Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αναστασία Ηλία, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 17476/10, 5 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 17476/10 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Αναστασία Ηλία Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 5 Απριλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κος. Κ. Σέργης Κατηγορούμενη : Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8,19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και 80
(1)/2000 (1η κατηγορία) και τη κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση του Καν.66(B)
(1)(α)(ι)(ιι)
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84 (2η κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας τον αστ.3229 Β. Ιακώβου (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 1079 Α. Σαββίδη και τον Αντώνη Αλεξάνδρου (ΜΚ3). Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να μην πει τίποτα στο Δικαστήριο τηρώντας το δικαίωμα της σιωπής. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Στις 19/7/10 επισκέφτηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στη Λεωφόρο Μακαρίου παρά τη διασταύρωση που ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες. Ενεχόμενα ήταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJF411 το οποίο οδηγείτο από την κατηγορούμενη και το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΤ250 το οποίο οδηγείτο από τον ΜΚ
- Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) στο οποίο τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης. Οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί συμφώνησαν και υπέγραψαν το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο στη συνέχεια ο ΜΚ1 μετέτρεψε σε τελικό ως τεκμήριο
- Έλεγξε επί τόπου τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης και διαπίστωσε ότι αυτά λειτουργούσαν κανονικά πλην του πράσινου βέλους για στροφή δεξιά σύμφωνα με τη πορεία του ΜΚ
- Έλαβε γραπτή κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4) και κατηγόρησε αυτή γραπτώς (τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι για το αναφερόμενο δυστύχημα κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση και ο άλλος ενεχόμενος οδηγός (ΜΚ3) o οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο πέρασε από τα φώτα τροχαίας της πορείας του με πράσινο φως και εισήλθε στη διασταύρωση με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Εξέθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του χωρίς καμία προσπάθεια να παραποιήσει αυτά σε βάρος της αλήθειας. Έδωσε μια αντικειμενική μαρτυρία στο Δικαστήριο επί της ουσίας της οποίας δεν αντεξετάσθηκε. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 6). Υπηρετεί στην Αστυνομική διεύθυνση Λάρνακας στον Κλάδο Τροχαίων Δυστυχημάτων. Στις 19/7/10 μετέβηκε με τον ΜΚ1 στη σκηνή του δυστυχήματος. Προσέγγισε την κατηγορούμενη η οποία βρισκόταν τραυματισμένη στο πεζοδρόμιο και την ρώτησε το όνομα της και πως έγινε το δυστύχημα. Η κατηγορούμενη του απάντησε αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Είσαι αστυνομικός; Εγώ φταίω που πέρασα με κόκκινο. υπολόγισα ότι θα περνούσα. εβιαζόμουν». Αμέσως ο ΜΚ2 της επέστησε τη προσοχή της στο Νόμο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2, σε σχετική υποβολή, απάντησε ότι όσα κατάθεσε ήταν ακριβώς αυτά που του ανέφερε η κατηγορούμενη κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο ήταν σταθερός και θετικός και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η πιο πάνω δήλωση της κατηγορούμενης έγινε στο μάρτυρα κατά την άφιξη του στη σκηνή στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του ως αστυνομικός και υπό αυτή του την ιδιότητα του έγινε η δήλωση από την κατηγορούμενη. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις κρίνω, πως η δήλωση της κατηγορούμενης περιέχει παραδοχή επιζήμιων για την υπόθεση της γεγονότων. Η απλή λογική επιβάλλει ότι αν τέτοιες δηλώσεις δεν ήταν αληθινές τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος ένας κατηγορούμενος να προβαίνει σε αυτές. Κανένας κατηγορούμενος δεν θα είχε κίνητρο να παραδεχτεί γεγονότα επιζήμια για την υπόθεση του εκτός αν αυτά ήταν αληθινά. Στην Αγγλική υπόθεση Slatterie v. Pooley
(1840)6 Μ.&.W 664 ο Δικαστής Parke, για να γίνει αντιληπτή η αρχή στην οποία βασιζόταν η αποδοχή παραδοχών, ως εξαίρεση τότε στον αποκλειστικό κανόνα της εξ' ακοής μαρτυρίας εναντίον σε αυτούς που την κάνουν, ανέφερε, ότι όταν ένας διάδικος μόνος του παραδέχεται ότι κάτι είναι αλήθεια, τότε εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, ότι αυτό που παραδέχεται είναι και αληθινό. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τα πιο πάνω είναι, ότι, αν δεν ήταν αληθινή μια τέτοια δήλωση τότε η κατηγορούμενη δεν θα προέβαινε σε αυτή. Περαιτέρω δεν έχει τεθεί από την υπεράσπιση ότι ο ΜΚ2 είχε κάποιο κίνητρο ή οποιοδήποτε όφελος να ισχυριστεί μια τέτοια παραδοχή της κατηγορούμενης ή να παραποιήσει την αλήθεια. Για τους πιο πάνω λόγους αλλά και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου άφησε ο ΜΚ2 από το εδώλιο του μάρτυρα είμαι διατεθειμένη να αποδεκτώ την πιο πάνω μαρτυρία του ως απόδειξη των γεγονότων στα οποία αυτή αναφέρεται. Ο ΜΚ3, οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΑΤ250 ανέφερε ότι πέρασε από τα φώτα τροχαίας της πορείας του με πράσινο φως και εισήλθε στη διασταύρωση όπου σταμάτησε δείχνοντας με το δείκτη του αυτοκινήτου του ότι θα στρίψει δεξιά. Περίμενε στη διασταύρωση για να περάσουν τα εξ' αντιθέτου ερχόμενα οχήματα μέχρι που άναψε το κόκκινο φως. Είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης σε απόσταση 25μ. από το ΑΛΤ των φώτων της πορείας της να κατευθύνεται ευθεία, επειδή όμως υπολόγισε ότι αυτό θα σταματούσε στο κόκκινο φως ο ίδιος εκκίνησε για να στρίψει δεξιά. Το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης όμως συνέχισε την πορεία του χωρίς να σταματήσει με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το δικό του όχημα την ώρα που άρχισε να στρίβει δεξιά. Ο ΜΚ3, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση απάντησε ότι, παρουσιάζει κάποια πάθηση στο δεξί μάτι, το οποίο όμως δεν του δημιουργεί πρόβλημα στην όραση. Επέμενε στη θέση του ότι η κατηγορούμενη εισήλθε στη διασταύρωση ενώ το φως στα φώτα τροχαίας της πορείας της ήταν κόκκινο. Ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Οι όποιες μικροαντιφάσεις υπάρχουν σε αυτήν δεν κρίνονται ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία του, αφού, ο απλός τρόπος και το ύφος με το οποίο κατέθεσε αλλά και η γενικότερη στάση με την οποία παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με έπεισαν για την ειλικρίνεια του. Ο ΜΚ3 κατά την μαρτυρία του ισχυρίσθηκε ότι ο πατέρας της κατηγορούμενης ανέφερε στην αδελφή του και σε κάποιο φίλο του ότι η κόρη του ευθύνεται για το δυστύχημα. Τα πιο πάνω αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία η οποία μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της δοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της εξ' ακοής μαρτυρίας καμία βαρύτητα δεν θα προσδοθεί σε αυτή. Η αποδοχή μιας τέτοιας μαρτυρίας, όπως έχει τεθεί, δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση. Έχοντας λοιπόν κατά νου ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρας δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Aγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1ΑΑΔ 263 Γενικός Εισαγγελέας v.Mανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207) δεν γίνεται αποδεκτό το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ
- Δέχομαι, όμως, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης αποτελεί εύρημα μου ότι η κατηγορούμενη στις 19/7/2010 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJF411 επί της Λεωφόρου Μακαρίου με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας που ελέγχουν τη διασταύρωση του πιο πάνω δρόμου με την Λεωφόρο Αρχ. Κυπριανού και την οδό Γλαύκου Αλιθέρση. Πλησιάζοντας προς τα φώτα τροχαίας ενώ το φως άναψε κόκκινο παρέλειψε να σταματήσει και συνεχίζοντας τη πορεία της εισήλθε στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΜΚ3 ο οποίος την ίδια ώρα επιχειρούσε να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στη Λεωφόρο Αρχ. Κυπριανού. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της διασταύρωσης και φαίνεται με το σημείο Χ επί του τελικού σχεδιαγράμματος τεκμήριο
- Η ορατότητα και των δύο οδηγών ήταν περί τα 70 μέτρα. Η διασταύρωση ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες. Ο δρόμος που επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση. Τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά πλην του πράσινου βέλους για στροφή δεξιά σύμφωνα με την πορεία του ΜΚ
- 1η κατηγορία: Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Αναφορικά με τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας δεν υπάρχει κανόνας δικαίου και η αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ.Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84, Φοινικαρίδης κ.α. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, Eva v. Reeves
(1938)1 ALL E.R.115). Στις πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι τα οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των Κανονισμών. Στην αγγλική απόφαση Radburn v. Kemp
(1971)3 ALL E.R 249 αποφασίστηκε ότι ένας οδηγός δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να εισέλθει στη διασταύρωση όταν και απλά επειδή ανάβει το πράσινο φως στην πορεία του. Έχει καθήκον να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές γι' αυτόν να εισέλθει και αφού εισέλθει δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει περαιτέρω διασχίζοντας τη διασταύρωση χωρίς να λάβει τη μέγιστη επιμέλεια να σώσει αθώα άτομα που βρίσκονταν ήδη στη διασταύρωση πριν την είσοδο του σε αυτή. Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις (βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Katsouris το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Έχοντας υπόψη τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται κρίνω ότι η οδική συμπεριφορά που επέδειξε η κατηγορούμενη δείχνει την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις και απέχει από αυτήν του λογικού και συνετού οδηγού. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ3 προφανώς φέρει και αυτός ευθύνη για το δυστύχημα, εν τούτοις, η συμπεριφορά της κατηγορούμενης συνέτεινε στη σύγκρουση αφού εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει και ενώ το φως στην πορεία της άναψε κόκκινο χωρίς ταυτόχρονα να εντοπίσει την παρουσία και την ορατή πρόθεση του ΜΚ3 να στρίψει δεξιά. Η κατηγορούμενη εισήλθε εντός της διασταύρωσης παραβαίνοντας το καθήκον της να ασκήσει την κατάλληλη παρατηρητικότητα για την ύπαρξη του άλλου οχήματος με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτό. 2η κατηγορία: O Kανονισμός 66Β
(1)προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με τη ρύθμιση της τροχαίας με τη χρήση φωτεινών σηματοδοτών: (
- i)Εξαιρουμένων των προνοιών της υποπαραγράφου (
- ii)η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η κατηγορούμενη πέρασε από τα φώτα τροχαίας της πορείας της παραλείποντας να σταματήσει στο κόκκινο φως. Δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση η ύπαρξη ή η νομιμότητα των συγκεκριμένων φωτεινών σηματοδοτών στους οποίους αναφέρθηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας και ότι τούτοι τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή. Επομένως επενεργεί στην παρούσα υπόθεση το τεκμήριο της κανονικότητας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ντίνου Φλωρίδη Π.Ε. 6496 ημερομηνίας 26/2/99) και Φοίβος Γιωργαλλίδης v. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 ΑΑΔ 789). Με βάση τα ευρήματα και τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη η οποία κρίνεται ένοχη σε αυτές. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο