Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. GLGPUB CAFE FIFTY LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης:13820/ 2010, 30 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:13820/ 2010 Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού Κατηγορούσας Αρχής -v-
- G.L.G.PUB CAFÉ FIFTY LTD
- Γιώργος Αναστασίου Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον κατηγορούμενο 2: κα Ραφαήλ Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αφορά το αδίκημα της παράλειψης τους να καταβάλουν στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (Κ.Ο.Τ.) ποσοστό 3% επί των λογαριασμών των πελατών Κέντρου Αναψυχής, κατά παράβαση των άρθρων 14
(1),
(2),
(8),9(α),16
(2),20 και 21 των περί Κέντρων Αναψυχής Νόμων του 1985 έως 2000 και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών του 1986-1999 και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου υπ΄ αριθμό 51.810 ημερ. 24.05.2000 Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 3415 ημερ. 30.06.2000 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι από τις 25.10.2003 μέχρι και σήμερα παρέλειψαν να καταβάλουν στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ποσοστό 3% επί των λογαριασμών των πελατών του κέντρου αναψυχής με την ονομασία ¨FΙFTY´S BUB¨στο Αλεθρικό διά την τριμηνία από 1.07.2003 μέχρι και τις 30.09.2003 που ανέρχεται σε € 10.25σ. Οι κατηγορίες 2 και 3 είναι συνέπεια της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης τους όπως περιγράφεται στην 1η κατηγορία και αφορούν η 2η κατηγορία παράλειψη τους να καταβάλουν ποσοστό 10% επί του οφειλόμενου ποσοστού που αναφέρεται στη 1η κατηγορία και που ανέρχεται σε € 1,02σ. και η 3η κατηγορία την παράλειψη τους να καταβάλουν τόκο 9% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσοστού που αναφέρεται στην 1η κατηγορία και της επιπρόσθετης επιβάρυνσης που αναφέρεται στη 2η κατηγορία δηλαδή τόκο 9% ετησίως από 25.11.2003 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού €11.27σ. Τέλος, η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής της επιβάρυνσης συνεπεία παράλειψης τους να υποβάλουν το έντυπο για εισπράξεις ή χρεώσεις του ποσοστού 3% για τους λογαριασμούς πελατών τους εντός της καθορισμένης προθεσμίας που ανέρχεται σε €1.435,23 για την τριμηνία 1.07.2003 μέχρι 30.09.2003 δηλαδή € 478,41σ. μηνιαίως. Το ζήτημα που θα με απασχολήσει στη παρούσα είναι η ειδική απάντηση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 πριν αυτός απαντήσει στις κατηγορίες με βάσει τις διατάξεις του Άρθρου 69
(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 προβάλλει ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση αυτή αφού τα ποινικά αδικήματα επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες έχουν καταργηθεί και ως εκ τούτου η καταχώρηση της υπόθεσης η οποία βασίζεται σε αδίκημα που έχει καταργηθεί συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η προδικαστική ένσταση στηρίζεται στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται με βάσει το άρθρο 14
(1)
(2)του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985, ο οποίος απαιτεί την καταβολή ποσοστού 3% για κάθε λογαριασμό των πελατών του κέντρου αναψυχής και προβλέπει στην παράγραφο 9 (α) του ίδιου άρθρου την ανάλογη ποινή. Η υπεράσπιση δέχεται ότι το άρθρο αυτό στο οποίο βασίζεται η κατηγορία ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατά το κατηγορητήριο, σήμερα όμως έχει καταργηθεί με το Ν. 151
(1)/2005 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.01.
- Η νομική επιχειρηματολογία της εστιάζεται στη νομική αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege (κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς νόμο), όπως αυτή έχει καθιερωθεί διαχρονικά από το δικαϊκό μας σύστημα*, ρυθμίζεται συνταγματικά (βλ. Άρθρο 12 παρ, 1) **, προνοείται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) (βλ. Άρθρο 7) *** και όπως έχει ερμηνευθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην πρόσφατη απόφαση του Scoppola v. Italy (no2) Application no. 10249/03 ημερ. 17.09.2009 σε διάφορα σημεία της οποίας με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης για να στηρίξει την επιχειρηματολογία της. * ¨The maxim¨ nulla poena sine lege¨ is for centuries entrenched in the system of administration of criminal justice. It has to be adhered to and given effect by the Courts¨ (βλ. Themistocleous v. The Police 2 AAΔ.1983 σελ. 342). ** Ουδείς κυρήσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι΄αδίκημα τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου.¨ ***
- No one shall be held guilty of any criminal offence on account of any act or omission which did not constitute a criminal offence under national or international law at the time when it was committed. Nor shall heavier penalty be imposed than the one that was applicable at the time the criminal offence was committed.
- This article shall not prejudice the trial and punishment of any person for any act or omission which, at the time when it was committed, was criminal according the general principles of law recognized by civilized nations.¨ Στην πιο πάνω απόφαση Scoppola επί της οποίας στην ουσία εσταιάζει την εισήγηση της η ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης θα κάμω αναφορά σε άλλο μέρος της απόφασης μου. Στην εισήγηση έγινε επίσης παραπομπή σε κυπριακή νομολογία όπως αυτή είχε διαμορφωθεί πριν από την έκδοση της πιο πάνω απόφασης όπου σχολιάζονται ή επιλύονται ζητήματα που ενδιαφέρουν και τη παρούσα, η οποία όμως νομολογία θα πρέπει ενόψει της πιο πάνω απόφασης και προς εναρμόνιση με αυτή να διαφοροποιηθεί και προς τούτο κάλεσε και τον παρών Δικαστήριο να αποκλίνει από την εν λόγω νομολογία. Η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ασχολήθηκε στη σύντομη αλλά περιεκτική αγόρευση της για όλα τα ζητήματα που έθιξε η Υπεράσπιση εκφράζοντας τη διαφωνία της και υποστηρίζοντας ότι η ένσταση είναι αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί και να κληθεί και ο κατηγορούμενος 2 να απαντήσει στις κατηγορίες. Κατ΄αρχή ήγειρε το ζήτημα κατά πόσο θα μπορούσαν να εξεταστούν ως ειδική απολογία και προδικαστικά με βάσει το άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου οι εισηγήσεις της υπεράσπισης. Είναι η εισήγηση της ότι τα ζητήματα της ύπαρξης ή όχι ποινικού αδικήματος και κατά συνέπεια δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, δεν είναι τέτοια που μπορούν να εξεταστούν μετά από προβολή ειδικής απολογίας στη βάση του άρθρου 69
(1)(α). Επί της ουσίας δε της εισήγησης και σε παραπομπή σε νομολογία όπως και στην ίδια πιο πάνω απόφαση του ΕΔΑΔ (Scoppola) και στις συναφείς νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τα ζητήματα που έθιξε η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι οι θέσεις της τελευταίας δεν ευσταθούν και θα πρέπει να απορριφθούν. Το άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί - (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα, (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα, (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.
(2)Αν καθένας από τους ισχυρισμούς των παραγράφων (β) ή (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό, ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής, ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο.¨ Δικαιοδοσία σε ένα δικαστήριο προσδίδει νομοθετική διάταξη. Είναι παραδεκτό ότι η νομοθετική διάταξη που ρύθμιζε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου από την 1.01.2006 έχει καταργηθεί και έχουν αποποινικοποιηθεί οι συγκεκριμένες παραλείψεις για τις οποίες υπήρχε πρόνοια ότι συνιστούσαν τα αδικήματα. Κατά το κατηγορητήριο καταλογίζονται στους κατηγορούμενους ποινικά αδικήματα συνεπεία αυτών των παραλείψεων τους κατά τον επίδικο χρόνο και όταν ο νόμος βρισκόταν ακόμα σε ισχύ. Με αυτά τα δεδομένα δεν παραμένει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση των ποινικών αδικημάτων που κατά την Κατηγορούσα Αρχή διέπραξαν οι κατηγορούμενοι. Δεν είναι η περίπτωση όπου το Δικαστήριο καλείται εσφαλμένα να ασκήσει δικαιοδοσία την οποία εξ αρχής στερείται και όπου ασφαλώς η διαδικασία θα ήταν άκυρη εξ υπαρχής. Επομένως η εισήγηση της Υπεράσπισης βασιζόμενη στο εδάφιο (α) της Παρ. 1 του Άρθρου 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δεν μπορεί να έχει έρεισμα καθώς η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου μπορεί να προβληθεί η ειδική απολογία ότι δηλαδή το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας όπως προνοείται ρητά στο νόμο, καθώς άλλο είναι το Δικαστήριο που έχει τέτοια δικαιοδοσία είτε σε σχέση με τους κατηγορούμενους είτε σε σχέση με τα ίδια τα αδικήματα. Επομένως γι΄αυτόν και μόνο τον λόγο θα απέρριπτα την προδικαστική ένσταση που καταχώρησε η πλευρά της υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 2. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με τη δυνατότητα προβολής της συγκεκριμένης ειδικής απολογίας θα προχωρήσω στη συνέχεια και θα εξετάσω και την ουσία των εισηγήσεων της Υπεράσπισης μετά που έχω μελετήσει με προσοχή την πιο πάνω απόφαση Scoppola του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η κατάργηση του άρθρου 14 του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου (Ν.29 του 1985) στο οποίο βασίζονται τα αδικήματα και η οποία έγινε μετά τη τέλεση τους δεν αποποινικοποιεί και την ίδια τη πράξη ή παράλειψη η οποία έπρεπε να γίνει όταν ο νόμος βρισκόταν ακόμα σε ισχύ. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνου v. K.O.T., Ποινική Έφεση 46/2009 ημερ. 9.02.2010 στην οποία είχε εξεταστεί ζήτημα αναθεώρησης της επιβληθείσας ποινής, ενόψει την κατάργησης του άρθρου που προέβλεπε τα αδικήματα, έμμεσα πλην σαφώς αποφασίστηκε ότι αυτό το ζήτημα, δηλαδή η μεταγενέστερη κατάργηση της ποινικοποίησης της παράλειψης που επέδειξε ο εφεσείοντας, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας που θα επηρέαζε το ύψος και το είδος της επιβληθείσας ποινής. Από κανένα σημείο της εν λόγω απόφασης δεν προκύπτει είτε άμεσα είτε έμμεσα ότι η μεταγενέστερη κατάργηση μιας νομοθετικής πρόνοιας, αποποινικοποιώντας μια πράξη ή παράλειψη, απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τη ποινική του ευθύνη εάν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ή παράλειψης αυτή συνιστούσε αδίκημα. (βλέπε ακόμα Χριστοδούλου κ.ά. v. Αστυνομίας,
(1995)2 ΑΑΔ 1 και Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας,
(2008)2 ΑΑΔ 371) από όπου προκύπτουν δύο βασικές αρχές. Η πρώτη, ότι δεν καταργείται η ποινική ευθύνη για τη διάπραξη αδικήματος από την κατάργηση ποινικού νομοθετήματος εκτός όπου εκδηλώνεται πρόθεση περί του αντιθέτου στον καταργητικό νόμο και τέτοια πρόθεση δεν έχει εκδηλωθεί με τον Ν. 151
(1)/2005 και η δεύτερη, ότι επιβάλλεται στον κατηγορούμενο η ευμενέστερη για αυτόν ποινή δηλαδή αν ο νομοθέτης έχει, σε μεταγενέστερο από την διάπραξη του αδικήματος χρόνο, τροποποιήσει την ποινή, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να τιμωρηθεί με βάση την ευμενέστερη για αυτόν ποινή έστω και αν κατά την επιβολή της ποινής η προβλεπόμενη ποινή είναι αυστηρότερη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου περί Άρσεως Αμφιβολιών περί την Λήξιν της ισχύος των Νόμων (Ν. 42/1962): ¨Ίνα αποφευχθή οιαδήποτε αμφιβολία περί την ερμηνείαν του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, και την εφαρμογήν αυτού επί της λήξεως της ισχύος των Νόμων, διά του παρόντος δηλούται ότι πάσα εν αυτώ γενομένη αναφορά εις την κατάργηση νόμου τινός, περιλαμβάνει αναφοράν εις την διά της παρόδου του χρόνου ή άλλως πως λήξιν της ισχύος του νόμου τούτου, και ότι η λήξις της ισχύος νόμου τινός, είτε προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόνος Νόμου, είτε μετά ταύτην, ουδόλως επηρεάζει την ισχύν αυτού καθ΄όσον αφορά εις πράγματα άτινα εγένοντο προηγουμένως ή παρελείφθησαν δυνάμει αυτού.¨ Στη παρ. 2 του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 γίνονται οι ακόλουθες σχετικές πρόνοιες: ... ... (γ) ¨ Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό˙ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό˙ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν. Προκύπτει και είναι καθαρό από τα δύο πιο πάνω νομοθετήματα ότι η κατάργηση ενός νόμου, έστω και αν αυτή αποποινικοποιεί κάποια πράξη, δεν απαλλάσσει ένα κατηγορούμενο πρόσωπο των ευθυνών του εάν κατά το χρόνο τέλεσης της υπό κρίση πράξης ή της παράλειψης, αυτή ήταν ποινικό αδίκημα. Η ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αναφέρθηκε και στις πρόνοιες του Άρθρου 49* του Καταστατικού Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων των Ευρωπαίων Πολιτών χωρίς όμως οι διατάξεις αυτού με μια απλή ανάγνωση τους να συνηγορούν υπέρ της άποψης της. Επομένως με βάσει τα πιο πάνω, η γνωστή νομική αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege, (κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς νόμο) η οποία είναι σεβαστή από το δικαϊκό μας σύστημα, δεν επηρεάζεται από τυχόν μεταγενέστερη αποποινικοποίηση του νόμου που ίσχυε όταν διαπράχθη η ποινικά κολάσιμη πράξη. *
- No one shall be held guilty of any criminal offence on account of any act or omission which did not constitute a criminal offence under national law or international law at the time when it was committed. Nor shall a heavier penalty be imposed than that which was applicable at the time the criminal offence was committed. If, subsequent to the commission of a criminal offence, the law provides for a lighter penalty, that penalty shall be applicable.
- This Article shall not prejudice the trial and punishment of any person for any act or omission which, at the time when it was committed, was criminal according to the general principles recognized by the community of nations¨. Στην υπόθεση Scoppolla (πιο πάνω) γίνονται οι ακόλουθες αναφορές: Παρ. 107: Admittedly, Article 7 of the Convention does not expressly mention an obligation for Contracting States to grant an accused the benefit of a change in the law subsequent to the commission of the offence. It was precisely on the basis of that argument relating to the wording of the Convention that the Commission rejected the applicant's complaint in the case of X v. Germany. However, taking into account the developments mentioned above, the Court cannot regard that argument as decisive. Moreover, it observes that in prohibiting the imposition of ¨a heavier penalty.than the one that was applicable at the time the criminal offence was committed¨, paragraph 1 in fine of Article 7 does not exclude granting the accused the benefit of a more lenient sentence, prescribed by legislation subsequent to the offence.¨ Παρ. 109: ¨. Article 7.1 of the Convention guarantees not only the principle of non-retrospective ness of more stringent laws but also, and implicitly, the retrospective ness of the more lenient criminal law. That principle is embodied in the rule that where there are differences between the criminal law in force at the time of the commission of the offence and subsequent criminal laws enacted before final judgment is rendered, the courts must apply the law whose provisions are most favorable to the defendant¨. Παρ. 110: The Court reiterates that the rules on retrospective ness set out in Article 7 of the Convention apply only to provisions defining offences and the penalties for them; Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι η επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης προερχόμενη από την υπόθεση Scopolla, μετά από προσεκτική ανάγνωση της, δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης που θέλησε να προωθήσει καθώς αυτή περιστρέφεται γύρω από την ποινή η οποία τελικά θα επιβληθεί σε ένα αδικοπραγούντα μετά την κατάργηση της σχετικής πρόνοιας με βάσει την οποία κατηγορείται και η οποία θα πρέπει να είναι η ευνοϊκότερη για ένα κατηγορούμενο πρόσωπο. Θα έλεγα επιπρόσθετα, σε αντίθεση με ό,τι εισηγήθηκε η Υπεράσπιση, ότι τυχόν διαφορετική ποινική αντιμετώπιση κατηγορουμένων οι οποίοι για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν συμμορφώθηκαν έγκαιρα με τις υποχρεώσεις που τους εναπόθετε η νομοθεσία και διέπραξαν τα αδικήματα, θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ισότητας με όσους, ευρισκόμενους στην ίδια θέση, συμμορφώθηκαν έγκαιρα με τις υποχρεώσεις που τους εναπόθετε ο νόμος. Η εισήγηση της πλευράς της Υπεράσπισης θα οδηγούσε ακόμα και στην ατιμωρησία αδικοπραγούντων παρόλο ότι διέπραξαν αδικήματα. Τέλος, η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (opinion number 520/2009) με ημερομηνία 16.03.2009 στην οποία επίσης με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος και όπως εκφράζεται μέσα από τα αποσπάσματα που παράθεσε στην εισήγηση της δεν είναι δεσμευτικό προηγούμενο. Ο κατηγορούμενος 2 καλείται όπως απαντήσει στις κατηγορίες. Τα έξοδα της παρούσας θα είναι υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο