαν αυτές οι διατάξεις ότι επιφέρουν πολύ δυσμενείς συνέπειες στους υπόχρεους και σχολίασε και αυτός την πιο πάνω απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που αφορά το ίδιο θέμα (Κωνσταντίνου v. K.O.T.) όπως και αυτή του πρωτόδικου δικαστηρίου την οποία θεωρεί ως ορθή ως προς το σκέλος της να θεωρήσει το διάταγμα ως μέρος της ποινής. Τέλος, σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την έγερση της παρούσας υπόθεσης εισηγήθηκε ότι θα πρέπει αυτός ο παράγοντας να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο εφόσον πλέον άλλαξαν οι συνθήκες του κατηγορούμενου και για αυτό κάλεσε το Δικαστήριο όπως κατά την έκδοση του διατάγματος πληρωμής οποιουδήποτε ποσού να διατάξει να καταβληθεί τμηματικά, εισήγηση με την οποία συμφώνησε και η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Οι προβλεπόμενες ποινές: Στο Άρθρο 14
(9)(α) προνοείται ότι: ¨Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(8)και
(11)κάθε επιχειρηματίας, ο οποίος παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3),
(4),
(6),
(7)και
(8)είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση που να μην υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή και στις δύο αυτές ποινές¨. Στη παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: ¨Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε επιχειρηματία για το ότι παρέλειψε ή αμέλησε να χρεώσει ή καταβάλει στον Οργανισμό το ποσοστό που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή να τηρεί στοιχεία για τις εισπράξεις ή και χρεώσεις του πιο πάνω αναφερόμενου ποσοστού ή να αποστείλει στον οργανισμό το καθορισμένο έντυπο, το δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα με οποιανδήποτε ποινή που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, να διατάξει την καταβολή από τον επιχειρηματία που καταδικάστηκε, του οφειλόμενου ποσοστού, των πρόσθετων επιβαρύνσεων και τον τόκων που προβλέπονται στο εδάφιο
(8), την υποβολή του εντύπου που αναφέρεται στο εδάφιο
(7), την υποβολή των στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο
(6), καθώς επίσης και την καταβολή των εξόδων της δίκης¨. ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ: Η συμμόρφωση από ιδιοκτήτη κέντρου αναψυχής με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, εφόσον είχαν τεθεί σε ισχύ με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου όπως ο νόμος προνοούσε, και αφορούσαν την επιβολή ποσοστού 3% σε κάθε λογαριασμό πελάτη και υποβολή σχετικών εντύπων είσπραξης και χρέωσης, είναι αυτονόητη. Ο νόμος αποσκοπεί, ανάμεσα σε άλλα, και στην εξασφάλιση των οικονομικών πόρων του Οργανισμού που οι δραστηριότητες του είναι πρωταρχικής σημασίας για την ανάπτυξη του τουρισμού, βασικού τομέα της οικονομίας. Περαιτέρω, αποσκοπεί στον έλεγχο των τιμών και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του υπαλληλικού προσωπικού (βλ. Κ.Ο.Τ. v. Κλώνη και άλλων,
(1989)2 ΑΑΔ σελ. 21). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη,
(2001)2 ΑΑΔ σελ.85 η οποία αφορούσε μη καταβολή εισπραχθέντος φόρου προστιθέμενης αξίας ¨ Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος¨. Παρόμοια θα πρέπει να αντικρίζονται και οι υποχρεώσεις που εναποθέτει ο νομοθέτης σε ιδιοκτήτες κέντρων αναψυχής προς τον Οργανισμό όταν ο νόμος βρισκόταν σε ισχύ. Όπως δε εξηγείται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πατσαλίδη,
(1996)2 ΑΑΔ. σελ.287 σε υπόθεση βέβαια που αφορούσε τη νομοθεσία περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων, η καταβολή πρόσθετων τελών ή τόκων υπερημερίας που προβλέπεται από φορολογικό νόμο σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του φόρου, δεν συνιστά ποινή αλλά επέκταση της αρχικής φορολογικής υποχρέωσης. Σκοπός της επιβαλλόμενης επιβάρυνσης δεν είναι η τιμωρία ή η επιβολή δυσανάλογης φορολογίας στο φορολογούμενο αλλά η αποζημίωση του δημοσίου για τη δαπάνη που απαιτείται για τη συλλογή των φόρων που αποκρύβηκαν ή της ζημιάς που υπέστη το δημόσιο ταμείο λόγω της καθυστέρησης της πληρωμής του φόρου που ο κατηγορούμενος δολίως απέκρυψε. Έτσι αντικρίζονται και οι επιβαρύνσεις και τόκοι που προνοούνται στη νομοθεσία που προνοεί αυτά τα αδικήματα. Το γεγονός ότι η ισχύς των προνοιών του άρθρου 14 επαφιόταν στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον νομοθέτη δεν είναι τυχαία εφόσον τέτοιες αποφάσεις θα συσχετίζονταν κάθε φορά από τις εκάστοτε επικρατούσες οικονομικές συνθήκες στο τόπο. Επομένως η μεταγενέστερη κατάργηση της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης με τον Νόμο 151
(1)/2005 σίγουρα εμπίπτει στην γενικότερη οικονομική πολιτική του κράτους ή τις οικονομικές αντιλήψεις όπως αυτές είχαν εξελιχθεί ή είχαν αντικρισθεί τη δεδομένη χρονική στιγμή. Παρόλα αυτά, οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά τη διάρκεια ισχύος του νόμου δεν έχουν καταργηθεί και δεν μπορούν να παραγνωρισθούν. Είναι δε η άποψη μου ότι εκτός από την επιβολή ποινής που προνοείται για τη διάπραξη των αδικημάτων συνεπεία μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις της νομοθεσίας, το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, εφόσον χρησιμοποιείται στη παρ. 10 η φράση ότι: ¨το δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα με οποιανδήποτε ποινή που προβλέπεται από το άρθρο αυτό να διατάξει την καταβολή....¨ μπορεί να εκδώσει διατάγματα όπως αυτά που αιτήθηκε η Κατηγορούσα Αρχή για την καταβολή των επιβαρύνσεων και των τόκων οι οποίες όμως σαφώς και διακρίνονται από την όποια ποινή το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει. Η άποψη μου αυτή στηρίζεται και σε μια άλλη πρόνοια του ίδιου άρθρου, αυτής της παραγράφου 13 στην οποία προβλέπεται ότι: ¨Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ο Οργανισμός μπορεί και με πολιτική αγωγή να διεκδικεί από τον επιχειρηματία ή άλλο ενεχόμενο πρόσωπο οποιοδήποτε ποσοστό ή πρόσθετες επιβαρύνσεις ή τόκους οφείλονται στον Οργανισμό.¨ Επομένως, παρέχεται στο Δικαστήριο που εκδικάζει την ποινική ευθύνη της παράλειψης συμμόρφωσης στις διατάξεις του νόμου η δυνατότητα να εκδώσει και διατάγματα συμμόρφωσης με την καταβολή των οφειλόμενων ποσών, των επιβαρύνσεων και των τόκων, θα μπορούσε δε να εκληφθεί ότι αυτή η δυνατότητα αποσκοπεί επιπλέον στην εξοικονόμηση χρόνου, εξόδων και αποφυγής πολλαπλότητας διαδικασιών εφόσον ο ίδιος ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στον Οργανισμό να διεκδικήσει και διά πολιτικής αγωγής αυτά τα ποσά. Παρόμοιες διατάξεις εφαρμόζονται και σε άλλες νομοθεσίες όπως για παράδειγμα στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο (Ν. 59
(1)/2010) βλ. άρθρο 85, τον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο (Ν. 95
(1)/2000) βλ. άρθρο 46 παρ. 12 και στον περί Κοινοτήτων Νόμο (Ν. 86
(1)/99) βλ. Άρθρο 102. Σε σχέση με τη διαφωνία ως προς την ερμηνεία της απόφασης Κωνσταντίνου (πιο πάνω) το επίμαχο απόσπασμα της το οποίο κατά την άποψη μου δίδει και την απάντηση είναι το ακόλουθο: ¨Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το διάταγμα ως μέρος της ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου υπέβαλε, με αναφορά σε αυθεντίες πως η θέση αυτή είναι λανθασμένη. Το Εφετείο διερωτήθηκε ζητώντας την άποψη του, κατά πόσο μπορεί να εγερθεί τέτοιο θέμα, αφού δε φαίνεται να είναι επίδικο ενώπιον του. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είχε εισηγηθεί ο εφεσίβλητος αν εφεσίβαλλε την ποινή ως ανεπαρκή, εν όψει της θέσης του Δικαστηρίου πως το διάταγμα συνιστούσε μέρος της ποινής, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, ασχέτως του γεγονότος αυτού, το Εφετείο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο, κάτω από τις συνθήκες και περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρόστιμο και το διάταγμα πληρωμής συνιστούσαν υπερβολική ποινή, εν όψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο είχε διακριτική ευχέρεια έκδοσης ή όχι τέτοιου διατάγματος¨. Πιστεύω ότι η ορθή θέση εκφράζεται στη προκείμενη περίπτωση από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Και αυτό εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητό από το λεκτικό του πιο πάνω αποσπάσματος. Το Εφετείο όπως τέθηκαν οι θέσεις των διαδίκων σε εκείνη τη περίπτωση ενώπιον του φαίνεται ότι δεν είχε επιλογή και γι΄αυτό και δεν αποτελεί η επιλογή του να εξετάσει κατά πόσο ¨κάτω από τις συνθήκες και περιστάσεις¨, μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρόστιμο και το διάταγμα πληρωμής συνιστούσαν υπερβολική ποινή, δεσμευτικό μέρος (radio decidendi) της απόφασης του. Πριν από την κατάληξη μου για το ποια είναι η πρέπουσα ποινή θα εξετάσω το ζήτημα της καθυστέρησης στην έγερση της παρούσας υπόθεσης η οποία αναγνωρίστηκε ότι υπάρχει και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Πρόκειται για παράγοντα ο οποίος επίσης λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τη νομολογία μας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η διάγνωση ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Μελάς κ.ά v. Γενικού Εισαγγελέα,
(2008)2 ΑΑΔ σελ. 412 στη σελ. 425 : ¨Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ σελ. 223, με αναφορά σε υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να διεκπεραιώνεται η δικαστική διαδικασία, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Όμως για τον καθορισμό του λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του διαδίκου, καθώς και αυτή των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών.¨ Ο ευπαίδευτος συνήγορος ως προς την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε ανέφερε απλώς ότι όταν ο κατηγορούμενος έκλεισε το εν λόγω κέντρο αναψυχής τα μόνα στοιχεία του που διέθετε η Κατηγορούσα Αρχή ήταν η διεύθυνση του στο εν λόγω κέντρο και ο αριθμός της ταυτότητας του. Δεν μπορεί παρά να αποδοθεί λίγη σημασία στα πιο πάνω γιατί: α) Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσπάθειες εντοπισμού του και β) η Κατηγορούσα Αρχή εφόσον διέθετε την διεύθυνση όπου ασκείτο η επιχείρηση θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κινήσει τις διαδικασίες ξεκινώντας και χρησιμοποιώντας εκείνη τη διεύθυνση. Επισημαίνω το γεγονός ότι το εν λόγω κέντρο διαγράφηκε από τον Οργανισμό μόλις τον Ιανουάριο του 2007 όπως αναφέρθηκε κατά την έκθεση των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι δεν δικαιολογήθηκε αρκούντως ικανοποιητικά ο χρόνος μετά την υποβολή των εντύπων εκ μέρους του κατηγορούμενου στις 2.02.2006 μέχρι την 13.05.2010 τέσσερα και πλέον χρόνια μετά. Με τα πιο πάνω δεδομένα παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην λήψη δικαστικών μέτρων. Με δεδομένο επιπλέον ότι οι προσωπικές και επαγγελματικές συνθήκες του κατηγορούμενου έχουν αλλάξει έκτοτε, η καθυστέρηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής στη λήψη δικαστικών μέτρων θα επιδράσει στην ποινή που θα επιβληθεί. Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήδη από την 2.02.2006 γνώριζε την υποχρέωση του να καταβάλει τα ποσά που δήλωσε αλλά και τις συναφείς επιβαρύνσεις και τόκους ως συνέπεια της μη καταβολής τους. Καταλήγω όπως εκδώσω διατάγματα συμμόρφωσης του κατηγορούμενου με την καταβολή των ποσών που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 6, ποσά τα οποία δηλώθηκε ότι δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα, όπως επίσης διαταγμάτων συμμόρφωσης με την καταβολή των επιβαρύνσεων όπως αυτές έχουν καθοριστεί στις κατηγορίες 2,3,5,7,8 και
  1. Οι πιο πάνω επιβαρύνσεις για τις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα συμμόρφωσης στην ουσία συνιστούν αποζημίωση του Οργανισμού για την δαπάνη που απαιτείται για τη συλλογή των φόρων και η επιβάρυνση με τόκους συνιστά αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη ο Οργανισμός λόγω της καθυστέρησης της πληρωμής του ποσοστού 3% επί των εισπράξεων του όπως έχει αναγνωριστεί και από τη νομολογία μας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πατσαλίδη (πιο πάνω). Έχοντας αυτά υπόψη, την καθυστέρηση που όπως ανέφερα παρατηρήθηκε στη καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την αλλαγή πλέον των προσωπικών και επαγγελματικών συνθηκών του, την άμεση του παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, την έκδοση σχετικών διαταγμάτων συμμόρφωσης σε όσες κατηγορίες δεν υπήρξε μέχρι σήμερα, το γεγονός ότι πλέον το άρθρο 14 του σχετικού νόμου έχει στο μεταξύ καταργηθεί, γεγονός που δείχνει την πρόθεση του Νομοθέτη να αποποινικοποιήσει τις συγκεκριμένες παραλείψεις και επιπλέον την επιβάρυνση του με τα δικηγορικά έξοδα που έχουν συμφωνηθεί, καταλήγω να τον δεσμεύσω με χρηματική εγγύηση ύψους €2.000 για χρονική περίοδο δύο χρόνων να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς. Καταδικάζεται επίσης στα δικηγορικά έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτά έχουν συμφωνηθεί στα €800,00 πλέον Φ.Π.Α. Τα ποσά που υποχρεούται να καταβάλει στην Κατηγορούσα Αρχή σύμφωνα με τα πιο πάνω διατάγματα μου να τα καταβάλει με μηνιαίες δόσεις των €300,
  2. (Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.