Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδρούλλα Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 15144/10, 31 Μαίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15144/10 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδρούλλα Ανδρέου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31 Μαίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κος. Καρράς Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/2000. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον Κώστα Ευαγγελίδη (ΜΚ1) και τον αστ.2933 Γ. Γεωργίου (ΜΚ2). Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λήφθησαν υπόψη όλοι εκείνοι οι παράγοντες και παράμετροι που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και έχοντας κατά νου ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρας δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Aγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1ΑΑΔ 263 Γενικός Εισαγγελέας v.Mανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207) O MK1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι στις 22/6/10 περί η ώρα 10:45 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WB656 στην οδό Αποστόλου Ματθαίου με ταχύτητα περί τα 20χαω είδε ξαφνικά μπροστά του σε απόσταση περί τα δύο με τρία πόδια το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης να εισέρχεται με την όπισθεν ταχύτητα στο δρόμο από ανοικτό χώρο στάθμευσης παρακείμενης κατοικίας. Αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του αλλά δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ένεκα της μικρής απόστασης που βρισκόταν από αυτό. Άφησε το αυτοκίνητο του στη τελική του θέση ενώ η κατηγορούμενη μετακίνησε το δικό της πιο μπροστά. Του υποδείχθηκε από τον ΜΚ2 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και συμφώνησε με αυτό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εισήλθε στην οδό Αποστόλου Ματθαίου από την πάροδο της οδού Αγίου Ιακώβου η οποία βρίσκεται κοντά στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση. Επέμενε στη θέση του ότι βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης εισήλθε στο δρόμο αναφέροντας πως ο χώρος στάθμευσης εφάπτεται του δρόμου και το όχημα της κατηγορούμενης σχεδόν μόλις εκκίνησε με την όπισθεν ταχύτητα βρέθηκε μέσα στην πορεία του. Ήταν η θέση του πως δεν μπορούσε να δει το όχημα της κατηγορούμενης προηγουμένως διότι δίπλα από αυτό στα αριστερά υπήρχε ακόμα ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Ο ΜΚ1 παρά το ότι μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας, εν τούτοις, από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι εισήλθε στο κύριο δρόμο από την παρακείμενη πάροδο. Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν αναφέρθηκε στη γραπτή κατάθεση του, ούτε τέθηκε κατά την κυρίως εξέταση του, παρά μόνο προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός αυτός του ΜΚ1 έρχεται και σε αντίφαση με τη μαρτυρία και τα ευρήματα του ΜΚ2 εξεταστή του δυστυχήματος όπως αυτά αναφέρονται πιο κάτω στην απόφαση μου. Κατά τα λοιπά ο ΜΚ1 υπήρξε σταθερός και θετικός στη μαρτυρία του και τα όσα ισχυρίσθηκε συνάδουν και με την πραγματική μαρτυρία του τεκμηρίου 4 όπου φαίνεται ότι ο ανοικτός χώρος στάθμευσης της κατοικίας εφάπτεται του δρόμου και στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης υπήρχε ακόμα ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Ο ΜΚ1 με έπεισε επίσης για το αξιόπιστο της εκδοχής του ότι βρισκόταν σε κοντινή απόσταση όταν το αυτοκίνητο της ΜΚ1 εισήλθε με την όπισθεν στο δρόμο και ότι ο ίδιος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Τούτο διότι σε αυτά τα σημεία της μαρτυρίας του υπήρξε σαφής και σταθερός και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πλην του πιο πάνω αναφερόμενου σημείου αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1 στην ολότητα της. Ο ΜΚ2, ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 2) και απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 3) και αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξαν οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, καθώς και τις πορείες και τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων. Στη συνέχεια μετέτρεψε το πρόχειρο σχέδιο σε τελικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ανέφερε ότι η αναφερόμενη οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης χωρίς σηματοδότηση στην άσφαλτο. Η κατηγορούμενη προτού εισέλθει στο δρόμο χωρίς την ύπαρξη εμποδίων μπορούσε να ελέγξει το δρόμο προς την κατεύθυνση που εκινείτο ο ΜΚ1 από απόσταση μέχρι 113μ και την ίδια ορατότητα είχε επίσης και ο ΜΚ
- Από την σύγκρουση το όχημα του ΜΚ1 είχε υποστεί ζημιές στο μπροστινό προφυλακτήρα, στα φανάρια, στο καπό και την γρίλια, ενώ αυτό της κατηγορούμενης στο πίσω αριστερό μέρος στο προφυλακτήρα και το φτερό. Το πλάτος του δρόμου ήταν 6.9μ. και το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν σε απόσταση 4.4μ. από το δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με τη πορεία του ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος σε σχετική ερώτηση απάντησε πως ο ΜΚ1 ουδέποτε του ανέφερε ότι εισήλθε στο κύριο δρόμο από την πάροδο, ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει όπως εξήγησε δεν ενισχύεται ούτε από τα ευρήματα του, δηλαδή, την τελική θέση του οχήματος του ΜΚ1 που ήταν ακριβώς παράλληλη με το πεζοδρόμιο αλλά και τις ζημιές των δύο οχημάτων όπως τις περιέγραψε στο Δικαστήριο. Από τις εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη εισήλθε στο κύριο δρόμο με πλάγια πορεία την οποία και σημείωσε στο τελικό σχέδιο με το γράμμα Β. Η κατηγορούμενη του ανέφερε πως μετά την σύγκρουση μετακίνησε το αυτοκίνητο της πιο μπροστά από τη τελική του θέση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης δεν τον απέρριψε λέγοντας συγκεκριμένα πως δεν εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο από το αυτοκίνητο του. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και μου έδωσε την εντύπωση του αμερόληπτου εξεταστή της υπόθεσης. Εξέθεσε με θετικό και σταθερό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και έθεσε τόσο με τη προφορική του μαρτυρία όσο και με το τεκμήριο 4 τα δικά του ευρήματα χωρίς προσπάθεια να παραποιήσει αυτά σε βάρος της αλήθειας. Από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι ότι οι ζημιές και η τελική θέση του οχήματος του ΜΚ1 ενισχύουν τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης ότι το αυτοκίνητο της ήταν ακινητοποιημένο όταν έγινε η σύγκρουση. Τούτο γιατί η θέση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα εμπειρογνωμοσύνης αλλά ήταν η προσωπική του άποψη η οποία δεν υποστηρίχθηκε από ευρήματα που προέκυψαν από περαιτέρω έρευνα του δυστυχήματος. Συνεπώς πλην του πιο πάνω σημείου αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του όσο αφορά τις μετρήσεις του στο τεκμήριο 4 τις ζημιές των δύο οχημάτων όπως τις έχει περιγράψει καθώς και τα υπόλοιπα ευρήματα του. Αναφορικά με την ορατότητα, ο μάρτυρας, ανέφερε ότι οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, χωρίς την ύπαρξη εμποδίων, μπορούσαν να ελέγξουν το δρόμο μέχρι 113 μέτρα. Παρέλειψε όμως να αναφερθεί στην ορατότητα που υπήρχε κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και κατά πόσο έλαβε υπόψη κατά τη μέτρηση της την παρουσία του οχήματος που βρισκόταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης στα αριστερά του οχήματος της κατηγορούμενης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την ορατότητα που είχαν οι δύο οδηγοί κάτω από τις περιστάσεις που επικρατούσαν όταν επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Η κατηγορούμενη κατά την ένορκη κατάθεση της ανέφερε ότι πριν εισέλθει με την όπισθεν στο κύριο δρόμο έλεγξε από τους καθρέφτες του αυτοκινήτου της και δεν υπήρχαν στο δρόμο διερχόμενα αυτοκίνητα. Ανέφερε ότι καθώς εξερχόταν από το χώρο στάθμευσης μπορούσε να δει το δρόμο της οδού Ιακώβου δηλαδή την παρακείμενη πάροδο και ο δρόμος αυτός ήταν καθαρός. Εισήλθε στη μέση των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του δρόμου και αφού παρέμεινε εκεί για περίπου μισό με ένα λεπτό μετά έγινε η σύγκρουση. Όταν ακινητοποίησε το όχημα της σταμάτησε να κοιτάζει προς τα πίσω διότι, όπως ανέφερε, υπολόγιζε πως αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο ο οδηγός του θα την έβλεπε. Η ίδια δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του ΜΚ1 παρά μόνο την ώρα της σύγκρουσης. Ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση μετακίνησε το αυτοκίνητο της σε κάποιο σημείο του δρόμου πιο μπροστά. Η κατηγορούμενη δεν πιστεύω ότι είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εμφανής ήταν η προσπάθεια της να αποφύγει οποιανδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα. Στη προσπάθεια της αυτή, υπήρξε υπερβολική λέγοντας πως αφού εισήλθε στο δρόμο παρέμεινε στο μέσο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας για περίπου μισό με ένα λεπτό και μετά έγινε η σύγκρουση. Ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορούμενης δεν συμβαδίζει με τη λογική, αφού δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο παρέμεινε στη μέση του δρόμου για τόσο μεγάλο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα και χωρίς μάλιστα, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, να συνεχίσει να ελέγχει το δρόμο προς τα πίσω. Ο εν λόγω ισχυρισμός παρουσιάζει άλλωστε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και σύμφωνα με την οποία ο ίδιος βρισκόταν σε κοντινή απόσταση όταν το όχημα της κατηγορούμενης εισήλθε στο δρόμο με την όπισθεν ταχύτητα. Έρχεται επίσης σε αντίφαση και με τη γραπτή κατάθεση της στην οποία δεν αναφέρει ότι παρέμεινε στο δρόμο για μισό με ένα λεπτό μέχρι να γίνει η σύγκρουση αλλά ότι όταν εισήλθε στο δρόμο άλλαξε ταχύτητα και ξεκίνησε να στρίβει το τιμόνι της δεξιά για να προχωρήσει ευθεία. Επίσης ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης, ότι, πριν εκκινήσει κοίταξε από τους καθρέφτες του οχήματος της πίσω και μπροστά, σημειώνοντας εδώ ότι μπροστά της βρισκόταν ο τοίχος της κατοικίας, θεωρώ πως δεν ενισχύει τη θέση της ότι έλεγξε επαρκώς το δρόμο πριν εισέλθει σε αυτόν με την όπισθεν ταχύτητα. Όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ την εκδοχή της κατηγορούμενης την οποία και απορρίπτω πλην του ισχυρισμού της ότι εξερχόμενη από το χώρο στάθμευσης μπορούσε να δει τη πάροδο της οδού Ιακώβου. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι στις 22.6.10 περί η ώρα 10:45 ο ΜΚ1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WB656 στην οδό Αποστόλου Ματθαίου στη Λάρνακα. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο η κατηγορούμενη οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ485 εισήλθε στο δρόμο με όπισθεν ταχύτητα από παρακείμενο χώρο στάθμευσης κατοικίας με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του ΜΚ1 που εκινείτο στο δρόμο σε κοντινή απόσταση να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης και τα δύο οχήματα να υποστούν ζημιές. Ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα ήταν διπλής κατεύθυνσης χωρίς σηματοδότηση και είχε πλάτος 6.90μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση 4.4μ. από το δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του ΜΚ
- Η κατηγορούμενη εισήλθε στο δρόμο με πλάγια πορεία όπως αυτή σημειώνεται με το γράμμα Β στο τελικό σχέδιο. Στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα της στα αριστερά υπήρχε ακόμα ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσο η σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων έγινε ενόσω το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης βρισκόταν ακόμα σε κίνηση ή όχι. Εκείνο που μπορεί να εξαχθεί από την αποδεκτή μαρτυρία είναι ότι όταν το όχημα της κατηγορούμενης εισήλθε στο δρόμο το αυτοκίνητο του ΜΚ1 βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από αυτό. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Όπως έχει επίσης αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτερά v. Κυπριανού
(1997)1Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή v. Χίνη Π.Ε.10237, ημ. 22.3.2000). Στην υπό εξέταση περίπτωση η κατηγορούμενη εκκίνησε από χώρο στάθμευσης και εισήλθε στο δρόμο με όπισθεν ταχύτητα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς κατά πόσο αυτό ήταν ασφαλές, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του επερχόμενου οχήματος του ΜΚ1 το οποίο εκινείτο στο δρόμο με ευθεία πορεία. Η πιο πάνω συμπεριφορά κρίνω ότι επιδεικνύει έλλειψη της δέουσας φροντίδας και προσοχής εκ μέρους της. Η απόφραξη της πορείας επερχόμενου οχήματος καθιστά εξ' αντικειμένου την αμέλεια του προσώπου το οποίο παρεμβαίνει, τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης (Derekknell vs Της αστυνομίας 1994
(2)ΑΑΔ 5). H κατηγορούμενη όπως προκύπτει από τη μαρτυρία εισερχόμενη στο δρόμο ανέκοψε τη ευθεία πορεία του οχήματος του ΜΚ1 με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση. Κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να μεριμνήσει επαρκώς για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο και να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις προς αποτροπή του προβλεπτού κινδύνου απόφραξης της πορείας επερχόμενων οχημάτων. Σημειώνω πως κατά τη μαρτυρία της σε κανένα σημείο δεν ισχυρίσθηκε ότι εισήλθε στο δρόμο βαθμιαία και συνεχίζοντας να ελέγχει σταδιακά το δρόμο για τυχόν επερχόμενα οχήματα. Των πιο πάνω δεδομένων καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο