← Κύπρος

Βενιζέλος Βενιζέλου ν. Κλεάνθης Σπαθιά κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5182/2010, 5 Μαΐου,  2011

Βενιζέλος Βενιζέλου ν. Κλεάνθης Σπαθιά κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5182/2010, 5 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:5182/2010 Βενιζέλος Βενιζέλου Κατηγόρου - ν -

  1. Κλεάνθης Σπαθιά
  2. Μελανή Μαρία Βασιλία Σπαθιά Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 5 Μαΐου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Κατήγορο: κ. Κ. Ανδρέου Για τους κατηγορούμενους: κ. Γ. Λουκαϊδης Κατηγορούμενοι παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες έξι κατηγορίες: 1η κατηγορία: Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι κατά ή περί την 12.12.2008 στη Λάρνακα διά ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασαν από τον παραπονούμενο το ποσό των 30.000 Λιρών Αγγλίας, ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες στο ότι θα πωλούσαν και θα παρέδιδαν στον παραπονούμενο όχημα μάρκας RANGE ROVER Μοντέλου 2008 χρώματος μαύρου το οποίο θα μετέφεραν από την Αγγλία στη Κύπρο γνωρίζοντας και/ή πιστεύοντας ότι δεν ανταποκρινόταν στη πραγματικότητα. 2η κατηγορία: Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Μάιο του 2009 στη Λάρνακα διά ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασαν από τον παραπονούμενο το ποσό των Ευρώ 2.400,00 ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες στο ότι οι κατηγορούμενοι θα εφάρμοζαν διάφορα έξτρα (Αξεσουάρ) (Φιμέ γυαλιά, τηλεόραση, ραδιοφωνικούς σταθμούς) στο όχημα που περιγράφεται στη πρώτη κατηγορία γνωρίζοντας και/ή πιστεύοντας ότι δεν ανταποκρινόταν στη πραγματικότητα. 3η κατηγορία: Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255,257 και 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 12.12.2008 έως τα τέλη Ιουνίου 2009 με δόλιο τρόπο σφετερίστηκαν και/ή υπεξαίρεσαν το ποσό των 30.000 λιρών Αγγλίας το οποίο βρισκόταν στη κατοχή τους, περιουσία του παραπονούμενου. 4η κατηγορία: Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255,257 και 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτού του αδικήματος οι κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Μάιο του 2009 με δόλιο τρόπο σφετερίστηκαν και/ή υπεξαίρεσαν το ποσό των Ευρώ 2.400,00 το οποίο βρισκόταν στη κατοχή τους, περιουσία του παραπονούμενου. 5η κατηγορία: Συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτού οι κατηγορούμενοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία συνωμότησαν να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. 6η κατηγορία: Απάτη κατά παράβαση των άρθρων 300 και 20 του Ποινικού κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής οι κατηγορούμενοι μεταξύ της περιόδου Δεκεμβρίου 2008 και Σεπτεμβρίου 2009 με δόλιο τέχνασμα και επινόημα απέσπασαν από τον παραπονούμενο το ποσό των 30.000 λιρών Αγγλίας συνισταμένου στο ότι χρησιμοποίησαν και υπέδειξαν στον παραπονούμενο φωτογραφίες του διαδικτύου οχημάτων μάρκας RANGE ROVER της Αγγλίας και έπεισαν τον παραπονούμενο ότι επρόκειτο για το όχημα που θα του πωλούσαν και θα παρέδιδαν στην Κύπρο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο κατήγορος εκτός από τη δική του μαρτυρία προς απόδειξη των κατηγοριών κάλεσε ακόμα τρεις μάρτυρες (Μ.Κ.) μέλη της οικογένειας του. Πρόκειται για την αδελφή του Αλίκη Βενιζέλου (Μ.Κ.2), την μητέρα του Ελένη Βενιζέλου (Μ.Κ.3) και τον πατέρα του Σωτήρη Βενιζέλου (Μ.Κ.4). Η εκδοχή της πλευράς του κατηγόρου ο οποίος αναγνώρισε και υπέδειξε τους κατηγορούμενους στο εδώλιο, μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα όπως αυτή προκύπτει από την κατάθεση του ίδιου και των μαρτύρων που παρουσίασε: Ο κατήγορος κατά το 2008 ενδιαφερόταν να αγοράσει μεταχειρισμένο αυτοκίνητο μάρκας RANGE ROVER μοντέλο του 2008 από την Αγγλία. Ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος ήταν γνωστός του, όπως και του πατέρα του, από τις δουλειές τους και οικογενειακός φίλος έγινε κοινωνός αυτής της επιθυμίας του και τον έπεισε ότι μπορούσε να του βρει ένα τέτοιο αυτοκίνητο από την Αγγλία και να του το πωλήσει αναλαμβάνοντας να το μεταφέρει ο ίδιος από την Αγγλία και να του το παραδώσει. Πράγματι στις 12.12.2008 ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι βρήκε το αυτοκίνητο που ζητούσε. Του ανέφερε ότι όλες τις λεπτομέρειες και φωτογραφίες του αυτοκινήτου θα του τις έδειχνε η θυγατέρα του η κατηγορούμενη 2 με την οποία συνεργαζόταν σε αυτές τις δουλειές, όπως και έκαμε στον Ηλεκτρονικό της Υπολογιστή και του τις απέστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της αδελφής του η οποία και τις τύπωσε και του τις έδωσε (Τεκμήριο 2). Έτσι και έγινε και η κατηγορούμενη 2 την ίδια ημέρα σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο 1 του υπέδειξε φωτογραφίες του αυτοκινήτου στο διαδίκτυο, του περιέγραψε την κατάσταση του αυτοκινήτου και του έδωσε γενικά τις πληροφορίες που τον ενδιέφεραν και αφορούσαν το όχημα. Του ανέφεραν ψευδώς ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν δικό τους, ότι το είχαν αγοράσει και βρισκόταν στην κατοχή τους και ότι θα ήταν προς όφελος του να το άφηναν για έξι μήνες στην Αγγλία για να μη πληρώσει μεγάλο ποσό φόρου καθ΄ότι το αυτοκίνητο ήταν σχεδόν καινούργιο. Προσπάθησε να τον πείσει ότι το αυτοκίνητο ήταν καλό, σε καλή τιμή και πως ήταν καλή ευκαιρία. Σε καμιά περίπτωση όπως επέμενε στην αντεξέταση του δεν είχε να κάμει γι΄αυτή την αγοραπωλησία με οποιονδήποτε άλλο πλην από τους κατηγορούμενους ούτε και με κάποιο κ. Eashley όπως του υποβλήθηκε τον οποίο δεν γνωρίζει και με τον οποίο ποτέ δεν είχε συναντηθεί ή είχε συνομιλήσει. Έτσι στις 12.12.2008 κατέβαλε στη παρουσία της μητέρας του Ελένης Βενιζέλου στην κατηγορούμενη 2 το ποσό των Λιρών Αγγλίας 30.000,00 η οποία του εξέδωσε σχετική απόδειξη περί της είσπραξης του ποσού αυτού (Τεκμήριο 3). Συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 1 ότι το αυτοκίνητο θα του το παρέδιδε στη Κύπρο αρχές Ιουνίου 2009 μετά δηλαδή πάροδο 6 μηνών όπως του είπε για σκοπούς φορολογικής ελαφρύνσεως. Μέχρι τον Ιούνιο του 2009 και οι δύο κατηγορούμενοι επανειλημμένα τον διαβεβαίωναν ότι το αυτοκίνητο θα βρισκόταν στη Κύπρο αρχές Ιουνίου 2009 οπόταν και θα του το παρέδιδαν, υπόσχεση την οποία δεν τήρησαν. Διαμαρτυρήθηκε έντονα και προς τους δύο και αξίωσε την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε. Παρότι ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων του, εντούτοις οι κατηγορούμενοι τον έπεισαν ότι θα μπορούσαν να του πωλήσουν στην ίδια τιμή άλλο αυτοκίνητο, ίδιας μάρκας και χρονολογίας το οποίο συμφώνησαν όπως του το παραδώσουν αρχές Οκτωβρίου
  3. Η κατηγορούμενη 2 τότε του απέστειλε μέσω του διαδικτύου φωτογραφίες του νέου αυτού αυτοκινήτου το οποίο επρόκειτο να του πωλήσουν. Του περιέγραψε μέσω τηλεφώνου την κατάσταση και τα προτερήματα του αυτοκινήτου αυτού και του απέστειλε στις 17.09.2009 με τον ίδιο τρόπο όπως και τη πρώτη φορά φωτογραφίες και σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήρια 4 και 5) τα οποία του τα είχε δώσει και μεταφράσει η αδελφή του. Βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις των δύο κατηγορουμένων ότι αρχές Οκτωβρίου του 2009 θα του παρέδιδαν το αυτοκίνητο, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να του τοποθετήσει διάφορα έξτρα στο όχημα και προς τούτο συμφώνησε να του πληρώσει επιπρόσθετα το ποσό των Ευρώ 2.400,
  4. Έτσι και έγινε και τον Αύγουστο του 2009 κατέβαλε στον κατηγορούμενο 1 το πιο πάνω ποσό. Παρά τις συνεχείς υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων για την παράδοση του εν λόγω αυτοκινήτου αρχές Οκτωβρίου 2009, ποτέ δεν του παρέδωσαν οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Άλλοτε του έλεγαν ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν καθ΄οδόν από την Αγγλία στον Πειραιά και άλλοτε ότι φορτώθηκε το αυτοκίνητο στο πλοίο από τον Πειραιά και έρχεται στη Κύπρο. Άλλοτε του έλεγαν ότι παρουσιάστηκε πρόβλημα στα χαρτιά του αυτοκινήτου και διάφορες άλλες ψευτιές και προφάσεις όπως ότι κλάπηκε καθ΄οδόν το αυτοκίνητο. Απώτερος σκοπός τους ήταν να του κλέψουν τα χρήματα του τα οποία επανειλημμένα ζήτησε χωρίς να υπάρχει ανταπόκριση εκ μέρους τους και για τούτο ισχυρίζεται ότι τον εξαπάτησαν, τον ξεγέλασαν και του απέσπασαν τα πιο πάνω ποσά. Κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία η οποία ολιγώρησε και μέχρι την ημέρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχε κινηθεί δικαστικά εναντίον των κατηγορουμένων. Είναι αυτός ο λόγος αλλά και κατόπιν προτροπής που έλαβε από την αστυνομία που προχώρησε με τη παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον τους. Για τους πιο πάνω λόγους ισχυρίζεται ότι στοιχειοθετούνται τα αδικήματα τα οποία προσάπτει στους κατηγορούμενους. Οι κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να τον εξαπατήσουν από την αρχή καθώς το όχημα που του υπέδειξαν ποτέ δεν το αγόρασαν και ποτέ δεν του υπέδειξαν οποιαδήποτε έγγραφα περί αγοράς του. Τα αυτοκίνητα των φωτογραφιών που του έδειξαν δεν τους ανήκαν, ποτέ δεν τα κατείχαν και ποτέ δεν ήταν ιδιοκτήτες τους. Τα αυτοκίνητα που του έδειχναν στις φωτογραφίες τα εύρισκαν στο διαδίκτυο δεν τους ανήκαν και ιδιοκτήτες τους ήταν τρίτα και άγνωστα τους πρόσωπα. Μέχρι σήμερα ούτε τα χρήματα του τα επέστρεψαν ούτε και αυτοκίνητο του παρέδωσαν. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον των πελατών του και κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει από αυτό το στάδιο. Βασικά σημεία της εισήγησης του, πέραν της νομολογίας και των αυθεντιών στις οποίες με παρέπεμψε που αφορούν αυτά καθ΄αυτά τα αδικήματα με τα οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι αλλά και στις αρχές τις οποίες έχει καθορίσει η νομολογία και με τις οποίες αποφασίζουν τα δικαστήρια σε αυτό το στάδιο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτοις όψεως υπόθεση ή όχι και στις οποίες θα κάμω αναφορά σε άλλο σημείο της απόφασης μου, είναι τα ακόλουθα:
  5. Πρόκειται για σοβαρότατες κατηγορίες οι οποίες θα έπρεπε να απασχολήσουν τις δημόσιες αρχές οι οποίες θα διερευνούσαν κατά πόσο διαπράχθηκαν τα αδικήματα και εφόσον αποφασιζόταν κάτι τέτοιο μόνο τότε να καταχωρούσε υπόθεση η αστυνομία. Η αστυνομία παρά την καταγγελία εκ μέρους του παραπονούμενου δεν άσκησε ποινική δίωξη γιατί δεν διαπράχθηκαν ποινικά αδικήματα. Η υπόθεση αυτή θα έπρεπε να απασχολήσει τα πολιτικά δικαστήρια ως αστικής φύσης διαφορά και η επίλυση της να γινόταν στα πλαίσια πολιτικής αγωγής.
  6. Σε σχέση με την ανάμειξη της κατηγορούμενης 2 ανέφερε ότι το μόνο πράγμα που έκαμε αυτή ήταν ότι παρέλαβε το ποσό και εξέδωσε την απόδειξη. Η αποστολή μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων από αυτή των Τεκμηρίων 2,4 και 5 δεν έχει καμιά σημασία. Η κατηγορούμενη 2 δεν είχε καμιά εμπλοκή στην όλη διαδικασία.
  7. Η μαρτυρία των Μ.Κ. περιορίστηκε σε χαρακτηρισμούς, ύβρεις και εικασίες εναντίον των κατηγορουμένων και ως τέτοια η μαρτυρία δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τα αδικήματα.
  8. Σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ανέφερε ειδικότερα ότι οι κατηγορούμενοι δεν παρέστησαν οτιδήποτε ψευδώς στον παραπονούμενο - κατήγορο. Η υπόσχεση που έλαβε ότι θα του έφερναν αυτοκίνητο σε μελλοντικό χρόνο δεν συνιστούσε ψευδή παράσταση που αναγόταν σε παρελθόντα ή παρόντα χρόνο. Είναι εκ του αποτελέσματος που συμπέραναν αυτά που καταλογίζουν στους κατηγορούμενους. Δεν απέδειξαν ότι εξ αρχής αυτή ήταν η πρόθεση των κατηγορουμένων. Μετά την υπόσχεση που έδωσαν οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να είχαν μεσολαβήσει πολλά τα οποία να απέτρεπαν την υλοποίηση της. Ο χρόνος της υλοποίησης της υπόσχεσης ποτέ δεν είχε καταστεί ουσιώδης. Ούτε και υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας. Εξάλλου υπήρξε εκ συμφώνου ακύρωση της πρώτης συμφωνίας και επομένως ο χρόνος που αναφέρεται στις κατηγορίες ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα δεν έχει αποδειχθεί. Ούτε και η 2η κατηγορία έχει αποδειχθεί εφόσον δεν αποδείχθηκαν ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των κατηγορουμένων, δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει την πρόθεση τους να μην εκπληρώσουν την υπόσχεση τους και η 2η κατηγορία αναφέρεται σε συμφωνία που είχε ακυρωθεί. Η 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής δεν αποδείχθηκε καθώς τα χρήματα που έλαβαν από το παραπονούμενο πρόσωπο οι κατηγορούμενοι δεν ήταν χωρίς τη συναίνεση τους και μάλιστα έδωσαν και απόδειξη. Δεν υπήρχε δόλιος τρόπος υπεξαίρεσης των χρημάτων. Η 4η κατηγορία αφορούσε χρήματα που δόθηκαν στους κατηγορούμενους για μια συμφωνία που είχε ακυρωθεί και δεν έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής. Ούτε η 5η κατηγορία της συνωμοσίας έχει αποδειχθεί εφόσον δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων. Εφόσον κατά την άποψη του η κατηγορούμενη 2 δεν είχε ανάμειξη στην συναλλαγή δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος 1 να είχε συνωμοτήσει με τον εαυτό του. Δεν αποδείχθηκε σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε συμφωνία για την εκτέλεση παράνομου σκοπού που να έγινε μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Τέλος, ούτε σε σχέση με τη 6η κατηγορία υπάρχει απάτη εφόσον η συμφωνία του Δεκεμβρίου του 2008 είχε ακυρωθεί με αυτή του Σεπτεμβρίου του 2009 που αφορούσε παράδοση αυτοκινήτου τον Οκτώβριο του
  9. Επομένως πριν από τον Οκτώβριο του 2009 δεν μπορούσαν να είχαν αποσπάσει με δόλιο τρόπο τα χρήματα του παραπονούμενου. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η άποψη του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατήγορου ο οποίος αντέκρουσε όλες τις αιτιάσεις που προβάλλει η υπεράσπιση με αναφορά στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και σε νομολογία. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν είναι του παρόντος το Δικαστήριο να ασχοληθεί με αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως ουσιαστικά ήταν η εισήγηση της πλευράς της Υπεράσπισης. Πρόκειται, ανέφερε, για κλασσική περίπτωση απάτης και δεν υπάρχει κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών εφόσον ο παραπονούμενος έκαμε καταγγελία στην αστυνομία και αυτή μέχρι και σήμερα δεν προχώρησε στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εναντίον των κατηγορουμένων. Σε σχέση με την εμπλοκή της 2ης κατηγορούμενης ανέφερε ότι αυτή ήταν εμφανής από την αρχή της δοσοληψίας μέχρι και το τέλος και αυτή την απέδειξε ο παραπονούμενος και οι μάρτυρες του με τη μαρτυρία τους περί της προσωπικής εμπλοκής της. Η σειρά των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την όλη συναλλαγή καταδεικνύει περίτρανα ότι οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους για να εξαπατήσουν τον παραπονούμενο και να του αποσπάσουν με δόλιο τρόπο τα χρήματα του χρησιμοποιώντας προς τούτο τέχνασμα. Τα όσα ανέφερε ο κ. Λουκαϊδης ότι δηλαδή δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για το τι απέγιναν είτε τα χρήματα είτε το αυτοκίνητο, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα γνώσης του κατηγόρου και γι΄αυτό μεταξύ άλλων θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κληθούν σε απολογία για να προβάλουν την υπεράσπιση και την εκδοχή τους. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν χρήματα από τον κατήγορο όταν του παρέστησαν ότι δεν είναι ιδιοκτήτες αυτοκινήτου των προδιαγραφών που ήθελε και δεν του παρέδωσαν αυτό όπως ήταν η συμφωνία τους ούτε και φάνηκε ότι ήταν ποτέ ιδιοκτήτες ενός τέτοιου αυτοκινήτου όπως του παρίσταναν, κάλεσε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία σε όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  10. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σωτηριάδης v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λoίζoυ v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.¨ Χρήσιμη πιστεύω είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία˙ (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη, πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που να δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Εισαγγελέας v. Κουννίδης
(1993)2 ΑΑΔ 82 τονίστηκε ότι: ¨Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις τα στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.¨ Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και οι οποίες τέθηκαν ενώπιον μου από τους Μ.Κ. σε σχέση με την καταγγελία στην οποία προέβη ο κατήγορος (Μ.Κ.1) στην αστυνομία και τη μέχρι σήμερα αδράνεια εκ μέρους της στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εναντίον των κατηγορουμένων ότι πλέον το δικαίωμα του κατηγόρου στην άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης παρέμενε ενεργό και μια από τις επιλογές του. Ο κατήγορος κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατέστησε σαφές ότι νοιώθει ότι έχει εξαπατηθεί από τις ενέργειες των κατηγορουμένων να του αποσπάσουν ένα σημαντικό για τον ίδιο χρηματικό ποσό για το οποίο μέχρι και σήμερα δεν του είχαν δώσει πειστική εξήγηση για την μη επιστροφή του εφόσον δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους. Δεν διαφάνηκε από τη δοθείσα μαρτυρία ότι ο κατήγορος καταχώρησε την παρούσα υπόθεση εκβιαστικά στη προσπάθεια του να του επιστραφεί το ποσό που έδωσε στους κατηγορούμενους. Οι προσπάθειες μέχρι και εντελώς πρόσφατα του πατέρα του κατήγορου (Μ.Κ.4) να επιστραφεί το ποσό στον γιό του εκ μέρους των κατηγορουμένων μετά πάντοτε από υποσχέσεις τους ότι θα το έκαναν δεν μπορεί να χρησιμοποιείται εκ των υστέρων εκ μέρους τους ως πρόσχημα ότι η παρούσα αποσκοπεί σ΄αυτό και μόνο και ότι εκβιαστικά έχει καταχωρηθεί. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο κατήγορος δεν ανέφερε ότι δεν επιθυμεί την τιμωρία των κατηγορουμένων για τα αδικήματα που τους προσάπτει. Το ζήτημα δε της καταχώρησης παράλληλα και αστικής υπόθεσης με την οποία διεκδικείται το ποσό που έδωσε στους κατηγορούμενους και για την αθέτηση της συμφωνίας τους έχει ξεκαθαρίσει από τη νομολογία μας με την υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου,
(2002)2 ΑΑΔ σελ. 522 η οποία αφορούσε και εκεί ιδιώτη κατήγορο και όπου έχει αναλυθεί η έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας όπου επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Επομένως το πρωταρχικό ζήτημα που έθιξε ο κ. Λουκαϊδης στην εισήγηση του δεν μπορεί να τύχη θετικής αντίκρισης (βλ. επίσης Στυλιανού v. Αστυνομίας,
(2008)2 ΑΑΔ 646 στη σελ. 663 επ.). Από αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου από την πλευρά του κατηγόρου κρίνω ότι αυτός έχει αποδείξει τα αδικήματα όλων των κατηγοριών εναντίον και των δύο κατηγορουμένων οι οποίοι παρουσιάστηκαν να ενεργούν από κοινού. Η εκδοχή του κατηγόρου την οποία κατέγραψα πιο πάνω δεν έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό συνεπεία της αντεξέτασης που υπέστηκε ο ίδιος αλλά και οι μάρτυρες που κατέθεσαν γι΄αυτόν ή παρουσιάζει αντινομικότητα που αν συνέτρεχαν θα οδηγούσαν το Δικαστήριο σε απαλλαγή των κατηγορουμένων από αυτό το στάδιο. Εξάλλου εκ μέρους των κατηγορουμένων δεν προβλήθηκε ότι δεν εισέπραξαν τα χρήματα τα οποία ισχυρίζεται ο κατήγορος ότι τους έδωσε ούτε και υποβλήθηκε σ΄αυτόν ότι του τα επέστρεψαν. Ούτε και υποβλήθηκε σε αυτόν ότι εκπλήρωσαν την υπόσχεση τους και του παρέδωσαν το αυτοκίνητο που είχαν συμφωνήσει. Τα όσα ο κ. Λουκαϊδης υπέβαλε σε σχέση με το τι συνέβηκε πραγματικά τα οποία υπέβαλε και στους μάρτυρες κατηγορίας και τα οποία τόσο ο κατήγορος όσο και οι μάρτυρες του τα αρνήθηκαν κατηγορηματικά αν δηλαδή είχαν να κάμουν και με κάποιο τρίτο πρόσωπο ή αν τερματίστηκε η αρχική συμφωνία και/ή αντικαταστάθηκε από κάποια άλλη δεύτερη συμφωνία ή και αν ακόμα ο χρόνος της συμφωνίας ήταν ουσιώδης ή όχι είναι θέματα που κατά την άποψη μου ανάγονται στην αποκλειστική σφαίρα γνώσης των πελατών του και χρίζουν αξιολόγησης σε βάθος. Η ανάλυση δε των αδικημάτων καθενός ξεχωριστά και αν από την προσκομησθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν τα συστατικά τους στοιχεία είναι ζητήματα που επίσης ανάγονται στο τέλος σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο και όταν αυτό θα προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε βάθος όταν και εφόσον βέβαια τεθούν ενώπιον του και οι θέσεις της Υπεράσπισης. Η αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά του κατηγόρου έχει καταδείξει ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις των αδικημάτων τα οποία κρίνω ότι με βάσει τα κριτήρια που εξατάζονται σ΄αυτό το στάδιο έχουν αποδειχθεί. Οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να τους εξηγήσω τα δικαιώματα που τους παρέχει η ποινική μας δικονομία. (Εξηγούνται στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους.) (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.