← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Aνδρέας Αριστοτέλους, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3404/10, 26 Απριλίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Aνδρέας Αριστοτέλους, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3404/10, 26 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3404/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Aνδρέας Αριστοτέλους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2, 3 ,5 και 6 και αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1, 4, 7 και 8 για τις οποίες διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή κατηγορείται ότι στις 25/7/09 και περί ώρα 18:25 στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με τη οδό Χρυσουπόλεως στη Λάρνακα οδηγούσε μη εγγεγραμμένο όχημα χωρίς να καταβάλει τη προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία και ενώ οδηγούσε το αναφερόμενο όχημα παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη καθώς επίσης και ότι κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με την οδό Κασταλίας οδηγούσε το επίδικο όχημα επικινδύνως για το κοινό δηλαδή με ανασηκωμένο τον μπροστινό τροχό και παραλείποντας να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 2933 Γιώργο Γεωργίου (ΜΚ1), την Εύα Καροτσάκη (ΜΚ2), τον Φίλιππο Μούζουρο (ΜΚ3) και τον Ελευθέριο Ελευθερίου (ΜΚ4) Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να μην πει τίποτα στο Δικαστήριο τηρώντας το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. O MK1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Στις 25/7/09 και ώρα 18:35 κατόπιν πληροφορίας μετέβηκε στη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που είχε συμβεί την ίδια ημέρα και περί η ώρα 18:25 στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με την οδό Χρυσουπόλεως στη Λάρνακα. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το σαλούν αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KBB693 το οποίο οδηγείτο από την Έύα Καροτσάκη (ΜΚ2) και μη εγγεγραμμένη μοτοσικλέτα η οποία οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψε σε συμμετρικό (τεκμήριο 3). Τοποθέτησε στο σχέδιο κατά προσέγγιση το σημείο σύγκρουσης αφού έλαβε υπόψη τη πορεία και την τελική θέση του αυτοκινήτου, την τελική θέση της μοτοσικλέτας καθώς και ίχνος γδαρσίματος που εντόπισε στην άσφαλτο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η συμβολή όπου επεσυνέβηκε το τροχαίο δυστύχημα ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία κατά την άφιξη του στη σκηνή λειτουργούσαν κανονικά. Η ορατότητα των δύο ενεχόμενων οδηγών ήταν πέρα των 100μ. Στα φώτα τροχαίας που ελέγχουν τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις που ακολουθούσαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα για κάποιο χρονικό διάστημα ανάβει ταυτόχρονα το πράσινο φως και συγκεκριμένα όταν σβήσει το πράσινο βέλος που επιτρέπει την δεξιά στροφή προς την πάροδο της οδού Χρυσουπόλεως. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 4.50μ. από την ευθεία νοητή γραμμή που ενώνει τις δύο διαχωριστικές νησίδες. Έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 5). Η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου από το δυστύχημα καταστράφηκε ολοσχερώς ενώ το όχημα της ΜΚ2 υπέστηκε ζημιές στο αριστερό μέρος. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Εξέθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του χωρίς καμία προσπάθεια να παραποιήσει αυτά σε βάρος της αλήθειας. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η ΜΚ2, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της (τεκμήριο 6) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο της με κατεύθυνση προς το Καλό Χωριό. Πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας εισήλθε στην τρίτη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας την οποία ακολουθούν τα οχήματα που θα στρίψουν δεξιά και την ίδια ώρα μπροστά της προπορεύετο ακόμα ένα αυτοκίνητο. Στα φώτα άναβε πράσινο φως μαζί με πράσινο δεξιό βέλος, γι' αυτό συνέχισε την πορεία της και εισήλθε στη συμβολή των δρόμων. Αφού ελάττωσε ταχύτητα και έλεγξε ότι ο δρόμος από την αντίθετη κατεύθυνση ήταν καθαρός, ξεκίνησε να στρίβει δεξιά και τότε ένοιωσε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι πριν αρχίσει να στρίβει δεξιά έλεγξε το δρόμο από απέναντι αλλά δεν είδε τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου. Η ΜΚ2 μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Ο ισχυρισμός της ότι η σύγκρουση έγινε όταν η ίδια έστριβε δεξιά συνάδει με τις ζημιές των δύο οχημάτων αλλά και με την πραγματική μαρτυρία και τα ευρήματα του ΜΚ
  1. Από τη μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι εισερχόμενη στη συμβολή των δρόμων έλεγξε και διαπίστωσε ότι δεν έρχονταν οχήματα από την αντίθετη κατεύθυνση δεν γίνεται αποδεκτός για το λόγο ότι σε μια τέτοια περίπτωση και δεδομένου ότι η ορατότητα της ήταν πέρα των 100μ. λογικά θα έβλεπε τον κατηγορούμενο. Πλην του πιο πάνω σημείου αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ2 τονίζοντας στο σημείο αυτό ότι η μάρτυρας αυτή έδωσε μια μαρτυρία η οποία ουσιαστικά δεν προσφέρει και πολλά στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αφού δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του στο δρόμο ποτέ πριν από τη σύγκρουση. Σημειώνω επίσης ότι από τη μαρτυρία της παρέμεινε αδιευκρίνιστο κατά πόσο τη στιγμή που υλοποιούσε τη πρόθεση της να στρίψει δεξιά, εξακολουθούσε να είναι αναμμένο το πράσινο δεξιό βέλος. Ο ΜΚ3 υπηρετεί στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στο Κλάδο Κυκλοφοριακών Μελετών και τα καθήκοντα του είναι ο προγραμματισμός των φώτων τροχαίας παγκύπρια. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 σχετικό πίνακα λειτουργίας των φώτων τροχαίας που ελέγχουν τη συμβολή των δρόμων όπου έγινε το δυστύχημα και εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν στις 25/7/
  2. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Φαινόταν να κατέχει πλήρως αυτά που ανέφερε κατά την μαρτυρία του η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στις δύο αντίθετες πορείες που ακολουθούσαν ο κατηγορούμενος και η ΜΚ2 αντίστοιχα υπάρχει διαφορά 11 δευτερολέπτων στο χρόνο που ανάβει το πράσινο φως. Ο χρόνος των 11 δευτερολέπτων παρέχεται για τα οχήματα που θέλουν να στρίψουν δεξιά από τη Λεωφόρο Λεμεσού προς την οδό Χρυσουπόλεως ως η πορεία της ΜΚ
  3. Για 7 δευτερόλεπτα ανάβει το πράσινο φως μαζί με το πράσινο βέλος και αφού σβήσει το πράσινο βέλος για ακόμα 4 δευτερόλεπτα στα φώτα της πορείας του κατηγορούμενου το φως παραμένει κόκκινο και κίτρινο για να δοθεί έτσι ο χρόνος σε κάποιο όχημα που βρίσκεται στη συμβολή του δρόμου να μπορέσει να στρίψει δεξιά. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 8) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα του από το κυκλικό κόμβο του Καλού Χωριού με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Αφού πέρασε τα φώτα τροχαίας του Κρασιά έφτασε στα επόμενα φώτα όπου σταμάτησε γιατί το φως ήταν κόκκινο. Καθώς ήταν σταματημένος πέρασε από τα δεξιά του μια μοτοσικλέτα με ανασηκωμένο τον τροχό και ενώ το φως ήταν ακόμα αναμμένο κόκκινο. Με τον ίδιο τρόπο η μοτοσικλέτα συνέχισε την πορεία της μέχρι τα επόμενα φώτα όπου άναβε κόκκινο φως και συγκρούστηκε πάνω σε ένα αυτοκίνητο που εκείνη τη στιγμή έστριβε δεξιά. Με το κτύπημα ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε πάνω από το αυτοκίνητο και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο. Αντεξεταζόμενος, σε αντίφαση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ισχυρίσθηκε πως δεν είδε το δυστύχημα αλλά είδε μόνο στα προηγούμενα φώτα μια μοτοσικλέτα στον ένα τροχό να περνά από δίπλα του με κόκκινο φως. Ο ΜΚ4 δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθετε δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δεν κατέθεσε με ειλικρίνεια και ευθύτητα και το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του που αρχικά υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα ισχυρίσθηκε στη συνέχεια κατά την προφορική του μαρτυρία. Περαιτέρω ο οδηγός της μοτοσικλέτας που o MK4 ισχυρίσθηκε ότι είδε στα προηγούμενα φώτα να περνά με κόκκινο φως δεν συνδέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο με το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Για τους πιο πάνω λόγους αλλά και τη γενικότερη εντύπωση που μου άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω. Ο ΜΥ, Αλέξης Ζήσιμος, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν σε θέση να δει με ποιο φως πέρασε ο κατηγορούμενος στη συμβολή των δρόμων και ότι αυτό ήταν αναμμένο πράσινο. Ισχυρισμός όμως που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται, διότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση, σε αντίφαση με τα πιο πάνω, ανέφερε πως δεν είδε με ποιο φως πέρασε ο κατηγορούμενος αλλά το μόνο που είδε ήταν ότι την ώρα που έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων το φως ήταν αναμμένο πράσινο. Ακόμα ένας ισχυρισμός του μάρτυρα αυτού που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται είναι ότι ο κατηγορούμενος από απόσταση 40μ. πριν φτάσει στα φώτα τροχαίας ελάττωσε ταχύτητα χρησιμοποιώντας τα φρένα του οχήματος του. Τούτο διότι την πιο πάνω θέση του τη στήριξε στο γεγονός ότι «άκουσε τα φρένα να σφυρούν» όπως ανέφερε, αλλά σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι, ενώ παρακολουθούσε την μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου, την είδε να ελαττώνει ταχύτητα. Το άκουσμα «σφυρίγματος» σε συνδυασμό και με τη θέση του ότι η μηχανή της μοτοσικλέτας έκανε μεγάλο θόρυβο δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όντως ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του ΜΥ. Αποδέχομαι όμως το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του όπου περιγράφει πως έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων το οποίο συνάδει και με τη υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο ΜΥ ανέφερε πως καθώς η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου έφτανε στα φώτα τροχαίας μέσα στη συμβολή εκινούντο δύο αυτοκίνητα τα οποία έστριβαν δεξιά για να εισέλθουν στην πάροδο. Ενώ το πρώτο αυτοκίνητο έστριψε δεξιά και εισήλθε στη πάροδο τη στιγμή που έστριβε το δεύτερο, αυτό δηλαδή της ΜΚ2, η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου συγκρούσθηκε πάνω σε αυτό με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να εκτιναχθεί πάνω από το αυτοκίνητο και να πέσει στην άσφαλτο. Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε χωρίς ένσταση ως τεκμήριο
  4. Σύμφωνα με τη νομολογία και τις αρχές της απόδειξης όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Κακογιάννη, 1983 «αν τέτοιες καταθέσεις (του κατηγορουμένου προς την αστυνομία) είναι δυσμενείς για τον κατηγορούμενο, τότε, αν έγιναν θεληματικά, γίνονται δεχτές ως μαρτυρία εναντίον του». Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ακόμα και τότε που βρισκόταν σε ισχύ ο αποκλειστικός κανόνας της εξ' ακοής μαρτυρίας, τέτοιες δηλώσεις προς την Αστυνομία, γίνονταν αποδεχτές ως μαρτυρία εναντίον του καταθέτοντος, ως εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Σύμφωνα με την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση R.V. Storey
(1968)52 Cr. App Rep. 334 όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα στη δίκη καταθέσει ενόρκως και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή όπως και η κατάθεση του. Υπό το φως των πιο πάνω η δήλωση του κατηγορούμενου στη γραπτή κατάθεση του, ότι, φτάνοντας στα φώτα τροχαίας συνέχισε την πορεία του ενώ είχε αντιληφθεί από την αντίθετη κατεύθυνση το όχημα της ΜΚ2 που ξεκίνησε να στρίβει δεξιά και να συνεχίζει τη πορεία του είναι δυσμενής για τον ίδιο. Εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι αφού πρόκειται περί ενοχοποιητικής δήλωσης, ποιος ο λόγος, αν δεν ήταν αληθινή, να την κάνει ο κατηγορούμενος και μάλιστα στην αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό θεωρώ, ότι θα πρέπει να δεχθώ ως αληθινό το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και για τη δήλωση του κατηγορούμενου ότι ενώ βρισκόταν λίγο πιο πίσω από τα φώτα τροχαίας είχε αντιληφθεί και το όχημα που προπορεύετο του οχήματος της ΜΚ2 το οποίο επίσης έστριψε δεξιά από τη συμβολή των δρόμων. Με βάση όμως τις πιο πάνω αρχές, το ίδιο δεν θα μπορούσε να λεχθεί για τις δηλώσεις που περιέχονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου, οι οποίες αποτελούν μη ενοχοποιητικές ή ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 25/7/09 περί η ώρα 18:25 η ΜΚ2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΒΒ693 στη Λεωφόρο Λεμεσού με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας που ελέγχουν τη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Χρυσουπόλεως. Φτάνοντας στα φώτα τροχαίας το φως μαζί με το τόξο που επιτρέπει τη στροφή δεξιά ήταν αναμμένο πράσινο γι' αυτό συνέχισε την πορεία της, εισήλθε στη συμβολή των δρόμων και άρχισε να στρίβει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Χρυσουπόλεως. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγώντας μη εγγεγραμμένη μοτοσικλέτα από την αντίθετη κατεύθυνση φτάνοντας στα φώτα τροχαίας ενώ είδε την ΜΚ2 που ξεκίνησε να στρίβει δεξιά και να συνεχίζει την πορεία της προχώρησε και εισήλθε στη συμβολή των φώτων με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε η ΜΚ2. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στα οχήματα και τραυματίσθηκε ο κατηγορούμενος. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της συμβολής των δρόμων όπως σημειώνεται κατά προσέγγιση στο τεκμήριο 3 και σε απόσταση 16μ. από τη γραμμή του ΑΛΤ των φώτων της πορείας της ΜΚ2, σε απόσταση 21.7μ. από τη γραμμή του ΑΛΤ των φώτων της πορείας του κατηγορούμενου και 4.50μ. από την ευθεία νοητή γραμμή που ενώνει τις δύο διαχωριστικές νησίδες του δρόμου. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση. Στα φώτα τροχαίας της πορείας που ακολουθούσε η ΜΚ2 σχηματίζεται στο δρόμο και τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα που θα στρίψουν δεξιά για να εισέλθουν στη οδό Χρυσουπόλεως. Τα φώτα τροχαίας που ελέγχουν τη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με την οδό Χρυσουπόλεως κατά την ώρα του δυστυχήματος λειτουργούσαν κανονικά. Στη διάρκεια που το φως ανάβει πράσινο στις δύο αντίθετες κατευθύνσεις που ακολουθούσαν ο κατηγορούμενος και η ΜΚ2 υπάρχει διαφορά έντεκα δευτερολέπτων έτσι ώστε να δίνεται ο χρόνος στα οχήματα που θα εισέλθουν στην πάροδο να στρίψουν δεξιά. Η ορατότητα και των δύο ενεχόμενων οδηγών ήταν πέραν των 100 μέτρων. 1η κατηγορία Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Αναφορικά με τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας δεν υπάρχει κανόνας δικαίου και η αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ.Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84, Φοινικαρίδης κ.α. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, Eva v. Reeves
(1938)1 ALL E.R.115). Στις πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι τα οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των Κανονισμών. Στην αγγλική απόφαση Radburn v. Kemp
(1971)3 ALL E.R 249 αποφασίστηκε ότι ένας οδηγός δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να εισέλθει στη διασταύρωση όταν και απλά επειδή ανάβει το πράσινο φως στην πορεία του. Έχει καθήκον να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές γι' αυτόν να εισέλθει και αφού εισέλθει δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει περαιτέρω διασχίζοντας τη διασταύρωση χωρίς να λάβει τη μέγιστη επιμέλεια να σώσει αθώα άτομα που βρίσκονταν ήδη στη διασταύρωση πριν την είσοδο του σε αυτή. Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις (βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Katsouris το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Έχοντας υπόψη τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται κρίνω ότι η οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος δείχνει την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις και απέχει από αυτήν του λογικού και συνετού οδηγού. Ο κατηγορούμενος φτάνοντας στα φώτα τροχαίας ενώ αντιλήφθηκε από την αρχή το αυτοκίνητο της ΜΚ2 που εκκίνησε και άρχισε να στρίβει δεξιά στη συμβολή των δρόμων και να συνεχίζει τη πορεία της παραγνώρισε τον ορατό κίνδυνο που υπήρχε κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και αμελώς συνέχισε τη πορεία του χωρίς να λάβει μέτρα προφύλαξης. Το ότι η ΜΚ2 υλοποιούσε την πρόθεση της να στρίψει δεξιά τη στιγμή που ο κατηγορούμενος έφτανε στα φώτα τροχαίας προκύπτει και από το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ το οποίο έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει 21.7μ. από το ΑΛΤ των φώτων της πορείας του κατηγορούμενου απόσταση που λογικά παρείχε την ευχέρεια για λήψη αποτρεπτικών μέτρων από ένα προσεκτικό και συνετό οδηγό. Σημειώνω επίσης ότι ο κατηγορούμενος λίγο πριν φτάσει στα φώτα τροχαίας είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί ακόμα και το αυτοκίνητο που προπορεύετο αυτού της ΜΚ2 και το οποίο επίσης έστριψε δεξιά από τη συμβολή των δρόμων. Χωρίς να αποκλείω ευθύνη και της ΜΚ2 για τη πρόκληση του δυστυχήματος, η οποία παρέλειψε να δει τη μοτοσικλέτα ενώ διατηρούσε αυτή την δυνατότητα δεδομένου ότι η ορατότητα της ήταν πέραν των 100μ., εν τούτοις, η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνέτεινε στη σύγκρουση. Η παρουσία αυτοκινήτων μέσα στη συμβολή των δρόμων τα οποία έστριβαν δεξιά μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει το αίσθημα του κινδύνου ούτως ώστε να ληφθούν μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι εντελώς ατεκμηρίωτη έχει παραμείνει η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση αλλά δεν το κατόρθωσε αφού καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε προς αυτή τη κατεύθυνση. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της σε σχέση με την 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη κατηγορία αυτή. 4η + 8η κατηγορία Ο Κανονισμός 66 Β
(1)(α)(Ι) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984προνοεί μεταξύ άλλων ότι: Εξαιρουμένων των προνοιών της υποπαραγράφου (ΙΙ) «η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στο δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμής στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. » Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου καταλήγω ότι καμία άμεση, αξιόπιστη μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι όταν ο κατηγορούμενος πέρασε από τα φώτα τροχαίας στις συμβολές της Λεωφόρου Λεμεσού με τις οδούς Χρυσουπόλεως και Κασταλίας το φως ήταν αναμμένο κόκκινο. Έχει πάγια νομολογηθεί πως η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού της στοιχείου βαρύνει εξ' ολοκλήρου τους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Καταλήγω συνεπώς ότι δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 4 και 8 και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτές. 7η κατηγορία Το αδίκημα της 7ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ποινικοποιείται από το άρθρο 7 του Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα. «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Aστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All ER 974, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με το τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Σύμφωνα με το νόμο, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, πρέπει ο τρόπος της οδήγησης του κατηγορούμενου, να είναι αλόγιστος ή επικίνδυνος για το κοινό. Στην υπό εξέταση υπόθεση καμία άμεση, αξιόπιστη μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα ή επικίνδυνα. Ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη 7η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου,Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.