Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Κrastina Markova, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13490/10, 20 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13490/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Κrastina Markova Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για την κατηγορούμενη: κα. Σολωμονίδου Κατηγορούμενη: Παρούσα ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 19/2/10 στην οδό Παπανικολή στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚJZ496 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ένας μάρτυρας κατηγορίας ο αστυ. 2378 Ανδρέου Ηλίας (ΜΚ1). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης γι' αυτό και δεν πρέπει αυτή να κληθεί σε απολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής άφησε το θέμα στο Δικαστήριο. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 19/2/10 κατά την επίσκεψη του στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για υπηρεσιακούς λόγους πληροφορήθηκε από το νοσηλευτικό προσωπικό ότι την ίδια μέρα στην οδό Παπανικολή στη Λάρνακα επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα όπου τραυματίσθηκε ανήλικη ηλικίας 6 χρονών. Ενημέρωσε τους ανωτέρους του και οι οδηγίες που έλαβε ήταν να διερευνήσει το δυστύχημα, παρά το γεγονός ότι, οι γονείς της ανήλικης του ανέφεραν πως δεν επιθυμούν την ανάμειξη της αστυνομίας. Έλαβε τα στοιχεία της κατηγορούμενης και μετά την παρέλευση κάποιων ημερών επισκέφθηκε την περιοχή, όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα, προσπαθώντας να εξεύρει αυτόπτες μάρτυρες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 8/3/10 σκιαγράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος σε πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) στο οποίο μετά που έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη σημείωσε τις πορείες του αυτοκινήτου και της πεζής και στη συνέχεια μετέτρεψε σε τελικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Ισχυρίστηκε πως μία μάρτυρας, η οποία είδε πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα, αλλά δεν επιθυμούσε να δώσει γραπτή κατάθεση, του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης, το οποίο και τοποθέτησε στο σχέδιο. Ανέφερε επίσης ότι, με βάση τη μαρτυρία που περισυνέλεξε η ανήλικη ξεκίνησε πεζή να διασταυρώνει το δρόμο από το δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με τη πορεία της κατηγορούμενης. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με πυκνή τροχαία κίνηση δεν του αναφέρθηκε όμως, από οποιονδήποτε μάρτυρα, ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα που εμπόδιζαν την ορατότητα από την πλευρά που η πεζή διασταύρωνε το δρόμο. Έλεγξε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης αλλά δεν μπόρεσε να εντοπίσει πάνω σε αυτό οποιοδήποτε σημείο σύγκρουσης διότι σε όλη τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου υπήρχαν ζημιές από προηγούμενο δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ1, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε πως δεν γνωρίζει το ύψος της ανήλικης, ούτε τι χρώμα είχαν τα ρούχα που φορούσε την ώρα του δυστυχήματος. Ο πατέρας της ανήλικης του ανέφερε πως η ανήλικη προσπάθησε να διασταυρώσει για να πάει σε απέναντι κατάστημα, το σημείο σύγκρουσης όμως δεν βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το κατάστημα αυτό. Έλαβε γραπτή κατάθεση από τη μάρτυρα Αγγέλα Σωτηρίου (τεκμήριο 5), αλλά δεν είναι από την μαρτυρία αυτή που κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης. Η κατηγορούμενη του ανέφερε πως δεν αντιλήφθηκε πως έγινε το δυστύχημα και ότι καθώς οδηγούσε άκουσε μόνο ένα θόρυβο στη δεξιά πλευρά του οχήματος της. Σημειώνω ότι η κατηγορούμενη αναφέρει στη γραπτή κατάθεση της ότι καθώς οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα στον αναφερόμενο δρόμο με κατεύθυνση από Λειβάδια προς Λάρνακα άκουσε ένα κτύπημα στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της και στη συνέχεια είδε από το καθρεφτάκι ένα άτομο πεσμένο στο δρόμο. Όλα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει για απόδειξη της κατηγορίας. Η μαρτυρία αυτή στερείται πειστικότητας με τρόπο που το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασίσει την καταδίκη της κατηγορούμενης σε αυτή. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση, θετική μαρτυρία για κάποια ενέργεια της κατηγορούμενης που να καταδεικνύει αμέλεια, ούτε κάποιο στοιχείο στην προσκομισθείσα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, που να τείνει να καταδείξει ότι αυτή ενήργησε αμελώς. Από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε άμεση και θετική μαρτυρία σε σχέση με οποιανδήποτε ενέργεια της κατηγορούμενης που να καταδεικνύει αμέλεια, κρίνεται ότι η κλήση της σε απολογία, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Το γεγονός και μόνο ότι αυτή άκουσε ένα θόρυβο στο αυτοκίνητο της και στη συνέχεια αντιλήφθηκε τη πεζή πεσμένη στην άσφαλτο δεν είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης στοιχείο αρκετό και ικανό να αποδείξει, σε περίπτωση κλήσης της κατηγορούμενης σε απολογία, αμέλεια εκ μέρους της, έτσι ώστε αυτή να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω βρίσκω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης η οποία αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο