ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Ανδρέα Χριστοδούλου, Αρ. Υπ.: 1413/11, 10 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2011:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 1413/11 Μεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Ανδρέα Χριστοδούλου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή για να ακούσει απόφαση για τον κ. Ν. Δημητρίου, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καράς (με νομική αρωγή) Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από ακρόαση για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205
(1)
(3), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και ειδικότερα ότι στις 3/1/2011 στην οδό Αγίου Χριστοδούλου στο Αλεθρικό της Επαρχίας Λάρνακας με παράνομη πράξη, δηλαδή στραγγαλισμό, επέφερε τον θάνατο της Spaska Krasteva Karamarinova. Το δικαστήριο προέβη περαιτέρω σε εύρημα ότι επρόκειτο για ηθελημένη ανθρωποκτονία και απέρριψε τις διάφορες εκδοχές του κατηγορούμενου περί τυχαίας θανάτωσης κατά την διάρκεια σεξουαλικής επαφής ή σεξουαλικών περιπτύξεων ή περί έλλειψης μνήμης ή περί σύγχισης συνεπεία κατανάλωσης φαρμάκων. Αποκλείσαμε επίσης το ενδεχόμενο της πρόκλησης που κρίναμε ότι τέθηκε με όσα λέχθηκαν κατά την τελική αγόρευση. Το θύμα συμβιούσε με τον κατηγορούμενο και έχουν ένα εξάχρονο παιδί. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 54 ετών, οικοδόμος. Τελεί σε διάσταση με την σύζυγο του με την οποία έχουν πέντε παιδιά ηλικίας από 14 μέχρι 28 ετών. Τα τρία από τα μεγαλύτερα παιδιά του είναι έγγαμοι. Κατάγεται από πολυμελή γεωργική οικογένεια του χωριού Καλοψίδα. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο και από ηλικίας 14 ετών εργάζεται σε οικοδομικές εργασίες. Αναφέρει ότι είχε καλά παιδικά χρόνια. Τα τελευταία δέκα χρόνια διατηρούσε δεσμό με το θύμα αλλά περιοδικά, όπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, «λειτουργούσαν ως ζεύγος και ως οικογένεια» με την εν διαστάσει σύζυγο του και τα παιδιά του τα οποία είχαν αποδεχθεί την σχέση του με το θύμα και διατηρούσαν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Όπως ανέφερε για τους σκοπούς σύνταξης της εν λόγω έκθεσης, είναι αυτός που συντηρούσε μέχρι τη σύλληψη του την εν διαστάσει σύζυγο του και τον ανήλικο γιο τους. Τα τελευταία έξι χρόνια, μετά τη γέννηση του παιδιού τους, διέμενε μαζί με το θύμα. Στην εν λόγω έκθεση γίνεται και αναφορά σε προβλήματα ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου. Για το ζήτημα αυτό θα λάβουμε υπόψη τα σχετικά γεγονότα που έγιναν κοινώς αποδεκτά κατά την ακρόαση στα οποία και θα επανέλθουμε. Παραθέτουμε εν συνεχεία συνοπτικά τους παράγοντες που ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη ως μετριαστικούς: 1) Κατ' αρχήν, επικαλέστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με αναφορές από τοπικές οργανώσεις και παράγοντες για το καλό και το ακέραιο του χαρακτήρα του, για το ότι πρόκειται για φιλήσυχο και συνεργάσιμο άτομο που δεν δημιούργησε ποτέ του οποιοδήποτε πρόβλημα και για το ότι έχαιρε εκτίμησης. 2) Μας κάλεσε επίσης να λάβουμε υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις, τη φτώχια και τις ανάγκες μέσα από τις οποίες μεγάλωσε και την σκληρή εργασία δια της οποίας σταδιοδρόμησε ως εργολάβος οικοδομών. Για το γεγονός της διάστασης με την σύζυγο του, ανέφερε ότι παρά το ότι συμβιούσε με το θύμα, ουδέποτε εγκατέλειψε την οικογένεια του αισθανόμενος την υποχρέωση να τους «συντρέχει» όλους, να τους φροντίζει και να τους παρέχει οικονομική βοήθεια. 3) Περαιτέρω, ο κ. Καράς έθεσε θέμα πρόκλησης εκ μέρους του θύματος η οποία δημιούργησε τέτοια συναισθηματική φόρτιση και ένταση στον κατηγορούμενο ώστε αυτός, ένας ήρεμος και ήσυχος άνθρωπος που τελούσε υπό την επιρροή του θύματος και της «έκανε τόσες χάρες», ο οποίος ποτέ δεν την χτύπησε ή την έβρισε, να μετατραπεί ξαφνικά σε εγκληματία, χωρίς να διαφαίνεται ελατήριο. Σ' αυτά τα πλαίσια, ο κ. Καράς αναφέρθηκε περαιτέρω στη σχέση του κατηγορούμενου με το θύμα χαρακτηρίζοντας την ως «πολύ δυνατή, μέχρι βαθμού απόλυτης αφοσίωσης και υπακοής». Πρόβαλε την θέση ότι το θύμα τον έπεισε να εγκαταλείψει την οικογένεια του για να ζήσει μαζί της, ότι για χάρη του θύματος ο κατηγορούμενος έφερε στην Κύπρο από τη Βουλγαρία τις δυο της θυγατέρες και ότι εργοδότησε τη μία εξ αυτών απολύοντας τη δική του κόρη. Τη μεγάλη επιρροή του θύματος επί του κατηγορουμένου, ο κ. Καράς τη συνέδεσε με αυτές τούτες τις περιστάσεις διάπραξης του εγκλήματος λέγοντας τα ακόλουθα, παρά το ότι απορρίψαμε τους ισχυρισμούς περί θανάτωσης κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής ή σεξουαλικών περιπτύξεων: «Η λογική οδηγεί ότι το πρωί ο κατηγορούμενος ή και οι δύο, ήθελαν να κάνουν σεξ και είναι η εισήγηση μου ότι το κακό αποτέλεσμα προέρχεται από αυτή την αιτία. Ο κατηγορούμενος λέει στην θεληματική του κατάθεση "Τότε η Σπάσκα έσπρωξε με στο πρόσωπο, ετσίλλησαν την τζιαι εγώ λλίον τον λαιμό τζιαι επήε, δηλαδή επέθανε.". "Τζείνη ήθελε να τελειώσουμε να πάμε δουλειά, εκούντησε με, έπιασα την που τον λαιμό, πρέπει να την έσφιξα λλίον παραπάνω τζιαι εγίνηκε το κακό."» Συνέχισε ο κ. Καράς, λέγοντας ότι, «.το θύμα που ασκούσε μεγάλη επιρροή επί του κατηγορουμένου και είναι η εισήγηση μας με όλο τον σεβασμό, ότι το θύμα θα μπορούσε να χειριστεί το θέμα διαφορετικά και το αποτέλεσμα δεν θα ήταν μοιραίο.» Δεν έχουμε αντιληφθεί την τελευταία αυτή θέση και το πώς ακριβώς θα έπρεπε να χειριστεί το θέμα το θύμα για να μην στραγγαλιστεί. Αντιλαμβανόμαστε όμως ότι η όλη αναφορά έχει σχέση με την εκδοχή περί σεξουαλικής κατάστασης, την οποία έχουμε ως άνω απορρίψει. Περαιτέρω, ο κ. Καράς ανέφερε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία για συνομιλία μεταξύ κατηγορουμένου και θύματος πριν το συμβάν, εισηγούμενος ότι «ήταν ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να αναδείξει με τις έρευνες της τα γεγονότα πριν το αποτέλεσμα». Εν πάση περιπτώσει εισηγήθηκε, επί του κοινώς αποδεκτού γεγονότος, ότι το θύμα πάλεψε με τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε εμφανή τραύματα από τις ενέργειες του θύματος και κατά συνέπεια «υπήρξε έντονη αντίδραση του κατηγορουμένου που επέφερε το τραγικό αποτέλεσμα (η οποία) προερχόταν και από τις αντιδράσεις του θύματος». Ως τέτοιες «αντιδράσεις του θύματος», ανέφερε τις γραντζουνιές που δέχθηκε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο, αλλά και «φραστικές επιθέσεις που δυνατό να έγιναν από πλευράς του θύματος». Υπέδειξε τέλος, σχετικά, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα κίνητρο και κανένα ελατήριο να προκαλέσει τον θάνατο του θύματος, ότι ήθελε να έχει τις καλύτερες σχέσεις μαζί της και ότι μάλιστα την προηγούμενη νύχτα είχαν φιλοξενήσει τις κόρες του θύματος σε ένα εορταστικό τραπέζι για την πρωτοχρονιά. 4) Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε και στην ψυχολογική κατάσταση του τελευταίου. Ανέφερε ότι πριν από 16 χρόνια ο πρωτότοκος υιός του κατηγορούμενου υπέστη σοβαρό τραυματισμό στα πόδια συνεπεία ατυχήματος με κυνηγετικό όπλο για το οποίο ο κατηγορούμενος θεώρησε τον εαυτό του υπαίτιο με αποτέλεσμα να περιπέσει σε κατάθλιψη. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι σύμφωνα με τα σχετικά κοινώς αποδεκτά γεγονότα ο κατηγορούμενος παρακολουθείτο από το 1990 από τον ψυχίατρο δρα Μικελλίδη ως καταθλιπτικός. Από τις 4/11/2010 τον παρακολουθούσε ο δρ Βερεσιές. Ελάμβανε αντικαταθλιπτική θεραπεία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αφού αναφέρθηκε στα ανωτέρω, μας παρέπεμψε και σε μια αναφορά του δρα Βερεσιέ σε έκθεση του που είναι κοινώς αποδεκτή ότι τα φάρμακα που ελάμβανε ο κατηγορούμενος αν ληφθούν σε υπερβολικές δόσεις είναι δυνατό να προκαλέσουν υπνηλία και σύγχιση. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ιατροδικαστής δρ Νικόλας Χαραλάμπους που έδωσε μαρτυρία στην ακρόαση κατέθεσε ότι «τα ψυχοτρόπα φάρμακα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και στην έλλειψη τους αλλά και όταν τα παίρνει» και ότι «τα φάρμακα προκαλούν παρενέργειες χωρίς να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε την αντίδραση του καθενός». Βέβαια, αυτή η τελευταία δήλωση του δρος Χαραλάμπους είχε συσχετιστεί με ερώτηση για κατανάλωση αλκοόλ, ζήτημα που δεν τέθηκε εν προκειμένω με οποιοδήποτε τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα που έθεσε ο κ. Καράς ήταν πως υπάρχει μια «εύλογη απορία πόσο επηρέασαν τα ψυχοτρόπα φάρμακα τον κατηγορούμενο που έπαιρνε για 20 χρόνια». Εισηγήθηκε και εν προκειμένω ότι θα έπρεπε οι ανακριτικές αρχές να διερευνήσουν το ζήτημα αυτό. 5) Ο κ. Καράς ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ομολόγησε αμέσως στην αστυνομία. Υπέδειξε επίσης ότι όταν κλήθηκε για απολογία προέβη σε ανόμωτη δήλωση με την οποία επικαλέστηκε μεν απουσία μνήμης, αλλά και ζήτησε από το δικαστήριο συγνώμη λέγοντας ότι λάτρευε την γυναίκα του και ότι έκανε θυσίες γι' αυτή. ΄Ηταν η θέση του κ. Καρά ότι η εξέταση των δύο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής έγινε όχι για να απεκδυθεί την ευθύνη του ο κατηγορούμενος, αλλά για να διακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το αδίκημα, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος έδιδε πολλές εκδοχές προκαλώντας σύγχιση. 6) Ο κ. Καράς εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να λάβουμε μετριαστικά υπόψη και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε όπλο ή άλλο φονικό εργαλείο, αλλά μόνο τα χέρια του. Αρχίζουμε το δικό μας προβληματισμό και αιτιολογία της ποινής με τη κοινή διαπίστωση ότι η ανθρωποκτονία αποτελεί το σοβαρότερο, μετά τον φόνο, έγκλημα, όχι μόνο κατά το Νόμο της Πολιτείας, αλλά και με βάση την κοινή αντίληψη και ηθική, κατά πάντα χρόνο, των ανθρώπων. Στην υπόθεση Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, 584, διακηρύχθηκε ότι: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρηση της γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.» Στην υπόθεση Σάββα v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 291, 299, αναφέρθηκε ότι: «Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αφαίρεση της με εγκληματική πρόθεση αποτελεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη». Μάλιστα εν προκειμένω, ήταν εύρημα μας, ως άνω, ότι η ανθρωποκτονία ήταν ηθελημένη, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προκαλέσει με την παράνομη πράξη του το θάνατο του θύματος. Σε περιπτώσεις ηθελημένης ανθρωποκτονίας δικαιολογείται μακρόχρονη ποινή φυλάκισης[1]. Η αρχή αυτή βέβαια δεν συνεπάγεται ότι τα δικαστήρια παραβλέπουν είτε τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα, είτε τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κατηγορουμένου. Έτσι, η ισχυρή πρόκληση ή η έντονη συναισθηματική φόρτιση αναγνωρίζονται ως ελαφρυντικά[2]. Χαμηλότερες ποινές επιβλήθηκαν και σε άτομα μειωμένου καταλογισμού λόγω ψυχοπάθειας[3]. Το νεαρό της ηλικίας, σε συνδυασμό με τον ελαφρυντικό παράγοντα της μέθης, οδήγησαν σε μείωση της ποινής (25 χρόνια από ισόβια), ακόμα και σε περίπτωση που οι δράστες επέφεραν τον θάνατο νεαρής κοπέλας υπό αποτρόπαιες συνθήκες[4]. Η παρούσα περίπτωση κρίνουμε ότι είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Δεν έχει διαπιστωθεί σχεδιασμός, όμως η έλλειψη σεβασμού του κατηγορούμενου για την ανθρώπινη ζωή, δεν εκδηλώθηκε απλώς ως αδιαφορία, αλλά έλαβε την μορφή ωμής βίας, που δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων, βίας επίμονης παρά την αγωνιώδη αντίδραση του θύματος που ασφυκτιούσε μέχρι θανάτου στα χέρια του κατηγορούμενου. Το θύμα ήταν ένας νέος σχετικά άνθρωπος που όχι μόνο απώλεσε τη ζωή του, αλλά την απώλεσε υπό συνθήκες καταρράκωσης της αξιοπρέπειας του. Το θύμα ήταν μια γυναίκα η οποία, όπως δείχνει το αποτέλεσμα, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον άρρενα δράστη. Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο ή άλλο φονικό εργαλείο, δεν αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, μετριαστικό παράγοντα. Τα χέρια του κατηγορούμενου και μόνο ήταν αρκετά για να προκαλέσουν ένα βίαιο και αγωνιώδη, συνεπεία ασφυξίας, θάνατο. Χρήση φονικού εργαλείου που θα κατεδείκνυε προσχεδιασμό ή θα καθιστούσε την πράξη ακόμα πιο αποτρόπαια, θα συνιστούσε επιβαρυντική περίσταση, όπως είναι οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο Blackstone's Criminal Practice, 2003 σελ. 137 παρ. B1.31. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το θύμα ήταν η συμβία του κατηγορούμενου, με την οποία είχε αποκτήσει ένα εξάχρονο παιδί, που κατά την ώρα του εγκλήματος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Το παιδί αυτό, λόγω της εγκληματικής συμπεριφοράς του πατέρα του, όχι μόνο θα μεγαλώσει χωρίς τους γονείς του, αλλά θα ζήσει για πάντα υπό τη σκιά της τραγικής μοίρας που του έλαχε σε τόσο τρυφερή ηλικία. Παρ' όλα αυτά, ο κατηγορούμενος δεν φάνηκε ποτέ πραγματικά μεταμελημένος, όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης. Στην ενώπιον του δικαστηρίου ανόμωτη δήλωση επικαλούμενος έλλειψη μνήμης, ζήτησε και συγνώμη. Θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι ζήτησε συγνώμη για την αντικειμενική, ούτως ή άλλως, πτυχή της πράξης του την οποία εξ αρχής δεν αρνήθηκε. Στην πραγματικότητα όμως, η όλη στάση του δείχνει την προσπάθεια του, σε κάθε στάδιο, να υπεκφύγει ή να συσκοτίσει την ευθύνη του, αποδεχόμενος μόνο ότι θα ήταν πρακτικώς σχεδόν αδύνατο να αρνηθεί, εφόσον το θύμα ήταν η συμβία του και βρέθηκε νεκρή στο κοινό τους κρεβάτι, στο οποίο είχαν μαζί κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Κατά τ' άλλα, κατέφυγε σε σενάρια περί «σεξουαλικού ατυχήματος» ή περί έλλειψης μνήμης. Η συγνώμη που εξέφρασε ενώπιον του δικαστηρίου, δεν μπορεί να εκληφθεί ως πραγματική μεταμέλεια. Η πραγματική μεταμέλεια ενός ανθρώπου που αφαίρεσε τη ζωή άλλου ανθρώπου και μάλιστα της συμβίας του, με τραγικές συνέπειες για το μικρό τους παιδί, θα αναμέναμε να εκδηλωθεί, από δικονομικής πλευράς με πλήρη παραδοχή και από ανθρώπινης πλευράς με ανυπόκριτη και πηγαία ψυχική σύνθλιψη. Τίποτε από αυτά δεν έκανε ο κατηγορούμενος, παρά μόνο με βάση το αναπόδραστο γεγονός του στραγγαλισμού της συμβίας του που κοιμόταν δίπλα του, έδιδε κάθε φορά «πολλές εκδοχές» όπως ο δικηγόρος του δέχθηκε. Το γεγονός βέβαια ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή, δεν θα ληφθεί εις βάρος του, αλλά από την άλλη δεν θα του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της παραδοχής. Ως προς την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου, παραπέμπουμε στα ευρήματα μας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε ενεργήσει υπό το κράτος σύγχισης για λόγους που να αφορούσαν την ψυχική του κατάσταση. Παραπέμπουμε ειδικότερα, στο παραδεκτό γεγονός ότι η φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε δεν θα μπορούσε να του προκαλέσει σύγχιση ή επιθετικότητα. Πέραν τούτου, παρατηρούμε ότι ο δρ Βερεσιές, αν και αναφέρει στο τεκμήριο 8 ότι ο κατηγορούμενος «είχε κατάθλιψη και άγχος και . τέσσερις φορές τον χρόνο έχει υποτροπή που συνοδεύεται με κατάπτωση, αϋπνίες και νεύρα», παρακάτω αναφέρει ότι «στην τελευταία από τις πέντε επισκέψεις του στις 30/12/2010 είχε παρουσιάσει σχετική βελτίωση». Παράλληλα ο δρ Μικελλίδης αναφέρει στο τεκμήριο 6 ότι στην τελευταία επίσκεψη του ο κατηγορούμενος στις 10/12/2010 η ψυχική του υγεία ήταν σχετικά καλή. Συνεπώς, εκτός του ότι γενικά η φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε ο κατηγορούμενος δεν του προκαλούσε σύγχιση ή επιθετικότητα, σε εξετάσεις πολύ κοντά στον κρίσιμο χρόνο η κατάσταση της υγείας του περιγράφεται ως άνω και δεν καταγράφεται οτιδήποτε που θα μπορούσε να θέσει πραγματικό ζήτημα μειωμένου καταλογισμού. Ενώ, σύμφωνα με την απόφαση μας, δεν συνδέεται η κατάσταση της ψυχικής του υγείας με την τέλεση του εγκλήματος, αναγνωρίζεται γενικά ότι η ψυχική υγεία ενός κατηγορούμενου είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής[5]. Συνεπώς, θα λάβουμε υπόψη την ψυχική του κατάσταση, όπως αναφέρεται στα ιατρικά πιστοποιητικά, όχι όμως υπό την έννοια του μειωμένου καταλογισμού, εφόσον δεν συνδέεται με τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, αλλά στο γενικότερο πλαίσιο των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και έχοντας κατά νου ότι δεν πρόκειται για κάποια νόσο ιδιάζουσας μορφής, αλλά για κατάσταση για την οποία μπορεί να παρασχεθεί ιατρική θεραπεία ή και ψυχολογική στήριξη στις φυλακές. Ως προς την εισήγηση περί πρόκλησης έχουμε να αναφέρουμε τα εξής. Στο στάδιο της απόφασης εξετάσαμε το ζήτημα της πρόκλησης, αν και δεν είχε γίνει ρητή αναφορά σε «πρόκληση» (provocation). ΄Ομως, το πράξαμε επειδή είχε γίνει αναφορά από την υπεράσπιση για «αντίδραση του κατηγορούμενου από τα τραύματα που εδέχθη από το θύμα» και για «νυχιά κατά τη διάρκεια της πάλης που προκάλεσε την ενστικτώδη αντίδραση του κατηγορούμενου και που υπήρξε μοιραία για το θύμα . την ώρα που την κρατούσε από το λαιμό και είναι η αιτία που προκάλεσε την προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου». Είχαμε επίγνωση ότι η πρόκληση δεν αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία ανθρωποκτονίας, αλλά σε κατηγορία φόνου (Blackstone's Criminal Practice
(2003), σελ. 125, παρ. B1.19) όμως εφόσον έγιναν τέτοιες αναφορές στην τελική αγόρευση θεωρήσαμε ότι θα ήταν ορθό να αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα. Στο ορκωτό σύστημα που ισχύει στην Αγγλία, ό,τι αναμένεται από τους ενόρκους είναι η ετυμηγορία της ανθρωποκτονίας, χωρίς καν να επεκτείνονται σε κρίση περί ηθελημένης ανθρωποκτονίας[6] ή σε κάποια ειδική ετυμηγορία. ΄Οπως εξηγείται στην R v. Solomon and Triumph
(1984)6 Cr. App. R. (S.) 120 οι ετυμηγορίες στις οποίες μπορούν να καταλήξουν οι ένορκοι είναι δύο, ένοχος ή αθώος. Η παραδοσιακή προσέγγιση του πράγματος είναι ότι οι ένορκοι διαγιγνώσκουν το κατά πόσο έγινε το αδίκημα και εναπόκειται στον δικαστή να αποφασίσει για την ποινή. Συνυφασμένη με αυτή την διάκριση των λειτουργιών ενόρκων - δικαστή, είναι και η αντίληψη που επικρατεί στην Αγγλία ότι δεν είναι ορθό στις τελικές αγορεύσεις ο δικηγόρος να αναφέρεται σε παράγοντες που έχουν σχέση με το ζήτημα της ποινής. Στο δικό μας σύστημα όμως, ο δικαστής είναι κριτής των γεγονότων αλλά και το όργανο που καθορίζει την ποινή (sentencer). Επιβολή ποινής επί ασαφών γεγονότων, ή επί υποθετικής βάσης υπόκειται σε ακύρωση[7]. Είναι γι' αυτό που κρίναμε σωστό αλλά και επιβεβλημένο να εξετάσουμε κάθε πτυχή της υπόθεσης που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε τεθεί από την υπεράσπιση, ώστε να έχουμε ενώπιον μας σαφές υπόστρωμα γεγονότων για την επιβολή της ποινής και σ' αυτά τα πλαίσια είναι που εξετάσαμε ζήτημα πρόκλησης. Ήταν η θέση του κ. Καρά ότι το δικαστήριο στην απόφαση του, δεν απέκλεισε το θέμα της πρόκλησης και αν κάτι σχολίασε ήταν ότι ασκήθηκε υπέρμετρη βία. ΄Ομως στην πραγματικότητα, για το ζήτημα της πρόκλησης καταλήξαμε ως εξής: «Από τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, καθόλου δεν προκύπτει μια κατάσταση πραγμάτων που θα δικαιολογούσε βάσιμη εξέταση πρόκλησης για τον λόγο και μόνο ότι έγινε μια κάποια αναφορά στην τελική αγόρευση, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ή άλλο στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση, όπως από τη νομολογία είναι αναγκαίο.» Τώρα, στο τελικό στάδιο, το ζήτημα επαναφέρθηκε με αναφορές που αντίκεινται στα ευρήματα του δικαστηρίου και δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία. Είναι χαρακτηριστική η εντελώς υποθετική αναφορά σε «φραστικές επιθέσεις που δυνατόν να έγιναν από πλευράς του θύματος». Στην τελική απόφαση καταγράψαμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ευδοκιμήσει η «υπεράσπιση» της πρόκλησης. Παραπέμψαμε επίσης στη νομολογιακή αρχή, την οποία και επαναλαμβάνουμε για τους σκοπούς της παρούσης, ότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες, που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν δεν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού[8]. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις, έχουμε κατά νου τη νομολογιακή αρχή ότι η ανάγκη για εξατομίκευση δεν ατονεί ακόμα και σε περιπτώσεις που επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή. Είναι όμως εξίσου ορθό πως η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει τους σκοπούς επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Ειδικά για τις επιπτώσεις από τη φυλάκιση, σε περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων στην οικογένεια του κατηγορούμενου, σημειώνουμε πως συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα, όχι όμως αποφασιστικής σημασίας[9]. Πιο ουσιαστικό ελαφρυντικό παράγοντα κρίνουμε πως συνιστά το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ηλικίας 54 ετών, σε συνδυασμό με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας περί καλού χαρακτήρα. Αυτό το στοιχείο θα ελάμβανε πιο ουσιαστική μορφή εάν το καλό τού χαρακτήρα του εκδηλωνόταν στην κρίσιμη αυτή στιγμή με έκφραση ειλικρινούς μεταμέλειας. Επαναλαμβάνουμε ότι οι αναφορές μας αυτές δεν έχουν σκοπό την επιβάρυνση της θέσης του κατηγορούμενου επειδή δεν παραδέχθηκε, όπως ήταν απόλυτο δικαίωμα του. Σκοπός είναι να καταδείξουμε πως θα εκρίναμε με περισσότερη επιείκεια ένα άτομο στην ηλικία του, με λευκό ποινικό μητρώο, που θα μετανοούσε εμπράκτως και με ειλικρίνεια. Εν πάση περιπτώσει, θα του αναγνωριστεί ο πρότερος σύννομος βίος και το καλό, προηγουμένως, του χαρακτήρα του. Συνεκτιμώντας όλους τους παραπάνω παράγοντες θεωρούμε ότι πρέπει να δοθεί βαρύνουσα σημασία, στην ανάγκη για επιβολή αυστηρής ποινής, τόσο για να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος για το έγκλημα που διέπραξε, όσο και για σκοπούς γενικής αποτροπής. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι τέτοια εγκληματική απαξίωση του ύψιστου αγαθού, της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στους μετριαστικούς παράγοντες όπως τους έχουμε ανωτέρω καθορίσει, θα δοθεί η ανάλογη αντιστοίχως βαρύτητα. Για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 18 ετών. Στο χρόνο φυλάκισης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορουμένου. (Υπ.) ............................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ [1] Βλ. Ονησίλλου ανωτέρω, Βο v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 293. [2] Verkhvia v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 131, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 352, Σάββα v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231, Khazma v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 19. [3] Παναγή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 445, Λεμής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 340, Περικλή v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 524. [4] Pernell v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 Α.Α.Δ. 417 [5] Βλ. Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ.
- [6] Blackstone's Criminal Practice
- [7] Safar v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση 160/2009, ημερ. 19/07/
- [8] Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706. [9] Αναστασίου v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο