← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ν. Ανδρέα Χριστοδούλου, Αρ. Υπ.: 1413/11, 1 Ιουνίου, 2011

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ν. Ανδρέα Χριστοδούλου, Αρ. Υπ.: 1413/11, 1 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2011:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 1413/11 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ v. Ανδρέα Χριστοδούλου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 1 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καράς (με νομική αρωγή) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Κατηγορητήριο. Το πρωί της 3/1/2011 η Spaska Krasteva Karamarinova, ηλικίας 41 ετών, τέως από τη Βουλγαρία, βρέθηκε νεκρή στο κρεβάτι της στην οικία όπου διέμενε με τον συμβίο της, νυν κατηγορούμενο και το εξάχρονο παιδί τους. Ο συμβίος της κατηγορήθηκε αρχικά για φόνο εκ προμελέτης και τελικά για ανθρωποκτονία κατά παράβαση του άρθρου 205

(1)
(3), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και ειδικότερα ότι στις 3/1/11 στην οδό Αγίου Χριστοδούλου στο Αλεθρικό της Επαρχίας Λάρνακας με παράνομη πράξη, δηλαδή στραγγαλισμό, επέφερε τον θάνατο της Spaska Krasteva Karamarinova. Πριν ο κατηγορούμενος απαντήσει στην κατηγορία, προβλήθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι δεν ήταν ικανός να παρακολουθήσει την διαδικασία. Ακολούθησε η διαδικασία του άρθρου 70 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, στα πλαίσια της οποίας ακούσαμε εκ μέρους της υπεράσπισης το ψυχίατρο δρα Κυριάκο Βερεσιέ. Μετά την μαρτυρία του τελευταίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία αυτή δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Θεωρήσαμε έτσι ότι η σχετική εισήγηση αποσύρθηκε, αλλ΄ εν πάση περιπτώσει διατυπώσαμε την κρίση μας επί της μαρτυρίας που η ίδια υπεράσπιση προσέφερε ότι όντως ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παρακολουθήσει την διαδικασία. Στα πλαίσια της κύριας ακρόασης, μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής έδωσαν ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (ΜΚ1) και ο εξεταστής της υπόθεσης υπαστυνόμος Αντρέας Χρίστου (ΜΚ2). Επιπρόσθετα έχουν κατατεθεί κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Ο κατηγορούμενος επέλεξε και προέβη σε ανόμωτη δήλωση. Παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα το θύμα γεννήθηκε στη Βουλγαρία στις 15/7/
  1. ΄Ηταν μητέρα τριών παιδιών, δύο από τον πρώτο της γάμο και ενός αγοριού 6 ετών το οποίο απέκτησε με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είναι παντρεμένος με Κύπρια με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Ο κατηγορούμενος και το θύμα συμβιούσαν τους τρεις τελευταίους μήνες μαζί με το παιδί τους σε ιδιόκτητη κατοικία στην παραπάνω διεύθυνση. Στις 2/1/2011 είχαν επισκεφθεί το θύμα στην εν λόγω οικία οι θυγατέρες της οι οποίες και αποχώρησαν όταν η μητέρα τους τούς ανέφερε ότι θα πήγαινε για ύπνο. Στις 3/1/2011 και ώρα 07:18 ο κατηγορούμενος μετέβη στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας στη Λάρνακα όπου ανέφερε στον ε/αστ.7010 Μ. Αλεξάνδρου ο οποίος ήταν υπηρεσία στο γραφείο παραπόνων τα εξής: «Ενώ έκαμνα σεξ με τη γυναίκα μου κολλήσαμε, φοβήθηκα και την έπνιξα.» Στη συνέχεια άλλος αστυνομικός, ο αστ. 3967 Χ. Κημήτρης, χωρίς να γνωρίζει την παραπάνω δήλωση του κατηγορούμενου τον ρώτησε για το λόγο της εκεί παρουσίας του και ο κατηγορούμενος απάντησε: «Θα σας τα πω τζιαι όπως έρτουν. Πριν καμιά - δκυο ώρες έκαμνα σεξ με την γεναίκα μου τζιαι ετσίλλησα την πάνω στο λαιμό να ξεκολλήσουμε τζιαι επνίγηκε». Σε διευκρινιστική ερώτηση του αστ. 3967 τι ακριβώς εννοούσε, ο κατηγορούμενος απάντησε: «Απ' ότι φαίνεται έσφιξα την λλίο παραπάνω τζιαι επέθανε.» Αμέσως ο αστ. 3967 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το δικαίωμα του να μην πει τίποτε και ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εγίνηκε που εγίνηκε». Περαιτέρω όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από τον αστ. 3967 για την καθυστέρηση της αναφοράς των γεγονότων, ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εφοβήθηκα. Ενόμισα ότι ετζοιμάτουν.» Αμέσως μετά ο αστ. 3967 ενημέρωσε τον υπεύθυνο του Αστυνομικού Σταθμού Κοφίνου που εδρεύει στο χωριό Αλεθρικό. Γύρω στις 08:10 της ίδιας ημέρας ο αναπλ. υπαστ. Σ. Χ''Σοφρωνίου συνοδευόμενος από άλλους αστυνομικούς μετέβηκαν στην οικία του θύματος και εισερχόμενος στο κυρίως υπνοδωμάτιο είδε το θύμα ξαπλωμένο και σκεπασμένο όπως φαίνεται σε φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 1Α. Το παιδί καθόταν στο καθιστικό της οικίας και έπαιζε με ένα σκυλάκι. Κλήθηκε αμέσως ασθενοφόρο, το οποίο κατέφθασε στις 8:20 και ο νοσηλευτικός λειτουργός Χρίστος Αριστείδου του Αγροτικού Υγειονομικού Κέντρου Κοφίνου επιθεώρησε το θύμα και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρό. Γύρω στις 08:25 ο λοχ. 3415 Κ. Βασιλείου και ο αστ. 1162 Μ. Παπαδόπουλος καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου μετέβηκαν στην εν λόγω οικία. ΄Ομως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να εξέλθει του οχήματος και να εισέλθει στην κατοικία. Στη συνέχεια επισκέφθηκαν την κατοικία ο ΜΚ1 ο οποίος διενήργησε αυτοψία και ο ΜΚ
  2. Την ίδια ημέρα και ώρα 10:30 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος ως ύποπτος για φόνο εκ προμελέτης του θύματος. Αφού πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του απάντησε: «Εν ήθελα να την σκοτώσω». Στις 11:15 αφού ο κατηγορούμενος συγκατατέθηκε εξετάστηκε από την ψυχίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας δρα Καλυβωκά, η οποία ετοίμασε σχετική έκθεση που κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Γύρω στις 11:45 διενεργήθηκε έρευνα στην εν λόγω οικία όπου μεταξύ άλλων εντοπίστηκε το κινητό τηλέφωνο του θύματος το οποίο εξετάστηκε επιστημονικά και διαπιστώθηκε ότι ήχησε ως ξυπνητήρι στις 06:00π.μ. της ίδιας ημέρας και έγινε περαιτέρω κοινώς αποδεκτό ότι το θύμα μετά τους πρώτους ήχους απενεργοποίησε το ξυπνητήρι. Αμέσως μετά την έρευνα η σωρός του θύματος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας γύρω στις 13:00 και εφρουρείτο μέχρι την επόμενη μέρα που έγινε η νεκροτομή από τον ΜΚ
  3. Έγινε περαιτέρω παραδεκτό ότι από το θύμα λήφθηκε κολπικό και πρωκτικό επίχρισμα και από τον κατηγορούμενο επίχρισμα από το πέος. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι κατηγορούμενος και θύμα δεν είχαν σεξουαλική επαφή τουλάχιστο μεταξύ 1/1/2011 - 3/1/
  4. Περαιτέρω λήφθηκαν επιχρίσματα τόσο από την τραχειακή χώρα του θύματος όσο και από τα νύχια των δύο χεριών της. Από τον κατηγορούμενο λήφθηκαν νύχια και από τα δύο του χέρια. Κατά την επιστημονική εξέταση που έγινε από τον δρα Μ. Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου διαπιστώθηκε ότι στα νύχια του κατηγορούμενου υπήρχε γενετικό υλικό του θύματος και στα νύχια του θύματος εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. ΄Εγινε επίσης παραδεκτό ότι το θύμα πάλεψε με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος παρακολουθείτο από τους ψυχίατρους Κυριάκο Βερεσιέ και Γιάγκο Μικελλίδη. Ο πρώτος είχε εξετάσει και το θύμα για πρώτη φορά στις 18/10/
  5. ΄Εχουν κατατεθεί με το περιεχόμενο του να είναι κοινώς αποδεκτά, πλην ενός μέρους που διαγράφηκε, η κατάθεση του δρα Γιάγκου Μικελλίδη στην αστυνομία ημερ. 4/1/2011 (τεκμήριο 6), η κατάθεση του δρος Κυριάκου Βερεσιέ, ημερ. 5/1/2011 (τεκμήριο 10), ιατρική έκθεση του ιδίου γιατρού για τον κατηγορούμενο, ημερ. 3/1/2011 (τεκμήριο 8), όπως και ιατρική έκθεση για την εξέταση του θύματος στις 18/10/2010 (τεκμήριο 7). Σύμφωνα με αυτές τις καταθέσεις και εκθέσεις στον κατηγορούμενο εχορηγείτο αριθμός από αντικαταθλιπτικά - αντιμελαγχολικά φάρμακα.[1] Σύμφωνα δε με την εν λόγω έκθεση Βερεσιέ για το θύμα, αυτή είχε επισκεφθεί για μια φορά, στις 18/10/2010 το ιατρείο του με κατάθλιψη και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με αριθμό φαρμάκων. Παραδεκτό έγινε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στην αστυνομία δύο καταθέσεις, ήτοι «θεληματική κατάθεση» στις 3/1/2011 μεταξύ των ωρών 15:30 - 16:40 και ανακριτική κατάθεση στις 17/1/
  6. Στην πρώτη αναφέρει μεταξύ άλλων ότι εκείνο το πρωί έκαμαν σεξ όπως έκαμναν τα πρωϊνά «καμιά φορά τον μήνα». Πρόσθεσε σχετικά τα ακόλουθα: «Εξεκινήσαμε τζιαι εκάμναμε σεξ στο κρεβάτι μας αφού εφκάλαμεν τζιαι οι δκυό τα ρούχα μας........ Πριν να τελειώσουμε εκατάλαβα ότι εκολλήσαμεν. Η Σπάσκα ετέλειωσε τζιαι είπεν μου κατά λέξη "άτε, άτε". Που κάτω, δηλαδή στα γεννητικά μου όργανα, ένοιωθα φυσιολογικά. Τότε η Σπάσκα έσπρωξε με στο πρόσωπο, ετσήλλια την τζιαι εγιώ λλίον στο λαιμό τζιαι επήεν, δηλαδή επέθανε. Εν αθυμούμαι πολλά πράγματα για το ήνναμπου εγίνικεν τζιαμέ. Θυμούμαι ότι έσπρωχνεν ο ένας τον άλλον. Τζίνη έχυσεν τζιαι εκούνταν με να φύω τζιαι εγιώ έθελα να χύσω τζιαι εσυνέχιζα να γαμώ. Την ώρα που εκούνταν ο ένας τον άλλον μπορεί να ήμασταν κολλημένοι, εν είμαι όμως σίουρος, επειδή δεν εδοκήμασα να φκω που μέσα της. Αντίθετα έθελα να χύσω τζιαι εγιώ, τζιαι τζίνη έθελεν να τελειώσουμε να πάμε δουλειά. Εκούντησεν με, έπιασα την που το λαιμό, πρέπει να την έσφιξα λλίον παραπάνω τζιαι εγίνηκεν το κακόν. Άμαν εκάμναμεν σεξ, την ώρα που ετελειώναμεν έσφιγγεν ο ένας τον άλλον. Τούντη φοράν έσφιξα την παραπάνω τζιαι εγίνικεν ήνναμπουν εγίνικεν. Σαν την έσφιγγα έμεινεν ακίνητη τζιαι στην αρκήν ενόμισα ότι ετζιημήθηκεν. Είπα της ότι ήταν να πάω να κάμω Νέσκαφε αλλά τζιήνη εν μου είπεν τίποτε. Εξεκίνησα εντύνουμουν τζιαι επειδή εν μου απάνταν εκατάλαβα ότι επαίθανεν. ΄Ηρτα ολόησια δαμέ τζιαι είπα σας ήνναμπου εγίνικεν. Τούτα εν ούλη η αλήθκεια για το ήνναμπου εγίνικεν.» Στην δεύτερη κατάθεση του, ημερομηνίας 17/1/2011 ο αστυνομικός που την έλαβε, αφού βεβαιώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε μιλήσει προηγουμένως με τον δικηγόρο του, του υπέβαλε σειρά ερωτήσεων. Αυτή τη φορά ο κατηγορούμενος προέβαλε την εκδοχή ότι δεν θυμόταν τι έγινε, επειδή εκείνο το βράδυ δεν έλαβε τα χάπια που του έδωσε ο ψυχίατρος. Ήταν η θέση του ότι «όταν δεν πιεις τα χάπια σου δεν θυμάσαι τίποτε». Δεν θυμόταν, ισχυρίστηκε πώς είχαν προκληθεί οι εκδορές στο πρόσωπο του, ούτε τα σημάδια στο λαιμό της Spaska. Δεν γνώριζε ότι ο θάνατος επήλθε από στραγγαλισμό, δεν γνώριζε ποιος σκότωσε την Spaska, δεν θυμόταν τίποτε. Ρωτήθηκε ειδικά από τον ανακριτή σε σχέση με τον ισχυρισμό του στην πρώτη του κατάθεση ότι «ενώ έκαναν σεξ εκόλλησαν και την έσφιξε στο λαιμό και πέθανε» και απάντησε ότι δεν θυμόταν. Μάλιστα απέκλεισε το ενδεχόμενο σεξουαλικής επαφής, εφόσον ανέφερε ότι η τελευταία φορά που έκαναν σεξ ήταν τρεις μέρες πριν από τον θάνατο του θύματος. Θυμόταν επίσης να αναφέρει ότι ξύπνησε κατά τις 4:30π.μ. και βρήκε την Spaska γυμνή στο κρεβάτι, κάτι που δεν συνήθιζε και ασκέπαστη. Δεν πρόσεξε κάτι διαφορετικό πάνω της και «σαν καλός άνθρωπος» την σκέπασε για να μην την ενοχλήσει. Στις 5:50π.μ. κτύπησε το ξυπνητήρι. Της έκαμε μασάζ, την έσπρωξε και την τραβούσε για να την ξυπνήσει αλλά εκείνη έμενε ακίνητη. Τη γύρισε, από την ύπτια θέση που βρισκόταν, ανάσκελα και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρή «και έτρεξε στην αστυνομία». Αλλού αναφέρει ότι μετά την πρώτη του προσπάθεια να την ξυπνήσει, ετοίμασε και ήπιε καφέ, κάπνισε τσιγάρο και ξαναδοκίμασε να την ξυπνήσει γιατί νόμιζε πως τον αστείευε. Κατάλαβε, μετά από 15-20 λεπτά ότι ήταν νεκρή, οπότε μετέβη στην αστυνομία και τους είπε ότι η γυναίκα του είναι πεθαμένη. Ο ανακριτής του υπέδειξε ότι με βάση τα λεγόμενα του θα έπρεπε να μεταβεί στην αστυνομία γύρω στις 6:30π.μ. και όχι η ώρα 7:20π.μ. Απάντησε ότι «μπορεί να πήγαινε πολύ σιγά» και θυμήθηκε, όπως είπε, «ότι είχε αυτοκίνητα που έπαιζαν τις πουρούες γιατί επήαινε πολλά σιγά». Θυμόταν ακόμα να πει ότι είχε πάει στο κρεβάτι του γιου τους, τον βρήκε να κοιμάται και δεν τον ξύπνησε. Δεν θα επεκταθούμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες από την δεύτερη κατάθεση του. Περιοριζόμαστε στη θέση που προέβαλε εκεί ο κατηγορούμενος, σε ερώτηση κατά πόσο είχε προβλήματα με την Spaska, ότι «από τον Μάρτιο του 2010 που τα ξαναβρήκαν περνούσαν μέλι γάλα. Δεν τσακώνονταν και ότι ήθελε δεν της χαλούσε χατήρι.» Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Προχωρούμε με την μαρτυρία του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ1) ο οποίος απέκτησε την ειδικότητα της ιατροδικαστικής από το Ινστιτούτο Ιατροδικαστικής στο Βουκουρέστι το 2005 και έκτοτε εργάζεται στο δημόσιο. Το θύμα, κατά το χρόνο της εν λόγω αυτοψίας που ο ΜΚ1 διενήργησε, κείτετο γυμνό στο κρεβάτι τού κυρίως υπνοδωματίου και έφερε κακώσεις στην περιοχή του λαιμού. Κατά την αυτοψία λήφθηκαν μετά από δική του υπόδειξη αριθμός φωτογραφιών. Πρόκειται για τις φωτογραφίες 33 μέχρι 75 του τεκμηρίου 1Α. Κατά την μεταθανάτια εξέταση που ακολούθησε, λήφθηκε μετά από υπόδειξη του ΜΚ1, αριθμός φωτογραφιών, τεκμήριο
  7. Ο ΜΚ1 ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποίαν υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε από στραγγαλισμό. Κατά την εξωτερική εξέταση ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι το θύμα έφερε πολλαπλές κυκλικές θλαστικές εκχυμώσεις (εντυπώματα δακτύλων) και εκδορές στην αριστερή τραχηλική χώρα, όπως επίσης και δύο κυκλικές θλαστικές εκχυμώσεις στη δεξιά τραχηλική χώρα. Στην τραχηλική χώρα υπήρχαν επίσης πολλαπλές εκδορές. Οι τραυματισμοί αυτοί απεικονίζονται στις φωτογραφίες 9 μέχρι 14 του τεκμηρίου
  8. Ο ΜΚ1 υπέδειξε, ειδικότερα, στην φωτογραφία 10 να φαίνονται καθαρά σημάδια στο λαιμό του θύματος από τέσσερα δάχτυλα. Το θύμα έφερε επίσης στη περιοχή του λαιμού θλαστική εκχύμωση που προκλήθηκε από καδένα που έφερε στο λαιμό, μετά από άσκηση κάθετης προς το λαιμό πίεσης. Επρόκειτο για εντύπωμα επί του λαιμού στο σημείο που κλειδώνει η καδένα. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος είπε επίσης ότι οι εκχυμώσεις του θύματος επεκτείνονταν σε ολόκληρη την παρειά και έφταναν μέχρι πίσω από το αυτί. Τα μελανιάσματα δε, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες 9 και 10 του τεκμηρίου 1 προκλήθηκαν από πίεση ως εκ της οποίας προκλήθηκε ρήξη των αγγείων. Εκτός από τις παραπάνω κακώσεις στην τραχηλική χώρα, υπήρχαν στην αυχενική χώρα πολλαπλά ημικυκλικά τραύματα τα οποία είχαν προκληθεί από νύχια. Σε ένα στραγγαλισμό, εξήγησε ο ΜΚ1, το θύμα στην προσπάθεια του να αντιδράσει και να αποτρέψει το στραγγαλισμό, ασκεί πίεση και προσπαθεί να τραβήσει τα χέρια του δράστη μακριά από το λαιμό του. Κατά την προσπάθεια του αυτή δημιουργούνται τέτοιου είδους τραύματα. Εν προκειμένω, οι κακώσεις των νυχιών παρατηρούνται και στις δύο πλευρές της αυχενικής χώρας, δεξιά και αριστερά, γεγονός που υποδηλώνει, κατά τον ΜΚ1, ότι το θύμα προσπάθησε να τραβήξει τα χέρια του δράστη για να αποφύγει το μοιραίο. Τα τραύματα αυτά προκλήθηκαν εντός του εικοσιτετραώρου καθότι δεν υπήρχαν εφελκίδες οι οποίες χρειάζονται 15-16 ώρες για να δημιουργηθούν. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι τα τραύματα αυτά προκλήθηκαν στο ίδιο επεισόδιο και ο μάρτυρας δεν διαφώνησε. Ο ΜΚ1 παρατήρησε επίσης ότι το θύμα έφερε ασφυκτικές κηλίδες στους επιπεφυκότες και είχε δαγκωμένη τη γλώσσα. Οι ασφυκτικές κηλίδες παρουσιάζονται σε άτομα που πεθαίνουν από ασφυξία καθότι διαρρηγνύονται μικρά τριχοειδή αγγεία. Οι κακώσεις αυτές, αλλά και το δάγκωμα της γλώσσας, παρουσιάζονται σε περιπτώσεις είτε στραγγαλισμού, είτε απαγχονισμού. Το θύμα έφερε και μικροεκδορές στην οπίσθια χώρα του δεξιού μηρού και ημικυκλικό τραύμα στην οπίσθια χώρα της αριστερής κνήμης (νυχιά). Κατά τη νεκροτομή και συγκεκριμένα κατά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων του λαιμού, ο ΜΚ1 παρατήρησε θλαστικές εκχυμώσεις στη δεξιά και αριστερή τραχηλική χώρα που αντιστοιχούν με τα εξωτερικά τραύματα στην περιοχή του λαιμού. Οι κακώσεις αυτές, απεικονίζονται στις φωτογραφίες με μαύρο χρώμα ενώ το φυσιολογικό θα ήταν κόκκινο - καφέ. Κατά τον μάρτυρα, προκλήθηκαν από άσκηση αρκετής δύναμης η οποία προκάλεσε ρήξη των αγγείων. Κατά τη νεκροτομή διαπιστώθηκε επίσης διπλό κάταγμα του υοειδούς οστού. Το υοειδές οστό έχει σχήμα «υ» και αποτελείται από το κυρίως σώμα και δύο «κέρατα». Εν προκειμένω, υπήρχε κάταγμα τόσο στο σώμα όσο και στο αριστερό «κέρατο». Πάντα κατά τον ΜΚ1, το κάταγμα στο «κέρατο» προκλήθηκε από την πίεση που ασκήθηκε από τα δάκτυλα του χεριού, ενώ το κάταγμα στο σώμα προκλήθηκε από κάθετη πίεση προς το λαιμό. Πρόκειται για το ίδιο σημείο όπου κατά την εξωτερική εξέταση εντοπίστηκε ως άνω, η θλαστική εκχύμωση - εντύπωμα από καδένα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κάταγμα του υοειδούς οστού προκαλείται στις πλείστες περιπτώσεις στραγγαλισμού. Περαιτέρω, οι πνεύμονες, η καρδία και ο λάρυγγας του θύματος παρουσίαζαν ασφυκτικές κηλίδες. Οι ασφυκτικές κηλίδες, που έχουν τη μορφή κόκκινων τελειών, υποδηλούν ασφυκτικό θάνατο. Προκαλούνται από αιμορραγία των τριχοειδών αγγείων, όπως συμβαίνει και στους επιπεφυκότες. Στη γνώμη του ΜΚ1 για τη δύναμη που ασκήθηκε και για την επέλευση ασφυξίας θα αναφερθούμε κατωτέρω. Κατά τα άλλα, ο μάρτυρας δεν παρατήρησε οποιεσδήποτε κακώσεις στο θώρακα. Η συσκευή του λάρυγγα ήταν φυσιολογική, όπως φυσιολογικά ήταν και η καρδία, το μυοκάρδιο, η σπλήνα, το ήπαρ, τα επινεφρίδια και οι νεφροί. Ο ΜΚ1 εξέτασε την ίδια ημέρα ήτοι την 3.1.2011 και τον κατηγορούμενο και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του χωρίς να αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε σημείο. Αναφέρει ότι, εκτός από δύο παλαιά τραύματα στα χέρια, ο κατηγορούμενος έφερε δύο εκδορές στην αριστερή στοματική χώρα διαστάσεων 0.5 Χ 0.3 εκατ. και 1 Χ 0.5 εκατ. και εκδορά στην αριστερή γενιακή χώρα διαστάσεων 0.4 Χ 0.2 εκατ.. Ο ΜΚ1 χαρακτήρισε τα τραύματα αυτά ως εντελώς επιπόλαια και τα χαρακτήρισε ως κακώσεις που θα μπορούσαν να συνάδουν με αντίδραση από το θύμα. Ο ΜΚ1 αντεξετάσθηκε και σε σχέση με τις ιδιότητες των φαρμάκων που ελάμβανε ο κατηγορούμενος. Δήλωσε γνώση για δύο από αυτά τα οποία χαρακτήρισε ως ψυχοτρόπα. Τα φάρμακα αυτά, όπως και άλλα είδη φαρμάκων, αν συνδυαστούν με αλκοόλ θα προκαλέσουν στον ασθενή κάποιες παρενέργειες. Ο υπαστ. Χρίστος Ανδρέου (ΜΚ2), ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Η κατάθεση του έγινε μέρος της κύριας εξέτασης του. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι φτάνοντας στη σκηνή διαπίστωσε ότι στο κυρίως υπνοδωμάτιο της κατοικίας βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα μια γυναίκα γυμνή, σκεπασμένη με σκέπασμα. Στις 12/1/2011 ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι ήταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση και «άρχισε να θυμάται πράγματα». Ο ΜΚ2 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος προέβη σε διάφορες δηλώσεις. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεση του ΜΚ2: «. Ο Χριστοδούλου μου ανέφερε ότι προ 15 ημερών το θύμα είχε δυστύχημα με το αυτοκίνητο της και προκλήθηκαν σε αυτή μώλωπες. Επίσης ανέφερε ότι την ημέρα που έγινε το κακό μπορεί να μην πρόλαβαν να κάνουν σεξ γιατί δεν θυμόταν καλά. Επίσης ανέφερε ότι την προηγούμενη ημέρα του αδικήματος κατανάλωσε 10 χάπια, αλλά κατά την διάρκεια ολόκληρης της ημέρας για να 'γιάνει' ποιο γρήγορα και του προκάλεσαν κενά στη μνήμη του και δεν θυμόταν τι έγινε. Περαιτέρω ανέφερε ότι το πρωί της 03/01/2011 λόγω του ότι δεν είχε πάρει τα φάρμακα του έπεσε που πάνω του θύματος για να κάνουν έρωτα και με το δάχτυλο, πιθανόν να της έσπασε το κόκκαλο στο λαιμό. Σε διευκρινιστική μου ερώτηση που του υπέβαλα για ποιο κόκκαλο εννοούσε και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο μου έδειξε το μήλο του Αδάμ». Στην περαιτέρω κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν του είχε διευκρινίσει ποιοι μώλωπες είχαν προκληθεί κατά το κατ' ισχυρισμόν του τροχαίο ατύχημα. Πέραν τούτου δεν θεωρούμε αναγκαίο να επεκταθούμε περαιτέρω εφόσον τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας στον βαθμό που βρίσκουμε να έχουν σχέση καλύπτονται από τα παραδεκτά γεγονότα. Η ανόμωτη δήλωση του κατηγορούμενου. Στην ανόμωτη του δήλωση ο κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα: «Ζητώ από το δικαστήριο συγνώμη και να αναφέρω ότι τη γυναίκα μου την αγαπούσα, τη λάτρευα, έκανα θυσίες γι' αυτή και απολογούμαι για ό,τι έγινε, έγινε. Δεν θυμούμαι τίποτε και ζητώ συγνώμη.» Οι τελικές θέσεις των μερών. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι το πρόσωπο το οποίο θανάτωσε το θύμα είναι ο κατηγορούμενος. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαιδεύτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Είναι ως προς το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος που ακούστηκε διαφορετική επιχειρηματολογία. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 αποτελεί περιστατική μαρτυρία για τις προθέσεις του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περιστατική μαρτυρία αποτελεί και το γεγονός, κατά τον κ. Δημητρίου, ότι ο κατηγορούμενος αναφερόμενος σε σεξουαλική επαφή με το θύμα, κατέφυγε σε ουσιώδες ψεύδος, το οποίο στοιχειοθετείται από αυτό τούτο το παραδεκτό γεγονός ότι δεν υπήρξε σεξουαλική επαφή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παρέπεμψε σε νομολογία για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το ψέμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως περιστατική μαρτυρία και εισηγήθηκε πως οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται εν προκειμένω. Η ιατρική μαρτυρία για τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη στάση του και την προσφυγή του στο ψεύδος, αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος όχι απλώς είχε πρόθεση να διενεργήσει παράνομη πράξη δια της οποίας επήλθε ο θάνατος, αλλά είχε πρόθεση να επιφέρει τον θάνατο, εισηγήθηκε ο κ. Δημητρίου. Ο κ. Δημητρίου υπέδειξε περαιτέρω ότι την πρώτη του εκδοχή περί σεξουαλικής επαφής κλπ την αναίρεσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος μέσα από τη δεύτερη κατάθεση του. Ο κ. Καράς δεν αμφισβήτησε ότι ο θάνατος προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο και είχε ως αιτία την ασφυξία. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε ότι η ασφυξία προήλθε από στραγγαλισμό. Εισηγήθηκε όμως, ότι οι περιστάσεις του επεισοδίου δεν έχουν διευκρινιστεί, όπως είχε το βάρος η κατηγορούσα αρχή να πράξει. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, είπε, για το τι έγινε ή πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα για να καταλήξει το δικαστήριο σε ασφαλές εύρημα. Παράλληλα όμως εισηγήθηκε ότι υπάρχει τέτοια μαρτυρία από την οποία να καταδεικνύεται ότι ο δράστης ενήργησε υπό το κράτος σύγχισης ή στα πλαίσια ατυχήματος ή κατόπιν προσωρινής απώλειας του αυτοελέγχου. Συγκεκριμένα, σε σχέση με την εισήγηση περί σύγχισης, αναφέρθηκε στο παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθείτο από ψυχιάτρους και λάμβανε μεγάλο αριθμό φαρμάκων συνεπεία κατάθλιψης τα οποία μπορούσαν να προκαλέσουν σύγχιση. Σε σχέση με την εισήγηση περί απώλειας αυτοελέγχου, ο κ. Καράς, με δεδομένο το παραδεκτό γεγονός ότι υπήρξε πάλη, εισηγήθηκε ότι «η διάρκεια της πάλης και η νυχιά που (το θύμα) επέφερε στον κατηγορούμενο την ώρα που την κρατούσε από το λαιμό προκάλεσε την ενστικτώδη αντίδραση του κατηγορουμένου που υπήρξε μοιραία για το θύμα και είναι η αιτία που προκάλεσε την προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου». Την εισήγηση περί ατυχήματος, τη διασύνδεσε με την εκδοχή περί ερωτικής επαφής σε συνδυασμό και πάλι με απώλεια αυτοελέγχου, λέγοντας ότι «η εκδηλωθείσα επιθυμία του κατηγορούμενου ή η κοινή απόφαση κατηγορούμενου και θύματος να κάνουν έρωτα δεν είχε κανένα παράνομο σκοπό και δεν ήταν παράνομη πράξη. Αν στη συνέχεια επήλθε το μοιραίο για το θύμα, τούτο οφείλεται σε τυχαίο γεγονός οφειλόμενο στην προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του κατηγορουμένου και επομένως ο θάνατος επήλθε τυχαίως χωρίς καν να το αντιληφθεί ο κατηγορούμενος». Περαιτέρω, ο κ. Καράς υπέδειξε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει καταδείξει ελατήριο. Ως προς το όλο κλίμα που επικρατούσε στις σχέσεις του με το θύμα και τις θυγατέρες της, προχώρησε να πει ότι το προηγούμενο βράδυ «έφαγαν όλοι μαζί σε γιορταστική ατμόσφαιρα» και αναφέρθηκε σε αποσπάσματα από καταθέσεις οι οποίες δεν τέθηκαν ενώπιον μας ούτε ως μαρτυρία, μήτε στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων. Αυτό έγινε και για άλλες περιπτώσεις. ΄Οπως υποδείξαμε κατά το στάδιο των αγορεύσεων, το δικαστήριο περιορίζεται στα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του με μαρτυρία ή ως παραδεκτά γεγονότα. Τέλος, ο κ. Καράς ανέφερε ότι δεν εισηγείται την απαλλαγή του κατηγορούμενου, αλλά ότι το δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να διαφοροποιήσει το κατηγορητήριο αν δεν στοιχειοθετείται η κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Νομική πτυχή. Ως προς τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας σημειώνουμε τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Πουτζιουρής κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 309, 395 ο Δικαστής Ι. Πογιατζής, είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «΄Οπως προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 205
(1), απαραίτητα συστατικά στοιχεία του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας είναι (α) η πρόκληση θανάτου ετέρου προσώπου και (β) δια παρανόμου πράξεως την οποία ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαπράξει. Η πρόθεση προκλήσεως θανάτου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Στις περιπτώσεις που, πέραν των απαραίτητων στοιχείων του αδικήματος, αποδεικνύεται και πρόθεση του δράστη να προκαλέσει με την παράνομη πράξη του το θάνατο του ετέρου προσώπου, η ανθρωποκτονία συνήθως περιγράφεται ως 'ηθελημένη' σε αντιδιαστολή με την 'αθέλητη' ανθρωποκτονία που διαπράττεται χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της πρόθεσης προκλήσεως θανάτου του θύματος.»[2] Η παράνομη πράξη πρέπει να είναι τέτοια ώστε να συνιστά αφ' εαυτής και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προκάλεσε το θάνατο, ποινικό αδίκημα που είναι συνήθως το αδίκημα της επίθεσης[3]. Για λεπτομερή ανάλυση της έννοιας της «παράνομης πράξης» παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα από το Archbold 2006, παρ. 19-99.: «(
  1. a)the killing must be the result of the accused's unlawful act (though not his unlawful omission). (
  2. b)the unlawful act must be one, such as an assault, which all sober and reasonable people would inevitably realise must subject the victim to, at least, the risk of some harm resulting therefrom, albeit not serious harm. (
  3. c)it is immaterial whether or not the accused knew that the act was unlawful and dangerous, and whether or not he intended harm; the mens rea required is that appropriate to the unlawful act in question. (
  4. d)'harm' means physical harm.». Στην επόμενη παράγραφο (19-100), καταγράφονται τα ακόλουθα: «In DPP v. Newburry [1977] A.C. 500 at 506, 507 the House of Lords approved the following dictum in R. v. Larkin, 29 Cr.App.R 18 at 23 (unreported on this point at [1943] K.B. 174): 'Where the act which a person in performing is unlawful, then if at the same time it is a dangerous act, that is, an act which is likely to injure another person, and quite inadvertently the doer of the act causes the death of that other person by that act, then he is guilty of manslaughter.'» Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, παραθέτουμε τέλος και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Lane C.J. από την υπόθεση Goodfellow
(1986)83 Cr.App.R. 25: «The questions which the jury have to decide on the charge of manslaughter of this nature are:
(1)Was the act intentional?
(2)Was it unlawful?
(3)Was it an act which any reasonable person would realise was bound to subject some other human being to the risk of physical harm, albeit not necessarily serious harm?
(4)Was that act the cause of death?» Στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της πρόθεσης και ειδικά της πρόθεσης για ανθρωποκτονία, θα αναφερθούμε κατωτέρω. Αξιολόγηση και ευρήματα. Για τον ΜΚ1 παραπέμπουμε στις αρχές που διέπουν το θέμα αξιολόγησης μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάζει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, ώστε ο δικαστής να είναι σε θέση να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα της υπόθεσης (Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. [1997] 1 Α.Α.Δ. 814). Κατά τ' άλλα «η συμπεριφορά εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωσθεί η αξιοπιστία του» (Χαραλάμπους v. Αβραάμ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Είναι υπό το φως των νομικών αυτών αρχών που προσεγγίζουμε την μαρτυρία του ΜΚ1. Ασφαλώς το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, όπως ορθά ανέφερε στην αγόρευση του ο κ. Καράς. Ο ΜΚ1 όμως, δεν αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε ως προς την ουσία της μαρτυρίας του. Δεν έχουμε κανένα λόγο να μην αποδεχθούμε τη μαρτυρία του. Η πεποίθηση μας είναι ότι ο ΜΚ1 προσήλθε στο δικαστήριο για να παραθέσει ως επιστήμονας τα ευρήματα του και τίποτε πέραν τούτου. Έδωσε πλήρεις εξηγήσεις για όλα τα ζητήματα και ειδικά για όσα ρωτήθηκε στην αντεξέταση με παραπομπές σε βιβλιογραφία[4]. Η βιβλιογραφία βέβαια, δεν αποτελεί per se μαρτυρία, μπορεί όμως να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα που την υιοθετεί και την επεξηγεί.[5] Εναπόκειται δε, στο δικαστήριο να εκτιμήσει την αξία τέτοιων παραπομπών.[6] Η βιβλιογραφία στην οποία παραπεμφθήκαμε συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ1, η μαρτυρία του οποίου, στο σύνολο της, περιλαμβανομένης της βιβλιογραφίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τόσο τους τραυματισμούς που υπέστη το θύμα όσο και τον τρόπο, από ιατρικής πλευράς, που απεβίωσε. Πέραν τούτου, γενικά είναι που θεωρούμε τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη και πειστική και την αποδεχόμαστε ως έχει προβαίνοντας σε ανάλογα ευρήματα. Η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε και δεν βρίσκουμε κανένα λόγο για να μην την αποδεχθούμε ως έχει. Ομοίως είναι η πεποίθηση μας ότι ο ΜΚ2 παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως πραγματικά ανεξάρτητος μάρτυρας. Προβαίνουμε σε ευρήματα ως η μαρτυρία του. Αποδεχόμενοι τη μαρτυρία του ιατροδικαστή και με βάση και τα παραδεκτά γεγονότα προβαίνουμε σε εύρημα ότι ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε δια στραγγαλισμού και επήλθε μεταξύ των ωρών 06:00 όταν κατά κοινώς παραδεκτό γεγονός το θύμα απενεργοποίησε το ξυπνητήρι του κινητού τηλεφώνου της και εν πάση περιπτώσει πριν τις 07:18 που ο κατηγορούμενος μετέβη στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας. Δεν τέθηκε καθόλου το ενδεχόμενο, ούτε προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας, ο στραγγαλισμός να προκλήθηκε από άλλο πρόσωπο. Αντίθετα, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι την θανάτωση του θύματος επέφερε ο κατηγορούμενος. Ρητή ήταν η θέση του συνηγόρου του στην τελική αγόρευση πως «ο κατηγορούμενος δεν απέκρυψε από την αρχή ότι επέφερε τον θάνατο στο θύμα». Θα πρέπει όμως περαιτέρω να εκτιμηθούν οι καταθέσεις και δηλώσεις του κατηγορούμενου για τις περαιτέρω συνθήκες επέλευσης του θανάτου. Ως προς την επιλογή του κατηγορούμενου να προβεί σε ανόμωτη δήλωση δεν έχουμε παρά να υπενθυμίσουμε την αρχή ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος ν΄ αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος δεν φέρει κανένα απολύτως βάρος αποδείξεως της αθωότητας του [Αρέστη v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 504]. Όπως αναφέρθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 185/06 και 210/06, ημερομηνίας 21.1.2008: «Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Από την άλλη, στην ίδια υπόθεση σημειώνεται ότι η ανώμοτη δήλωση «δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια ότι είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη», αλλά «εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση». Σε σχέση με τις δηλώσεις και καταθέσεις του κατηγορούμενου προς την αστυνομία, παραπέμπουμε στις υποθέσεις Duncan, 73 Cr. App. R. 359, Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693. Οι καταθέσεις του κατηγορούμενου στην αστυνομία είναι μεικτές (mixed statements), δηλαδή δηλώσεις που περιέχουν αφενός στοιχεία τα οποία μπορεί να λειτουργήσουν ενοχοποιητικά και αφετέρου στοιχεία δικαιολογητικά. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο, στην προσπάθεια του να διαπιστώσει την αλήθεια, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν έδωσε μαρτυρία, λαμβάνει υπόψη την κατάθεση στο σύνολο της περιλαμβανομένου και του μέρους που είναι ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο. ΄Ομως, όπως είναι φυσικό, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα σε ό,τι είναι άμεσα ή έμμεσα ενοχοποιητικό και μικρότερη σε ό,τι αποτελεί εξήγηση ή δικαιολογία την οποία βεβαίως μπορεί να απορρίψει. Είναι υπό το φως των παραπάνω αρχών που θα πρέπει να εκτιμήσουμε τις διάφορες δηλώσεις του κατηγορούμενου με πρώτη την δήλωση στην οποία προέβη ευρισκόμενος στο εδώλιο του κατηγορουμένου περί έλλειψης μνήμης. Κατ' αρχάς θα πρέπει να καταγράψουμε ότι η θέση του κατηγορούμενου δεν ήταν μονοδιάστατη και σαφής και να τονίσουμε ότι με τη δεύτερη του κατάθεση, ημερ. 17/01/2011, αλλά και με τα παραδεκτά γεγονότα, εγκατέλειψε την εκδοχή που είχε προβάλει στην πρώτη του κατάθεση, ημερ. 03/01/2011, περί σεξουαλικής επαφής. Μέρες μετά, επικαλέστηκε έλλειψη μνήμης σε σχέση με τον θάνατο του θύματος από στραγγαλισμό. Ρητά δε, ανακάλεσε τον πρώτο του ισχυρισμό περί σεξουαλικής επαφής. Παρά ταύτα, και παρά την μετέπειτα θέση του κατηγορούμενου ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε, επαναφέρθηκε από την υπεράσπιση κατά την ακρόαση «ζήτημα ερωτικών περιπτύξεων» αλλά και σεξουαλικής επαφής εφόσον παραπεμφθήκαμε σε σχετικό απόσπασμα από την πρώτη κατάθεση του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένη παραμένει η διαφοροποίηση από την αρχική θέση και είναι την έλλειψη μνήμης που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον μας με την ανόμωτη δήλωση του. Δεν ακούσαμε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε εξήγηση για τέτοια ουσιαστική διαφοροποίηση. Είναι ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ο οποίος στην τελική αγόρευση έθεσε θέμα σύγχισης του κατηγορούμενου, τόσο κατά τον χρόνο των συμβάντων, όσο και κατά τον χρόνο που έδιδε την πρώτη του κατάθεση. Ως προς τον χρόνο της κατάθεσης (η ώρα 15:30 - 16:40), σημειώνουμε ότι είχε προηγουμένως εξεταστεί, ως άνω, από τη ψυχίατρο δρα Καλυβωκά (η ώρα 11:15π.μ) η οποία διαπίστωσε ότι ο λόγος, η σκέψη και η αντίληψη του ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα και ότι ήταν προσανατολισμένος ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τα πρόσωπα. Περιπλέον, έχουμε ανωτέρω παραθέσει εκτενές απόσπασμα από την πρώτη κατάθεση του κατηγορούμενου, την οποία έχουμε κατά νου στο σύνολο της. Όντως η αφήγηση του κατηγορούμενου, ανεξάρτητα από την βασιμότητα των ισχυρισμών του, παρουσιάζεται συγκροτημένη και λεπτομερής. Περαιτέρω ο κ. Καράς για να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε σύγχιση, υπέδειξε ότι και κατά τον χρόνο της δεύτερης κατάθεσης ο κατηγορούμενος τελούσε υπό σύγχιση, εισηγούμενος πως αυτό φαίνεται μέσα από διαφορετικές απαντήσεις του ως προς το κατά πόσο την προηγούμενη του συμβάντος είχε πάρει ή όχι τα χάπια του. Έχουμε υπόψη τις απαντήσεις τις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Καράς και η δική μας αντίληψη είναι ότι στην δεύτερη του κατάθεση η θέση του ήταν σταθερή ότι την προηγούμενη του συμβάντος δεν είχε λάβει τα χάπια του. Είναι για την προηγούμενη μέρα της διαδικασίας προσωποκράτησης, που έγινε στις 11/1/2011, που αναφέρει στη δεύτερη του κατάθεση ότι είχε πάρει χάπια. Εντοπίζουμε όμως σε σχέση με αυτό ότι όντως είχε προβάλει διαφορετική θέση ο κατηγορούμενος, όχι όμως στη δεύτερη κατάθεση αλλά μιλώντας με τον ΜΚ2 στον οποίο, ως άνω, είχε αναφέρει ότι την προηγούμενη μέρα του συμβάντος κατανάλωσε δέκα χάπια εξ ου και δεν θυμόταν τι έγινε. Ταυτόχρονα ανέφερε στον ΜΚ2 ότι το πρωί της 3/1/2011 δεν είχε πάρει τα φάρμακα του. ΄Ολα αυτά βέβαια δεν έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με τέτοιο τρόπο ώστε να περάσουν από τη βάσανο της αντεξέτασης. Εν πάση δε περιπτώσει, το κατά πόσο καταδεικνύουν σύγχιση με τρόπο που να επηρεάζεται η υπόθεση είναι ζήτημα που πρέπει να συνεκτιμηθεί υπό το φως όλων των σχετικών δεδομένων. Στην υπόθεση Πιτσιλλιδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662 τις αθωωτικές του δικαιολογίες ο κατηγορούμενος δεν τις προέβαλε κατά τον χρόνο της σύλληψης του αλλά αργότερα στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Το Κακουργιοδικείο θεώρησε πως επρόκειτο για δεύτερες σκέψεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αθωωτικές εξηγήσεις θα είχαν ενδεχομένως έρεισμα αν προβάλλονταν εγκαίρως. Στην υπόθεση Ζαχαρία v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 180, 182 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως καταλυτικό της βάσης της υπεράσπισης το εύρημα πως η εκδοχή και οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα ήταν επινοήσεις που ήρθαν πολύ καθυστερημένα και δεν είχαν καν ίχνη αξιοπιστίας. Το ζήτημα βέβαια πρέπει να εξετάζεται υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εν πρώτοις, διαπιστώνουμε ότι ο ισχυρισμός περί σύγχισης λόγω της κατανάλωσης φαρμάκων, δεν βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία. Υπενθυμίζουμε ότι η σχετική εισήγηση του κ. Καρά ήταν πως σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1 «αυτά τα φάρμακα αν τα παίρνεις σε μεγάλες δόσεις προκαλούν σύγχιση, όπως και αν δεν τα παίρνεις και πάλι προκαλούν σύγχιση». Στην πραγματικότητα το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του ΜΚ1 έχει ως εξής: «Ε. ΄Ολα αυτά τα φάρμακα σου λέω ότι είναι ψυχοτρόπα και το ερώτημα είναι, αυτά τα ψυχοτρόπα φάρμακα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο . απέναντι κάποιου ανθρώπου; Α. Και στην έλλειψη τους αλλά και όταν τα παίρνει.» Έτσι γενικά είναι που τέθηκε το θέμα χωρίς συνάρτηση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο και τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω ο κ. Καράς ρώτησε τον ΜΚ1 αν αυτά τα φάρμακα «μαζί με το ουϊσκι προκαλούν παρενέργειες» και ο μάρτυρας απάντησε ότι όλα τα φάρμακα προκαλούν παρενέργειες προχωρώντας να πει ότι «την αντίδραση του καθενός δεν μπορούμε να την ξέρουμε». Δεν τέθηκε όμως ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο για κατανάλωση αλκοόλ. Αντίθετα ενώπιον μας είναι τα παραδεκτά γεγονότα. Παραδεκτό είναι το γεγονός που περιέχεται στην κατάθεση του δρος Βερεσιέ ότι αν τα φάρμακα που ελάμβανε ο κατηγορούμενος λαμβάνονται σε κανονικές δόσεις δεν προκαλούν οποιαδήποτε υπνηλία, σεξουαλική διέγερση, σύγχιση, ούτε επιθετικότητα, αλλά εάν ληφθούν σε υπερβολικές δόσεις είναι δυνατό να προκαλέσουν υπνηλία ή και σύγχιση, «σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούν να προκαλέσουν σεξουαλική διέγερση ή επιθετικότητα». Δεν έχουμε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία περί υπερβολικής κατανάλωσης. Σχετικό είναι και το παραδεκτό γεγονός από την κατάθεση του δρος Μικελλίδη ότι τα εν λόγω φάρμακα «δεν προκαλούν οποιαδήποτε υπνηλία, σεξουαλική διέγερση, σύγχιση, ούτε επιθετικότητα». Περαιτέρω υπενθυμίζουμε τα κοινώς αποδεκτά ευρήματα της δρα Καλυβωκά, που αποκλείουν την εικόνα ενός συγχισμένου ανθρώπου στις 11:15π.μ. της 3/1/2011 όπως και τη δική μας διαπίστωση, που επίσης αποκλείει τέτοια εικόνα για τον χρόνο που ο κατηγορούμενος έδιδε την πρώτη του κατάθεση. Είναι δε, δεδομένο ότι η διαφοροποίηση στη θέση του κατηγορούμενου επήλθε μέρες μετά όταν είχε πλήρη άνεση χρόνου να προβεί σε δεύτερες σκέψεις. Η έλλειψη μνήμης που επικαλείται παρουσιάζεται επιλεκτική. Περιγράφει με πλήρη λεπτομέρεια όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ, ακόμα και το ότι το θύμα τον άγγιξε στον ώμο λίγο πριν ξαπλώσει, ότι βρήκε τη Spaska γυμνή, ενθυμούμενος και την ακριβή ώρα και τη σκέπασε «σαν καλός άνθρωπος». Με λεπτομέρειες περιγράφει και τα όσα ακολούθησαν την επόμενη μέρα, ότι το πρωί της έκαμε μασάζ, ήπιε καφέ, κάπνισε, ακόμα και ότι καθ' οδόν προς την αστυνομία «τα αυτοκίνητα του έπαιζαν πουρούες». Όμως δεν θυμάται απολύτως τίποτε για το κακό που συνέβη. Παρουσιάζεται επίσης να θυμάται τώρα, παρά την έλλειψη μνήμης, ότι η τελευταία φορά που έκαναν σεξ ήταν τρεις ημέρες προηγουμένως. Ήταν χαρακτηριστική και η προσπάθεια του κατηγορούμενου μιλώντας, ημέρες μετά, στις 12/1/2011 στον ΜΚ2, να ισχυριστεί ότι «άρχισε να θυμάται πράγματα» και να αφήσει να πλανάται κάποια εξήγηση για τους τραυματισμούς στο θύμα. Ενώ δε στις 12/1/2011 «άρχισε να θυμάται πράγματα», στις 17/1/2011 δεν θυμόταν τίποτε για το κακό. Οι διαφορετικές κάθε φορά απαντήσεις ή δηλώσεις του δεν αποκαλύπτουν βάσιμη πιθανότητα σύγχισης, αλλά αντίθετα ενισχύουν την πεποίθηση μας ότι ο κατηγορούμενος απαντούσε όπως έκρινε κάθε φορά βολικό για την υπόθεση του. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι η πρώτη εκδοχή δεν ήταν προϊόν σύγχισης και ότι η δεύτερη, ήταν προϊόν δεύτερης σκέψης. Παρά το ότι τελικά ο ίδιος ο κατηγορούμενος προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου την εκδοχή περί έλλειψης μνήμης, θα προχωρήσουμε σε εξέταση και των άλλων ισχυρισμών του προς ολοκλήρωση της όλης αξιολόγησης, η οποία δεν μπορεί παρά να ολοκληρωθεί υπό το φως της ιατρικής - πραγματικής μαρτυρίας την οποία έχουμε, ως άνω, αποδεχτεί και βεβαίως υπό το πρίσμα της κοινής λογικής. Αρχίζουμε με την θέση περί ατυχήματος στα πλαίσια ερωτικών περιπτύξεων. Κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι τέτοιες κακώσεις «συμβαίνουν σε ερωτικές περιπτύξεις». Ο μάρτυρας διαφώνησε. Επρόκειτο όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, για επανειλημμένες βίαιες περισφύξεις των δακτύλων στη περιοχή του λαιμού του θύματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΚ1, επί του συγκεκριμένου σημείου: «Α. Όπως βλέπουμε υπάρχει μια μεγάλη έκταση κακώσεων στην περιοχή του λαιμού που φτάνει μέχρι πίσω. Όπως σας είπα είναι πολλές οι κινήσεις που έγιναν για να δημιουργηθούν αυτά τα τραύματα. Μπορεί να ήταν εδώ, πιο πίσω. (Δείχνει). Εξαρτάται από τη θέση των χεριών κάθε φορά. Βλέπουμε ότι και η έκταση των νυχιών, των τραυμάτων που προκλήθηκαν από τα νύχια, είναι και αυτά σε μεγάλη έκταση. E. Μπορείς να μου προσδιορίσεις το χρόνο για να γίνουν όλα αυτά; .... Α. Δεν μπορώ να γνωρίζω ακριβή χρόνο αλλά για να γίνουν τόσα τραύματα σημαίνει ότι επαλεύκαν, να πούμε, για κάποιο χρονικό διάστημα. E. Επαλεύκαν; A. Στην προσπάθεια της να απελευθερωθεί. E. Συμφωνείς δηλαδή ότι υπήρξε δράση και αντίδραση; A. Σίγουρα υπήρξε αντίδραση.» Ζητήθηκε από το μάρτυρα να συγκρίνει τα τραύματα του αυχένα με εκείνα του λαιμού. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του. «Α. Τα τραύματα που είναι στην περιοχή του αυχένα είναι επιφανειακά. Τα άλλα στην περιοχή του λαιμού είναι βαθιά, δηλαδή έχουμε κατάγματα υοειδούς οστού και για να έχουμε εκχυμώσεις, για να έχουμε απόφραξη αναπνευστικών οδών σημαίνει ότι έφτασαν σε βαθύ σημείο. Ε. Και αυτό εξυπακούει αρκετή πίεση; Α. Φυσικά. Πρέπει να υπάρχει πίεση, αρκετή πίεση για αυτά τα τραύματα.» Σε σχέση με τη δύναμη που ασκήθηκε πάνω στο θύμα ο μάρτυρας είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Α. Ηταν τόσο μεγάλη που νομίζω. Ηταν τόσο μεγάλη και φαίνεται η δύναμη αν πάμε στις φωτογραφίες της νεκροτομής, τα τραύματα, το μέγεθος των τραυμάτων φαίνεται στην νεκροτομή. Αν πάτε στη φωτογραφία 50 μπορεί να φανεί η δύναμη που ασκήθηκε διότι αυτές οι κακώσεις δείχνουν δύναμη.» Προσθέτουμε ότι ο θάνατος από ασφυξία, όπως εξήγησε ο ΜΚ1, προκαλείται ως εκ της απόφραξης των αναπνευστικών οδών και των καρωτίδων που έχει ως αποτέλεσμα να μην οξυγονώνεται ο εγκέφαλος για τόσο χρόνο ώστε να επέλθει ο θάνατος. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να προκληθεί θάνατος συνεπεία στραγγαλισμού με ένα «τσίμπημα στο λαιμό για να ξεκολλήσουν» ή με «λλίο παραπάνω σφίξιμο» ή με το ότι «έπεσε που πάνω του θύματος για να κάνουν έρωτα και με το δάχτυλο, πιθανόν να της έσπασε το κόκκαλο στο λαιμό». Τα ιατρικά ευρήματα που έχουν την αντικειμενική ισχύ της πραγματικής μαρτυρίας, αλλά και γεγονότα που έγιναν κοινώς παραδεκτά, καθόλου δεν συνάδουν με τους αρχικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου. Αντίθετα τα ιατρικά δεδομένα και τα αντίστοιχα ευρήματα μας συνάδουν με άσκηση μεγάλης και σε σημαντικό χρόνο πίεσης. Εκτός από το ίδιο το γεγονός του θανάτου, σημειώνουμε και τις εκτεταμένες εξωτερικές και εσωτερικές κακώσεις τις οποίες το θύμα υπέστη στην περιοχή του τραχήλου (λαιμού). Περιλαμβανομένου του διπλού κατάγματος του υοειδούς οστού, γεγονός που υποδηλώνει, ως άνω, πίεση τόσο με τα δάχτυλα, τα οποία, άφησαν χαρακτηριστικά σημάδια στο λαιμό του θύματος, όσο και με κάθετη πίεση προς το λαιμό. Προκύπτει έτσι ότι ο κατηγορούμενος άδραξε με τα χέρια του τον λαιμό του θύματος, με τόση πίεση και για τόσο χρόνο ώστε να επέλθει ο θάνατος. Μια περαιτέρω εισήγηση του κ. Καρά ήταν ότι οι περιστάσεις του επεισοδίου, ή μάλλον οι περιστάσεις πριν από το επεισόδιο δεν έχουν διαλευκανθεί. Ανέφερε ο κ. Καράς ότι δεν υπάρχει μαρτυρία «αν υπήρξε συνομιλία μεταξύ θύματος και κατηγορούμενου ή ποιο μπορεί να ήταν το περιεχόμενο μιας συνομιλίας ή πως διήγειρε μια συνομιλία τον ένα εκ των δύο δρώντων ή και τους δύο». Πρόσθεσε δε, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ούτε την «αντίδραση του κατηγορούμενου από τα τραύματα που εδέχθη από το θύμα». Δεν χρησιμοποιήθηκε ο όρος «πρόκληση» και όταν ζητήσαμε από τον κ. Καρά να τοποθετηθεί σχετικά ανέφερε πως η θέση του είναι ότι επρόκειτο περί ατυχήματος. ΄Ομως, εφόσον έγινε λόγος για στιγμιαία απώλεια του αυτοελέγχου λόγω μιας ενέργειας του θύματος, η εγγύτερη νομική έννοια που μπορούμε να σκεφτούμε επί τέτοιας αναφοράς, είναι η έννοια της πρόκλησης (provocation) η οποία κατά την κλασική διαπίστωση συνίσταται σε κάποια πράξη, ή σειρά πράξεων του θύματος προς τον κατηγορούμενο, οι οποίες θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο και όντως προκάλεσαν στον κατηγορούμενο μια ξαφνική και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου, καθιστώντας τον τόσο υποκείμενο στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του (R. v. Duffy [1949] 1 All E.R. 932)[7]. ΄Ετσι, παρά το ότι δεν έγινε ρητή αναφορά στον όρο, θα ασχοληθούμε και με το ζήτημα της πρόκλησης. Η ύπαρξη ή μη πρόκλησης είναι ζήτημα πραγματικό[8], το οποίο «δεν αποτιμάται αόριστα, αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα»[9]. Οι συγκεκριμένες περιστάσεις είναι σχετικές όχι μόνο για την αποδοχή της «υπεράσπισης» της πρόκλησης, αλλά και για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής στην περίπτωση που το δικαστήριο θα προχωρήσει επί τη βάσει της πρόκλησης. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την έκταση της πρόκλησης, το χρόνο που είχε ο δράστης να επανακτήσει την ψυχραιμία του, την ενδεχόμενη υπαιτιότητα του στη δημιουργία της πρόκλησης και τα μέσα που χρησιμοποίησε για να διαπράξει το αδίκημα[10]. Οι συγκεκριμένες περιστάσεις είναι αναγκαίες επίσης, για να είναι σε θέση το δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο βία, ήταν δυσανάλογη προς την πρόκληση[11]. Ως προς το κατά πόσο υπήρξε ή όχι πρόκληση, το κριτήριο είναι διττό: αντικειμενικό και υποκειμενικό. Η συμπεριφορά του θύματος πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μπορούσε να προκαλέσει οποιοδήποτε λογικό άνθρωπο και όντως να έχει προκαλέσει στον κατηγορούμενο αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου ως αποτέλεσμα της οποίας να διαπράξει το αδίκημα[12]. Εν προκειμένω, η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι η αναφορά του ΜΚ1 για επιπόλαια τραύματα στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα οποία μάλιστα ο ΜΚ1 τα χαρακτήρισε, ως άνω, ως κακώσεις που θα μπορούσαν να συνάδουν με αντίδραση από το θύμα. Υιοθετούμε αυτή του την αντίληψη ως τη μόνη λογική εξήγηση από τα ιατρικά δεδομένα. Επρόκειτο πράγματι για τρεις και μόνο πάρα πολύ μικρές εκδορές στο πρόσωπο, την στιγμή που οι τραυματισμοί επί του θύματος από την άλλη, ήταν σε πολλαπλάσιο βαθμό πιο σοβαροί. Δεν ήταν επιφανειακές μικροεκδορές, αλλά εξωτερικοί εκτεταμένοι τραυματισμοί και σοβαρές εσωτερικές κακώσεις, περιλαμβανομένου του διπλού κατάγματος του υοειδούς οστού. Από τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, καθόλου δεν προκύπτει μια κατάσταση πραγμάτων που θα δικαιολογούσε βάσιμη εξέταση πρόκλησης για τον λόγο και μόνο ότι έγινε μια κάποια αναφορά στην τελική αγόρευση, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ή άλλο στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση, όπως από τη νομολογία είναι αναγκαίο. Καταλήγουμε σε σχέση με τις διάφορες εισηγήσεις της υπεράσπισης, λέγοντας ότι προχωρήσαμε στην εξέταση τους παρά το ότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες, που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν δεν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού[13]. Μετά την απόρριψη των εισηγήσεων της υπεράσπισης περί διαζευκτικής κατάστασης πραγμάτων, επί της μαρτυρίας που έχουμε αποδεχθεί και επί των πραγματικών γεγονότων, είναι πεποίθηση μας ότι ο τρόπος με τον οποίο θανατώθηκε το θύμα και οι τραυματισμοί που έφερε, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο λογικής αμφιβολίας περί του ότι επρόκειτο για επίθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου και όχι για ατύχημα στα πλαίσια «ερωτικών περιπτύξεων» ή άλλως πως. Ό,τι απομένει είναι η εξέταση του κατά πόσον τα γεγονότα όπως τα έχουμε δεχθεί, απορριπτομένων των εκδοχών και εισηγήσεων της υπεράσπισης, συγκροτούν τη νομική έννοια της ανθρωποκτονίας όπως ανωτέρω την έχουμε καταγράψει. Το ζήτημα της υπαγωγής των γεγονότων στη νομική έννοια της ανθρωποκτονίας. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο της ανθρωποκτονίας, το παράνομο της πράξης, παραπέμπουμε στο εύρημα μας ότι ήταν επιθετική ενέργεια χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση, ήταν δηλαδή μια παράνομη επίθεση. Το επόμενο ερώτημα αφορά την πρόθεση του κατηγορούμενου. Είναι ορθή η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποκαλυφθεί ελατήριο. ΄Ο,τι έχει τεθεί ενώπιον μας αναφορικά με τις σχέσεις κατηγορούμενου και θύματος είναι ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο «περνούσαν μέλι - γάλα». Δεν θα δώσουμε, πίστη στο λόγο του, μετά από όλα όσα πιο πάνω αξιολογήσαμε σε σχέση με τις διάφορες θέσεις του. Παραμένει όμως το γεγονός πως δεν έχει αποκαλυφθεί ελατήριο. Η σημασία της στοιχειοθέτησης ελατηρίου ή κινήτρου, είναι γιατί ρίχνεται φως στις ενέργειες του κατηγορούμενου και αποκαλύπτεται το υπόβαθρο των προθέσεων του. Το ελατήριο όμως, δεν είναι συστατικό στοιχείο του εγκλήματος και η απόδειξη του, σε αντιδιαστολή με την πρόθεση, δεν είναι αναγκαία για την καταδίκη του κατηγορούμενου. ΄Ετσι εν προκειμένω, το γεγονός ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί ελατήριο δεν είναι καταλυτικό για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ως άνω, για να στοιχειοθετηθεί πρόθεση ανθρωποκτονίας, αρκεί η πρόθεση διάπραξης της παράνομης πράξης που επέφερε τον θάνατο. Αν όμως, περιπλέον, αποδειχθεί πρόθεση πρόκλησης του θανάτου τότε πρόκειται για «ηθελημένη» ανθρωποκτονία. Για την πρόθεση, σπάνια η μαρτυρία είναι άμεση. Συνήθως αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία όπως είναι οι προπαρασκευαστικές πράξεις, το ελατήριο, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, η επιμονή στην επίθεση, η φύση των πράξεων και ενεργειών του δράστη που συνθέτουν την επίθεση, η φύση των τραυμάτων και το μέρος όπου εντοπίστηκαν κλπ.[14] Η περιστατική μαρτυρία όμως, μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη μόνο όταν η σχέση της με την ενοχή του κατηγορούμενου είναι αφενός άμεση και αφετέρου δεν επιτρέπει άλλη λογική ερμηνεία.[15] Κατά τα άλλα, όχι μόνο δεν υπολείπεται της άμεσης μαρτυρίας, αλλά τείνει να περιορίσει τις πιθανότητες του ανθρώπινου λάθους[16]. Τονίζουμε βέβαια την αρχή ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, το δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιονδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα[17]. Η νομολογία πάντως, εκφράζοντας την κοινή ανθρώπινη εμπειρία και λογική, διαπιστώνει πως κάθε πρόσωπο τεκμαίρεται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.[18] Το τεκμήριο αυτό βέβαια είναι μαχητό και αρκεί η πρόκληση υποβόσκουσας έστω αμφιβολίας για να ανατραπεί. Εν προκειμένω, η φύση της επίθεσης ήταν τέτοια ώστε, απορριπτομένης άλλης βάσιμης εξήγησης, να μην υπάρχει άλλο λογικό ενδεχόμενο από το ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να διαπράξει την επίθεση που διέπραξε. Δεύτερο, διέπραξε την επίθεση υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε, επί του αντικειμενικού κατά την ανωτέρω νομολογία κριτηρίου, να ήταν αναπόφευκτα αντιληπτός ο κίνδυνος πρόκλησης κάποιας σωματικής βλάβης. Αυτές οι προϋποθέσεις θα επαρκούσαν για να στοιχειοθετηθεί ανθρωποκτονία. Όμως, εν προκειμένω δεν πληρούνται μόνο αυτές. Η επίθεση συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος άδραξε με τα χέρια του το λαιμό του θύματος όπου και άσκησε μεγάλη πίεση, με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαροί τραυματισμοί περιλαμβανομένου του διπλού κατάγματος του υοειδούς οστού. Παρά το ότι το θύμα αντιστάθηκε όπως δείχνουν τα ιατρικά - πραγματικά ευρήματα και η λογική εξήγηση που έδωσε ο ΜΚ1, παρά το ότι πάλεψε με τον κατηγορούμενο, όπως εν πάση περιπτώσει έγινε κοινώς παραδεκτό, ο κατηγορούμενος επέμεινε σε τέτοιας μορφής επίθεση μέχρι να από-οξυγονωθεί ο εγκέφαλος και να επέλθει ο θάνατος συνεπεία μιας βίαιης και επίμονης επίθεσης. Αυτά, δεν αφήνουν λογική αμφιβολία, έστω και αν δεν έχει αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της πρόθεσης, δηλαδή το ελατήριο που ώθησε τον κατηγορούμενο να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο, ότι η πρόθεση του ήταν, όχι απλώς να διαπράξει την επίθεση, αλλά να προκαλέσει τον θάνατο του θύματος, ο οποίος και προκλήθηκε από την πράξη του. Υπέρ αυτής της κατάληξης μας περί «ηθελημένης ανθρωποκτονίας» συνηγορεί ως περαιτέρω στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας τα αρχικά ψεύδη του κατηγορούμενου περί σεξουαλικής επαφής, «κολλήματος» κλπ. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Al - Hamad κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117, ενώ η προσφυγή στο ψεύδος δεν στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, αποτελεί όμως «μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση». Το πότε η καταφυγή στο ψεύδος έχει δραστικό ενοχοποιητικό αποτέλεσμα εξηγείται στην υπόθεση R v. Lucas
(1981)2 All ER 1008. [βλ. Παφίτης (ανώτ.)] Στη θεμελιακή εκείνη υπόθεση αποφασίστηκε ότι τα ψέματα που ένας κατηγορούμενος έχει πει, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα (γ) το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. (δ) το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή, είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. Αυτές οι προϋποθέσεις έχουν υιοθετηθεί στην Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, η οποία ακολουθήθηκε, μεταξύ άλλων, στην Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 718 και Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 331. Εν προκειμένω, το ψεύδος δεν ανέκυψε απλώς από ανεξάρτητη μαρτυρία, αλλά μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα. Αφορούσε δε, ουσιώδες ζήτημα, εφόσον επρόκειτο για μια ουσιαστική εκδοχή η οποία στόχευε, ακριβώς να συσκοτίσει το ζήτημα της πρόθεσης που είχε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έτσι, το επόμενο ερώτημα αφορά το λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος είπε ψέματα. Στην υπόθεση Lucas υποδείχθηκε η ανάγκη το δικαστήριο να έχει κατά νου πως κάποιος μπορεί να λέει ψέματα στην προσπάθειά του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. Στην αγγλική νομολογία έχει συζητηθεί το κατά πόσο η προειδοποίηση Lucas είναι επιτακτική σε κάθε υπόθεση που το δικαστήριο σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τα ψεύδη του κατηγορούμενου ή κατά πόσο περιορίζεται σε υποθέσεις ενισχυτικής μαρτυρίας ή επιβεβαίωσης αναγνωριστικής μαρτυρίας. [Βλ. R v. Goodway [1993] 4 All ER 894, R v. Sharp [1993] 3 All ER 225 (C.A), R v. Bey
(1993)3 All ER 253 (C.A)]. Ως ζήτημα όμως κοινής λογικής δεν χωρεί διάκριση και αυτή είναι η γραμμή που φαίνεται να επιλέγηκε τελικά στην Αγγλία, αλλά και, εν πάση περιπτώσει, η γραμμή της δικής μας νομολογίας. Πέραν της Lucas, παραπέμπουμε στο δείγμα της σχετικής καθοδήγησης που πρότεινε το Judicial Studies Board και παρατίθεται στην R v. Bey (ανώτ.): Ένας κατηγορούμενος μπορεί να πει ψέματα για διάφορους λόγους, π.χ. για να στηρίξει μια αληθινή υπεράσπιση, για να προστατεύσει κάποιον άλλο, για να αποκρύψει μια δική του επονείδιστη συμπεριφορά που δεν έχει σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος ή λόγω πανικού ή σύγχυσης. Αν υπάρχει ή, είναι δυνατό να υπάρχει, κάποια αθώα εξήγηση για τα ψεύδη, τότε αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αν όμως είναι βέβαιο ότι τα ψεύδη δεν λέχθηκαν για οποιοδήποτε τέτοιο ή για άλλο αθώο λόγο, τότε μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία που κατατείνει να αποδείξει την ενοχή του. Εν προκειμένω, δεν έχουμε δεχθεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε αθώα εξήγηση για τα ψεύδη. Το ενδεχόμενο της σύγχισης το έχουμε ως άνω αποκλείσει. Ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ψευδή ισχυρισμό για πρώτη φορά η ώρα 07:18. Τον επανέλαβε και σε δεύτερο αστυνομικό λίγο χρόνο αργότερα. Δεν περιορίστηκε στις αρχικές φράσεις των λίγων λέξεων. ΄Ωρες μετά, στην πρώτη του κατάθεση επανέλαβε την ίδια εκδοχή προσδίδοντας της πλέον τη μορφή ολόκληρου, εκτεταμένου και λεπτομερούς, σεναρίου, το οποίο καλύπτει το ήμιση σχεδόν της κατάθεσης του, για να την ανακαλέσει μετά από δεύτερες σκέψεις στη δεύτερη του κατάθεση. Υπό τέτοιες περιστάσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ψεύδη δεν λέχθηκαν για αθώο λόγο, αλλά από τον φόβο και μόνο της αλήθειας, η οποία, ούτως η άλλως, προκύπτει αναμφίβολα και κατ' αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης πιθανότητας, από τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία και συνίσταται στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις 03/01/2011 επέφερε με στραγγαλισμό και έχοντας πρόθεση για τούτο, τον θάνατο της Spaska Krasteva Karamarinova. Ως εκ των άνω, κρίνουμε τον κατηγορούμενο ένοχο ως το κατηγορητήριο με περαιτέρω εύρημα ότι η ανθρωποκτονία που διέπραξε ήταν ηθελημένη υπό την έννοια που εξηγήθηκε στην υπόθεση Πουτζιουρής ανωτέρω. (Υπ.) ...................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ..................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. [1] Saroten R 50mg, Cipralex, Tranxene 10mg, Xanax 0.5 mg, Anafranil 25 mg, Lithium. [2] Βλ. επίσης Νικολάου, Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, Malik v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ.
  1. [3] Blackstone Criminal Practise 2004, pg.
  2. [4] Ιατροδικαστικά συγγράμματα Κουτσελίνη και Μηχαλοδημητράκη. [5] βλ. Concha v. Murieta
(1889)40 Ch. D, 543, Earl Nelson v. Lord Bridport and others [1843-60] All E.R. Rep. 1032, Davie v. The Magístrates of Edinburgh
(1953)S.C.34 και Gerrard & Ors v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust [2005] SCotCs CSIH 10 - 10.1.2005. [6] βλ. English Exporters v. Eldonwall [1973] 1 All E.R. 726 και Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528. [7] «Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind.» [8] Μωϋσίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 34 [9] Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 352 [10] Blackstone´s Criminal Practice 2003, σελ. 137, παρ. Β.1.31 [11] βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, R. v. Acott [1997] 1 All ER 706, HL [12] D.P.P. v. Camplin [1978] 2 All ER 168, H.L. [13] Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706. [14] Βλ. Παρούτη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446. [15] Βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301. [16] Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73 και Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444 [17] Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. [18] R. v. Georghiades (No. 2) 22 CLR
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.