← Κύπρος

Κώστας Κουρτελλής ν. AGGLOMERATE INVESTMENTS LTD, Αρ. Υπ.:14556 / 2010, 18 Απριλίου,  2011

Κώστας Κουρτελλής ν. AGGLOMERATE INVESTMENTS LTD, Αρ. Υπ.:14556 / 2010, 18 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.:14556 / 2010 Κώστας Κουρτελλής Κατήγορος - ν -

  1. AGGLOMERATE INVESTMENTS LTD
  2. Κυριάκος Νικολάου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 18 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Κατήγορο: κ. Ν. Δαμιανού και κα Ε. Ζέζου Για τους κατηγορούμενους: κ. Χρ. Πουτζιουρής και κ. Πασιουρτίδης Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα της κατοχής και της χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2,3

(1)(β) (στ), 9, 10
(1), 20
(1)(α),(β),(δ),
(2),
(3),(3Α), του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του Νόμου 166/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι από ή περί την 1η Απριλίου 2010 μέχρι σήμερα κατέχουν και χρησιμοποιούν οικοδομή, το κατάστημα αρ. 6 στο Oceanis Building, στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7965 αρ. Τεμαχίου 61/1/1/2/1 του Φ/Σχ. XL126 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή δηλαδή τον Έπαρχο Λάρνακας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο Κατήγορος προς απόδειξη των δύο πιο πάνω αδικημάτων παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.) και κατά τη παράθεση της μαρτυρίας εκ μέρους του έγινε εκ συμφώνου κατάθεση διαφόρων εγγράφων. Οι κατηγορούμενοι όταν κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να προσφέρουν οι ίδιοι οποιανδήποτε μαρτυρία. Ο κ. Κώστας Κουρτελλής (Μ.Κ. 1) του οποίου η δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο ¨Κ¨ ανέφερε ότι είναι ο κατήγορος στη παρούσα υπόθεση. Το 1989, όπως εξήγησε, με πωλητήριο έγγραφο είχε αγοράσει από την Ελένη Χρίστου Θεοχάρους και την εταιρεία MAKARIA ESTATES LTD το κατάστημα με αριθμό 6 στο Oceanis Building που βρίσκεται στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7965, αρ. Τεμαχίου 61/1/1/2/1 του Φ/Σχ, XLI 26 στην Ορόκλινη. Το σχετικό πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 30.10.1989 το έχει στη κατοχή του και αυτό έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Η σύζυγος του Ηλιάννα Κουρτελλή αγόρασε το διπλανό κατάστημα με αριθμό
  2. Τα δύο καταστήματα λειτουργούσαν ως μπυραρία η οποία ήταν γνωστή με το όνομα ¨COZZIS PUB¨. Τον Ιανουάριο του 2007 η εταιρεία τους ELIARITA LTD που είχε τη διαχείριση της μπυραρίας ¨COZZIS PUB¨ ενοικίασε στον Κυριάκο Νικολάου (δεύτερο κατηγορούμενο) και ειδικότερα στην εταιρεία Agglomerate Investments Ltd την επιχείρηση της μπυραρίας και υπογράφτηκε και συμφωνία ημερομηνίας 25.01.
  3. Από τότε τα καταστήματα τα κρατούσαν και τα λειτουργούσαν οι κατηγορούμενοι. Το όνομα της μπυραρίας το έκαμαν ¨CASTLE PUB.¨ Από τον Οκτώβριο του 2009 οι κατηγορούμενοι δεν τους πλήρωσαν κανένα ενοίκιο. Με επιστολή των δικηγόρων τους Δαμιανού & Λάρκου ημερομηνίας 11ης Μαρτίου 2010 τερματίσθηκε η εν λόγω ενοικίαση. Τα καταστήματα συνέχισαν να τα κρατούν και να τα λειτουργούν οι κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα ο 2ος κατηγορούμενος Κυριάκος Νικολάου συνέχισε να κρατά και λειτουργεί το κατάστημα του όπως και σήμερα. Ο Κυριάκος Νικολάου προχώρησε χωρίς την άδεια τους σε ανέγερση υποστατικού στο μπροστινό μέρος του καταστήματος. Αυτό όπως υποδείχθηκε από τους ιδιοκτήτες του κτηρίου θα εμπόδιζε την εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης του κτηρίου. Παρά το ότι υπέδειξαν στον Κυριάκο Νικολάου ότι πρέπει να αφαιρέσει την προσθήκη που έκαμε αυτός αρνήθηκε να το κάμει. Οι κατηγορούμενοι κατέχουν και χρησιμοποιούν το κατάστημα του χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης και χωρίς την όποια συγκατάθεση του από τις 31.03.
  4. Η Επαρχιακή Διοίκηση παρά το ότι είχε επισκεφθεί τα καταστήματα και είδε την κατάσταση, δεν έκαμε καμία υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  5. Για αυτό και προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αφού οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να κατέχουν και χρησιμοποιούν το κατάστημα του. Περεταίρω περιέγραψε το είδος του υποστατικού που ανήγειραν οι κατηγορούμενοι που είναι ένας τοίχος όπου τοποθέτησε τέντα με κατρόχαρτα και το έκλεισε με διπλά τζάμια ως προσθήκη στο κατάστημα που ενοικιάζει. Όταν είπε στον 2ο κατηγορούμενο ότι αυτά που κατασκεύασε είναι παράνομα αυτός του είπε ότι όταν έρθει η ώρα θα τα χαλάσει ο ίδιος. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι είχαν αγοράσει αρχικά με κάποιον ανιψιό του από ένα κατάστημα στο εν λόγω κτηριακό συγκρότημα πριν ακόμα ανεγερθούν και όταν ακόμα ήταν στα σχέδια. Στη συνέχεια ο ανιψιός του πώλησε το δικό του κατάστημα στη γυναίκα του. Λειτούργησαν και τα δύο εξ αρχής ενιαία ως ένα κατάστημα. Δεν γνωρίζει αν η πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε είναι για δύο ξεχωριστά μαγαζιά. Την κατοχή τους την είχαν πάρει το 1990 και είχαν ανοίξει μπυραρία - Snack Bar και στη συνέχεια τη λειτούργησε ο ίδιος μόνο ως μπυραρία. Οι άδειες λειτουργίας εκδίδονταν αρχικά επ΄ονόματι του και στη συνέχεια στο όνομα της γυναίκας του. Παραδέχθηκε ότι προσπαθούσαν για χρόνια να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως για το κατάστημα και λειτουργούσαν την επιχείρηση τους χρόνια χωρίς αυτό. Εξήγησε ότι πριν από δύο χρόνια ο ιδιοκτήτης που είχε κτίσει τα καταστήματα τον ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος να βγάλει τίτλους ιδιοκτησίας για τα καταστήματα αλλά θα έπρεπε πρώτα να αρθούν οι παρανομίες όπως ήταν οι προσθήκες που έκαμαν οι κατηγορούμενοι. Ενημέρωσε τον 2ο κατηγορούμενο και αυτός του ζήτησε πίστωση χρόνου. Αφού δεν υπήρξε συμμόρφωση του αναγκάστηκε και πήγε σε δικηγόρο ο οποίος τους απέστειλε επιστολή με την οποία τερμάτισαν την ενοικίαση του καταστήματος, χωρίς όμως να υπάρξει και πάλι ανταπόκριση τους. Μετά από σχετικές ερωτήσεις έκαμε αναφορά στις συνθήκες πώλησης της επιχείρησης το 2007 στους κατηγορούμενους και της υπογραφής της σχετικής συμφωνίας πώλησης της επιχείρησης και ενοικίασης των καταστημάτων σύμφωνα με το Τεκμήριο
  6. Η συμφωνία αυτή είχε υπογραφτεί από τον 2ο κατηγορούμενο και τον πρώην συνέταιρο του στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Παραδέχθηκε ότι έχει εγερθεί αγωγή στο Ε.Δ. Λάρνακας με την οποία αξίωναν εναντίον των κατηγορουμένων καθυστερημένα ενοίκια. Από ό,τι γνωρίζει ο τότε συνέταιρος του 2ου κατηγορούμενου, ονόματι Ανδρέας, είχε αποχωρήσει από την επιχείρηση πριν ακόμα προκύψει το ζήτημα της έκδοσης πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως. Παραδέχθηκε ότι πριν ακόμα πωλήσουν την επιχείρηση στους κατηγορούμενους είχαν προβεί και οι ίδιοι σε μικρές προσθηκομετατροπές οι οποίες όμως, όπως ανέφερε, αφαιρούνται εύκολα. Το ζήτημα της έκδοσης πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως προέκυψε τον Απρίλιο του
  7. Οι προσθηκομετατροπές έγιναν το 2008 και από τους δύο τότε συνεταίρους και του είχαν πει ότι όταν θα ερχόταν η ώρα θα τις χαλούσαν. Σε σχέση με υποβολή ότι ο ίδιος προσωπικά δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον στην έγερση της παρούσας υπόθεσης, εφόσον είναι η εταιρεία ELIARITA LTD η ιδιοκτήτρια, όπως φαίνεται και στο έγγραφο Τεκμήριο 2 και παραδέχεται και στην γραπτή του δήλωση την οποία υιοθέτησε ενόρκως, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει από νομικά. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι είναι καταχρηστικά που καταχώρησε την παρούσα υπόθεση εφόσον σκοπός του είναι να εισπράξει τα καθυστερημένα ενοίκια, όπως ισχυρίζεται, και επέμενε ότι εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να χαλαστούν οι παράνομες προσθήκες για να εκδοθεί το πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως και στη συνέχεια να εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας και βέβαια δεν αρνήθηκε ότι τον ενδιαφέρει και η είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Η Επαρχιακός Επόπτης κα Στέλλα Βαρνάβα κατέθεσε ως Μ.Κ.
  8. Ανέφερε ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και μεταξύ των αρμοδιοτήτων της είναι και η εφαρμογή του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου για την περιοχή μεταξύ άλλων και της Ορόκλινης. Ανέφερε ότι για το συγκεκριμένο ακίνητο είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής στις 28.03.1989 με βάσει το φάκελο Β.274/
  9. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την εν λόγω άδεια οικοδομής. Για την εν λόγω άδεια οικοδομής από τα στοιχεία που φαίνονται στο φάκελο που τηρείται προς τούτο δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως έχει ο ιδιοκτήτης ενός κτηρίου. Η άδεια οικοδομής ίσχυε μέχρι την 23.03.1990 και δεν φαινόταν στο φάκελο αίτηση για ανανέωση της. Από ό,τι μπορούσε να ξέρει από τα στοιχεία του φακέλου ο Έπαρχος Λάρνακας δεν έκαμε οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τη παράλειψη των ιδιοκτητών να υποβάλουν αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως. Συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι πλείστες οικοδομές δεν διαθέτουν πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως. Στη συνέχεια κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 4 τα πιστοποιητικά που τηρούνται στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 σύμφωνα με τα οποία αυτή είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με διεύθυνση της το χωριό Ορόκλινη και με μοναδικό διευθυντή και μέτοχο της τον 2ο κατηγορούμενο. Ως Τεκμήρια 5 και 6 κατατέθηκαν οι συστημένες επιστολές με ημερομηνία 11.03.2010 οι οποίες αποστάληκαν από τους δικηγόρους της ιδιοκτήτριας εταιρείας με την οποία τερματιζόταν η ενοικίαση του καταστήματος στις 31.03.
  10. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του κατηγόρου υιοθέτησαν στην αγόρευση τους όσα ανέφεραν και στο στάδιο του εκ πρώτοις όψεως. Με αναφορά σε νομολογία εισηγήθηκαν ότι οι λόγοι που προβάλλει και επικαλείται η Υπεράσπιση δεν έχουν έρεισμα ούτε στη μαρτυρία που προσφέρθηκε αλλά ούτε και στη νομολογία μας και θα πρέπει να απορριφθούν και οι κατηγορούμενοι να κριθούν ένοχοι. Από την άλλη, η πλευρά της Υπεράσπισης παρόλο ότι δέχεται ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν υπάρχει πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή για το επίδικο ακίνητο, εντούτοις επιμένει στην εισήγηση της ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων πέρα από κάθε αμφιβολία. Έγινε και από αυτή αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες στις οποίες έδωσαν βέβαια τη δική τους ερμηνεία. Οι δύο βασικοί λόγοι στους οποίους επικεντρώθηκε η επιχειρηματολογία τους είναι οι ακόλουθοι:
  11. Η Υπεράσπιση αμφισβητεί ότι ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου είναι ο παραπονούμενος - κατήγορος, ο οποίος δεν απέδειξε την ιδιοκτησία του και ως εκ τούτου είναι ο ισχυρισμός τους ότι δεν νομιμοποιείται ή και δεν έχει έννομο συμφέρον στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, και
  12. ο κατήγορος καταχρηστικά καταχώρησε την παρούσα υπόθεση εφόσον έχει κινήσει και πολιτική αγωγή αξιώνοντας καθυστερημένα ενοίκια και είναι γι΄αυτόν τον λόγο που καταχώρησε και την παρούσα ποινική υπόθεση με απώτερο σκοπό να εκβιάσει την είσπραξη των καθυστερημένων ενοικίων. Πέραν των πιο πάνω, επισήμαναν από τη μαρτυρία του κατηγόρου διάφορα σημεία τα οποία κατά την άποψη της Υπεράσπισης συνιστούν αντιφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε απόρριψη της ως αναξιόπιστης όπως το ότι ο κατήγορος που επιθυμεί σήμερα να επαναφέρει σε νομιμότητα το εν λόγω υποστατικό όπου για 17 χρόνια ο ίδιος, όσο διαχειριζόταν την επιχείρηση όπως παραδέχθηκε, είχε κάμει και αυτός παράνομες προσθήκες τις οποίες εκμεταλλευόταν. Ο κατήγορος ανέφερε κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του ότι θα έφερνε και άλλους μάρτυρες για να αποδείξει ότι τις παράνομες προσθήκες τις οποίες έκαμαν οι κατηγορούμενοι χωρίς να το κάμει στο τέλος και ότι αναφερόμενος στον τέως συνεταίρο του κατηγορουμένου 2, τον Ανδρέα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν ήξερε αν είχε ανοίξει άλλη ανταγωνιστική επιχείρηση με αυτή που διεξήγαγε με τον κατηγορούμενο 2, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι το γνώριζε και γνώριζε μάλιστα ότι είχε πάρει και όλη την πελατεία μαζί του. Σε άλλες επιμέρους εισηγήσεις των δύο πλευρών όπου χρειαστεί θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια της απόφασης μου και στο κατάλληλο σημείο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον κατήγορο και τη μάρτυρα που κατέθεσε γι΄αυτόν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξέτασα τη μαρτυρία τους με πολύ μεγάλη προσοχή. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να παρακολουθήσουν ή να γνωρίζουν τα γεγονότα που γενικά περιβάλλουν την υπόθεση, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Β ΑΑΔ σελ. 1199, Αθανασίου και άλλων v. Κουνούνη,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 614 στην οποία έγινε αναφορά στην Benmax v. Austin Motor Co Ltd
(1955)1 All E.R. 326 όπου επικροτήθηκε η απόφαση του δικαστή Thankerton στην Watt or Thomas v. Thomas
(1947)1 All E.R. 582 (H.L.) ως αυθεντία όπου εκτίθενται με σαφήνεια οι αρχές, την Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ σελ. 447 και την Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 506 όπου λέχθηκε ότι: ¨Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια¨. Ο κατήγορος ο οποίος κατάθεσε ως Μ.Κ.1 μου προκάλεσε εντύπωση ανθρώπου που προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Δεν διέκρινα στις απαντήσεις που έδιδε στις ερωτήσεις με τον τρόπο που αυτές υποβάλλονταν και με τη σειρά τους αλλά και με τον τρόπο που αυτός απαντούσε ότι θέλησε να αποκρύψει οτιδήποτε το οποίο γνώριζε ή να υπεκφύγει από κάτι που αντιλαμβανόταν τη σημασία του και το οποίο δεν ήταν προς όφελος του. Τουναντίον μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με φυσικό τρόπο και ότι προσήλθε για να εκφράσει με απλοϊκό πράγματι τρόπο τη θέση του επί των γεγονότων της υπόθεσης. Θα αποδεχθώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι απαντήσεις που έδωσε και οι οποίες εισηγήθηκε η Υπεράσπιση ότι θα πρέπει να κριθούν ως αντιφάσεις ή ότι καθιστούν τον κατήγορο ως αναξιόπιστο πρόσωπο, τις οποίες κατέγραψα πιο πάνω, καθόλου δεν μπορούν να αντικρισθούν ως τέτοιες από το Δικαστήριο, εφόσον διέκρινα ότι όταν αντιλαμβανόταν ο μάρτυρας τί ήταν που του εζητείτο ακριβώς να πει αμέσως και χωρίς δισταγμό απαντούσε. Εξάλλου, τα ζητήματα που επισημάνθηκαν και προβάλλονται ως αντιφάσεις από τη μαρτυρία του δεν μπορούν παρά να αναχθούν σε παρεμφερή ζητήματα, κατά την άποψη μου, τα οποία δεν άπτονται της ουσίας των κατηγοριών. Είναι αδιάφορο ως προς το τι προσάπτεται σήμερα με το κατηγορητήριο αυτό στους κατηγορούμενους αν ο ίδιος ο κατήγορος είχε διεξάγει την επιχείρηση προγενέστερα για 17 χρόνια με παράνομες προσθήκες στο κατάστημα του. Αυτό θα ενείχε σημασία στα πλαίσια επίλυσης μιας ενδεχόμενης αστικής διαφοράς μεταξύ των κατηγορουμένων και του κατηγόρου ή της εταιρείας, αν υπήρξε παραπλάνηση των πρώτων όταν συνήπταν τη συμφωνία πώλησης της επιχείρησης, δεν ενέχει όμως καμιά σημασία ως προς το τι επιδιώκεται με τη παρούσα. Η ύπαρξη παράνομων προσθηκομετατροπών σε ένα υποστατικό δεν νομιμοποιείται με ιδιωτικές συμφωνίες ούτε και μπορεί η επιβολή της νομιμότητας να επαφίεται σε τέτοιες συμφωνίες, διαφορετικά θα καταστρατηγείτο το πνεύμα αλλά και το γράμμα του νόμου. Δεν έχει ασφαλώς καμιά σημασία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αν ο πρώην συνέταιρος του 2ου κατηγορούμενου με τον οποίον διαχειρίζονταν υπό τον εταιρικό μανδύα της 1ης κατηγορούμενης την επιχείρηση που διεξαγόταν στο επίδικο κατάστημα, άνοιξε ανταγωνιστική επιχείρηση και ότι μάλιστα πήρε και την πελατεία του καταστήματος μαζί του και αν αυτό ήταν εις γνώση του κατήγορου ή όχι. Η μαρτυρία του δεν ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της για ζητήματα άσχετα με τα επίδικα αν και δεν διέκρινα ότι και σε αυτό το ζήτημα ο τρόπος που απάντησε ήταν τέτοιος που θα τον καθιστούσε αναξιόπιστο. Τέλος, για ζητήματα που άπτονται νομικών γνώσεων, όπως το αν έχει εγερθεί και πολιτική αγωγή εκ μέρους του με την οποία αξιώνονταν τα οφειλόμενα ενοίκια για την οποία αρχικά ο κατήγορος επέδειξε άγνοια αλλά στη συνέχεια όταν αντιλήφθηκε για το τι είχε ερωτηθεί, η απάντηση που έδωσε ότι δηλαδή αυτό ήταν ζήτημα που αφορούσε τον δικηγόρο του, δεν αφήνει αμφιβολίες για την άγνοια του των δικαστικών διαδικασιών που ακολουθούνται ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία δεν επιδρά επί της αξιοπιστίας του. Εξάλλου, η γνώση των διαδικασιών, όπως μπορεί να γίνει κατανοητό, δεν αναμένεται πάντοτε από τους διαδίκους ή τους μάρτυρες, αυτά τα ζητήματα εξάλλου εναπόκειται κάθε φορά στο πως ένας δικηγόρος επεξηγεί αυτές τις διαδικασίες σε ένα πελάτη του που δεν είναι νομικός και σε πιο βαθμό ο τελευταίος είναι ικανός να τις αντιληφθεί. Δεν κρίνω ότι αυτά τα θέματα είναι ικανά να ανατρέψουν την εικόνα που ο μάρτυρας προκάλεσε στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και απλή η θέση του η οποία συνιστά και την ουσία της υπόθεσης. Επιδιώκει με τη παρούσα την άρση των παρανομιών που υπάρχουν στο κατάστημα του έτσι ώστε να δρομολογηθεί η διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως που είναι προϋπόθεση της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων στις επιμέρους μονάδες από τις οποίες αποτελείται το κτηριακό συγκρότημα στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα του. Είναι αδιάφορο γι΄αυτόν, ενόψει των πιο πάνω, αν και επιθυμητό όπως ρητά ανέφερε, αν οι κατηγορούμενοι στο μεταξύ του κατέβαλλαν και τα καθυστερημένα ενοίκια τα οποία ασφαλώς και δεν θα αρνιόταν να τα πάρει. Αυτό όμως δεν θα τον έκαμνε να μη θέλει να προχωρήσει και με την παρούσα υπόθεση με την οποία επιδιώκει την αποκατάσταση της νομιμότητας στο κατάστημα του. Υποβλήθηκε σ΄αυτόν ότι δεν κινήθηκε εναντίον των κατηγορουμένων νωρίτερα αλλά μόλις προέκυψε το ζήτημα της καθυστέρησης στη καταβολή των ενοικίων η εξήγηση όμως που έδωσε ήταν πειστική ότι δηλαδή μόλις το 2009 είχε ενημερωθεί ότι θα προχωρούσε η διαδικασία έκδοσης χωριστών τίτλων, ζήτημα για το οποίο ενημέρωσε αμέσως τους κατηγορούμενους για να κατεδαφίσουν τις προσθήκες, οι οποίοι αν και αρχικά του υπόσχονταν ότι όταν θα ερχόταν η ώρα θα τις κατεδάφιζαν, εντούτοις περνούσε ο καιρός χωρίς να ανταποκρίνονται. Επομένως δεν διακρίνω καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγόρου εξ αυτού του λόγου όπως και για το ότι μέσα στα πλαίσια των νομίμων δικαιωμάτων του κινήθηκε και με αστική αγωγή για την διεκδίκηση των καθυστερημένων ενοικίων του και για έξωση των κατηγορουμένων. Ούτε τέλος, η επιλογή του κατηγόρου να μη καλέσει άλλο μάρτυρα για να καταθέσει για την ανέγερση των προσθηκών ή η αναφορά του σε συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο τελικά δεν κλήθηκε μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία εκ μέρους του ή ως αντίφαση των όσων υποστήριξε στη μαρτυρία του. Ποιους μάρτυρες θα καλέσει ένας κατήγορος προς απόδειξη της υπόθεσης του εναπόκειται στον ίδιο και στον δικηγόρο του και η οποιαδήποτε αναφορά του κατηγόρου στο εδώλιο περί ύπαρξης μαρτύρων δεν τον αναγκάζει και να τους παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου αν δεν κριθούν αναγκαίοι. Η Μ.Κ.2 μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση και δέχομαι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Η γνώση της για όσα ανέφερε προερχόταν από το έγγραφο υλικό του φακέλου που τηρείται στο γραφείο του Έπαρχου Λάρνακας σε σχέση με την εκδοθείσα άδεια οικοδομής του κτηριακού συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα του κατηγόρου. Δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της, της οποίας σημαντικό και καθοριστικό στοιχείο της είναι η μη έκδοση μέχρι σήμερα πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως για το εν λόγω κατάστημα. Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως είχαν δικαίωμα την σιωπή. Σε σχέση με αυτή την επιλογή τους δεν θα προβώ σε οποιονδήποτε σχόλιο. ΠΩΣ ΑΝΤΙΚΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ: Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο κατά πόσο ο Κατήγορος απέδειξε την ιδιοκτησία του επίδικου καταστήματος, ιδιότητα από την οποία απορρέει και το έννομο του συμφέρον να λαμβάνει ποινικά μέτρα εναντίον των κατηγορουμένων οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι οι σημερινοί κάτοχοι του παρά τον τερματισμό του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα η μαρτυρία που παρατέθηκε προέρχεται και από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας. Όπως ανέφερα και στην ενδιάμεση μου απόφαση όταν αποφάσιζα το στάδιο του εκ πρώτοις όψεως η μαρτυρία αυτή συγκρινόμενη μεταξύ της φαίνεται ότι παρουσιάζει μεταξύ της διάσταση η οποία επισημάνθηκε και από την Υπεράσπιση. Είναι γεγονός ότι η Επαρχιακός Επόπτης κα Στέλλα Βαρνάβα (Μ.Κ.2) ανέφερε ότι στο φάκελο της Επαρχιακής Διοίκησης που αφορά το οικοδομικό συγκρότημα στο οποίο βρίσκεται το επίδικο κατάστημα ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί το συγκρότημα φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι η Ελένη Χρίστου Γεωργίου Θεοχάρους και η εταιρεία MAKARIA ESTATES LTD οι οποίοι ήταν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε οικοδομική άδεια για την ανέγερση ενός ισόγειου κτηριακού συγκροτήματος αποτελούμενου από 8 καταστήματα κ.λ.π. (Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής που είναι στο φάκελο, ιδιοκτήτρια φαίνεται κάποια Ανδρούλλα Χρίστου Γεωργίου Θεοχάρους η οποία όπως εξήγησε φαίνεται συγγενικό πρόσωπο με την αιτήτρια της άδειας. Εξήγησε περαιτέρω η μάρτυρας ότι για την άδεια οικοδομής που αφορά ο πιο πάνω φάκελος μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να είχαν εκδοθεί χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο για τις επί μέρους μονάδες του. Είναι γι΄αυτόν τον λόγο που στον εν λόγω φάκελο εξακολουθεί να φαίνεται ως ιδιοκτήτρια η πιο πάνω, η οποία όπως φαίνεται ήταν η ιδιοκτήτρια του κτήματος. Ο κατήγορος (Μ.Κ.1), από την άλλη, ανέφερε ότι είχε αγοράσει αυτό το κατάστημα από το 1989 από την Ελένη Χρίστου Γεωργίου Θεοχάρους και την εταιρεία MAKARIA ESTATES LTD οι οποίοι παρουσιάζονταν στην Σύμβαση Πώλησης Ακίνητης Ιδιοκτησίας που υπέγραψαν την 30.10.1989 (Τεκμήριο 1), ως οι ιδιοκτήτες του οικοδομικού συγκροτήματος, όπως εξάλλου φαίνεται και επί της άδειας οικοδομής που εξεδόθη προς τούτο, το Τεκμήριο 3. Τη σύμβαση αυτή, όπως ανέφερε, την κατάθεσε και στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, χωρίς βέβαια το τελευταίο να ενέχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το ζητούμενο στη παρούσα υπόθεση. Παρόλο ότι έκτοτε φαίνεται ότι το κατάστημα δεν μεταβιβάστηκε επ΄ονόματι του, κατά την άποψη μου το έγγραφο αυτό (Τεκμήριο 1) τον καθιστά νόμιμο δικαιούχο και ιδιοκτήτη του ακινήτου, ανεξάρτητα αν μέχρι σήμερα δεν έχει εγγραφεί και επ΄ονόματι του επίσημα στα κτηματολογικά μητρώα. Εξάλλου, το πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδει το κτηματολόγιο μόνο ως ένδειξη ιδιοκτησίας λογίζεται. Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις θα πρέπει να αναζητούνται τα πραγματικά περιστατικά που διέπουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενός ακινήτου. Η πιο πάνω σύμβαση λοιπόν παραμένει αδιαμφισβήτητο στοιχείο εφόσον δεν υποβλήθηκε στον μάρτυρα οτιδήποτε αντίθετο από ό,τι αποδεικνύει το κείμενο της, ούτε και αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της. Η ένδειξη επομένως που προσφέρει το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου ως απόδειξη εκ πρώτοις όψεως της εγγραφής του ιδιοκτήτη του, υποχωρεί μπροστά σε αυτή που αποκαλύπτει η πραγματικότητα και που δεν είναι άλλη από την ύπαρξη σύμβασης όπου ο κατήγορος φέρεται ως ο αγοραστής του επίδικου καταστήματος και η οποία τον νομιμοποιεί ταυτόχρονα ως ιδιοκτήτη πλέον να εγείρει την παρούσα ποινική δίωξη εναντίον του κατόχου του καταστήματος. Στο ίδιο αυτό ζήτημα η Υπεράσπιση θίγει ακόμα μια πτυχή ότι δηλαδή ήταν η εταιρεία ELIARITA LTD που είχε συνάψει τη συμφωνία πώλησης και ενοικίασης με τους κατηγορούμενους και επομένως αυτή ίσως να είχε και τη νομιμοποίηση ενός τέτοιου διαβήματος. Ούτε και αυτή η θέση μπορεί να τύχη θετικής σύγκλησης εφόσον όπως εξήγησε ο Μ.Κ.1 η εταιρεία αυτή ήταν η διαχειρίστρια της επιχείρησης της μπυραρίας με το όνομα ¨COZZIS¨ και ήταν η επιχείρηση αυτή που πωλήθηκε και ενοικιάστηκε στους κατηγορούμενους με βάσει το έγγραφο (Τεκμήριο 2), η οποία βέβαια συμπεριλάμβανε και την κατοχή του καταστήματος για την οποία θα κατέβαλλαν μάλιστα το ενοίκιο που συμφωνήθηκε μηνιαίως. Ήταν ξεκάθαρος ο Μ.Κ.1 ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, ιδιοκτήτρια του άλλου καταστήματος, λειτούργησαν σε αυτά αρχικά επιχείρηση μπυραρίας - snack bar και στη συνέχεια μόνο μπυραρίας, την οποία περιέβαλαν κάτω από τον εταιρικό μανδύα της εταιρείας ELIARITA LTD. Είναι δε την επιχείρηση που είχαν πωλήσει και ενοικιάσει στους κατηγορούμενους γι΄αυτό και συμβαλλόμενη σε εκείνη τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) ήταν η εν λόγω εταιρεία. Η δε λέξη ¨owner¨ που χρησιμοποιείται για την ELIARITA LTD στο Τεκμήριο 2 εξηγείται στη συνέχεια του ίδιου εγγράφου με ευκρίνεια ότι πρόκειται για την επιχείρηση που διεξαγόταν σ΄αυτά τα καταστήματα της οποίας ήταν ιδιοκτήτρια η εταιρεία αυτή και όχι των ίδιων των καταστημάτων. Το πώς λειτουργούσαν μεταξύ τους είναι αδιάφορο σε σχέση με την κρίση των επίδικων θεμάτων. Για το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της ποινικής δίωξης εκ μέρους του κατηγόρου έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Προκύπτει σαφώς από τη μαρτυρία του κατήγορου ότι δεν προχώρησε στη παρούσα ποινική δίωξη των κατηγορούμενων εκβιάζοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο την είσπραξη καθυστερημένων ενοικίων εκ μέρους τους. Εξάλλου όπως είναι κοινά παραδεκτό έχει εγερθεί η πολιτική αγωγή η οποία αποσκοπεί σ΄αυτό το ζήτημα. Το ότι ο κατήγορος σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα αν στο μεταξύ οι κατηγορούμενοι ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους καταβάλλοντας και τα καθυστερημένα ενοίκια, αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ή να αναχθεί σε καταχρηστική άσκηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους του. Ήταν σαφής ότι σκοπός της παρούσας υπόθεσης είναι να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους ως τους σημερινούς κατόχους του υποστατικού του να κατεδαφίσουν τις παράνομες οικοδομές τις οποίες ανήγειραν ή υφίστανται στο υποστατικό έτσι ώστε να γίνει κατορθωτή η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής έκδοση του απαραίτητου πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως με βάσει το οποίο στη συνέχεια θα εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας των μονάδων από τις οποίες αποτελείται το κτηριακό συγκρότημα επί του οποίου ευρίσκεται το κατάστημα του. Αν συμμορφωθούν σε σχέση με αυτό το ζήτημα και καταβάλουν βέβαια και τα ενοίκια τους δεν θα είχε πρόβλημα να εξακολουθήσουν να διαχειρίζονται την επιχείρηση της μπυραρίας και να παραμείνουν κάτοχοι του καταστήματος και της επιχείρησης αυτής. Ο κατήγορος (Μ.Κ. 1) στη κατάθεση του ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι ακόμα και μετά τον τερματισμό της ενοικίασης με επιστολή με ημερομηνία 11.03.2010 (Τεκμήρια 5 και 6) εξακολουθούν να κατέχουν το επίδικο κατάστημα. Επισημαίνω ότι δεν έχει υποβληθεί στον μάρτυρα κάτι διαφορετικό σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Επίσης είναι δεδομένο τόσο από τη μαρτυρία του κατηγόρου όσο και αυτής της Μ.Κ.2 αρμόδιας λειτουργού της Επαρχιακής Διοίκησης ότι η τελευταία δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των κατηγορουμένων ούτε ως προς τη παράλειψη τους μέχρι σήμερα και παρά την πάροδο μιας εικοσαετίας και πλέον χωρίς να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως ούτε και ως προς τις παράνομες προσθήκες στην οικοδομή κατά παράβαση της εκδοθείσας άδειας. Για το ζήτημα της κατάχρησης των διαδικασιών του Δικαστηρίου παραπέμπω στην υπόθεση Garaca κ.ά. v. Τάκκα,
(2007)2 ΑΑΔ σελ. 165 όπου στη σελ. 170 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨Όσον αφορά την αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και την κατ΄ ισχυρισμό κατάχρηση της διαδικασίας, παρατηρούμε ότι ο σκοπός της διαδικασίας εκείνης είναι άλλος και διαφορετικός από εκείνο της ποινικής δίωξης. Επί του προκειμένου, παραπέμπουμε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, όπου κρίθηκε από την Ολομέλεια κατά πλειοψηφία ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη ποινικής υπόθεσης και πολιτικής για είσπραξη των οφειλόμενων σε περίπτωση ακάλυπτης επιταγής, δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. κατά συνέπεια, απορρίπτουμε τη θέση αυτή των εφεσειόντων¨. Η απόρριψη επομένως των δύο πιο πάνω βασικών επιχειρημάτων τα οποία πρόβαλε η Υπεράσπιση για να υποστηρίξει την εισήγηση της για την αθώωση των κατηγορουμένων κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης. Περαιτέρω σύμφωνα με τη μαρτυρία οι κατηγορούμενοι κατέχουν και χρησιμοποιούν το επίδικο κατάστημα η 1η ως η ενοικιάστρια εταιρεία και ο 2ος ως ο μοναδικός διευθυντής της (Τεκμήριο 4) και κατά συνέπεια υπέχει ευθύνη με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε αναγνώριση του από το εδώλιο του μάρτυρα, όπως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης, εφόσον όταν ο Μ.Κ.1 έλεγε από τον εδώλιο του μάρτυρα ότι κάλεσε τον κατηγορούμενο να αφαιρέσει τα παράνομα υποστατικά, σαφώς εννοούσε τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος στεκόταν απέναντι του στο εδώλιο του κατηγορούμενου και ο οποίος του είχε πει ότι όταν έρθει η ώρα θα τα αφαιρούσε. Είναι επομένως εύρημα μου ότι το επίδικο κατάστημα και την επιχείρηση που διεξάγεται εντός αυτού τα ενοικιάζει η 1η κατηγορούμενη σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 από την εταιρεία που διαχειριζόταν την επιχείρηση μπυραρίας την οποία ασκούσε ο κατήγορος με τη σύζυγο του με το όνομα ELIARITA LTD και το οποίο ανήκει κατ΄ιδιοκτησία στον κατήγορο. Το εν λόγω κατάστημα το κατέχουν σήμερα οι κατηγορούμενοι, η μεν κατηγορούμενη 1 ως ενοικιάστρια ο δε κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της και ενεργά αναμεμειγμένος με τις εργασίες της εφόσον του έχουν καταλογιστεί από τον Μ.Κ.1 ενέργειες του και υποσχέσεις του και επομένως υπεύθυνος για συνέργεια εντός της έννοιας του άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Τέλος, για το εν λόγω κατάστημα δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου. Επομένως συντρέχουν και τα τρία συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Όπως δε αναφέρεται στην υπόθεση Garaca (πιο πάνω) από τον κ. Αρτέμη, Πρόεδρο σήμερα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη σελ. 171: ¨Το γεγονός ότι μόνον οι ιδιοκτήτες των παράνομων οικοδομών θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση για έκδοση του αναγκαίου πιστοποιητικού εγκρίσεως και το ότι οι σχέσεις των εφεσειόντων - ενοικιαστών με τους ιδιοκτήτες ήταν τεταμένες δεν απάλλασσε τους εφεσείοντες από την ποινική τους ευθύνη αλλά ούτε και ήταν λόγος για μη έκδοση του διατάγματος κατεδάφισης εναντίον των εφεσειόντων. Αλλιώτικα αν τα δικαστήρια δεν εξέδιδαν διατάγματα κατεδάφισης οικοδομών, εναντίον των ενοικιαστών, αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα από τους ιδιοκτήτες για να μη κατεδαφίζουν παράνομες οικοδομές τους που κατέχονται και χρησιμοποιούνται από ενοικιαστές. Κατά την εκτίμηση μας ούτε η μη έκδοση διατάγματος κατεδαφίσεως εναντίον των ενοικιαστών θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα από τους ιδιοκτήτες αλλά ούτε και η μη έκδοση διατάγματος κατεδαφίσεως εναντίον των ιδιοκτητών θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα από τους ενοικιαστές για τη μη κατεδάφιση παράνομων οικοδομών¨. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε και απέδειξε και τις δύο κατηγορίες στο βαθμό που επιβάλλεται δηλαδή αυτόν του πέρα από κάθε αμφιβολία και ως εκ τούτου βρίσκω τους κατηγορούμενους ένοχους σε αυτές. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.