← Κύπρος

Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. Τροοδία Ηλία εμπορευόμενη και/ή συναλλαζόμενη υπό την εμπορική επωνυμία TROODIA MITA - AUDIT CONSSERVIOCES, Αρ. Υπόθεσης:125

Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. Τροοδία Ηλία εμπορευόμενη και/ή συναλλαζόμενη υπό την εμπορική επωνυμία TROODIA MITA - AUDIT CONSSERVIOCES, Αρ. Υπόθεσης:1256/2010, 20 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1256/2010 Χαράλαμπος Χαραλάμπους - ν - Τροοδία Ηλία εμπορευόμενη και/ή συναλλαζόμενη υπό την εμπορική επωνυμία TROODIA MITA - AUDIT & CONS.SERVIOCES Κατηγορουμένης ------- Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Κατήγορο: κ. Καϊμακλιώτης για κ. Γ. Βασιλείου Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Κιτρομιλίδης Κατηγορούμενη παρούσα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής η οποία όταν εμφανίστηκε στη τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο εκδότης της, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε τη μη εξόφληση της κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη η οποία εμπορεύεται και /ή συναλλάσσεται διά της εμπορικής επωνυμίας TROODIA MITΑ - AUDIT & CONS. SERVICES την 16.11.2009 στη Λάρνακα εξέδωσε την επιταγή υπ΄αριθμό 93212644 της Ελληνικής Τράπεζας επ΄ονόματι του Χαράλαμπου Χαραλάμπους για το ποσό των Ευρώ €35.000,00 η οποία όταν εμφανίστηκε σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα εις την τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη ¨Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής¨, λόγω της πρόκλησης από τον εκδότη της μη εξόφλησης της επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας (Stop payment). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για τον κατήγορο κατέθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Ο Μ.Κ.1 Χαράλαμπος Χαραλάμπους, εστιάτορας στο επάγγελμα, ανέφερε ότι γνώρισε την κατηγορούμενη όταν συμφωνήθηκε η αγοραπωλησία και μεταβίβαση των μετοχών που διέθεταν με τον Ζαχαρία Νικολάου στην ιδιωτική εταιρεία Μ.Κ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ το συμφωνηθέν τίμημα των οποίων ανέλαβε να πληρώσει η κατηγορούμενη. Με έγγραφο που υπογράφτηκε στις 23.02.2009 (Τεκμήριο 1), ο ίδιος και ο Ζαχαρίας Νικολάου πώλησαν τις 2.500 χιλιάδες μετοχές που διέθεταν στην εν λόγω εταιρεία οι οποίες αντιστοιχούσαν στο 50% του μετοχικού της κεφαλαίου (από 25% ο καθένας που αντιστοιχούσε σε 1.250 μετοχές), έναντι συνολικού τιμήματος Ευρώ €88.000,
  2. Το πιο πάνω ποσό θα αποπληρωνόταν σε δόσεις των Ευρώ €20.000,00, €33.000,00 και €35.000,00 για τα οποία ποσά η κατηγορούμενη εξέδωσε τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές με τα αντίστοιχα πιο πάνω ποσά. Η συμφωνία διαλάμβανε περαιτέρω ότι οι πιο πάνω πωλητές θα απαλλάσσονταν από κάθε ευθύνη ή υποχρέωση για χρεωστικά υπόλοιπα ή πιστωτικά υπόλοιπα που υπάρχουν στην εταιρεία κατά την ημέρα εκτέλεσης της συμφωνίας. Οι πωλητές υποχρεούνταν να υπογράψουν τα αναγκαία έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών τους σε έντυπο του Εφόρου Εταιρειών και για την αλλαγή των διευθυντών της εταιρείας και του γραμματέα. Ανέφερε ότι κατά τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας (τεκμήριο 1) παρούσα ήταν και η κατηγορούμενη η οποία είχε αναλάβει τη σύνταξη της εν λόγω συμφωνίας μέσω του δικηγόρου της και η οποία υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία και εξέδωσε τις επιταγές μεταξύ των οποίων και την επίδικη. Οι δύο πρώτες επιταγές εξαργυρώθηκαν και παρέμεινε απλήρωτη μόνο η τελευταία η οποία εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα. Εξήγησε ότι στις 12.10.2009 που ήταν πληρωτέα η τελευταία επιταγή η κατηγορούμενη του είχε ζητήσει να την αντικαταστήσει για λόγους δικούς της με άλλη και προς τούτο εξέδωσε την (επίδικη) επιταγή (Τεκμήριο 2) στη παρουσία του, η οποία ήταν πληρωτέα στις 16.11.
  3. Την επιταγή αυτή την εξέδωσε από λογαριασμό που τηρούσε σε άλλη τράπεζα με το όνομα TROODIA MITA - AUDIT & CONS. SERVICES. Μετά που η τελευταία αυτή επιταγή δεν πληρώθηκε είχε αρκετές φορές επικοινωνήσει με την κατηγορούμενη με την οποία συζήτησαν το ζήτημα, της έδωσαν αρκετό χρόνο για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της αλλά χωρίς αποτέλεσμα που τους οδήγησε στην έγερση της παρούσας υπόθεσης. Εξήγησε σε σχέση με το όνομα του εκδότη που φέρει η τελευταία επιταγή ότι η κατηγορούμενη διαθέτει λογιστικό - ελεγκτικό γραφείο. Δεν του είχε δοθεί ο λόγος για τον οποίο έγινε Stop Payment η επιταγή ούτε και ο χρόνος που δόθηκε αυτή η εντολή και η επιταγή δεν είχε πληρωθεί και εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Στην αντεξέταση του εξήγησε ξανά πως συμβαίνει η επίδικη επιταγή να μην είναι αυτή που αναγράφεται στην συμφωνία, ότι ήταν δηλαδή κατόπιν επιθυμίας της κατηγορούμενης που αντάλλαξε την 3η επιταγή που αναφέρεται στη συμφωνία με την επίδικη. Εξήγησε ότι ο Ζαχαρίας Νικολάου είναι σύγαμπρος του. Εξήγησε ότι τα χρήματα των επιταγών που εξαργυρώθηκαν κατατέθηκαν σε λογαριασμό εταιρειών στις οποίες μέτοχοι είναι αυτός και ο σύγαμπρος του Ζαχαρίας Νικολάου. Και οι τρεις επιταγές που τους είχε δώσει η κατηγορούμενη ήταν με ανοιχτό το όνομα του δικαιούχου. Ανέφερε ότι η σχέση του με τον σύγαμπρο του ήταν τέτοια που δεν είχε σημασία γι΄αυτούς να μοιράσουν τα χρήματα των επιταγών εφόσον αυτές που εξαργυρώθηκαν κατατέθηκε το τίμημα τους σε λογαριασμό εταιρειών τους. Αυτό το ζήτημα εν΄ πάση περιπτώσει δεν αφορούσε την κατηγορούμενη. Την επίδικη επιταγή την κατάθεσε σε προσωπικό του λογαριασμό και ήταν δικό του ζήτημα με τον σύγαμπρο του η μεταγενέστερη κατάθεση του σε λογαριασμό της εταιρείας τους. Επέμενε σε υποβολές ότι το ½ του ποσού της επιταγής σύμφωνα με τη συμφωνία που παρουσίασε στο Δικαστήριο τα δικαιούταν ο σύγαμπρος του Ζαχαρίας Νικολάου, ανέφερε ότι το που θα πήγαιναν τα χρήματα της επιταγής ήταν ζήτημα άσχετο που δεν αφορούσε την κατηγορούμενη. Η επίδικη επιταγή δεν θυμόταν αν δεν ανέγραφε το όνομα του δικαιούχου της και σε ερώτηση αν ο ίδιος είχε ζητήσει από την κατηγορούμενη να γράψει το όνομα του ως δικαιούχος, ανέφερε τη φράση ¨διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο¨. Σε ερώτηση αν του είχε πληρώσει η κατηγορούμενη Ευρώ €2.000,00 στο λογαριασμό του. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανέφερε ότι η ίδια η κατηγορούμενη φιλοτιμήθηκε να του δώσει το ποσό των Ευρώ €2.000,00 ή των Ευρώ €3.000,00 που δεν θυμόταν ακριβώς για κάλυψη των τόκων που έχαναν συνεπεία της καθυστέρησης της πληρωμής της επιταγής. Σε ερώτηση αν είχε εισπράξει Ευρώ €2.000,00 για ένα μήνα καθυστέρηση ανέφερε ότι δεν θυμόταν να αφορούσε μόνο ένα μήνα. Σε ερώτηση για ποιον λόγον η πληρωμή των μετοχών που θα μεταβίβαζαν συμφωνήθηκε να γίνει σε τρεις δόσεις, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον λόγο. Σε ερώτηση αν συμφωνούσε ότι ήταν στον Μάριο Βασιλείου που είχαν μεταβιβάσει τις μετοχές τους, ανέφερε ότι τον ίδιο δεν τον ενδιέφερε ποιος θα ήταν ο πληρωτής των μετοχών που πώλησαν και δεν γνώριζε τον λόγο που η κατηγορούμενη προσφέρθηκε να πληρώσει αυτές τις μετοχές που θα μεταβιβάζονταν στον Μάριο Βασιλείου. Διαφώνησε με υποβολή ότι οι επιταγές δόθηκαν από την κατηγορούμενη ως εγγύηση ότι θα πλήρωνε ο Μάριος Βασιλείου. Δεν ξέρει και δεν τον απασχολεί το ζήτημα αν η κατηγορούμενη επωφελήθηκε από την εν λόγω συμφωνία εφόσον οι ίδιοι συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις που συμφώνησαν. Στην επανεξέταση του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη δεν είναι ως εγγυήτρια που υπέγραψε τη συμφωνία. Δεν θυμόταν γιατί στην επίδικη επιταγή η κατηγορούμενη ανέγραψε το όνομα του ως του δικαιούχου και κάλεσε την ίδια την κατηγορούμενη να εξηγήσει τον λόγο. Η κα Ευγενία Αντωνίου (Μ.Κ.2) εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα στη Λάρνακα και είναι λειτουργός δανειοδοτήσεων. Την κατηγορούμενη την γνωρίζει εφόσον είναι πελάτισσα στην τράπεζα τους και χειρίζεται τον λογαριασμό της για τρία περίπου χρόνια. Για την επίδικη επιταγή ανέφερε ότι ανακλήθηκε από τον εκδότη της στις 17.11.
  4. Η πληρώτρια τράπεζα όπως φαίνεται στην επιταγή είναι η Ελληνική Τράπεζα και ο αριθμός λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή ανήκει στην TROODIA MITA AUDIT & COS. SERVISES. Είχε μαζί της πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών με βάσει το οποίο ανοίχθηκε ο εν λόγω λογαριασμός της κατηγορούμενης που είναι ¨πιστοποιητικό εγγραφής εμπορικής επωνυμίας¨ το οποίο κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Υπήρξε μεταγενέστερα αλλαγή του ονόματος σε ¨ ΤΡΟΟΔΙΑ ΗΛΙΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ & ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΣΙΕΣ¨ πιστοποιητικό το οποίο κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Εκδότης της επίδικης επιταγής ήταν η Τροοδία Μίτα που εμπορευόταν με το όνομα TROODIA -MITA - AUDIT & COSALTING SERVISES και η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που δικαιούταν να υπογράφει για τον εν λόγω λογαριασμό. Ανάκληση της εν λόγω επιταγής είχε γίνει στις 30.07.2009 με υπογραφή του σχετικού εντύπου και με δικαιολογία ότι είχε απωλεσθεί. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το εν λόγω έντυπο το οποίο φέρει ημερομηνία 30.07.
  7. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 κατάσταση του λογαριασμού που τηρούσε η κατηγορούμενη από τον οποίο φαίνεται ότι αυτή δεν διέθετε υπόλοιπα όταν έγινε η ανάκληση της επίδικης επιταγής όπως δεν υπήρχαν και όταν η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για την πληρωμή της. Η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε από την τράπεζα. Εξήγησε ότι στη τράπεζα όταν γίνει παρουσίαση κάποιας επιταγής γίνεται έλεγχος αν αυτή υπογράφτηκε από τον εκδότη - δικαιούχο του λογαριασμού με σύγκριση της υπογραφής που φέρει η επιταγή με αυτόν που υπάρχει καταχωρημένος στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή και παρουσίασε δείγμα της υπογραφής της κατηγορούμενης ως Τεκμήριο
  8. Στον ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν έχει πρόσβαση κάποιο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Από την αντεξέταση της προέκυψαν τα ακόλουθα: Δεν ήταν η ίδια που είχε παραλάβει το τεκμήριο 5 από την κατηγορούμενη αλλά αυτό είχε γίνει σε παράρτημα της τράπεζας στο Δάλι. Δεν μπορούσε με βεβαιότητα να πει αν οι επιταγές την πληρωμή των οποίων η κατηγορούμενη είχε ζητήσει όπως σταματήσει την πληρωμή τους αφορούσαν ένα και μόνο βιβλιάριο επιταγών αν δεν ήλεγχε αυτό το θέμα από τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα αν ήταν από ένα βιβλιάριο όλες οι επιταγές των οποίων είχε ζητηθεί η μη πληρωμή τους με το τεκμήριο 5 καθώς θα έπρεπε να γνωρίζει αν το βιβλιάριο που διέθετε η κατηγορούμενη ήταν των 50 επιταγών ή και λιγότερων. Ανέφερε ακόμα ότι η κατηγορούμενη διέθετε και άλλους λογαριασμούς στη τράπεζα τους αλλά δεν μπορούσε να ξέρει, χωρίς να ανατρέξει στα στοιχεία που διατηρούνται για τους λογαριασμούς αυτούς στη τράπεζα, αν κατά τον επίδικο χρόνο διέθετε υπόλοιπα σε αυτούς τους λογαριασμούς. Αφού ανέτρεξε στα στοιχεία που παρουσίαζε ο λογαριασμός της κατηγορούμενης από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ανέφερε με βεβαιότητα ότι αυτός δεν είχε τα διαθέσιμα υπόλοιπα για την πληρωμή της επιταγής. Δεν άφησε αμφιβολία ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε τον συγκεκριμένο λογαριασμό της κατηγορούμενης αν και h επωνυμία που φαίνεται στην επιταγή παραδέχθηκε ότι διέφερε από αυτή με την οποία ανοίχτηκε ο λογαριασμός ως προς τη χρησιμοποίηση ως επιθέτου της κατηγορούμενης του επιθέτου "ELIA" και στην επιταγή του επιθέτου ¨ΜΙΤΑ¨. Σε υποβολή ότι στον άλλο λογαριασμό της κατηγορούμενης που τηρούσε στη τράπεζα της υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξαργύρωση της επιταγής, ανέφερε ότι ο άλλος της λογαριασμός ήταν προσωπικός της λογαριασμός και δεν συνδέονταν μεταξύ τους. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης μετά που ολοκλήρωσε την υπόθεση του ο κατήγορος με την παράθεση της πιο πάνω μαρτυρίας εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτισσας του προβάλλοντας διάφορους λόγους. Ανέφερε ως τέτοιους, την διαφορά μεταξύ των ονομάτων όπως αυτά παρουσιάζονται στο στέλεχος της επίδικης επιταγής με την εμπορική επωνυμία που ίσχυε όταν η κατηγορούμενη εξέδωσε την επιταγή. Δεν αποδείχθηκε με μαρτυρία η σχέση της Τροοδίας Ηλία με τη Τροοδία Μίτα. Επομένως η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 2) εφόσον φέρει ημερομηνία 16.11.2009 φαίνεται ότι εκδόθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο σύμφωνα με το Τεκμήριο
  9. Θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ήταν ότι πρόκειται για εξ υπαρχής άκυρη επιταγή. Συνεχίζοντας το σκεπτικό του πάνω στο ίδιο ζήτημα ανέφερε ότι η εμπορική επωνυμία η οποία εξέδωσε την επίδικη επιταγή δεν υπήρχε κατά το χρόνο της πληρωμής της. Ως δεύτερο σημείο ανέφερε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να φαίνεται πιο πρόσωπο υπέγραψε την επίδικη επιταγή αν ήταν δηλαδή η Τροοδία Μίτα ή η Τροοδία Ηλία παραπέμποντας σε σχετική κατά την άποψη του επί του θέματος νομολογία. Τρίτο σημείο της εισήγησης του ήταν σε σχέση με τον δικαιούχο της επιταγής όπου θα έπρεπε αυτή να είχε εισπραχθεί και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη στην συμφωνία που είχε γίνει (Τεκμήριο 1) προς τούτο με παρέπεμψε και πάλι σε σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να είχαν αναγραφεί τα ονόματα και των δύο δικαιούχων στην επιταγή και δεν αποδείχθηκε ότι ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους ήταν εξουσιοδοτημένος και από τον άλλο συμβαλλόμενο. Επίσης ότι θα έπρεπε και οι δύο να είχαν εγείρει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγόρου εξέφρασε διαμετρικά αντίθετη άποψη σε σχέση με όλα τα σημεία στα οποία έκαμε αναφορά η πλευρά της Υπεράσπισης. Για το ζήτημα της αναγραφής στην επιταγή του ονόματος μόνο του Χαράλαμπου Χαραλάμπους ανέφερε ότι ήταν ζήτημα μεταξύ τους διευθέτησης που δεν αφορούσε την κατηγορούμενη η οποία δεν μπορεί εκ των υστέρων να επικαλείτο το ζήτημα αυτό ως υπεράσπιση της για να απεκδυθεί της ευθύνης της για την μη πληρωμή της επιταγής. Η επιταγή όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1 υπογράφτηκε από την κατηγορούμενη ενώπιον του και δεν είναι ορθό εκείνο που ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης. Η εμπορική επωνυμία δεν ήταν ανύπαρκτη όταν εκδόθηκε η επίδικη επιταγή απλώς είχε αλλάξει το όνομα της. Εισηγήθηκε ότι στοιχειοθετήθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της πλευράς του κατηγόρου και εισηγήθηκε όπως η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,1981 2 C.L.R σελ.
  10. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστουδούλου,1990 2 Α.Α.Δ. σελ. 133, στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανάφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos 1980 , 1 JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Το Άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στο οποίο βασίζεται το αδίκημα προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από τον ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από τη παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, τον λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.¨ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση της επιταγής, (β) η παρουσίαση της στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα και η μη εξόφληση της, (γ) η μη εξόφληση της λόγω εντολής μη πληρωμής της εκ μέρους του εκδότη της. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το κατά πόσο με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν στο στάδιο αυτό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η έκδοση σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το θέμα της έκδοσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Βούρας v. Α. Λούκας Ματθαίος (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.,
(2003)2 Α.Α.Δ. σελ. 135 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ¨Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2 ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση¨. Στην προκείμενη περίπτωση προκύπτει από τη μαρτυρία και είναι φανερό ότι την επίδικη επιταγή την εξέδωσε η κατηγορούμενη. Είτε αυτή υπογράφει ως Τροοδία Μίτα είτε ως Τροοδία Ηλία δεν αναιρεί το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε προς πληρωμή από τον λογαριασμό τον οποίο τηρούσε η ίδια κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η κατηγορούμενη χρησιμοποιώντας το επίθετο ΜΙΤΑ είχε εγγράψει στις 18.03.2005 στον Έφορον Εταιρειών και προς τούτο της δόθηκε σχετικό πιστοποιητικό το Τεκμήριο 3, εμπορική επωνυμία με το όνομα « ΤΡΟΟΔΙΑ ΜΙΤΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ & ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ». Χρησιμοποιώντας αυτή την εμπορική επωνυμία στις 4.11.2005 σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού, στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στο όνομα της πιο πάνω επωνυμίας χρησιμοποιώντας η ίδια το επίθετο Ηλία. Φαίνεται ότι σε μεταγενέστερο στάδιο στις 27.06.2007 σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 το όνομα της πιο πάνω επωνυμίας άλλαξε σε «ΤΡΟΟΔΙΑ ΗΛΙΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ & ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ». Η τράπεζα όπως φαίνεται και από την κατάσταση του ίδιου λογαριασμού που εξακολούθησε να τηρείται σε αυτή (Τεκμήριο 6) προχώρησε στη διόρθωση του ονόματος της επωνυμίας και πλέον τηρούσε το λογαριασμό στο νέο της όνομα. Όπως εξήγησε η Μ.Κ. 2, όταν της ζητήθηκε να πει πως μπορεί να είχε εκδοθεί μια επιταγή πολύ μεταγενέστερα, το 2009, όπου στη θέση του εκδότη αναγράφεται το όνομα " TROODIA MITA - AUDIT & CONS. SERVISES", η κατηγορούμενη μπορούσε ακόμα να χρησιμοποιούσε επιταγές από βιβλιάριο που της είχε εκδοθεί προγενέστερα με το παλιό όνομα της επωνυμίας της. Για το γεγονός ότι είναι η κατηγορούμενη που εξέδωσε την επίδικη επιταγή επ΄ονόματι του στη παρουσία του και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αυτό αναφέρθηκε και ο Μ.Κ.1 - κατήγορος. Η επιταγή δεν πληρώθηκε για τον συγκεκριμένο λόγο που αναφέρεται στο τεκμήριο 6, για τον λόγο ότι συμπεριλήφθηκε στην εντολή προς τη τράπεζα εκ μέρους της κατηγορούμενης, με σειρά άλλων επιταγών για να μην πληρωθούν με τον ισχυρισμό ότι είχε απολέσει το βιβλιάριο της. Παρατηρώ ότι η επίδικη επιταγή φέρει διαγράμμιση με όσα μπορεί να συμπεράνει κάποιος όταν μια επιταγή φέρει αυτή την ένδειξη σε σχέση με το δικαιούχο πρόσωπο και τις προθέσεις του εκδότη της. Κατά συνέπεια με βάση τα πιο πάνω έχει αποδειχθεί το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το ζήτημα της ύπαρξης εύλογης αιτίας για την οποία δόθηκε η εντολή μη πληρωμής αφορά την υπεράσπιση η οποία θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η κατηγορούμενη εκδίδοντας την επίδικη επιταγή ενεργούσε ως η δικαιούχος της εμπορικής επωνυμίας η οποία φαίνεται ως η εκδότρια και η οποία διατηρούσε τον λογαριασμό στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Είναι γνωστό ότι η εμπορική επωνυμία δεν αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο αλλά η ευθύνη παραμένει στο φυσικό πρόσωπο που είναι ο δικαιούχος της. Η αλλαγή που υπήρξε στο όνομα της επωνυμίας σε καμιά περίπτωση δεν επέφερε την διαγραφή της αρχικής επωνυμίας, εφόσον όπως ρητά αναφέρεται στο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 4) επρόκειτο για αλλαγές στην υφιστάμενη επωνυμία που είχαν καταχωρηθεί στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και όχι διαγραφή της παλιάς και εγγραφή μιας καινούργιας επωνυμίας. Εξάλλου αυτό αποδεικνύεται και από τον αριθμό της ΕΕ27037α που είναι ο ίδιος και στα δύο πιστοποιητικά αλλά και το πιστοποιητικό το ίδιο φέρει ως τίτλο ¨Πιστοποιητικό εγγραφής αλλαγών στα καταχωρημένα στοιχεία εμπορικής επωνυμίας ιδιώτη ή εταιρείας¨ Κατά συνέπεια, τα πιο πάνω όπως προκύπτουν από την αναμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αποδεικνύουν το πρώτο συστατικό στοιχείο, της έκδοσης δηλαδή της επιταγής εκ μέρους της κατηγορουμένης. Τα όσα περί του αντιθέτου, προσπαθώντας να ενσπείρει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης ανέφερε στην εισήγηση του, δεν έχουν έρεισμα στη μαρτυρία καθώς τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Παντελή v. Κωνσταντίνου,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 708 και Γαλακτοκομεία Κολιαντρής Λτδ v Ελευθερίου,
(2005)2 ΑΑΔ σελ. 243 στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης αφορούσαν διαφορετικά γεγονότα από αυτά της παρούσας, σύμφωνα με τα οποία δεν είχε αποδειχθεί η ευθύνη ή η εμπλοκή των φερόμενων ως διευθυντών των αντίστοιχων εταιρειών. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το ζήτημα της έκδοσης της επιταγής προς εξόφληση του τιμήματος της αγοράς των μετοχών που διέθεταν οι Χαράλαμπος χαραλάμπους και ο Ζαχαρίας Νικολάου επ΄ονόματι μόνον του Χαράλαμπου Χαραλάμπους και δεν εκδόθηκαν χωριστές επιταγές για τον καθένα και κατά συνέπεια παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως παραπονούμενος μόνο ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους του οποίου το όνομα αναγράφεται στην επιταγή ως ο δικαιούχος της. Και οι δύο πιο πάνω απάρτιζαν το πρώτο μέρος της συμφωνίας προς υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε και η επίδικη επιταγή. Κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας διαφέρουν από τα γεγονότα της υπόθεσης Τουμάζου v. Σαββίδη, Ποιν. Έφεση Αρ. 181/2001 ημερ. 21.12.2010, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Ο Μ.Κ. 1 έκαμε αναφορά για τη σχέση του με τον σύγαμπρο του Ζαχαρία Νικολάου που ήταν το άλλο πρόσωπο με το οποίο συνιστούσε το Πρώτο μέρος της συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι ήταν συνέταιροι και τηρούσαν κοινό λογαριασμό σε τράπεζα στα πλαίσια της συμμετοχής τους σε άλλη εταιρεία, στην οποία τελικά θα κατατίθετο και το ποσό της 3ης επιταγής που είναι η επίδικη με την οποία θα εξοφλείτο το τίμημα της πώλησης των μετοχών τους στην εταιρεία Μ.Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ. Ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους κατείχε την επιταγή η οποία ήταν συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, έγινε κάτοχος της προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι αυτή ανακλήθηκε, έλαβε την επιταγή από την κατηγορούμενη καλή τη πίστει και για αξία. Με βάσει τη συμφωνία (Τεκμήριο 1) είχε και ο κατήγορος στη παρούσα υπόθεση δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για την ανάκληση της επίδικης επιταγής και ήταν νομιμοποιημένος κομιστής της που είχε το δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάσει τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Το γεγονός ότι δεν συμπεριλήφθηκε στο παρόν κατηγορητήριο και ο Ζαχαρίας Νικολάου ως κατήγορος οφειλόταν, από ό,τι αντιλαμβάνομαι, στο γεγονός ότι η επίδικη επιταγή είχε ως δικαιούχο της μόνο τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους συμβαλλόμενο επίσης μέρος της συμφωνίας ο οποίος έδωσε αντάλλαγμα για τις επιταγές που εξέδωσε η κατηγορούμενη την οποία και απέκτησε για αξία. Με τον τροποποιητικό του Ποινικού Κώδικα Νόμο (Ν.164
(1)/2003) προστέθηκε ο ορισμός της ¨Επιταγής¨, η οποία σημαίνει: ¨Γραπτή εντολή του εκδότη προς την Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της /ή και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή¨. Με βάσει λοιπόν την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από τον κατήγορο κρίνω ότι αυτός ήταν δικαιούχος κομιστής της επιταγής -νομιμοποιημένος κομιστής - κατά την έκφραση που χρησιμοποιείται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262 άρθρο 29 και είχε το δικαίωμα να εγείρει την παρούσα υπόθεση ως παραπονούμενος. Μετά από όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα να καλέσω την κατηγορούμενη σε απολογία. (Εξηγούνται τα δικαιώματα της κατηγορούμενης ) (Υπ.) .......................................... Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.