Κώστας Κουρτελλής ν. AGGLOMERATE INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Υπ.:14556 / 2010, 14 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.:14556 / 2010 Κώστας Κουρτελλής Κατήγορος - ν -
- AGGLOMERATE INVESTMENTS LTD
- Κυριάκος Νικολάου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 14 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Κατήγορο: κ. Ν. Δαμιανού και κα Ζέζου Για τους κατηγορούμενους: κ. Χρ. Πουτζιουρής Κατηγορούμενος 2 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες με τα αντίστοιχα αδικήματα της κατοχής και της χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2,3
(1)(β) (στ), 9, 10
(1), 20
(1)(α),(β),(δ),
(2),
(3),(3Α), του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του Νόμου 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι από ή περί την 1η Απριλίου 2010 μέχρι σήμερα κατέχουν και χρησιμοποιούν οικοδομή, το κατάστημα αρ. 6 στο Oceanis Building, στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7965 αρ. Τεμαχίου 61/1/1/2/1 του Φ/Σχ. XL126 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή δηλαδή τον Έπαρχο Λάρνακας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο Κατήγορος προς απόδειξη των δύο πιο πάνω κατηγοριών και αδικημάτων παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.) και κατά τη παράθεση της μαρτυρίας εκ μέρους του έγινε εκ συμφώνου κατάθεση διαφόρων εγγράφων. Ο κ. Κώστας Κουρτελλής (Μ.Κ. 1) του οποίου η δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο ¨Κ¨ ανέφερε ότι είναι ο κατήγορος στη παρούσα υπόθεση. Το 1989, όπως εξήγησε, με πωλητήριο έγγραφο είχε αγοράσει από την Ελένη Χρίστου Θεοχάρους και την εταιρεία MAKARIA ESTATES LTD το κατάστημα με αριθμό 6 στο Oceanis Building που βρίσκεται στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7965, αρ. Τεμαχίου 61/1/1/2/1 του Φ/Σχ, XLI 26 στην Ορόκλινη. Το σχετικό πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 30.10.1989 το έχει στη κατοχή του και αυτό έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Η σύζυγος του Ηλιάννα Κουρτελλή αγόρασε το διπλανό κατάστημα με αριθμό
- Τα δύο καταστήματα λειτουργούσαν ως μπυραρία η οποία ήταν γνωστή με το όνομα ¨COZZIS PUB¨. Τον Ιανουάριο του 2007 ως εταιρεία ELIARITA LTD που είχε τη διαχείριση της μπυραρίας ¨COZZIS PUB¨ ενοικίασαν στον Κυριάκο Νικολάου (δεύτερο κατηγορούμενο) και ειδικότερα στην εταιρεία Agglomerate Investments Ltd την μπυραρία και υπογράφτηκε και συμφωνία ημερομηνίας 25.01.
- Από τότε τα καταστήματα κρατούσαν και λειτουργούσαν οι κατηγορούμενοι. Το όνομα της μπυραρίας το έκαμαν ¨CASTLE PUB.¨ Από τον Οκτώβριο του 2009 οι κατηγορούμενοι δεν τους πλήρωσαν κανένα ενοίκιο. Με επιστολή των δικηγόρων τους Δαμιανού & Λάρκου ημερομηνίας 11ης Μαρτίου 2010 τερματίσθηκε η εν λόγω ενοικίαση. Τα καταστήματα συνέχισαν να τα κρατούν και λειτουργούν οι κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα ο 2ος κατηγορούμενος Κυριάκος Νικολάου συνέχισε να κρατά και λειτουργεί το κατάστημα του όπως και σήμερα. Ο Κυριάκος Νικολάου προχώρησε χωρίς την άδεια τους σε ανέγερση υποστατικού στο μπροστινό μέρος του καταστήματος. Αυτό όπως υποδείχθηκε από τους ιδιοκτήτες του κτηρίου θα εμπόδιζε και την εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης του κτηρίου. Παρά το ότι υπέδειξαν στον Κυριάκο Νικολάου ότι πρέπει να αφαιρέσει την προσθήκη που έκαμε αυτός αρνήθηκε να το κάμει. Οι κατηγορούμενοι κατέχουν και χρησιμοποιούν το κατάστημα του χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης και χωρίς την όποια συγκατάθεση του από τις 31.03.
- Η Επαρχιακή Διοίκηση παρά το ότι είχε επισκεφθεί τα καταστήματα και είδε την κατάσταση, δεν έκαμε καμία υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
- Για αυτό και προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αφού οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να κατέχουν και χρησιμοποιούν το κατάστημα του. Περεταίρω περιέγραψε το είδος του υποστατικού που ανήγειραν οι κατηγορούμενοι που είναι ένας τοίχος όπου τοποθέτησε τέντα με κατρόχαρτα και το έκλεισε με διπλά τζάμια ως προσθήκη στο κατάστημα που ενοικιάζει. Όταν είπε στον 2ο κατηγορούμενο ότι αυτά που κατασκεύασε είναι παράνομα αυτός του είπε ότι όταν έρθει η ώρα θα τα χαλάσει ο ίδιος. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι είχαν αγοράσει αρχικά με κάποιον ανιψιό του από ένα κατάστημα στο εν λόγω κτηριακό συγκρότημα πριν ακόμα ανεγερθούν και όταν ακόμα ήταν στα σχέδια. Στη συνέχεια ο ανιψιός του πώλησε το δικό του κατάστημα στη γυναίκα του. Λειτούργησαν και τα δύο εξ αρχής ενιαία ως ένα κατάστημα. Δεν γνωρίζει αν η πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε είναι για δύο ξεχωριστά μαγαζιά. Την κατοχή τους την είχαν πάρει το 1990 και είχαν ανοίξει μπυραρία - Snack Bar και στη συνέχεια τη λειτούργησε ο ίδιος μόνο ως μπυραρία. Οι άδειες λειτουργίας εκδίδονταν αρχικά επ΄ονόματι του και στη συνέχεια στο όνομα της γυναίκας του. Παραδέχθηκε ότι προσπαθούσαν για χρόνια να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως για το κατάστημα και λειτουργούσαν την επιχείρηση τους χρόνια χωρίς αυτό. Εξήγησε ότι πριν από δύο χρόνια ο ιδιοκτήτης που είχε κτίσει τα καταστήματα τον ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος να βγάλει τίτλους ιδιοκτησίας για τα καταστήματα αλλά θα έπρεπε πρώτα να αρθούν οι παρανομίες όπως ήταν οι προσθήκες που έκαμαν οι κατηγορούμενοι. Ενημέρωσε τον 2ο κατηγορούμενο και αυτός του ζήτησε πίστωση χρόνου. Αφού δεν υπήρξε συμμόρφωση του αναγκάστηκε και πήγε σε δικηγόρο ο οποίος τους απέστειλε επιστολή, χωρίς όμως και πάλι ανταπόκριση. Αναφέρθηκε ακόμα και στις συνθήκες πώλησης της επιχείρησης το 2007 και της υπογραφής της σχετικής συμφωνίας πώλησης της και ενοικίασης των καταστημάτων σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Η συμφωνία αυτή είχε υπογραφτεί από τον 2ο κατηγορούμενο και τον πρώην συνέταιρο του στην εταιρεία που είναι η Κατηγορούμενη
- Παραδέχθηκε ότι έχει εγερθεί αγωγή στο Ε.Δ. Λάρνακας με την οποία αξίωναν εναντίον των κατηγορουμένων καθυστερημένα ενοίκια. Από ό,τι γνωρίζει ο τότε συνέταιρος του 2ου κατηγορούμενου, ονόματι Ανδρέας, είχε αποχωρήσει από την επιχείρηση πριν ακόμα προκύψει το ζήτημα της έκδοσης πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως. Παραδέχθηκε ότι πριν ακόμα πωλήσουν την επιχείρηση στους κατηγορούμενους είχαν προβεί και οι ίδιοι σε μικρές προσθηκομετατροπές οι οποίες όμως αφαιρούνται εύκολα. Το ζήτημα της έκδοσης πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως προέκυψε τον Απρίλιο του 2009 όπως ανέφερε στο τέλος. Οι προσθηκομετατροπές έγιναν το 2008 και από τους δύο τότε συνεταίρους και του είχαν πει ότι όταν θα ερχόταν η ώρα θα τις χαλούσαν. Σε σχέση με υποβολή ότι ο ίδιος προσωπικά δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον στην έγερση της παρούσας υπόθεσης εφόσον είναι η εταιρεία ELIARITA LTD η ιδιοκτήτρια, όπως φαίνεται και στο έγγραφο Τεκμήριο 2 και παραδέχεται και στην γραπτή του δήλωση την οποία υιοθέτησε ενόρκως, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει από νομικά. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι είναι καταχρηστικά που καταχώρησε την παρούσα υπόθεση εφόσον σκοπός του είναι να εισπράξει τα καθυστερημένα, όπως ισχυρίζεται, ενοίκια και επέμενε ότι εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να χαλαστούν τα παράνομα για να εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας και βέβαια δεν αρνήθηκε ότι τον ενδιαφέρει και η είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Η Επαρχιακός Επόπτης κα Στέλλα Βαρνάβα κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Ανέφερε ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και μεταξύ των αρμοδιοτήτων της είναι και η εφαρμογή του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου για την περιοχή μεταξύ άλλων και της Ορόκλινης. Ανέφερε ότι για το συγκεκριμένο ακίνητο είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής στις 28.03.1989 με βάσει το φάκελο Β.274/
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την εν λόγω άδεια οικοδομής. Για την εν λόγω άδεια οικοδομής από τα στοιχεία που φαίνονται στο φάκελο που τηρείται προς τούτο δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως έχει ο ιδιοκτήτης ενός κτηρίου. Η άδεια οικοδομής ίσχυε μέχρι την 23.03.1990 και δεν φαινόταν στο φάκελο αίτηση για ανανέωση της. Από ό,τι μπορούσε να ξέρει από τα στοιχεία του φακέλου ο Έπαρχος Λάρνακας δεν έκαμε οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τη παράλειψη των ιδιοκτητών να υποβάλουν αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως. Συμφώνησε ότι πλείστες οικοδομές δεν διαθέτουν πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως. Στη συνέχεια κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 4 τα πιστοποιητικά που τηρούνται στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 όπου φαίνεται ότι είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με διεύθυνση της το χωριό Ορόκλινη και με μοναδικό διευθυντή και μέτοχο της τον 2ο κατηγορούμενο. Ως Τεκμήρια 5 και 6 κατατέθηκαν οι συστημένες επιστολές με ημερομηνία 11.03.2010 οι οποίες αποστάληκαν από τους δικηγόρους της ιδιοκτήτριας εταιρείας με την οποία τερματιζόταν η ενοικίαση του καταστήματος στις 31.03.
- ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι δεν υπάρχει πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή για το επίδικο ακίνητο. Επιμένει όμως στην εισήγηση του ότι δεν αποδείχθηκε η υπόθεση εκ πρώτης όψεως εναντίον των κατηγορουμένων με αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες για τους ακόλουθους δύο βασικούς λόγους:
- Από την Υπεράσπιση αμφισβητείται η ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου από τον παραπονούμενο - κατήγορο ο οποίος δεν απέδειξε την ιδιοκτησία του και ως εκ τούτου είναι ο ισχυρισμός τους ότι δεν νομιμοποιείται ή και δεν έχει έννομο συμφέρον στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, και
- ο κατήγορος καταχρηστικά καταχώρησε την παρούσα υπόθεση εφόσον έχει κινήσει και πολιτική αγωγή αξιώνοντας καθυστερημένα ενοίκια και είναι γι΄αυτόν τον λόγο που καταχώρησε και την παρούσα ποινική υπόθεση με απώτερο σκοπό να εκβιάσει την είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγόρου εισηγήθηκε και αυτός με αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες ότι οι πιο πάνω λόγοι που επικαλείται η Υπεράσπιση δεν έχουν έρεισμα ούτε στη μαρτυρία που προσφέρθηκε ούτε και στη νομολογία μας και θα πρέπει να απορριφθούν. Γι΄αυτό εισηγήθηκε όπως οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία. Σε επιμέρους εισηγήσεις των δύο πλευρών θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια της απόφασης μου και στο κατάλληλο σημείο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία˙ (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη, πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Εισαγγελέας v. Κουννίδης
(1993)2 ΑΑΔ 82 τονίστηκε ότι: ¨Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις τα στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.¨ Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σωτηριάδης v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λoίζoυ v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.¨ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Για το πρώτο ζήτημα που έθιξε η Υπεράσπιση αυτό του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου καταστήματος η μαρτυρία που παρατέθηκε προέρχεται και από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας. Εκ πρώτοις όψεως αυτή η μαρτυρία φαίνεται ότι παρουσιάζει μεταξύ της διάσταση την οποία επισημαίνει και η Υπεράσπιση. Είναι γεγονός ότι η Επαρχιακός Επόπτης κα Στέλλα Βαρνάβα (Μ.Κ.2) ανέφερε ότι στο φάκελο της Επαρχιακής Διοίκησης που αφορά το οικοδομικό συγκρότημα στο οποίο βρίσκεται το επίδικο κατάστημα ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί το συγκρότημα φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι η Ελένη Χρίστου Γεωργίου Θεοχάρους και η εταιρεία MAKARIA ESTATES LTD η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε οικοδομική άδεια για την ανέγερση ενός ισόγειου κτηριακού συγκροτήματος αποτελούμενου από 8 καταστήματα κ.λ.π. (Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής που είναι στο φάκελο, ιδιοκτήτρια φαίνεται κάποια Ανδρούλλα Χρίστου Γεωργίου Θεοχάρους η οποία όπως εξήγησε φαίνεται συγγενικό πρόσωπο με την αιτήτρια. Εξήγησε περαιτέρω η μάρτυρας ότι για την άδεια οικοδομής που αφορά ο πιο πάνω φάκελος μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να είχαν εκδοθεί χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο για τις επί μέρους μονάδες. Είναι γι΄αυτόν τον λόγο που στον εν λόγω φάκελο εξακολουθεί να φαίνεται ως ιδιοκτήτρια η πιο πάνω, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του κτήματος. Ο κατήγορος (Μ.Κ.1), από την άλλη, ανέφερε ότι είχε αγοράσει αυτό το κατάστημα από το 1989 από την πιο πάνω Ελένη Χρίστου Γεωργίου Θεοχάρους και την εταιρεία MAKARIA ESTATES LTD οι οποίοι παρουσιάζονταν στην Σύμβαση Πώλησης Ακίνητης Ιδιοκτησίας που υπέγραψαν την 30.10.1989 (Τεκμήριο 1), ως οι ιδιοκτήτες του οικοδομικού συγκροτήματος όπως εξάλλου φαίνεται και επί της άδειας οικοδομής που εξεδόθη προς τούτο, το Τεκμήριο 3. Τη σύμβαση αυτή, όπως ανέφερε, την κατάθεσε και στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, χωρίς βέβαια το τελευταίο να ενέχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το ζητούμενο στη παρούσα υπόθεση. Παρόλο ότι έκτοτε φαίνεται ότι το κατάστημα δεν μεταβιβάστηκε επ΄ονόματι του, κατά την άποψη μου το έγγραφο αυτό (Τεκμήριο 1) τον καθιστά νόμιμο δικαιούχο και ιδιοκτήτη του ακινήτου, ανεξάρτητα αν μέχρι σήμερα δεν έχει εγγραφεί και επ΄ονόματι του επίσημα στα κτηματολογικά μητρώα. Εξάλλου, το πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδει το κτηματολόγιο μόνο ως ένδειξη ιδιοκτησίας λογίζεται. Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις θα πρέπει να αναζητούνται τα πραγματικά περιστατικά που διέπουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενός ακινήτου. Η πιο πάνω σύμβαση λοιπόν παραμένει αδιαμφισβήτητο στοιχείο εφόσον δεν υποβλήθηκε στον μάρτυρα οτιδήποτε αντίθετο από ό,τι αποδεικνύει το κείμενο της, ούτε και αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της. Η ένδειξη επομένως που προσφέρει το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου ως απόδειξη εκ πρώτοις όψεως της εγγραφής του ιδιοκτήτη του υποχωρεί μπροστά σε αυτή που αποκαλύπτει η πραγματικότητα και που δεν είναι άλλη από την ύπαρξη σύμβασης όπου ο κατήγορος φέρεται ως ο αγοραστής του επίδικου καταστήματος και η οποία τον νομιμοποιεί ταυτόχρονα ως ιδιοκτήτη πλέον να εγείρει την παρούσα ποινική δίωξη εναντίον του κατόχου του καταστήματος. Η άλλη πτυχή που θίγει η Υπεράσπιση πάνω στο ίδιο αυτό ζήτημα είναι ότι ήταν η εταιρεία ELIARITA LTD που είχε συνάψει τη συμφωνία πώλησης και ενοικίασης με τους κατηγορούμενους και επομένως αυτή ίσως να είχε και τη νομιμοποίηση ενός τέτοιου διαβήματος. Ούτε και αυτή η θέση μπορεί να τύχη θετικής σύγκλησης εφόσον όπως εξήγησε ο Μ.Κ.1 η εταιρεία αυτή ήταν η διαχειρίστρια της επιχείρησης της μπυραρίας με το όνομα ¨COZZIS¨ και ήταν η επιχείρηση αυτή που πωλήθηκε και ενοικιάστηκε στους κατηγορούμενους με βάσει το έγγραφο (Τεκμήριο 2) η οποία βέβαια συμπεριλάμβανε και την κατοχή του καταστήματος για την οποία θα κατέβαλλαν μάλιστα το ενοίκιο που συμφωνήθηκε μηνιαίως. Ήταν ξεκάθαρος ο Μ.Κ.1 ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, ιδιοκτήτρια του άλλου καταστήματος, λειτούργησαν σ΄αυτά αρχικά επιχείρηση μπυραρίας - snack bar και στη συνέχεια μόνο μπυραρίας, την οποία περιέβαλαν κάτω από τον εταιρικό μανδύα της εταιρείας ELIATITA LTD. Είναι δε την επιχείρηση που είχαν πωλήσει και ενοικιάσει στους κατηγορούμενους γι΄αυτό και συμβαλλόμενη σε εκείνη τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) ήταν η εν λόγω εταιρεία. Η δε λέξη ¨owner¨ που χρησιμοποιείται για την ELIARITA LTD στο Τεκμήριο 2 εξηγείται στη συνέχεια του ίδιου εγγράφου με ευκρίνεια ότι πρόκειται για την επιχείρηση που διεξαγόταν σ΄αυτά τα καταστήματα της οποίας ήταν ιδιοκτήτρια η εταιρεία αυτή και όχι των ίδιων των καταστημάτων. Το πώς λειτουργούσαν μεταξύ τους είναι αδιάφορο σε σχέση με την κρίση των επίδικων θεμάτων. Για το άλλο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της ποινικής δίωξης εκ μέρους του κατηγόρου έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Προκύπτει σαφώς από τη μαρτυρία του κατήγορου ότι δεν προχώρησε στη παρούσα ποινική δίωξη των κατηγορούμενων εκβιάζοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο την είσπραξη καθυστερημένων ενοικίων εκ μέρους τους. Εξάλλου όπως είναι κοινά παραδεκτό έχει εγερθεί η πολιτική αγωγή η οποία αποσκοπεί σ΄αυτό το ζήτημα. Το ότι ο κατήγορος σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα αν στο μεταξύ οι κατηγορούμενοι ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους καταβάλλοντας και τα καθυστερημένα ενοίκια αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ή να αναχθεί σε καταχρηστική άσκηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους του. Ήταν σαφής ότι σκοπός της παρούσας είναι να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους ως τους σημερινούς κατόχους του υποστατικού του να κατεδαφίσουν τις παράνομες οικοδομές τις οποίες ανήγειραν ή υφίστανται στο υποστατικό έτσι ώστε να γίνει κατορθωτή η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής έκδοση του απαραίτητου πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως με βάσει το οποίο στη συνέχεια θα εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας των μονάδων από τις οποίες αποτελείται το κτηριακό συγκρότημα επί του οποίου ευρίσκεται το κατάστημα του. Αν συμμορφωθούν σε σχέση με αυτό το ζήτημα και καταβάλουν βέβαια και τα ενοίκια τους δεν θα είχε πρόβλημα να εξακολουθήσουν να διαχειρίζονται την επιχείρηση της μπυραρίας. Ο κατήγορος (Μ.Κ. 1) στη κατάθεση του ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι ακόμα και μετά τον τερματισμό της ενοικίασης με την επιστολή με ημερομηνία 11.03.2010 (Τεκμήρια 5 και 6) εξακολουθούν να κατέχουν το επίδικο κατάστημα. Επισημαίνω ότι δεν έχει υποβληθεί στον μάρτυρα κάτι διαφορετικό σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Επίσης είναι δεδομένο τόσο από τη μαρτυρία του κατηγόρου όσο και αυτής της Μ.Κ.2 αρμόδιας λειτουργού της Επαρχιακής Διοίκησης ότι η τελευταία δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των κατηγορουμένων ούτε ως προς τη παράλειψη τους μέχρι σήμερα και παρά την πάροδο μιας εικοσαετίας και πλέον χωρίς να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως ούτε και ως προς τις παράνομες προσθήκες στην οικοδομή κατά παράβαση της εκδοθείσας άδειας. Για το ζήτημα της κατάχρησης των διαδικασιών του Δικαστηρίου παραπέμπω στην υπόθεση Garaca κ.ά. v. Τάκκα,
(2007)2 ΑΑΔ σελ. 165 όπου στη σελ. 170 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨Όσον αφορά την αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και την κατ΄ ισχυρισμό κατάχρηση της διαδικασίας, παρατηρούμε ότι ο σκοπός της διαδικασίας εκείνης είναι άλλος και διαφορετικός από εκείνο της ποινικής δίωξης. Επί του προκειμένου, παραπέμπουμε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, όπου κρίθηκε από την Ολομέλεια κατά πλειοψηφία ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη ποινικής υπόθεσης και πολιτικής για είσπραξη των οφειλόμενων σε περίπτωση ακάλυπτης επιταγής, δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. κατά συνέπεια, απορρίπτουμε τη θέση αυτή των εφεσειόντων¨. Η απόρριψη επομένως των δύο πιο πάνω βασικών επιχειρημάτων τα οποία πρόβαλε η Υπεράσπιση για να υποστηρίξει την εισήγηση της και η κατάληξη μου περί της ύπαρξης μαρτυρίας για τη νομιμοποίηση του κατηγόρου να εγείρει τη παρούσα δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι σύμφωνα με τη μαρτυρία κατέχουν και χρησιμοποιούν το επίδικο κατάστημα η 1η ως η ενοικιάστρια εταιρεία και ο 2ος ως ο μοναδικός διευθυντής της (Τεκμήριο 4) όπου η ευθύνη του είναι με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε αναγνώριση του από το εδώλιο του μάρτυρα εφόσον όταν ο Μ.Κ.1 έλεγε από τον εδώλιο του μάρτυρα ότι κάλεσε τον κατηγορούμενο να αφαιρέσει τα παράνομα υποστατικά, σαφώς εννοούσε τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος του είχε πει ότι όταν έρθει η ώρα θα τα αφαιρούσε. Το επίδικο κατάστημα και την επιχείρηση που διεξαγόταν εντός αυτού τα ενοικιάζει η 1η κατηγορούμενη σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 από την εταιρεία που διαχειριζόταν την επιχείρηση μπυραρίας την οποία ασκούσε ο κατήγορος με τη σύζυγο του την ELIARITA LTD. Για το εν λόγω κατάστημα δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου. Όπως δε αναφέρεται στην ίδια πιο πάνω απόφαση Garaca από τον κ. Αρτέμη, Πρόεδρο σήμερα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη σελ. 171: ¨Το γεγονός ότι μόνον οι ιδιοκτήτες των παράνομων οικοδομών θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση για έκδοση του αναγκαίου πιστοποιητικού εγκρίσεως και το ότι οι σχέσεις των εφεσειόντων - ενοικιαστών με τους ιδιοκτήτες ήταν τεταμένες δεν απάλλασσε τους εφεσείοντες από την ποινική τους ευθύνη αλλά ούτε και ήταν λόγος για μη έκδοση του διατάγματος κατεδάφισης εναντίον των εφεσειόντων. Αλλιώτικα αν τα δικαστήρια δεν εξέδιδαν διατάγματα κατεδάφισης οικοδομών, εναντίον των ενοικιαστών, αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα από τους ιδιοκτήτες για να μη κατεδαφίζουν παράνομες οικοδομές τους που κατέχονται και χρησιμοποιούνται από ενοικιαστές. Κατά την εκτίμηση μας ούτε η μη έκδοση διατάγματος κατεδαφίσεως εναντίον των ενοικιαστών θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα από τους ιδιοκτήτες αλλά ούτε και η μη έκδοση διατάγματος κατεδαφίσεως εναντίον των ιδιοκτητών θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα από τους ενοικιαστές για τη μη κατεδάφιση παράνομων οικοδομών¨. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αναφέρθηκε βέβαια κατά την εισήγηση του εκτεταμένα στη δοθείσα εκ μέρους του κατηγόρου μαρτυρία και τη σχολίασε δίδοντας της τη δική του ερμηνεία. Στα σχόλια του υπήρξε βέβαια απάντηση εκ μέρους του συνηγόρου του κατήγορου. Η σε βάθος βέβαια ανάλυση της μαρτυρίας δεν είναι του παρόντος. Η αντικειμενική της εξέταση δεν παρουσιάζει αντινομικότητα η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αθώωση από αυτό το στάδιο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε και απόδειξε εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες και ως εκ τούτου θα καλέσω τους κατηγορούμενους σε απολογία σε αυτές. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο