← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κώστα Μορφή, Αρ. Υπόθεσης:16413/09, 4 Μαΐου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κώστα Μορφή, Αρ. Υπόθεσης:16413/09, 4 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:16413/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Κώστα Μορφή Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 4 Μαΐου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου Για τον κατηγορούμενη : κα Ζ. Νικολάου Π Ο Ι Ν Η Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255,262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/ 87. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 24.05.2009 στο Καλό Χωριό στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας έκλεψε από χωράφι που περιέχει παλαιά οχήματα διάφορα εξαρτήματα αυτοκινήτων συνολικής αξίας € 200,00 περιουσία του Γιαννάκη Πορτέσιη από τη Λάρνακα. Περαιτέρω τα γεγονότα όπως συνοψίζονται στην απόφαση μου με ημερομηνία 18.04.2011 και στα οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι ο κατηγορούμενος με κάποιο άλλο άγνωστο μέχρι σήμερα πρόσωπο το οποίο τον συνόδευε ως συνοδηγός, οδήγησε το όχημα με αριθμό εγγραφής SG 208 στο Καλό Χωριό της Επαρχίας Λάρνακας έξω από το χωράφι που ήταν χωρίς περίφραξη το οποίο ο Μ.Κ.3 ενοικίαζε και χρησιμοποιούσε ως μάντρα και αποθήκη μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και εξαρτημάτων αυτοκινήτων και έκλεψε από εκεί φορτώνοντας τα στο πιο πάνω αυτοκίνητο τα ακόλουθα αντικείμενα:

(1)μια μπροστινή δεξιά πόρτα οδηγού οχήματος MITSUBISHI χρώματος άσπρου και μαύρου αξίας €170,00,
(2)ένα ρίμς με το λάστιχο του το οποίο ήταν από αυτοκίνητο NISSAN SUNNY αξίας €20,00 και
(3)διάφορα λάστιχα πόρτων των αυτοκινήτων αξίας €10,00 συνολικής αξίας €200,00. Τα ως άνω αντικείμενα δεν βρέθηκαν κατά την αναζήτηση τους από την αστυνομία. Υπάρχουν €360 έξοδα των μαρτύρων. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ως μετριαστικούς παράγοντες την ηλικία του κατηγορούμενου που είναι 43 χρονών και πατέρας δύο παιδιών το ένα εκ των οποίων ανήλικο ηλικίας σήμερα 17 ετών. Είναι άνεργος και η σύζυγος του δεν εργάζεται. Είναι λευκού ποινικού μητρώου και επικαλείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Το σκεπτικό της επιβολής της ποινής: Η διάπραξη αδικημάτων κατά περιουσίας έχουν προσλάβει στις μέρες μας ανησυχητικές διαστάσεις. Καθημερινό είναι το φαινόμενο να καταχωρούνται υποθέσεις οι οποίες αφορούν αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά περιουσίας. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά και να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στη συνέχεια θα κάμω μια γενική αναφορά για τις αρχές που ακολουθούν τα Δικαστήρια μας όπως αυτές έχουν διαχρονικά καθιερωθεί από τη νομολογία μας όταν καλούνται να επιβάλουν ποινή σε αδικοπραγήσαντα. Οι αποφάσεις στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια δεν συσχετίζονται κατ΄ ανάγκη με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στη παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος. Από αυτές όμως αναδύονται αρχές που ακολουθούνται διαχρονικά από τα Δικαστήρια μας και εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση. Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 228 στην οποία γίνεται παραπομπή στην Krekou v. Republic
(1983)2 CLR 289). Όταν αποφασίζεται η επιβολή ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα το καθήκον της εξατομίκευσης δεν ατονεί (βλ. Φιλίππου v. Aστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245), όμως η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και την Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 όπου τονίστηκε ότι: ¨Το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου.¨ Από την άλλη, όπως έχει τονιστεί στην απόφαση Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 121: ''Η ανάγκη για επιβολή ποινών ανάλογων με τη σοβαρότητα των αδικημάτων πρέπει σε κάθε περίπτωση να σταθμίζεται με την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Τα Δικαστήρια όμως, θα πρέπει να είναι προσεκτικά ώστε στην προσπάθεια που καταβάλλουν για εξατομίκευση της ποινής να μην εξουδετερώνουν τα στοιχεία που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (βλέπε Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Χαρακτηριστικό απόσπασμα για την αποτροπή η οποία θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από την επιβολή ποινής είναι το ακόλουθο από την απόφαση Πισκόπου v. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 342 η οποία αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, τα όσα όμως λέχθηκαν σε αυτή συνοψίζουν την ουσία αυτού του παράγοντα: ¨Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους". Η συνεργασία με την αστυνομία στην εξιχνίαση του εγκλήματος μπορεί να αποτελεί ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας που σύμφωνα με την νομολογία πρέπει να ενθαρρύνεται με τρόπο πρακτικό (βλ. Ioannis Vouniotis v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 203, Georgios Loizou v. The Republic
(1971)2 C.L.R. σελ. 196). Στη παρούσα περίπτωση θα πρέπει να πω, όπως εξάλλου επισήμανα και αξιολογώντας τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παραπλανήσει την αστυνομία με τα ψευδή άλλοθι που ανέφερε αλλά αρνητική ήταν και η στάση του μέχρι και της έκδοσης της ετυμηγορίας από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 υποδείχθηκε ότι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, αλλά δεν ενέχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου και τούτο γιατί: ¨.... η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη¨. Στη νομολογία μας πληθώρα είναι οι αποφάσεις για ποινές που επιβλήθηκαν σε αδικήματα κλοπής τα οποία όμως συνήθως εκδικάζονταν με παρεμφερή αδικήματα όπως αυτό της διάρρηξης ή και άλλα αδικήματα διαφορετικής ακόμα φύσης. Δεν είναι εύκολος ο εντοπισμός αποφάσεων που να αφορούν μόνο το ζήτημα της επιβολής ποινής σε αδίκημα κλοπής. Τα όσα όμως αναφέρονται σε εκείνες τις υποθέσεις που αφορούν αδικήματα κατά περιουσίας είναι σχετικά και μπορούν ασφαλώς να ληφθούν υπόψη. Στην υπόθεση Κώστα v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. σελ. 122 όπου ποινή φυλάκισης 18 μηνών για αδικήματα όμως διαφορετικής υφής και σημασίας όπως ήταν το αδίκημα της διαρρήξεως κατοικίας μετά από άμεση παραδοχή και μεταμέλεια, όπου όμως ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει τρία παρόμοια αδικήματα δεν θεωρήθηκε έκδηλα υπερβολική. Η σημασία της απόφασης αυτής σε σχέση με την παρούσα είναι τα όσα αναφέρθηκαν σε αυτή ως προς την προστασία και το σεβασμό που πρέπει να τυγχάνει η περιουσία των συνανθρώπων μας: "Ο κύριος σκοπός της ποινής, λέχθηκε, είναι προστατευτικός. Τα Δικαστήρια πρέπει να επιβάλλουν τέτοιες ποινές που να αποτρέπουν τον αδικοπραγούντα και άλλους από του να διαπράττουν παρόμοια αδικήματα και, ταυτόχρονα, να δημιουργούν το αίσθημα ασφάλειας σε όλους τους οικοδεσπότες. Ο οικοδεσπότης, ο οποίος φεύγει από το σπίτι του για οποιοδήποτε σκοπό, σε οποιαδήποτε ώρα, πρέπει να είναι βέβαιος ότι όταν επιστρέψει θα το βρει άθικτο στην κατάσταση που το άφησε..... Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη τήρησης του νόμου και της δημιουργίας αισθήματος ασφάλειας." Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης ότι δηλαδή επρόκειτο για κλοπή εξαρτημάτων αυτοκινήτων με ευτελή τιμή τα οποία φυλάγονταν σε ανοιχτό χώρο, τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος με τον συνεργάτη του, τον οποίο δεν απεκάλυψε σε καμιά περίπτωση, δείχνει άνθρωπο αποφασισμένο στη διάπραξη αυτού του είδους των αδικημάτων και από την άλλη τις προσωπικές και άλλες συνθήκες του κατηγορούμενου έστω και αν αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου καταλήγω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Κάθε άλλη ποινή δεν θα έστελνε τα κατάλληλα μηνύματα καθώς, όπως ανέφερα και πριν, οι ποινές σε τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα. Καταλήγω να επιβάλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών
(3)μηνών σε συνδυασμό με την έκδοση διατάγματος αποκατάστασης της ζημιάς των €200,00 που προκάλεσε στο παραπονούμενο πρόσωπο. Σύμφωνα με το νόμο ο οποίος προβλέπει την αναστολή της ποινής, τον περί Υφ' όρων Αναστολής της Εκτέλεσης ποινής φυλάκισης Ν. 95/72 όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Ν. 41
(1)/1997 και τον Ν. 186
(1)/2003 θα πρέπει εν όψει της ποινής φυλάκισης που επέβαλα η οποία είναι κάτω από τρία χρόνια να εξετάσω το ενδεχόμενο της αναστολής της. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του Άρθρου 3 του πιο πάνω νόμου: ¨
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.¨ Θα πρέπει επομένως να εξετάσω σε συνδυασμό τόσο τα περιστατικά της υπόθεσης όσο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη μου τη νομολογία που έχει αναπτυχθεί ως προς τις αρχές που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, κυρίως μετά την τελευταία τροποποίηση του νόμου όπως, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Παπαπευσταθίου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ. 39, Χαραλάμπους Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ. 323 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 161. Έχοντας περαιτέρω υπόψη την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 55, όπου στην τελευταία αναστάληκαν οι ποινές φυλάκισης που επεβλήθηκαν στην εφεσίβλητη όταν ακόμα ίσχυε ο νόμος πριν την τελευταία τροποποίηση που απαιτούσε εξαιρετικές περιστάσεις στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου καταλήγω ότι ούτε τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια ούτε και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου τέτοιες που θα με οδηγούσαν στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Επομένως αυτή θα είναι άμεση. Η αποκατάσταση της ζημιάς των €200,00 προς το παραπονούμενο πρόσωπο να γίνει με αναστολή τρεις μήνες μετά την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου. Τα προκληθέντα έξοδα να καταβληθούν από το πάγιο ταμείο της Δημοκρατίας. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.