← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Α.AFXENTIOU CONCRETE LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθεσης:18803/ 2010, 23 Ιουνίου, 2011

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Α.AFXENTIOU CONCRETE LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθεσης:18803/ 2010, 23 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:18803/ 2010 Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσας Αρχής -v-

  1. Α.AFXENTIOU CONCRETE LIMITED
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για τους κατηγορούμενους : κ. Αντ. Κεφάλας Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατήγορος Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στη παρούσα υπόθεση προσάπτει μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αντιπρόσωπος του οποίου υπέγραψε το κατηγορητήριο εναντίον των κατηγορουμένων δύο κατηγορίες οι οποίες βασίζονται στον περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο (Ν. 100

(1)/2000) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης γραπτής γνωστοποίησης στους εργοδοτούμενους των ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας ή σχέσης εργασίας κατά παράβαση των άρθρων 2,4,5,6 και 12 των περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους όρους που διέπουν την Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμων 2000 και 2007 (Ν. 100
(1)/2000 και Ν. 12
(1)/2007 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι από άγνωστη στην κατηγορούσα αρχή ημερομηνία μέχρι τις 8.02.2010 σε εργοτάξιο στην επαρχία Λάρνακας, δεν είχαν ενημερώσει γραπτώς τους εργοδοτούμενους τους για τους βασικούς όρους εργοδότησης που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιάσουν κατά παράβαση των άρθρων 2, 10(ΣΤ) των περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμων του 2000 (Ν.100
(1)/2000 και 2007 (Ν. 12
(1)/2007) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι κατηγορούμενοι από τις 4.03.2010 μέχρι τις 26.08.2010 δεν παρουσίασαν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λάρνακας - Αμμοχώστου αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων τους, όπως τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο λειτουργό, κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας. Μετά την καταχώρηση μη παραδοχής εκ μέρους των κατηγορουμένων το Δικαστήριο προχώρησε με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την αποδοχή εκ συμφώνου δήλωσης δύο παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τα οποία συνίσταντο στο ότι η 1η κατηγορούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί εταιρειών νόμο στον Έφορο Εταιρειών και ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι Διευθυντής της. Στη συνέχεια εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης κ. Κεφάλα, δηλώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση η οποία συνίσταται στο ότι ο Κατήγορος όπως εμφανίζεται στο Κατηγορητήριο είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ανεξάρτητα αν το κατηγορητήριο υπογράφεται εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ο οποίος εφόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε ειδική πρόνοια στο νόμο θα έπρεπε να ήταν σύμφωνα με το Σύνταγμα μας ο ίδιος ο κατήγορος και όχι ο Διευθυντής ο οποίος δεν έχει τέτοιο δικαίωμα εφόσον ο νόμος δεν του το παρέχει. Η πιο πάνω εισήγηση σημειώνω έγινε χωρίς την παραπομπή σε οποιανδήποτε αυθεντία ή νομολογία. Ο κ. Προδρόμου που ενεργεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και εκπροσωπεί στη παρούσα τον Κατήγορο, ανέφερε ότι σε αυτό το στάδιο, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι κατηγορούμενοι στερούνται του δικαιώματος να προβάλουν αυτή την ειδική υπεράσπιση περί τυπικού σφάλματος του κατηγορητηρίου επικαλούμενος το Άρθρο 66* του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Σε σχέση δε με την ουσία της ένστασης παρέπεμψε απλώς στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας v. Μηνά,
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 90 όπου ερμηνεύτηκε το άρθρο 38 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και η οποία κατά την άποψη του υποστηρίζει τη δυνατότητα καταχώρησης του κατηγορητηρίου με τον τρόπο που έχει καταχωρηθεί και εκ μέρους του παρόντος κατηγόρου. Ενόψει της φύσης των παραδεκτών γεγονότων τα οποία δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο - πρόκειται για παραδοχή της ιδιότητας των κατηγορουμένων υποκειμένων στις διατάξεις του νόμου ως εργοδότης η 1η κατηγορούμενη εταιρεία και ως διευθυντής της ο 2ος κατηγορούμενος (βλ. Άρθρο 10(ΣΤ)
(2)του νόμου - τα οποία δεν άπτονται της ουσίας των αδικημάτων, δήλωση η οποία σηματοδότησε την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το ζήτημα του κατά πόσο μετά την έναρξη της ακρόασης αλλά και της προηγούμενης απάντησης των κατηγορουμένων στις κατηγορίες, θα μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση επί του κατηγορητηρίου. * Άρθρο 66: ¨Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι σε μεταγενέστερο στάδιο.¨ Θα προχωρήσω επομένως στη συνέχεια στην εξέταση της ουσίας της εισήγησης η οποία όμως και πάλι απολήγει κατά την άποψη μου στο ίδιο αποτέλεσμα όπως αυτό που εισηγείται η πλευρά του κατηγόρου. Το άρθρο 38 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου καθορίζει τα ακόλουθα: ¨Έκαστον κατηγορητήριον είναι εν τω καθορισμένω τύπω, υπογράφεται υπό ή εκ μέρους του απαγγέλλοντος τούτο προσώπου και οσάκις το κατηγορητήριο απαγγέλλεται υπό Κυβερνητικού Τμήματος το τοιούτο κατηγορητήριον υπογράφεται υπό αντιπροσώπου του Τμήματος..¨. Σύμφωνα με τον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1. Άρθρο 2, ¨Τμήμα¨ σημαίνει Κυβερνητικό Τμήμα το οποίο ασκεί δημόσιο καθήκον κατόπιν εξουσιοδότησης και εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου¨. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κατήγορος όπως παρουσιάζεται στη παρούσα υπόθεση δηλαδή ο Διευθυντής του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων προϊσταται τμήματος εντός της έννοιας του ¨τμήματος¨ όπως ερμηνεύεται πιο πάνω και ως Κυβερνητικό Τμήμα νομιμοποιείται στο να προσάψει κατηγορία εναντίον των αδικοπραγούντων όπως έπραξε και στη παρούσα περίπτωση. Σε σχέση με το κατά πόσο ο Διευθυντής του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων έχει εξουσία να προσάψει κατηγορίες που αναφέρονται σε παραβάσεις του περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους όρους που διέπουν την Σύμβαση ή Σχέση Εργασίας Νόμο (Ν.100
(1)/2000 προς απάντηση αρκεί κατά την άποψη μου να αναφέρω τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Μηνά (πιο πάνω) στην οποία εύστοχα με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγόρου τα οποία καταγράφω στη συνέχεια αυτολεξεί και τα οποία κατά αναλογία μπορούν να εφαρμοστούν και στη παρούσα περίπτωση: ¨Το δεύτερο σκέλος του νομικού ερωτήματος που εγείρεται είναι κατά πόσο το Τμήμα αυτό έχει εξουσία να προσάψει και κατηγορίες που αναφέρονται σε παραβάσεις του Περί Πωλήσεως Τροφίμων και Φαρμάκων Νόμου, όπως η κατηγορία που έχει προσαφθεί στην υπό εξέταση έφεση. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Η εξουσιοδότηση όμως αυτή πρέπει να εξαχθεί από την όλη διάρθρωση του Τμήματος, των σκοπών, της λειτουργίας του και των στοιχείων του, σε αναφορά με τους σχετικούς Νόμους. Ενδεικτικά μπορεί να γίνει αναφορά και στο άρθρο 10 του Νόμου αυτού, κάτω από το οποίο το Τμήμα αυτό είναι το αρμόδιο για τη λήψη δειγμάτων και παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς το Νόμο. Η φύση του Νόμου αυτού το θέτει στον τομέα της δημόσιας υγείας για τον οποίο υπεύθυνο είναι το Τμήμα αυτό. Θα ήταν δε παρατραβηγμένο να κριθεί ότι ένα Τμήμα, που είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή και συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου, ο οποίος από μόνος του δημιουργεί και ποινικά αδικήματα για παραβάσεις και μη συμμορφώσεις προς τις διατάξεις του, να έχει όλες τις εξουσίες και να μην έχει εξουσία να διώκει σαν μέρος της καθιερωμένης άσκησης κρατικής λειτουργίας¨. Θα πρόσθετα δε, τόσο μάλλον όπου στη παρούσα περίπτωση ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας υπογράφει το κατηγορητήριο, με εκπρόσωπο του βέβαια, ως ο κατά το Σύνταγμα έχων την προς τούτο εξουσία (βλέπε Άρθρο 113 παρ. 2 του Συντάγματος)* (βλ. Επίσης Γ. Εισαγγελέας v. Ιωαννίδη κ.ά.
(1993)2 ΑΑΔ όπου στις σελ. 382 και 383 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε υπόθεση την οποία διερεύνησε το Τμήμα Τελωνείων αλλά εν τέλει αποφάσισε και άσκησε ποινική δίωξη ο Γενικός Εισαγγελέας με βάσει αδικήματα του Ποινικού Κώδικα και όχι του περί Τελωνείων Νόμου : ¨Ο Γενικός Εισαγγελέας έχει ασκήσει επί του προκειμένου τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 113.2 του Συντάγματος, οι οποίες αφορούν αδικήματα κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο οι ανακρίσεις αναφορικά με αυτά διεξήχθηκαν μερικώς ή ολικώς από την Αστυνομία ή οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο όργανο ή αρχή.¨ * ¨Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινή, διεξάγη , επιλαμβάνηται και συνεχίζη ή διακόπτη οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσση δίωξιν καθ΄οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκήται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.¨ Καταλήγω ότι η ένσταση που προβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. (Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.