← Κύπρος

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Μάριος Σωτηρίου κ.α., Αρ.Υπόθεσης:14413/ 2009, 17 Μαΐου, 2011

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Μάριος Σωτηρίου κ.α., Αρ.Υπόθεσης:14413/ 2009, 17 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:14413/ 2009 Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού Κατηγορούσας Αρχής -v-

  1. Μάριος Σωτηρίου
  2. Βάσος Σωτηρίου Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 17 Μαΐου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αλ. Κουκούνης Για τους κατηγορούμενους : κ.κ. Χρ. Πουτζιουρής, Πασιουρτίδης Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι δηλώνουν ότι έχουν συμμορφωθεί με τις πρώτες 24 κατηγορίες του κατηγορητηρίου υπό την έννοια ότι έχουν καταβάλει όλα τα οφειλόμενα εκ μέρους τους ποσά προς τον Κ.Ο.Τ. Όταν εκφράστηκε η πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με τη προσθήκη των κατηγοριών 25 μέχρι 36 ζήτησαν άδεια και καταχώρησαν μη παραδοχή και στις αρχικές 24 κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Όλες οι κατηγορίες τόσο οι αρχικές όσο και αυτές που τελικά με τη συγκατάθεση της Υπεράσπισης προστέθηκαν στο κατηγορητήριο αφορούν διάφορα αδικήματα που προνοούνται και ρυθμίζονται στον περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο του 1985 (Ν.29/1985)(στη συνέχεια ο νόμος). Αφορούν παράβαση των διατάξεων των άρθρων 14

(1)(α),(β)
(2)-
(11),18
(7)και 20 του νόμου, των περί Κέντρων Αναψυχής Κανονισμών του 1986 και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 51.810 η οποία δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.05.2000 όπως και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου διαπράχθηκαν συνεπεία παραλείψεων τους να καταβάλουν το συγκεκριμένο ποσοστό 3% επί των εισπράξεων του κέντρου αναψυχής που διεύθυναν με την ονομασία ¨DE NIRO PUB¨ στη Λάρνακα προς τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (Κ.Ο.Τ.) για διάφορες τριμηνιαίες χρονικές περιόδους από 01.07.2002 μέχρι και την 31.12.2005 (Κατηγορίες 1-12) και επιβάρυνσης 10% επί του οφειλόμενου προς τον Κ.Ο.Τ. ποσοστού και τόκους προς 9% ετησίως λόγω μη έγκαιρης καταβολής του ποσοστού 3% επί των λογαριασμών (Κατηγορίες 13-24). Οι κατηγορίες που έχουν προστεθεί με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου (Κατηγορίες 25-36) αφορούν αδικήματα παράλειψης καταβολής πρόσθετης επιβάρυνσης λόγω της μη υποβολής των εντύπων ημερησίων εισπράξεων ή χρεώσεων εντός της καθορισμένης προθεσμίας προς τον Κ.Ο.Τ. ύψους Λ.Κ.15,00 για κάθε μήνα από την καθορισμένη προθεσμία κατά την οποία διαρκούσε η παράλειψη υποβολής των εντύπων για τις ημερήσιες εισπράξεις ή χρεώσεις για τις ίδιες χρονικές περιόδους όπως οι κατηγορίες 1-
  2. Το ζήτημα που θα με απασχολήσει στη παρούσα είναι η ειδική απάντηση που καταχωρήθηκε για τις κατηγορίες 25-36, οι οποίες όπως ανέφερα πιο πάνω προστέθηκαν με σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου στις 11.04.
  3. Επικαλείται η Υπεράσπιση τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις:
  4. Πολλαπλότητα κατηγοριών καθώς ο νομοθέτης όπως έθεσε το ζήτημα ποινικοποιεί το αδίκημα για κάθε μήνα που διαπράττεται και στις κατηγορίες που προστέθηκαν αναφέρονται τριμηνίες συμπεριλαμβάνονται δηλαδή σε κάθε μια κατηγορία τρία αδικήματα.
  5. Τίθεται ζήτημα καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή ήδη από το 2009 τους είχε δώσει σχετική κατάσταση με τις επιβαρύνσεις οι οποίες αφορούν τις κατηγορίες αυτές που έχουν προστεθεί και κατά συνέπεια γνώριζε για τη διάπραξη και αυτών των αδικημάτων και δεν τα συμπεριέλαβε στο κατηγορητήριο.
  6. Στις κατηγορίες αναφέρεται ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων η χρονική περίοδος που αφορά την υποχρέωση, κάθε δηλαδή τριμηνία, ενώ το αδίκημα συντελείται την 25η του μήνα που ακολουθεί και αυτή η ημερομηνία δεν αναφέρεται πουθενά στις λεπτομέρειες των αδικημάτων.
  7. Η 36η κατηγορία αφορά την περίοδο από 1.10.2005 - 31.12.
  8. Ο νόμος που κατάργησε το Άρθρο 14 στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, ο Ν.151
(1)/2005 δημοσιεύτηκε στις 23.12.2005 και θα είχε ισχύ τη 01.01.2006, επομένως όταν θα έπρεπε να είχε υποβληθεί για αυτή τη χρονική περίοδο το έντυπο στον Κ.Ο.Τ. δηλαδή στις 25.01.2006 δεν υπήρχε σε ισχύ νομοθετική διάταξη που να επέβαλλε αυτή την υποχρέωση και επομένως δεν διαπράχθηκε το αδίκημα αυτής της κατηγορίας. Ο κ. Κουκούνης απαντώντας στις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις ανέφερε ότι οι κατηγορίες που προστέθηκαν στο κατηγορητήριο αφορούν αδικήματα που προνοούνταν κατά τον επίδικο χρόνο. Οι λεπτομέρειες που παρέχονται σε κάθε μια από τις κατηγορίες είναι σαφείς και επομένως δεν υπάρχει πολλαπλότητα κατηγοριών με τον τρόπο που συντάχθηκε το κατηγορητήριο εφόσον ο νομοθέτης προβλέπει για υποχρέωση υποβολής των εντύπων κάθε τριμηνία και επομένως ορθά είναι συντεταγμένο το κατηγορητήριο που αναφέρεται σε κάθε μια από τις κατηγορίες σε τριμηνία. Εάν ήθελε αποφασιστεί ότι πράγματι θα έπρεπε να γινόταν διαχωρισμός των κατηγοριών για κάθε μήνα χωριστά, τότε το Δικαστήριο θα μπορούσε να τροποποιήσει ανάλογα τις κατηγορίες. Το ζήτημα της καθυστέρησης είναι ζήτημα που θα πρέπει να εξετασθεί και να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο της επιβολής ποινής και εφόσον καταχωρήθηκε μη παραδοχή αυτό το ζήτημα θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο εφόσον ακουστεί μαρτυρία επί του ζητήματος. Σε σχέση με το αδίκημα της τελευταίας κατηγορίας ανέφερε ότι τα έντυπα υποβλήθηκαν στις 22.03.2006 και η τελευταία τριμηνία αφορούσε περίοδο όταν ακόμα ήταν σε ισχύ ο νόμος και επομένως υπήρχε υποχρέωση για την υποβολή του εντύπου και έτσι είχε συντελεστεί το αδίκημα ανεξάρτητα από την μεταγενέστερη προθεσμία που παρεχόταν για την υποβολή του. Η κατάργηση του νόμου δεν ακύρωσε και την υποχρέωση τους για συμμόρφωση με υποχρέωση τους που προβλεπόταν πριν αυτός καταργηθεί. Το ζήτημα της πολλαπλότητας των κατηγοριών θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το φως των προνοιών του νόμου που ρυθμίζει τα υπό εκδίκαση αδικήματα. Θα πρέπει επομένως να εξετασθεί πρωταρχικά το ζήτημα του κατά πόσο πράγματι ο τρόπος που έχουν συνταχθεί οι κατηγορίες παρουσιάζουν πολλαπλότητα, όπως το έθεσε η Υπεράσπιση, και εάν η απάντηση είναι καταφατική τότε θα πρέπει να εξετασθεί αν υπάρχει θεραπεία και ποια είναι αυτή. Το θέμα της πολλαπλότητας (¨duplicity¨) μπορεί σύμφωνα με τη νομολογία μας να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, γιατί αν το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα, το πρόβλημα είναι ζωτικό και θεμελιώδες. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, που συνοψίζεται στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στη Κύπρο των Α. Λοϊζου και Γ.Μ. Πική σελ. 48-53, πολλαπλότητα υπάρχει αν στην έκθεση ενός αδικήματος ενυπάρχουν πέραν του ενός αδικήματα. Κατά καιρούς έχουν προταθεί μέσω της νομολογίας πολλοί τρόποι και μέθοδοι για τον έλεγχο του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Αστυνομία v. Παπαϊωάννου, 17 Α.Α.Δ. 50, έχει υιοθετηθεί η πρόταση ότι αν το αδίκημα που περιέχεται στο κατηγορητήριο μπορεί να αποδειχθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας διαφόρων ξέχωρων πράξεων που τελέσθηκαν από το κατηγορούμενο πρόσωπο, τότε ένα αδίκημα δημιουργείται. Ένας άλλος τρόπος ελέγχου είναι η εξέταση κατά πόσο υπάρχει σημαντική ή ουσιώδης διαφορά μεταξύ των διαφόρων πράξεων που θεωρούνται παράνομες. Αν το κατηγορούμενο πρόσωπο μπορεί να διαπράξει το ένα αδίκημα χωρίς να διαπράξει το άλλο σκέλος του τότε θεωρείται ότι δημιουργούνται δύο αδικήματα (βλ.R. v. Surrey
(1932)1K.B. 452). Όπως αναφέρεται στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα των Λοίζου και Πική, αν το νομοθετικό αντικείμενο είναι να κηρύξει συγκεκριμένη συμπεριφορά ως παράνομη που μπορεί να φανερωθεί με διάφορους τρόπους, τότε μόνο ένα αδίκημα δημιουργείται. Στη σελ. 51 αναφέρεται επίσης ότι είναι θεμιτό και επιτρεπτό να υπάρχει σε ένα αδίκημα μια συγκεκριμένη δραστηριότητα παρόλο που αυτή η δραστηριότητα μπορεί να αποκαλύπτει ή να εμπεριέχει πέραν της μιας πράξης. Όπως λέχθηκε στην Αίτηση Prohibition αρ. 153/89 του Nikhle W.Rbeiz ημερ. 9.12.1989 από τον Δ. κ. Γ.Μ.Πική, όπως ήταν τότε: ¨.το άρθρο 24
(1)προσδιορίζει τη δικαιοδοσία με βάση τα αδικήματα που αποτελούν το αντικείμενο της κατηγορίας. Η κατηγορία (the count) αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής δικονομίας, το μέσο προσδιορισμού του αδικήματος για το οποίο καλείται να υπερασπιστεί ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 39 ρυθμίζει τη σύσταση και το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Το αδίκημα περιγράφεται, όπως καθορίζει η παράγραφος (γ), με τρόπο απλό και συνοπτικό, και σε συσχετισμό με τα άρθρα του νόμου που καθιστούν το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, αξιόποινη πράξη. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος προσδιορίζουν τα ουσιώδη γεγονότα που το συνιστούν. Βάσει του δικαστικού μας συστήματος η ευθύνη τόσο για τη διατύπωση όσο και για την απόδειξη της κατηγορίας βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή..¨ Καταγράφω στη συνέχεια για καλύτερη κατανόηση, το λεκτικό που χρησιμοποιείται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 25-36 το οποίο είναι ταυτόσημο σε όλες τις κατηγορίες: ¨Οι κατηγορούμενοι... παρέλειψαν να καταβάλουν μέχρι σήμερα προς τον Κ.Ο.Τ. την επιπρόσθετη επιβάρυνση των Λ.Κ.15,00 για κάθε μήνα από την καθορισμένη προθεσμία κατά τον οποίο διαρκούσε η παράλειψη υποβολής εντύπων ημερησίων εισπράξεων ή χρεώσεων κέντρου αναψυχής προς τον Κ.Ο.Τ. για τη χρονική περίοδο... (αναφέρονται σε συγκεκριμένες τριμηνίες)¨ Πρόνοιες του άρθρου 14 του Νόμου οι οποίες αφορούν την παρούσα απόφαση μου όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την 31.12.2005 πριν από την κατάργηση τους με τον Ν. 151
(1)/2005 ρυθμίζουν τα ακόλουθα: 14.
(1)Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου μπορεί να ορίζεται ποσοστό ύψους μέχρι τρία επί τοις εκατόν (3%) για κάθε λογαριασμό των πελατών - (α) Κέντρων, που λειτουργούν εκτός ξενοδοχείων και τουριστικών καταλυμάτων για προσφερόμενες υπηρεσίες είτε εντός είτε εκτός αυτών εξαιρουμένων των φόρων και του δικαιώματος υπηρεσίας, (β) κέντρων που λειτουργούν εντός αδειούχων ξενοδοχείων και τουριστικών καταλυμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων του 1969 έως 2000 για προσφερόμενες υπηρεσίες είτε εντός είτε εκτός αυτών εξαιρουμένων των φόρων και του δικαιώματος υπηρεσίας: Νοείται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με απόφαση του να εξαιρεί από όλο ή μέρος του πιο πάνω ποσοστού, οποιαδήποτε κέντρα ορισμένων κατηγοριών ή τάξεων ή κέντρα που βρίσκονται σε ορισμένες περιοχές που θα καθοριστούν στην απόφαση αυτή.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4), το ποσοστό που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου
(1), επιβαρύνει τον πελάτη και εισπράττεται ή χρεώνεται από τον επιχειρηματία και καταβάλλεται κάθε τριμηνία με δική του ευθύνη στον Οργανισμό. Κάθε επιχειρηματίας υποχρεούται όπως όχι αργότερα από την 25η ημέρα του μήνα που έπεται της κάθε αμέσως προηγούμενης τριμηνίας καταβάλλει στον οργανισμό το εν λόγω ποσοστό που εισέπραξε ή χρέωσε την κάθε αμέσως προηγούμενη τριμηνία: Νοείται ότι η πρώτη καταβολή του πιο πάνω ποσοστού και η πρώτη υποβολή του εντύπου που καθορίζεται στο εδάφιο
(7), δύναται να αφορά και περίοδο μικρότερη των τριών μηνών, η οποία όμως θα λήγει την ίδια τριμηνία. Η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις αναστολής λειτουργίας ή και επαναλειτουργίας κέντρου.
(3).
(4).
(5).
(6).
(7)Κάθε επιχειρηματίας οφείλει όπως για τις εισπράξεις ή χρεώσεις του πιο πάνω αναφερόμενου ποσοστού, συμπληρώνει σχετικό έντυπο το οποίο καθορίζεται εκάστοτε με εγκύκλιες οδηγίες του Οργανισμού. Το εν λόγω έντυπο υποβάλλεται από τον επιχειρηματία στον Οργανισμό όχι αργότερα από την 25η ημέρα του μήνα που έπεται της κάθε αμέσως προηγούμενης τριμηνίας μαζί με το εν λόγω ποσοστό: Νοείται ότι...
(8)(α) Κάθε επιχειρηματίας που παραλείπει ή αρνείται ή καθυστερεί να καταβάλει στον Οργανισμό το οφειλόμενο ποσοστό μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο εδάφιο
(2), υποχρεούται στην καταβολή πρόσθετης επιβάρυνσης ίσης προς το δέκα τοις εκατόν (10%) επί του ποσοστού που παραλείπει ή αρνείται ή καθυστερεί να καταβάλει. Σε περίπτωση δε που η παράλειψη ή άρνηση ή καθυστέρηση του επιχειρηματία να καταβάλει το οφειλόμενο ποσοστό εξακολουθεί πέραν των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία που το ποσοστό καθίσταται καταβλητέο δυνάμει του παρόντος Νόμου, τότε υποχρεούται επίσης στην καταβολή απλού τόκου προς εννέα τοις εκατόν (9%) ετησίως πάνω στο οφειλόμενο ποσοστό περιλαμβανομένης και της πρόσθετης επιβάρυνσης που υπολογίζεται από την εκπνοή της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών. (β) Κάθε επιχειρηματίας που παραλείπει ή αρνείται ή καθυστερεί να υποβάλει το έντυπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(7), μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, υποχρεούται στην καταβολή δεκαπέντε λιρών (Λ.Κ.15,00) για κάθε μήνα ή μέρος αυτού κατά τον οποίο διαρκεί η εν λόγω παράλειψη, άρνηση ή καθυστέρηση. Δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ίσχυε η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 51.810 με ημερ.
  1. 05.
  2. Οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις φανερώνουν ότι ο Νομοθέτης εναπόθεσε την υποχρέωση υποβολής των καθορισμένων εντύπων και πληρωμής του ποσοστού τρία επί τοις εκατόν (3%) για κάθε λογαριασμό πελατών σε κάθε επιχειρηματία κέντρου αναψυχής που ενέπιπτε στις διατάξεις του νόμου κάθε τριμηνία, προς εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων καθόριζε προθεσμία μέχρι την 25η ημέρα του μήνα που έπεται της κάθε αμέσως προηγούμενης τριμηνίας (Εδάφιο 7 Άρθρου 14). Η σύνταξη των κατηγοριών 25 - 36 κατά το πρότυπο των κατηγοριών 1-12 που αφορούν επίσης τριμηνίες, όπως καθορίζεται στο νόμο, δεν συνιστά κατά την άποψη μου πολλαπλότητα κατηγοριών έστω και αν με τις κατηγορίες 25-36 διεκδικείται το ποσό των Λ.Κ.15,00 για κάθε μήνα ή μέρος αυτού κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη, άρνηση ή καθυστέρηση υποβολής του εντύπου που αναφέρεται στο εδάφιο 7 μέσα στην καθορισμένη προθεσμία. Εφόσον οι κατηγορίες αυτές σχετίζονται άμεσα με την υποχρέωση που εκπληρώνεται κάθε τριμηνία δεν βλέπω τον λόγο να προκαλείται σύγχυση στους κατηγορούμενους και στην υπεράσπιση τους το γεγονός ότι αντί για 12 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και αφορούν η κάθε μια τρεις μήνες, καταχωρούνταν 36 κατηγορίες για κάθε μήνα ξεχωριστά. Διερωτώμαι σε τι θα εξυπηρετούσε η διαμόρφωση του κατηγορητηρίου κατ΄αυτόν τον τρόπο, ευχερής κατά τα άλλα δυνατότητα εκ μέρους του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως εξάλλου ήταν και η εναλλακτική εισήγηση από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, με τον διαχωρισμό της υποχρέωσης των κατηγορουμένων στη καταβολή προστίμου Λ.Κ.15,00 για κάθε μήνα που καθυστερούσαν στην συμμόρφωση τους, όπως σαφώς καθορίζεται στις λεπτομέρειες κάθε μιας από τις κατηγορίες και όπως προνοείται στο εδάφιο
(8)παρ.(β) του άρθρου 14 του Νόμου, και να αντιμετώπιζαν πλέον αντί δώδεκα τριάντα έξι πανομοιότυπες κατηγορίες, όταν σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης η συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνιστούσε επανάληψη διάπραξης του ίδιου αδικήματος προνοούμενου από την ίδια νομοθετική διάταξη. Επομένως, κρίνω ότι οι κατηγορίες μπορούν να προχωρήσουν ως έχουν και σε κανένα ουσιαστικό διακύβευμα υπόκεινται οι κατηγορούμενοι ως προς τα δικαιώματα τους και την υπεράσπιση τους καθώς για κάθε μια από τις υπό αναφορά κατηγορίες παρέχονται ικανοποιητικές λεπτομέρειες οι οποίες παρέχουν στην Υπεράσπιση τη δυνατότητα της κατάλληλης προετοιμασίας της και δεν συντρέχει οποιοδήποτε στοιχείο παραπλάνησης των κατηγορουμένων αν και δεν υπήρξε τέτοια εισήγηση, ότι τάχα υπάρχουν θέματα άγνωστα τα οποία οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να τα γνωρίζουν ή ότι δεν διαθέτει η Υπεράσπιση όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, επομένως κρίνω ότι δεν χρειάζεται ούτε η παροχή περισσότερων λεπτομερειών. Για το ζήτημα τώρα της τελευταίας κατηγορίας (κατηγορία αρ. 36) η οποία αφορά την τριμηνία από 1.10.2005 -31.12.2005 απλά να αναφέρω ότι η υποχρέωση των κατηγορουμένων για συμμόρφωση τους στις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας είναι αυτονόητη εφόσον ως επιχειρηματίες είχαν προβεί σε δήλωση και υπέβαλαν το σχετικό έντυπο που αφορούσε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο όταν ακόμα το άρθρο 14 του νόμου βρισκόταν σε ισχύ. Διαφωνώ με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι με την κατάργηση της εν λόγω νομοθετικής πρόνοιας την 1.01.2006 έπαυσε και η υποχρέωση των κατηγορουμένων να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του νόμου για υποχρεώσεις που τους εναπόθετε όταν αυτός ήταν σε ισχύ. Το αδίκημα δεν συντελείται την 25η ημέρα του μήνα που έπεται της κάθε αμέσως προηγούμενης τριμηνίας που ήταν υπόχρεοι οι κατηγορούμενοι. Η 25η ημέρα όπως καθορίζεται στο νόμο είναι η καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας που παρέχεται στα υπόχρεα πρόσωπα να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους. Όπως δε αναφέρεται ρητά στο νόμο εδάφιο
(7)αυτή η υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται ¨όχι αργότερα από την 25η ημέρα.¨ και αφορά υποχρέωση που έχει συντελεστεί την τελευταία ημερομηνία της τριμηνίας που εξετάζεται όπως εξάλλου καθορίζονται αυτές από το Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου περί Άρσεως Αμφιβολιών περί την Λήξιν της ισχύος των Νόμων (Ν. 42/1962): ¨ Ίνα αποφευχθή οιαδήποτε αμφιβολία περί την ερμηνείαν του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, και την εφαρμογήν αυτού επί της λήξεως της ισχύος των Νόμων, διά του παρόντος δηλούται ότι πάσα εν αυτώ γενομένη αναφορά εις την κατάργηση νόμου τινός, περιλαμβάνει αναφοράν εις την διά της παρόδου του χρόνου ή άλως πως λήξιν της ισχύος του νόμου τούτου, και ότι η λήξις της ισχύος νόμου τινός, είτε προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόνος Νόμου, είτε μετά ταύτην, ουδόλως επηρεάζει την ισχύν αυτού καθ΄όσον αφορά εις πράγματα άτινα εγένοντο προηγουμένως ή παρελείφθησαν δυνάμει αυτού.¨ Στη παρ. 2 του άρθρου 10 δε του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 γίνονται οι ακόλουθες σχετικές πρόνοιες: (γ) ¨ Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό˙ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό˙ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν. Επομένως, η υποχρέωση των κατηγορουμένων εξακολουθεί να υφίσταται και για την τριμηνία που αφορά η κατηγορία 36 έστω και αν ακόμα είχε καταργηθεί η συγκεκριμένη διάταξη. Τέλος, το ζήτημα του χρόνου έχω την άποψη ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 25-36 όπου οι κατηγορούμενοι δεν έχουν απαντήσει ακόμα στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να εξετασθεί στο παρόν στάδιο. Σύμφωνα με το άρθρο 67 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όταν ο κατηγορούμενος κληθεί να απαντήσει σε κατηγορητήριο μπορεί να ομολογήσει ή όχι ενοχή ή να κάμει οποιαδήποτε ειδική απολογία, όπως καθορίζεται στο άρθρο 69 του Νόμου και η απάντηση του καταχωρείται από το Δικαστήριο. Επίσης στο στάδιο αυτό, δηλαδή πριν την απάντηση στις κατηγορίες από τον κατηγορούμενο, αυτός έχει δυνατότητα να υποβάλει ένσταση για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα του κατηγορητηρίου και εφόσον του απαγγελθούν οι κατηγορίες, προτού όμως αυτός απαντήσει σε αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Νόμου. Οποιεσδήποτε άλλες ενστάσεις ή και αιτήματα του κατηγορούμενου θα πρέπει να εγείρονται διαρκούσης της δίκης. Σύμφωνα με την Γαβριηλίδης v. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα,
(2002)2 ΑΑΔ σελ. 251 όπου σε εκείνη την υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε στον κατηγορούμενο - εφεσείοντα προτού απαντήσει στις κατηγορίες να εγείρει θέματα αντισυνταγματικότητας του Νόμου και παραβίασης των συνταγματικών του δικαιωμάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση του υπογράμμισε τα εξής στη σελ. 5: ¨Η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Η μόνη ένσταση που μπορούσε να προβληθεί πριν από την απάντηση του εφεσείοντα στην κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν η ένσταση που προβλέπεται στο άρθρο 66 της Ποινικής δικονομίας και αφορά αποκλειστικά την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη τυπικού μειονεκτήματος του κατηγορητηρίου.¨ Επί της ουσίας της ένστασης και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με τις κατηγορίες στις οποίες ακόμα δεν απάντησαν οι κατηγορούμενοι αλλά και σε σχέση με αυτές που ήδη έχουν απαντήσει μη παραδοχή θα ήθελα να παραπέμψω στην υπόθεση Δημοκρατία v. Ford (Αρ. 2),
(1995)2 ΑΑΔ 232. Εκεί ο Δ. κ. Γ.Μ.Πικής (όπως ήταν τότε) αναφερόμενος ειδικά σε ζητήματα που άπτονται της δίκαιης δίκης, καταλήγει στα ακόλουθα: ¨τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Παραβίαση τους δε συνεπάγεται, είτε τη διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, ή την κατάργηση της δίκης. Η άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.3 (δ) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι με τον αποκλεισμό της δίκης ως μέσου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται¨. Παρόμοια ήταν και η προσέγγιση του Δικαστή κ. Αρτεμίδη, (όπως ήταν τότε) ο οποίος στη δική του ξεχωριστή γνωμάτευση υπογραμμίζει τα εξής: ¨Παραβίαση του οποιουδήποτε κανόνα, που εγγυάται τη δίκαιη δίκη, προκαλεί την επέμβαση του δικαστηρίου, με σκοπό την επάνοδο στα νόμιμα πλαίσια. Η παραβίαση, και αυτό είναι σημαντικό, δεν καταργεί τη δίκη¨. Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Δημητρίου v. Αστυνομίας,
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 502, για το ζήτημα της καθυστέρησης και την Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας,
(2004)2 ΑΑΔ σελ. 330 όπου λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την εξέταση του τι αποτελεί ¨εύλογο χρόνο¨ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανομένων ειδικώς της πολυπλοκότητας των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που εγείρονται της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών (Zimmermann and Steiner v. Switzerland
(1984)6 E.H.R.R.17). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου,
(2004)2 ΑΑΔ σελ. 223 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντος.¨ (βλ. όμως και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης). Επομένως κρίνω ότι το ζήτημα του εύλογου του χρόνου δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο και θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτό θα πρέπει να αποφασίζεται μετά που θα ακουγόταν μαρτυρία επί του θέματος γιατί δηλαδή προκλήθηκε η επικαλούμενη καθυστέρηση. Καταλήγω ότι οι ενστάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν έχουν έρεισμα και για τούτο καλούνται οι κατηγορούμενοι όπως απαντήσουν στις κατηγορίες 25-36. Τα έξοδα της παρούσας θα είναι υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.