← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Άρτεμης Τρικωμίτου Τουμαζή, Αρ. Υπόθεσης: 2921/09, 20 Ιουλίου, 2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Άρτεμης Τρικωμίτου Τουμαζή, Αρ. Υπόθεσης: 2921/09, 20 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2921/09 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής Άρτεμης Τρικωμίτου Τουμαζή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για την Κατηγορούμενη: κος Αντ. Παπαλής και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενη παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη που ήταν κατά τον επίδικο χρόνο η Γραμματέας του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλίας Γυναικών Λτδ κατηγορείται με δύο κατηγορίες που αφορούν αδικήματα που προνοούνται στο άρθρο 305 Α

(3)
(4)
(5)
(6)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Η κατηγορουμένη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας στις 13.11.2008 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας ενώ ήταν Γραμματέας του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλίας Γυναικών Κύπρου Λτδ και παρουσιάστηκε για πληρωμή η επιταγή 08762314 του λογαριασμού 30903-40-00051-3 με εκδότη το Σύλλογο Ανόρθωσης Αμμοχώστου ημερομηνίας εξαργυρώσεως 10.11.2008 για το ποσό των €2.000.000,00 και με δικαιούχο την Ανόρθωση Αμμοχώστου έδωσε οδηγίες σε υπάλληλο του Συνεργατικού να επιστραφεί απλήρωτη με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα» ενώ στην πραγματικότητα την ως άνω ημερομηνία υπήρχαν τα αναγκαία και διαθέσιμα κεφάλαια στον πιο πάνω λογαριασμό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας, στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως και στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν Γραμματέας του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλίας Γυναικών Κύπρου Λτδ και παρουσιάστηκε για πληρωμή η επιταγή 08762315 του λογαριασμού 30903-40-00051-3 με εκδότη το Σύλλογο Ανόρθωσης Αμμοχώστου ημερομηνίας εξαργυρώσεως 10.11.2008 για το ποσό των €500.000,00 και με δικαιούχο την Ανόρθωση Αμμοχώστου έδωσε οδηγίες σε υπάλληλο του Συνεργατικού να επιστραφεί απλήρωτη με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα» ενώ στην πραγματικότητα την ως άνω ημερομηνία υπήρχαν τα αναγκαία και διαθέσιμα κεφάλαια στον πιο πάνω λογαριασμό. Η μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε με κοινά παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Παραθέτω στη συνέχεια την ακριβή δήλωση των παραδεκτών γεγονότων όπως αυτά δηλώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου: Η κατηγορούμενη σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν Γραμματέας του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου Λτδ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το Σωματείο Ανόρθωσης Αμμοχώστου διατηρούσε λογαριασμό στον ως άνω Συνεργατικό Οργανισμό. Στις 13.11.2008 παρουσιάστηκαν για πληρωμή οι επιταγές με αριθμούς 08762314 με φερόμενο εκδότη τον Σύλλογο Ανόρθωσης Αμμοχώστου για το ποσό των €2.000,000 εκατομμυρίων και με δικαιούχο την Ανόρθωση Αμμοχώστου καθώς και την επιταγή με αριθμό 08762315 με φερόμενο εκδότη και πάλι τον Σύλλογο Ανόρθωσης Αμμοχώστου για το ποσό €500.000 και με δικαιούχο τον Ανδρέα Παντελή. Η κατηγορούμενη επειδή τα ποσά ήταν μεγάλα επικοινώνησε με τον σύζυγο της Ντίνο Τουμαζή ο οποίος ήταν ο ένας από τους δύο υπογραφείς των επιταγών, ο άλλος ήταν ο Ανδρέας Παντελή και του ανακοίνωσε ότι παρουσιάστηκαν για πληρωμή οι πιο πάνω επιταγές. Ο κ. Ντίνος Τουμαζής που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εκτελεστικός διευθυντής του Σωματείου Ανόρθωσης Αμμοχώστου της δήλωσε ότι ουδέποτε εξέδωσε ή/και υπέγραψε επιταγές για τα πιο πάνω ποσά. Της ανέφερε όμως ότι είχε υπογράψει εν λευκώ κάποιες επιταγές για σκοπούς κάλυψης έκτακτων ή/και τρεχουσών αναγκών του Σωματείου ενόσω θα απουσίαζε στο εξωτερικό, τις οποίες κατείχε ο Αντρέας Παντελή. Την κάλεσε δε να μην πληρώσει τις συγκεκριμένες επιταγές. Ακολούθως η κατηγορούμενη επικοινώνησε και με άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου Ανόρθωσης Αμμοχώστου ήτοι τον κ. Σάββα Κάκο και τον κ. Αντώνη Δημητρίου, οι οποίοι επίσης την διαβεβαίωσαν ότι ουδέποτε λήφθηκε απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ανόρθωσης Αμμοχώστου για την έκδοση των συγκεκριμένων επιταγών. Την κάλεσαν δε και αυτοί να μην πληρώσει τις συγκεκριμένες επιταγές. Η κατηγορούμενη προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον άλλο υπογραφέα των επιταγών, τον κ. Ανδρέα Παντελή ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό. Ακολούθως η κατηγορούμενη έδωσε οδηγίες να τεθεί σφραγίδα όπως οι επιταγές παρουσιαστούν ξανά μέχρις ότου διευκρινιστεί και η θέση του Ανδρέα Παντελή. Ακολούθως καταγγέλθηκε ο Ανδρέας Παντελή στην Αστυνομία από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου Ανόρθωσης Αμμοχώστου για υπεξαίρεση χρημάτων και παράνομη έκδοση επιταγών. Παρουσιάζονται από κοινού και γίνονται παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Αντίγραφα των Πρακτικών της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανόρθωσης Αμμοχώστου που πραγματοποιήθηκε στις 29.11.2008 (Τεκμήριο Α). (β) Αντίγραφο επιστολής του κ. Ανδρέα Παντελή προς το Διοικητικό Συμβούλιο Ανόρθωσης Αμμοχώστου ημερομηνίας 01.12.2008 με την οποία δηλώνει ότι αναλαμβάνει να επιστρέψει στο Σωματείο Ανόρθωσης Αμμοχώστου κάθε ποσό το οποίο ήθελε προκύψει ως οφειλόμενο από τον ίδιο, κατόπιν άμεσου ελέγχου των οικονομικών του Σωματείου από ανεξάρτητο Ελεγκτικό Οίκο, καθώς επίσης και την άμεση επιστροφή οποιονδήποτε επιταγών του Σωματείου εκδόθηκαν επ΄ ονόματι του και/ή είχε ή θα περιερχόταν στην κατοχή του (Τεκμήριο Β). (γ) Αντίγραφο επιστολής του Σωματείου Ανόρθωσης Αμμοχώστου προς την Πρόεδρο / Διευθύντρια του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου Λτδ ημερομηνίας 01.12.2008 με την οποία ζητείτο η επιστροφή των πρωτοτύπων των επιταγών με εκδότη τον Σύλλογο Ανόρθωσης Αμμοχώστου που είχαν εκδοθεί χωρίς την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου Ανόρθωσης Αμμοχώστου (Τεκμήριο Γ). (δ) Αντίγραφο Επιστολής του Σωματείου της Ανόρθωσης Αμμοχώστου προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 19.01.2009 με την οποία τον πληροφορεί ότι η κα Τουμαζή (κατηγορουμένη) ενήργησε κατόπιν οδηγιών του Συμβουλίου με απώτερο σκοπό την διασφάλιση των χρημάτων του Σωματείου (Τεκμήριο Δ). (ε) Αντίγραφο δικαστικής απόφασης στην αγωγή 29/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εξασφάλισε ο Σύλλογος Ανόρθωσης Αμμοχώστου εναντίον του Ανδρέα Παντελή για ποσά €25.000 πλέον τόκους και €78.390 πλέον τόκους και η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί (Τεκμήριο Ε). (στ) Εκκρεμεί επίσης εναντίον του Ανδρέα Παντελή άλλη αγωγή (αρ. αγ. 1346/09) που καταχώρησε το Σωματείο Ανόρθωσης Αμμοχώστου, αντίγραφο του κλητηρίου επισυνάπτεται ως (Τεκμήριο Στ). Η πλευρά της υπεράσπισης, υποστηρίζει ότι με αυτά τα γεγονότα, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της και η κατηγορουμένη θα πρέπει να αθωωθεί από αυτό το στάδιο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  2. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία˙ (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη, πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Εισαγγελέας v. Κουννίδης
(1993)2 ΑΑΔ 82 τονίστηκε ότι: ¨Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις τα στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.¨ Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ: Σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 4 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 στον όρο ¨επιταγή¨ σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.¨ Οι διατάξεις του άρθρου 305 Α στις οποίες βασίζονται τα αδικήματα διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της προς πληρωμή, και σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώρηση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς περιεχομένου τους: Νοείται περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
  1. Σημειώνω εξ αρχής ότι στα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν δεν αναφέρθηκε ο,τιδήποτε περί των διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον επίδικο χρόνο στον λογαριασμό επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές. Επομένως σε αυτό το σημαντικό στοιχείο επί του οποίου βασίστηκε και η μη εξαργύρωση των επίδικων επιταγών εντοπίζεται κενό, εφόσον σε αυτές αναγράφηκε η ένδειξη ¨ Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα¨.
  2. Παρόλο ότι δεν δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, αντιλαμβάνομαι ότι επί των επιταγών χρειαζόταν όπως τίθενται δύο υπογραφές εφόσον πλην της υπογραφής του κ. Α. Παντελή χρειαζόταν και η υπογραφή του κ. Ν. Τουμαζή. Αυτό εξάλλου γίνεται φανερό από το ότι ο κ. Τουμαζής είχε υπογράψει κάποιες επιταγές εν λευκώ τις οποίες κρατούσε ο κ. Παντελή έτσι ώστε να μη δημιουργείται πρόβλημα όταν ο πρώτος απουσίαζε στο εξωτερικό (βλ παραδεκτό γεγονός αρ.5), αυτό επίσης μπορεί να συναχθεί ότι αποτελούσε και τη πρακτική του εν λόγω σωματείου και από μεταγενέστερη σχετική απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου (Τεκμήριο Α) στη δήλωση παραδεκτών γεγονότων.
  3. Είναι φανερό ότι όταν παρουσιάστηκαν οι επίδικες επιταγές προς εξαργύρωση, αμέσως υπήρξε ανάκληση τους, εφόσον το ένα από τα δύο πρόσωπα που είχαν το δικαίωμα να υπογράφουν σ΄αυτές, ο κ. Ν. Τουμαζής, είχε ρητά ανακαλέσει την υπογραφή του. Με αυτό το δεδομένο η κατηγορούμενη δεν είχε επιλογή παρά να μη προχωρήσει στην εξαργύρωση τους μέχρις ότου διευκρινιστεί το όλο ζήτημα όπως και προσπάθησε στη συνέχεια να κάμει. Τέτοιες οδηγίες είχε και από δύο άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου τα οποία της δήλωσαν ρητά ότι δεν είχε δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο του σωματείου για την έκδοση αυτών των επιταγών και την κάλεσαν να μη τις πληρώσει. Προσπάθεια της να επικοινωνήσει με τον κ. Παντελή, που ήταν το άλλο πρόσωπο που υπέγραψε τις επιταγές αυτές απέβη άκαρπη.
  4. Η συγκεκριμένη σφραγίδα σύμφωνα με τα πιο πάνω δεδομένα είναι φανερό ότι αποσκοπούσε στη διευκρίνιση της θέσης του σωματείου ως προς την εξαργύρωση τους ή όχι. Η εναπόθεση της συγκεκριμένης σφραγίδας εφόσον δεν είχε εντολή μέχρις εκείνη τη στιγμή περί μη πληρωμής τους θεωρήθηκε υπό τις περιστάσεις ως η ενδεδειγμένη.
  5. Με όσα φανερώνουν τα παραδεκτά γεγονότα και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν σε αυτά (Τεκμήρια Α - Στ) κατά τον επίδικο χρόνο συντελούνταν στο εν λόγω σωματείο διεργασίες σε σχέση με διερεύνηση οικονομικών ατασθαλιών στις οποίες φερόταν ότι εμπλέκεται και ο ίδιος ο Πρόεδρος του σωματείου κ. Παντελή (Τεκμήριο Α), οι οποίες δεν θα μπορούσαν να παραγνωριστούν από ένα υπεύθυνο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου Γραμματέας ήταν η κατηγορούμενη.
  6. Οι δηλώσεις που ακολουθούν από το σωματείο και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα όπως αυτές φαίνονται στα Τεκμήρια Β,Γ και Δ φανερώνουν ότι η ενέργεια της κατηγορουμένης εξυπηρέτησε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του σωματείου αλλά και του Οργανισμού που διεύθυνε. Το αντίθετο πιθανόν να περιέπλεκε τα πράγματα και ίσως να δημιουργούσε ανυπολόγιστες ζημιές είτε στο σωματείο - πελάτη του Οργανισμού - είτε στον ίδιο τον Οργανισμό. Επομένως η στάση που τήρησε η κατηγορούμενη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπεύθυνη στάση.
  7. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα η ενέργεια της κατηγορούμενης να μην επιτρέψει προσωρινά την πληρωμή των επίδικων επιταγών θα μπορούσε να αναχθεί στην έννοια του ¨καλόπιστου λάθους¨ όπως προνοείται στη παρ. 5 του άρθρου 305 Α το οποίο σε μια διασταλτική ερμηνεία του θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως ¨εύλογη αιτία¨ η οποία κατά την άποψη μου συνέτρεχε υπό τις περιστάσεις λαμβανομένου υπόψη των μεγάλων ποσών που αφορούσαν οι επιταγές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα εφόσον ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος (η κατάσταση των υπολοίπων του λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές) και η μαρτυρία αυτή εξεταζόμενη αντικειμενικά καθίσταται αντινομική και στερείται πειστικότητας εφόσον τα ίδια τα εμπλεκόμενα πρόσωπα όπως ο κ. Ν. Τουμαζής ένας από τα πρόσωπα που συνυπέγραψαν τις επιταγές όπως και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, διαβεβαίωναν την κατηγορούμενη ότι δεν υπήρχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την έκδοση των επιταγών και την καλούσαν να μη τις πληρώσει. Επομένως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής στερείται πειστικότητας και έτσι το Δικαστήριο με αυτή τη μαρτυρία δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί σε καταδίκη της κατηγορούμενης. Καταλήγω να απαλλάξω και αθωώσω την κατηγορούμενη από αυτό το στάδιο και στις δύο κατηγορίες. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.