← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακο ν. Χρίστος Σαράντης, Αρ. Υπόθεσης: 3400/10, 1 Αυγούστου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακο ν. Χρίστος Σαράντης, Αρ. Υπόθεσης: 3400/10, 1 Αυγούστου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3400/10 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Χρίστος Σαράντης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 1 Αυγούστου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος. Κ. Αντρέου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία), την κατηγορία χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας (2η κατηγορία), την κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης μαθητευόμενου χωρίς να επιβαίνει στη θέση του συνοδηγού πρόσωπο που κατείχε άδεια οδήγησης για περίοδο δύο χρόνων της ίδια κατηγορίας (3η κατηγορία), την κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ληγμένη άδεια οδήγησης (4η κατηγορία), την κατηγορία της εγκατάλειψης σκηνής δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας (5η κατηγορία), την κατηγορία παράλειψης αναφορά δυστυχήματος στην αστυνομία (6η κατηγορία), την κατηγορία της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας (7η κατηγορία), την κατηγορία της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ πιστοποιητικού καταλληλότητας (8η κατηγορία), την κατηγορία της στάθμευσης οχήματος στην αντίθετη πλευρά της πορείας του οχήματος (9η κατηγορία) και την κατηγορία της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών από την αλλαγή ιδιοκτησίας του οχήματος χωρίς να εγγραφεί νέος ιδιοκτήτης. (10η κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες κατηγορίας τον Λοχία 838 Σίμο Μηλιώτη (ΜΚ1), τον αστ. 86 Παναγιώτη Γρηγορίου (ΜΚ2), τον Θεόδωρο Θεοδώρου (ΜΚ3), τον Γιώργο Νεοπτολέμου (ΜΚ4), τον Κυριάκο Κυριάκου (ΜΚ5), τον αστ.3229 Βασίλη Ιακώβου (ΜΚ6) τον αρχιαστυφύλακα 1317 Κώστα Παπαδόπουλο (ΜΚ7), τον Βάσο Κοσμά (ΜΚ8), τον Stanly Porn Garne (ΜΚ9) και τον Πέτρο Πέτρου (ΜΚ10). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω κατατέθηκαν παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους και εγκρίθηκαν ως τέτοια τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 8: Έκθεση του Δικανικού Εργαστηρίου της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας σχετική με τα αποτελέσματα επιστημονικής εξέτασης τεκμηρίων. Τεκμήριο 9: Γραπτή κατάθεση του Γιαννή Αναστασιάδη Γιαννή. Τεκμήριο 10: Έγγραφο του αρχείου της αστυνομίας αναφορικά με την ημερομηνία λήξης της ισχύος άδειας οδήγησης του κατηγορούμενου. Τεκμήριο 11: Πιστοποιητικό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών αναφορικά με τα στοιχεία του οχήματος υπ' αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899. Τεκμήριο 12: Γραπτή κατάθεση του ιατρού Νικόλα Χαραλάμπους του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Τεκμήριο 23: Γραπτή κατάθεση του Μιχάλη Χαραλάμπους. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λήφθησαν υπόψη όλοι εκείνοι οι παράγοντες και παράμετροι που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και έχοντας κατά νου ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς καθώς η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρας δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Aγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1ΑΑΔ 263 Γενικός Εισαγγελέας v.Mανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας και είναι φωτογράφος της αστυνομίας. Στις 6/7/09 και περί η ώρα 16:15 στη παρουσία και μετά από υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης έλαβε αριθμό φωτογραφιών του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ
  1. Ακολούθως έλαβε αριθμό φωτογραφιών από τη σκηνή του δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στις 4/7/09 περί η ώρα 20:20 στη συμβολή της Λεωφόρο Παπανικολή με την οδό Αγίας Θέκλης παρά το περίπτερο «παζαράκι» με ενεχόμενα οχήματα το αναφερόμενο μοτοποδήλατο και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ
  2. Στις 8/7/09 στο περιφραγμένο χώρο φύλαξης οχημάτων του Τμήματος Τροχαίας Λάρνακας έλαβε αριθμό φωτογραφιών του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ
  3. Στις 12/7/09 έλαβε περαιτέρω αριθμό φωτογραφιών από τη σκηνή του δυστυχήματος και στις 13/7/09 με υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης έλαβε αριθμό φωτογραφιών που αφορούσαν την αντιπαραβολή των ζημιών μεταξύ των δύο οχημάτων κατά τη λήψη των οποίων ήταν παρών και ο κατηγορούμενος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ
  4. Κατέθεσε τις αναφερόμενες φωτογραφίες σε δέσμη ως τεκμήριο
  5. Αναφέρθηκε στις ζημιές των οχημάτων όπως αυτές απεικονίζονται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2 και υποδεικνύοντας την φωτογραφία με αριθμό 9 ανέφερε ότι φαίνεται μικρό κομμάτι, κάτι σαν ξέσμα, από το αυτοκίνητο να παρέμεινε πάνω στο μοτοποδήλατο. Υπέδειξε στις φωτογραφίες 19-25 τις ζημιές του αναφερόμενου αυτοκινήτου στο μπροστινό αριστερό μέρος, το τρίψιμο στη γωνιά του μπροστινού προφυλακτήρα, το σπασμένο σηματοδότη και το βούλωμα στο αριστερό μπροστινό φτερό. Στις φωτογραφίες 30-34 εμφανίζεται ο εξεταστής της υπόθεσης να αντιπαραβάλλει τα δύο ενεχόμενα οχήματα των οποίων οι ζημιές φαίνεται να συνάδουν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως δεν είναι εκτιμητής ζημιών ούτε εμπειρογνώμονας στην αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και η αντιπαραβολή των ζημιών στα δύο οχήματα έγινε από τον εξεταστή της υπόθεσης και όχι από τον ίδιο. Ο ΜΚ1 ήταν τυπικός μάρτυρας αφού ήταν ο αστυφύλακας που με υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης έλαβε αριθμό φωτογραφιών τις οποίες και κατάθεσε ως τεκμήριο
  6. Ανέφερε ρητά ότι δεν είναι εκτιμητής ζημιών ούτε και κατέχει οποιαδήποτε προσόντα για την αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Συνεπώς η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση, γίνεται πλήρως αποδεκτή, ενόψει και της καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση τεκμήριο 3 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι ήταν ο εξεταστής του αναφερόμενου δυστυχήματος. Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε στη τελική του θέση το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389 και τον οδηγό του Γιάννη Γιαννή 62, ετών τραυματισμένο στην άσφαλτο. Έλαβε διάφορες πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία του άλλου ενεχόμενου οχήματος σύμφωνα με τις οποίες επρόκειτο για ένα αυτοκίνητο τύπου σαλούν και χρώματος άσπρου. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 4) το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψε σε τελικό (τεκμήριο 5). Ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι διπλής κατεύθυνσης και διαχωρίζεται με διαχωριστική άσπρη γραμμή. Ήταν άσφαλτος καλής επιφάνειας ευθύς και επίπεδος. Σύμφωνα με την πορεία του ενεχόμενου αυτοκινήτου από το σημείο εισόδου του στο οδόστρωμα υπήρχε ορατότητα πέραν των 300μ. προς τα αριστερά και πέραν των 200μ. προς τα δεξιά. Το δυστύχημα έγινε περί η ώρα 20:20 και η ορατότητα στο δρόμο ήταν ικανοποιητική αφού υπήρχε φυσικό φως. Κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης από τα ίχνη που εντόπισε στην άσφαλτο τα οποία προκλήθηκαν από την είσοδο του αυτοκινήτου από το ανοιχτό χωμάτινο χωράφι στο δρόμο και σταματούν στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση. Επιπρόσθετα εντόπισε ένα σιδερένιο χερούλι των φρένων του μοτοποδήλατου το οποίο έσπασε από τη σύγκρουση και με τη πτώση του δημιούργησε σημάδι στην άσφαλτο. Το μοτοποδήλατο έφερε ζημιές στο μπροστινό και πίσω δεξί πλαστικό, γδαρσίματα στο εξώστ και στο μπροστινό αριστερό πλαστικό, έσπασε ο μπροστινός δεξιός σηματοδότης και το χερούλι των φρένων. Επίσης έφερε ίχνη ξένα προς αυτό και μεταφέρθηκε με προσοχή στο τμήμα τροχαίας όπου φυλάχθηκε σε περιφραγμένο και κλειδωμένο γκαράζ φύλαξης δικύκλων. Στις 6/7/09 εξασφαλίστηκε γραπτή μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου για εμπλοκή του στο αναφερόμενο δυστύχημα ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 και εναντίον του εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Στις 8/7/09 στη περιοχή Ποταμιάς στη Λευκωσία ο ΜΚ2 εντόπισε το αναφερόμενο όχημα και το έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση, ο κατηγορούμενος όμως αντιλήφθηκε τη παρουσία του και διέφυγε από το μέρος. Την ίδια μέρα περί η ώρα 18:00 το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 εντοπίστηκε εγκατελειμμένο σε απόμερη περιοχή του Τεκκέ στη Λάρνακα. Έφερε ζημιές στην αριστερή μπροστινή πλευρά οι οποίες ταυτίζονται με αυτές που προκλήθηκαν στο αναφερόμενο τροχαίο δυστύχημα και μεταφέρθηκε με ρυμουλκό στη τροχαία Λάρνακας για σκοπούς φύλαξης και προστασίας. Μετά από έλεγχο διαπίστωσε ότι στο αυτοκίνητο υπήρχε ελαφρύ βούλωμα και εκδορές στο αριστερό μπροστινό φτερό καθώς και εκδορές στην αριστερή γωνιά του μπροστινού πλαστικού προφυλακτήρα. Υπήρχαν επίσης και κάποιες άλλες μικροζημιές που δεν εσυνδέονταν με το δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος στις 9/7/09 προσήλθε από μόνος του στο τμήμα Τροχαίας Λάρνακας όπου και συνελήφθη βάσει δικαστικού εντάλματος. Ανακρίθηκε γραπτώς αλλά απέφυγε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικές με το τροχαίο δυστύχημα. Στις 10/7/09 στην παρουσία του κατηγορούμενου ο αστυφύλακας 1337 Κ. Παπαδόπουλος του ΤΑΕ Λάρνακας έλαβε ξύσμα μπογιάς από το μπροστινό κάτω αριστερό μέρος του προφυλακτήρα του οχήματος ΑΒΒ899 και ακολούθως ίχνος μπογιάς από τη βίδα πλαστικού στο μπροστινό δεξιό μέρος του μοτοποδήλατου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389 τα οποία και παρέδωσε σε σφραγισμένα μπουκάλια στο ΜΚ
  7. Στις 10/7/09 ανεξάρτητος μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που αμέσως πριν το δυστύχημα οδήγησε το άσπρο σαλούν αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο παζαράκι. Στις 13/7/09 ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο ο οποίος απάντησε πως δεν έχει να πει τίποτα. Στις 14/7/09 παρέδωσε στο Δικανικό εργαστήριο του Αρχηγείου Αστυνομίας τα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια και στις 30/8/09 παρέλαβε την έκθεση των αποτελεσμάτων σύμφωνα με τα οποία υπήρχε ταυτοποίηση των δειγμάτων μπογιάς που λήφθηκαν από τα δύο οχήματα. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως οι ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων ταυτίζονταν μεταξύ τους. Ισχυρίσθηκε ότι είχε τοποθετήσει τα δύο οχήματα το ένα δίπλα από το άλλο και αφού σύγκρινε τις ζημιές διαπίστωσε ότι αυτές βρίσκονταν στο ίδιο ύψος και ταυτίζονταν μεταξύ τους. Ανέφερε ότι ο μάρτυρας που αναγνώρισε τον κατηγορούμενο είναι ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου από το οποίο ο κατηγορούμενος αγόρασε μπύρες και τσιγάρα αμέσως πριν από την πρόκληση του δυστυχήματος. Έλαβε επίσης κατάθεση από τον οδηγό του μοτοποδήλατου η οποία κατατέθηκε παραδεκτή ως προς το περιεχόμενο της (τεκμήριο 9). Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου υπέδειξε την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο με την όπισθεν ταχύτητα και κατεύθυνση προς τον ανοικτό χωμάτινο χώρο. Ανέφερε επίσης ότι αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος είδαν το αυτοκίνητο αυτό να εισέρχεται στο δρόμο από το χωμάτινο χωράφι και να κτυπά το μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ2, μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο και εξέθεσε στο Δικαστήριο τα ευρήματα στα οποία κατέληξε μετά από τη διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να διακρίνω οποιανδήποτε προσπάθεια του να παραποιήσει τα γεγονότα σε βάρος της αλήθειας. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν διέκρινα οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του, γι' αυτό, πλην των σημείων που αναφέρονται πιο κάτω αποδέχομαι πλήρως τη υπόλοιπη μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας την οποία προσήγαγε σε σχέση με το τι ανέφεραν άλλοι μάρτυρες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα, λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα αλλά και γιατί το περιεχόμενο της, στο μεγαλύτερο της μέρος επιβεβαιώνεται και από τους ίδιους τους μάρτυρες. Από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι μόνο ότι ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου (ΜΚ5) είδε το πρόσωπο που μπήκε στο περίπτερο να κατεβαίνει προηγουμένως από το άσπρο αυτοκίνητο. Τούτο διότι ο ΜΚ5 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο αλλά σύμφωνα με τη μαρτυρία του είδε το πρόσωπο αυτό αφού μπήκε στο περίπτερο του και όχι προηγουμένως. Περαιτέρω δεν αποδέχομαι την ακριβή πορεία της εισόδου του αναφερόμενου οχήματος στο ανοικτό χωράφι όπως σημειώνεται στο τεκμήριο 5 καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει την πορεία αυτή με ακρίβεια. Ο ΜΚ3 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 3 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι στις 4/7/09 και περί η ώρα 20:15 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Παπανικολή με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Πριν να φτάσει στην είσοδο της παρόδου της οδού Αγίας Θέκλης σε απόσταση 50-60μ μπροστά του εκινείτο ευθεία ένα μοτοποδήλατο τύπου skooter. Καθώς ο μοτοποδηλάτης έφτασε μπροστά από τη πάροδο, τότε ο ΜΚ3, είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο τετράπορτο σαλούν να εκκινά από το ανοικτό οικόπεδο δίπλα από το περίπτερο «παζαράκι», να εισέρχεται στο δρόμο και να κτυπά με τη μπροστινή αριστερή του γωνιά το μοτοποδήλατο με αποτέλεσμα αυτό και ο οδηγός του να πέσουν στη άσφαλτο. Στη συνέχεια και πλησιάζοντας προς τη σκηνή είδε το αυτοκίνητο να κινείται περί το ένα μέτρο με την όπισθεν ταχύτητα για να αποφύγει το μοτοποδήλατο και να κατευθύνεται προς την πάροδο της οδού Αγίας Θέκλης. Ακολούθησε το αυτοκίνητο αυτό για να δει τους αριθμούς εγγραφής του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στη συνέχεια επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος όπου βρήκε τον οδηγό του μοτοποδήλατου τραυματισμένο. Ο ΜΚ3 υπέδειξε στο τελικό σχέδιο τεκμήριο 5 την πορεία που ακολουθούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος και ο οδηγός του μοτοποδηλάτου. Όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες με αριθμούς 19-25 του τεκμηρίου 2 ανέφερε πως δεν αναγνωρίζει εάν το αυτοκίνητο που φαίνεται σε αυτές είναι το ίδιο που είδε κατά την πρόκληση του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως είδε το άσπρο αυτοκίνητο τη στιγμή που αυτό εκκινούσε από το άδειο οικόπεδο και όχι προηγουμένως. Ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη γι' αυτό και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι μόνο το σημείο της γραπτής κατάθεσης του όπου αναφέρει, ότι, ο οδηγός του άσπρου αυτοκινήτου ήταν άνδρας και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίφαση με την προφορική του μαρτυρία κατά την οποία είπε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν άνδρας. Ο ΜΚ4 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 14 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι στις 4/7/09 είδε από την τηλεόραση ότι εκεί που βρίσκεται το περίπτερο «παζαράκι» έγινε ένα σοβαρό τροχαίο δυστύχημα. Την επόμενη μέρα δηλαδή στις 5/7/09 βρέθηκε με τον κατηγορούμενο στην Αγία Νάπα, ο οποίος είναι φίλος του και πήγαν για ψάρεμα. Το μεσημέρι επέστρεψαν και κάθισαν σε ένα καφενείο για φαγητό. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος του ζήτησε να βγουν έξω για να του δείξει κάτι και αφού κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο του το οποίο ήταν σαλούν μάρκας Lancia χρώματος άσπρου με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899, δείχνοντας του ένα κτύπημα στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του είπε, ότι, το προηγούμενο βράδυ εκεί που είναι το περίπτερο «παζαράκι» κτύπησε κάποιο μοτοποδήλατο με οδηγό ένα ηλικιωμένο και έφυγε από τη σκηνή του δυστυχήματος επειδή δεν είχε άδεια οδηγού και πιστοποιητικό ασφάλειας. Ο ΜΚ4 ζήτησε αρκετές φορές από τον κατηγορούμενο να αναφέρει το γεγονός στην αστυνομία αλλά αυτός αρνήθηκε να το κάνει. Υπέδειξε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στη φωτογραφία 19 του τεκμηρίου
  8. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε πως είδε πάνω στο αυτοκίνητο γδαρσίματα, βούλωμα και ένα σπασμένο τραφικέιτορ, δεν γνώριζε όμως, πως επεσυνέβηκε ακριβώς το δυστύχημα διότι ο κατηγορούμενος αναφέροντας του τα πιο πάνω δεν του ανέφερε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ισχυρίσθηκε πως ο ίδιος δεν είδε σημάδια από κόκκινη μπογιά στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και ότι αυτό ήταν κάτι που το ανέφερε η αστυνομία. Ο ΜΚ4, μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Κατέθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα διαδραματίσθηκαν κατά την συνάντηση του με τον κατηγορούμενο. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα γι' αυτόν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής, που προσήγαγε σε σχέση με τις δηλώσεις που του έκανε ο κατηγορούμενος και σύμφωνα με τις οποίες στις 5/7/09 παραδέχθηκε ότι το προηγούμενο βράδυ εκεί που είναι το περίπτερο παζαράκι οδηγώντας το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 κτύπησε μία μοτοσικλέτα που οδηγείτο από ένα ηλικιωμένο άντρα και εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα λόγω της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου, στο σημείο αυτό εν πάση περιπτώσει παρέμεινε αναντίλεκτη. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η διαφορά που εντοπίζεται στη γραπτή κατάθεση με την προφορική του μαρτυρία αναφορικά με το αν είδε σημάδια από κόκκινη μπογιά στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν κρίνεται ικανή να αλλοιώσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν. Αντίθετα υποδεικνύει την ειλικρίνεια του μάρτυρα ο οποίος ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν είδε ίχνη κόκκινης μπογιάς στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και ότι αυτό ήταν κάτι που το ανέφερε η αστυνομία. Ο ΜΚ5 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 15 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου παζαράκι το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Παπανικολή στη Λάρνακα. Στις 4/7/09 βρισκόταν μέσα στο περίπτερο και γύρω στις 20:15 ένα πρόσωπο με γένια, ύψους γύρω στα 1.70μ μελαχρινός και ηλικίας περίπου τριάντα χρονών μπήκε στο περίπτερο πήρε από το ψυγείο δύο μπύρες και στη συνέχεια πήγε στο ταμείο και του ζήτησε τσιγάρα μάρκας Rothmans μπλε. Του τα έδωσε και αφού συνομίλησαν για λίγο το πρόσωπο αυτό τον πλήρωσε και βγήκε έξω από το περίπτερο. Στη συνέχεια και ενώ βρισκόταν όρθιος στο ταμείο κοντά στο παράθυρο του περιπτέρου τον είδε να κάθεται στη θέση του οδηγού μέσα σε ένα άσπρο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο και στο οποίο δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στη θέση του συνοδηγού. Είδε το αυτοκίνητο αυτό να κινείται με την όπισθεν ταχύτητα προς το χωράφι που βρίσκεται δίπλα από το περίπτερο και ακολούθως άκουσε θόρυβο και είδε να σηκώνεται σκόνη στην ατμόσφαιρα. Βγήκε έξω από το περίπτερο όπου διαπίστωσε ότι κτυπήθηκε ένας μοτοποδηλάτης ο οποίος βρισκόταν πεσμένος στην άσφαλτο δίπλα από τη μοτοσικλέτα του. Στις 10/7/09 στα γραφεία του ΤΑΕ είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που στις 4/7/09 μπήκε στο περίπτερο του και στη συνέχεια στο άσπρο αυτοκίνητο που κινήθηκε με κατεύθυνση προς το άδειο χωράφι. Υπέδειξε στη φωτογραφία 31 του τεκμηρίου 2 τη θέση στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο στεκόταν μέσα στο περίπτερο και στις φωτογραφίες 26 και 28 τη θέση στην οποία το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο του. Ισχυρίσθηκε ότι έβλεπε το αυτοκίνητο να κινείται με την όπισθεν ταχύτητα μέχρι το τέλος του περιπτέρου και από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο μέχρι που άκουσε το θόρυβο πέρασαν μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Δεν είδε όμως πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Στις 12/7/09 έδωσε συμπληρωματική κατάθεση, τεκμήριο 6, στην οποία αναφέρει ότι στις 12/7/09 υπέδειξε στους αστυνομικούς που πήγαν στο χώρο του περιπτέρου τη θέση που στεκόταν στο ταμείο τη μέρα του δυστυχήματος καθώς και τη θέση που ήταν σταθμευμένο το άσπρο αυτοκίνητο του οποίου το μπροστινό του μέρος είχε κατεύθυνση προς το Debenhams. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι του υποδείχθηκε από την αστυνομία το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν ήταν όμως βέβαιος ότι αυτό είναι το αυτοκίνητο που είδε τη μέρα του δυστυχήματος. Γι' αυτό που ήταν βέβαιος και το ανέφερε και στην αστυνομία ήταν ότι το χρώμα του αναφερόμενου αυτοκινήτου ήταν άσπρο. Ο ίδιος από τη θέση που βρισκόταν έβλεπε μέχρι το τέλος του περιπτέρου και όχι μέχρι το χωράφι που βρίσκεται αμέσως μετά από το περίπτερο. Η κατεύθυνση που ακολούθησε το αυτοκίνητο ήταν προς το άδειο χωράφι δεν είδε όμως την είσοδο μέσα σε αυτό. Ο ΜΚ5 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Εξέθεσε με θετικό και απέρριτο τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια του να παραποιήσει αυτά σε βάρος της αλήθειας. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα γι' αυτόν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένου και του μέρους εκείνου σύμφωνα με το οποίο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που μπήκε στο περίπτερο του λίγα δευτερόλεπτα πριν το δυστύχημα. Τούτο βέβαια μετά που το Δικαστήριο εξέτασε την ποιότητα της αναγνώρισης αυτής, στα πλαίσια που έχει θέσει η νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R.V. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία και έχει έκτοτε υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Μεταξύ άλλων, Αναστασιάδης v. Δημοκρατίας
(1977)2 ΑΑΔ 97, Κατσιαμάλης v. Δημοκρατίας
(1980)2 ΑΑΔ 107, Ρωσσίδης v. Δημοκρατίας
(1983)2 ΑΑΔ 391, Ιωάννης Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.6361, ημερ.21.9.1998, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου v.Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 6399, ημερ.21/5/1998 και Δημήτρης Δημητρίου άλλως «Πόμπος» v. Αστυνομία, Ποιν.Εφ. 123/05, ημερ. 4/7/2006). Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι, τα ακόλουθα λαμβάνονται υπ' όψιν ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι και αφού το Δικαστήριο λάβει σχετική προειδοποίηση περί του κινδύνου στήριξης με ασφάλεια στην αναγνώριση στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε ο μάρτυρας οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποίου είδους φωτισμό; (δ) την ύπαρξη οποιουδήποτε εμπόδιου στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον κατηγορούμενο προηγουμένως και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) και το κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μια παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα όσα πιο πάνω αναφέρονται ο ΜΚ5 είδε τον κατηγορούμενο από πολύ κοντινή απόσταση, για αρκετό χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε μάλιστα την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του. Των πιο πάνω δεδομένων θεωρώ ότι η ποιότητα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου είναι καλή και μπορώ να βασισθώ σε αυτή. Σημειώνω περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος με τη κατάθεση του τεκμήριο 7 δηλώνει ότι του ζητήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη και δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να το πράξει αναφέροντας πως όποιος επιθυμεί μπορεί να προσέλθει στο γραφείο του ΤΑΕ Λάρνακας για να τον δει. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του ΜΚ5 σε ότι αφορά την αναγνώριση του κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο ΜΚ6 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 17 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι στις 8/7/09 έλαβε πληροφορία ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 βρίσκεται εγκαταλειμμένο στη περιοχή Τεκκέ στη Λάρνακα. Μετέβηκε στη περιοχή Τεκκέ, όπου, μετά από αρκετές έρευνες εντόπισε το όχημα σταθμευμένο σε απόμερο σημείο κάτω από δέντρα. Έλεγξε εξωτερικά το αυτοκίνητο και διαπίστωσε ότι αυτό έφερε ζημιές στην αριστερή μπροστινή γωνία. Συγκεκριμένα υπήρχαν εκδορές στο αριστερό μπροστινό φτερό και ελαφρύ βούλωμα καθώς και εκδορές στη γωνία του μπροστινού πλαστικού προφυλακτήρα. Αναζήτησε στη γύρω περιοχή τον οδηγό ή τον ιδιοκτήτη του οχήματος χωρίς όμως αποτέλεσμα γι' αυτό κλήθηκε στο σημείο ρυμουλκό για να το μεταφέρει στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας, για σκοπούς φύλαξης και προστασίας. Στο μέρος αφίχθηκε ρυμουλκό της εταιρείας «Sergio Express Ltd» με οδηγό τον Πέτρο Πέτρου ο οποίος στη παρουσία του το φόρτωσε προσεκτικά και το μετέφερε με τη συνοδεία του στο περιφραγμένο χώρο φύλαξης οχημάτων της Τροχαίας Λάρνακας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6 ανέφερε πως όταν έλαβε οδηγίες να εντοπίσει το αυτοκίνητο του αναφέρθηκε η μάρκα και το χρώμα του καθώς και ότι αυτό φέρει ζημιές στο μπροστινό αριστερό μέρος. Δεν θυμόταν να εντόπισε μπογιές πάνω στο αυτοκίνητο και δεν γνώριζε κατά πόσο οι υπόλοιπες ζημιές που έφερε το αυτοκίνητο προκλήθηκαν από το αναφερόμενο δυστύχημα. Ο ΜΚ6 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΚ7 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 18 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Είναι ειδικευμένος φωτογράφος και Δακτυλοσκόπος. Στις 10/7/09 προέβηκε σε εξέταση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 και του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389, σχετικά με την εξέταση υπόθεσης τροχαίου δυστυχήματος. Κατά την εξέταση των οχημάτων παρέλαβε ξέσμα μπογιάς από το κάτω μέρος του αριστερού μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 (ΚΠ1) και ίχνη μπογιάς (λωρίδα) από τη βίδα πλαστικού στο δεξιό μπροστινό μέρος του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389 (ΚΠ2). Συσκεύασε και υπέγραψε ο ίδιος τα αναφερόμενα τεκμήρια και τα παρέδωσε στον αστυνομικό 86 της Τροχαίας Λάρνακας. Επεξήγησε πως πάνω από την ταινία που τοποθέτησε ο ίδιος στα συσκευασμένα τεκμήρια υπάρχει και δεύτερη ταινία με πράσινα γράμματα η οποία τοποθετήθηκε από τους εμπειρογνώμονες μετά την εξέταση των τεκμηρίων. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι του υποδείχθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης σε ποιο σημείο του αυτοκινήτου έγινε η σύγκρουση και ο ίδιος στη συνέχεια έκρινε από πού ακριβώς να λάβει το δείγμα. Το δείγμα μπογιάς που παρέλαβε από το μοτοποδήλατο ήταν ξένο προς αυτό. Υπήρχε γδάρσιμο στη βίδα με αντικείμενο που δεν ανήκει στο μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ7 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με σταθερό, θετικό και επεξηγηματικό τρόπο αναφορικά με τις ενέργειες του και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν προσπάθησε να παραποιήσει τα γεγονότα σε βάρος της αλήθειας. Η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο ΜΚ8, ανέφερε ότι είναι χημικός και υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης (τεκμηρίου 8) στην οποία περιγράφονται τα δείγματα που λήφθησαν από τα δύο οχήματα και το αποτέλεσμα της επιστημονικής εξέτασης σύμφωνα με τα οποία τα ίχνη μπογιάς που λήφθησαν από το μοτοποδήλατο ΕΖΑ389 είναι όμοιου τύπου με τα ξύσματα που λήφθησαν από το όχημα ΑΒΒ899 και έχουν την ίδια πηγή προέλευσης. Ανέφερε πως τα άγνωστα ίχνη που λήφθησαν από το μοτοποδήλατο είναι όμοιου τύπου με τα ίχνη του αυτοκινήτου, έχουν δηλαδή την ίδια πηγή προέλευσης. Κατέθεσε ως τεκμήρια 19 και 20 τα μπουκαλάκια στα οποία είναι συσκευασμένα τα δείγματα που λήφθησαν από τα δύο οχήματα και έτυχαν επιστημονικής εξέτασης από τον ίδιο. Επεξήγησε ότι λέγοντας πως τα δείγματα είναι όμοιου τύπου σημαίνει, ότι, αυτά ταυτίζονται τόσο όσον αφορά τα φυσικά όσο και τα χημικά χαρακτηριστικά. Ανέφερε ότι εξέτασε τα τεκμήρια μακροσκοπικά και μικροσκοπικά. Με μικροσκόπιο εξέτασε τα στρώματα της μπογιάς τα οποία σύγκρινε μεταξύ τους, δηλαδή πόσα ήταν καθώς και τη σειρά τους και τις αλλοιώσεις που είχαν επιφανειακά. Εξέτασε επίσης τα στρώματα μπογιάς κάθε ένα ξεχωριστά με υπέρυθρο φασματογράφο και σύγκρινε τα υπέρυθρα φάσματα μεταξύ τους. Το συμπέρασμα του από τις εξετάσεις που διενήργησε ήταν ότι αυτά ταυτίζονται μεταξύ τους. Ανέφερε ότι τα ίχνη μπογιάς που λήφθησαν από το μοτοποδήλατο τα οποία ήταν ξένα προς αυτό, είχαν την ίδια πηγή προέλευσης με τα ξύσματα μπογιάς που παραλήφθησαν από το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε τα οχήματα από τα οποία λήφθησαν τα δείγματα. Επανέλαβε ότι λέγοντας πως τα δείγματα των τεκμηρίων 19 και 20 είναι όμοιου τύπου σημαίνει ότι σε αυτά ταυτίζονται τα φυσικά και χημικά τους χαρακτηριστικά. Ανέφερε ότι από την εξέταση με το υπέρυθρο διαπίστωσε πως αυτά ήταν ίδια ποιοτικά. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η μπογιά των τεκμηρίων 19 και 20 πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε και σε άλλο αυτοκίνητο της ιδίας μάρκας, ιδίου μοντέλου και ίδιας χρονολογίας με το αυτοκίνητο ΑΒΒ899 όχι όμως σε αυτοκίνητο άλλης μάρκας διότι κάθε κατασκευάστρια εταιρεία χρησιμοποιεί διαφορετικές μπογιές με διαφορετικές χημικές συστάσεις. Ο ΜΚ8, του οποίου σημειώνω ότι τα επιστημονικά προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Εξέθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα ευρήματα του και επεξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για να καταλήξει σε αυτά. Ήταν σαφής, επεξηγηματικός και πειστικός κατά την μαρτυρία του και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο ΜΚ9 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 21 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι στις 4/7/09 περί η ώρα 8:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Αγίας Θέκλης με κατεύθυνση τη Λεωφόρο Παπανικολή. Σταμάτησε στο ΑΛΤ της οδού Αγίας Θέκλης για να ελέγξει το δρόμο προτού να στρίψει δεξιά. Καθώς περίμενε είδε ένα αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο παζαράκι με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού να εισέρχεται με την όπισθεν ταχύτητα σε ένα ανοικτό χωράφι και αυτόματα να κινείται προς τη κατεύθυνση της οδού Αγίας Θέκλης. Την ίδια ώρα είδε ένα μοτοποδήλατο το οποίο εκινείτο με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού να συγκρούεται με το αυτοκίνητο το οποίο στη συνέχεια έφυγε από τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να σταματήσει και να εξετάσει αν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου ήταν εντάξει. Το μόνο πράγμα για το οποίο ήταν σίγουρος είναι ότι το αυτοκίνητο είναι «οικογενειακό» και χρώματος άσπρου. Δεν είδε τον οδηγό του αναφερόμενου αυτοκινήτου ούτε τους αριθμούς εγγραφής του. Παρέμεινε στη σκηνή μέχρι που ήρθε η αστυνομία στην οποία και έδωσε τα στοιχεία του. Υπέδειξε στο σχέδιο τεκμήριο 5 τη θέση όπου το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο καθώς και το ανοικτό χωράφι από το οποίο αυτό εκκίνησε και εισήλθε στο δρόμο. Όταν του υποδείχθηκε η φωτογραφία 24 του τεκμηρίου 2 ανέφερε πως το αυτοκίνητο που φαίνεται στη φωτογραφία αυτή το είδε στο τμήμα της Τροχαίας Λάρνακας δεν είναι όμως εκατόν τοις εκατόν σίγουρος εάν είναι αυτό που είδε κατά το δυστύχημα. Για το μόνο που ήταν σίγουρος είναι ότι το χρώμα του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν άσπρο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ9 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε πως από τη στιγμή που εκκίνησε το άσπρο αυτοκίνητο μέχρι τη σύγκρουση ο ίδιος βρισκόταν στο ΑΛΤ της οδού Αγίας Θέκλης διότι δεν γνώριζε κατά πόσο το αυτοκίνητο αυτό θα κατευθυνόταν προς το μέρος του. Σε υποβολή ότι είδε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων αλλά όχι τη πορεία του αυτοκινήτου την οποία και πιθανολογεί ο μάρτυρας απάντησε θετικά. Ο ΜΚ9 παρόλο που σε γενικές γραμμές μαρτύρησε την αλήθεια θεωρώ ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία του έρχεται σε αντίφαση με την γραπτή κατάθεση του. Συγκεκριμένα ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι είδε τη πορεία του άσπρου αυτοκινήτου από τη στιγμή που εκκίνησε από το περίπτερο μέχρι την ώρα που συγκρούσθηκε με το μοτοποδήλατο κατά την αντεξέταση του σε σχετική υποβολή της υπεράσπισης ότι επειδή την ίδια ώρα έλεγχε το δρόμο, αριστερά και δεξιά δεν είδε όλη τη πορεία που ακολούθησε το άσπρο αυτοκίνητο απάντησε θετικά. Για το λόγο αυτό δεν αποδέχομαι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του. Αποδέχομαι όμως την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα συμπεριλαμβανομένου και του ισχυρισμού του ότι το άσπρο αυτοκίνητο εισήλθε στη Λεωφόρο Παπανικολή από το άδειο οικόπεδο και συγκρούσθηκε με το μοτοποδήλατο. Ο ισχυρισμός του αυτός επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ3 η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι προηγουμένως το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο και κινήθηκε με την όπισθεν ταχύτητα με κατεύθυνση προς το άδειο οικόπεδο συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ5 η οποία επίσης έχει γίνει αποδεκτή. Ο ΜΚ10 είναι ο οδηγός του ρυμουλκού που μετέφερε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου από τη περιοχή Τεκκέ στη Τροχαία Λάρνακας. Ανέφερε ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν εγκατελειμμένο πίσω από το πάρκο του Τεκκέ. Είχε ζημιές και εκδορές στο αριστερό μπροστινό προφυλακτήρα και αρίστερό μπροστινό φτερό. Αναγνώρισε το αυτοκίνητο αυτό στη φωτογραφία 20 του τεκμηρίου 2. Ισχυρίσθηκε ότι στη κατάθεση του κατέγραψε τις ζημιές που έφερε το αυτοκίνητο για την περίπτωση που θα προκαλούνταν σε αυτό άλλες ζημιές κατά την ρυμούλκηση του. Πρόσεξε όμως από αυτές μόνο τις πιο έντονες επειδή το αυτοκίνητο βρισκόταν ανάμεσα στα δέντρα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως ρυμούλκησε το αυτοκίνητο στη παρουσία της αστυνομίας. Το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο και όταν αυτό μετακινήθηκε διαφάνηκε ότι τα κλειδιά του βρίσκονταν κάτω από αυτό. Δεν γνώριζε και ούτε του ανέφερε η αστυνομία από πού προήλθαν οι ζημιές που έφερε το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ10 θεωρώ ότι ήταν τυπικός μάρτυρας αφού ήταν ο οδηγός του ρυμουλκού με το οποίο ρυμουλκήθηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899. Δεν με έπεισε όμως ότι έλεγε την αλήθεια αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους κατέγραψε στη κατάθεση του μόνο τις ζημιές που έφερε το αυτοκίνητο αυτό στην αριστερή μπροστινή του πλευρά. Τούτο διότι πιστεύω πως υπό τις περιστάσεις είχε την ευκαιρία να δει και τις υπόλοιπες ζημιές που υπήρχαν στο αυτοκίνητο αφού το ρυμούλκησε και το μετέφερε στη Τροχαία Λάρνακας. Αποδέχομαι όμως το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού το οποίο εν πάση περιπτώσει παρέμεινε αναντίλεκτο. Ο κατηγορούμενος κατά την ανώμοτη του δήλωση ανέφερε αυτολεξεί: «Είμαι αθώος δεν γνωρίζω τίποτα για τούτα». Η ανώμοτη δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στη προκειμένη περίπτωση τίποτε το πειστικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορούμενου και συνεπώς δεν είναι δυνατό κάτω από αυτές τις περιστάσεις να αποδοθεί σε αυτή οποιαδήποτε αξία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 4/7/09 και περί η ώρα 20:15 ο κατηγορούμενος μπήκε στο περίπτερο «παζαράκι» που βρίσκεται στη Λεωφόρο Παπανικολή στη Λάρνακα. Πήρε δύο μπύρες από το ψυγείο και στη συνέχεια πήγε στο ταμείο όπου βρισκόταν ο ΜΚ5 και ζήτησε να του δώσει τσιγάρα Rothmans μπλε. Ο ΜΚ5 του έδωσε τα τσιγάρα και αφού συνομίλησαν λίγο μεταξύ τους ο κατηγορούμενος τον πλήρωσε και βγήκε έξω από το περίπτερο. Στη συνέχεια μπήκε στη θέση του οδηγού σε ένα άσπρο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο και στο οποίο δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη θέση του συνοδηγού. Ακολούθως το αυτοκίνητο αυτό κινήθηκε με την όπισθεν ταχύτητα με κατεύθυνση προς το ανοικτό χωράφι που βρίσκεται δίπλα από το περίπτερο. Στη συνέχεια ο ΜΚ5 αφού άκουσε θόρυβο και είδε σκόνη στην ατμόσφαιρα βγήκε από το περίπτερο και διαπίστωσε ότι κτυπήθηκε ένας μοτοποδηλάτης ο οποίος βρισκόταν πεσμένος στην άσφαλτο δίπλα από το μοτοποδήλατο του. Κατά τον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο ο ΜΚ3 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Παπανικολή με κατεύθυνση την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Πριν να φτάσει στην πάροδο της οδού Αγίας Θέκλης πρόσεξε ότι σε απόσταση 50-60μ. μπροστά του εκινείτο ένα μοτοποδήλατο. Όταν αυτό έφτασε μπροστά από τη πάροδο της Αγίας Θέκλης ένα αυτοκίνητο χρώματος άσπρου τετράπορτο εισήλθε στο δρόμο εκκινώντας από ανοικτό χωράφι που βρισκόταν δίπλα από το περίπτερο «παζαράκι» και κατευθυνόμενο προς τη πάροδο της Αγίας Θέκλης κτύπησε το μοτοποδήλατο με τη μπροστινή αριστερή του πλευρά. Από τη σύγκρουση ο μοτοποδηλάτης και το μοτοποδήλατο έπεσαν στην άσφαλτο. Το μοτοποδήλατο είχε αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389 και ο οδηγός του ήταν ο Γιαννής Γιαννή. Το άσπρο αυτοκίνητο κατευθύνθηκε προς τη πάροδο της οδού Αγίας Θέκλης εγκαταλείποντας τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο Μ3 ακολούθησε το άσπρο αυτοκίνητο χωρίς όμως να κατορθώσει να δει τους αριθμούς εγγραφής του. Επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος όπου διαπίστωσε ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου είχε τραυματισθεί. Περί η ώρα 20:40 έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος ο ΜΚ2 ο οποίος βρήκε το μοτοποδήλατο στη τελική του θέση και τον οδηγό του τραυματισμένο στην άσφαλτο. Ο ΜΚ2 περισυνέλεξε διάφορες πληροφορίες γύρω από το συμβάν και αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 4) το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψε σε τελικό σχέδιο (τεκμήριο 5). Ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα ήταν διπλής κατεύθυνσης και διαχωρίζεται με διαχωριστική άσπρη γραμμή. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του μοτοποδηλάτη και σημειώνεται στο τελικό σχέδιο με το γράμμα Χ. Από το σημείο όπου εισήλθε το αυτοκίνητο στο δρόμο υπήρχε ορατότητα πέραν των 300μ. προς τα αριστερά, προς την κατεύθυνση δηλαδή του μοτοποδηλάτη και πέραν των 200μ. προς τα δεξιά. Από τη σύγκρουση το μοτοποδήλατο υπέστηκε ζημιές και έφερε ίχνη ξένα προς αυτό. Μεταφέρθηκε στο Τμήμα Τροχαίας προς φύλαξη. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου είχε τραυματισθεί από το δυστύχημα και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών του μοτοποδηλάτου και της σκηνής του δυστυχήματος. Στις 5/7/09 ο κατηγορούμενος, ανέφερε στο φίλο του ΜΚ4 ότι το προηγούμενο βράδυ, εκεί που βρίσκεται το περίπτερο «παζαράκι» οδηγώντας το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 μάρκας Lancia χρώματος άσπρου κτύπησε μια μοτοσικλέτα που οδηγούσε ένας ηλικιωμένος άνδρας και έφυγε από τη σκηνή του δυστυχήματος επειδή δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και δεν εκαλύπτετο από πιστοποιητικό ασφάλειας. Αναφέροντας αυτά υπέδειξε στον ΜΚ4 κτύπημα στην αριστερή μπροστινή πλευρά του οχήματος του με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899. Στις 8/7/09 το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 εντοπίσθηκε από το ΜΚ2 εγκαταλελειμμένο σε απόμερη περιοχή του Τεκκέ στη Λάρνακα. Το αυτοκίνητο έφερε ελαφριές ζημιές στην αριστερή μπροστινή πλευρά οι οποίες ταυτίζονταν με τις ζημιές του μοτοποδηλάτου. Το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με ρυμουλκό στη Τροχαία Λάρνακας για σκοπούς φύλαξης. Ο ΜΚ1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών του αυτοκινήτου το οποίο έφερε εκδορές και ελαφρύ βούλωμα στο αριστερό μπροστινό φτερό καθώς και εκδορές στην αριστερή γωνιά του μπροστινού πλαστικού προφυλακτήρα. Το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 το έτος 2008 πωλήθηκε στον κατηγορούμενο από τον Μιχάλη Χαραλάμπους ο οποίος το παρέδωσε στον κατηγορούμενο μαζί με τον τίτλο ιδιοκτησίας και το έντυπο μεταβίβασης για να το μεταβιβάσει στο όνομα του (τεκμήριο 23). Κατά τον χρόνο που το αυτοκίνητο πωλήθηκε στον κατηγορούμενο αυτό δεν έφερε οποιεσδήποτε ζημιές στην αριστερή του πλευρά. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 μεταβιβάσθηκε στο όνομα του κατηγορούμενου στις 8/7/09 (τεκμήριο 11). Η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου έληξε στις 31/12/08 και δεν παρουσιάσθηκε για επιθεώρηση στις 22/2/09 που ήταν η τελευταία προθεσμία για την επιθεώρηση του (τεκμήριο 11). Η άδεια οδηγού του κατηγορούμενου έληξε στις 20/8/07 (τεκμήριο 10). Στις 10/7/09 λήφθηκε ξύσμα μπογιάς από το μπροστινό κάτω αριστερό μέρος του προφυλακτήρα του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 και ίχνη μπογιάς από βίδα του πλαστικού στο δεξιό μπροστινό μέρος του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389. Τα δείγματα εστάλησαν για επιστημονικές εξετάσεις οι οποίες έδειξαν ότι αυτά ταυτίζονται. Στις 9/7/09 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος απέφυγε να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις που αφορούσαν το τροχαίο ατύχημα. Με τα πιο πάνω ευρήματα είναι προφανές ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την οδήγηση του υπό αναφορά αυτοκινήτου και η οποία αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Η μαρτυρία που υπάρχει, είναι μόνο περιστατική, ενώ υπάρχει επίσης σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και η ομολογία του κατηγορούμενου προς τον ΜΚ4 ότι την ημέρα του δυστυχήματος κοντά στο περίπτερο παζαράκι ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με ένα μοτοποδήλατο και εγκατέλειψε τη σκηνή. Σύμφωνα με την νομολογία, η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδιέστερη μαρτυρία από την άμεση, από μαρτυρία δηλαδή η οποία από μόνη της τείνει να αποδείξει το αδίκημα, π.χ. μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Η περιστατική αυτή μαρτυρία όχι μόνο δεν είναι υποδιέστερη αλλά αντίθετα όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα λάθους (βλ. Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41 και Πέτρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7661, ημερ. 7/7/2006). Στην Παφίτης, πιο πάνω, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορούμενου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Foyrnides v. Republic
(1986)2 CLR 73, p.79 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Επίσης όπως τέθηκε στην υπόθεση Αθηνής, πιο πάνω το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η περιστατική μαρτυρία είναι η μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα. Σχετική είναι η υπόθεση Σάββας v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258 που αφορούσε μαρτυρία δακτυλικών αποτυπωμάτων και στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στην σελ. 260: «Αναγνώριση μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων από εμπειρογνώμονες σ' αυτά είναι επιτρεπτή και δυνατό να είναι αρκετή για να θεμελιώσει καταδίκη παρόλο ότι αποτελεί τη μόνη μαρτυρία αναγνώρισης». Με γνώμονα την πιο πάνω νομολογία και αρχές και συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας όπως την έχω αποδεχθεί, βρίσκω ότι τα γεγονότα της υπόθεσης συμβιβάζονται μόνο με το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου υπ' αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 το οποίο στις 4/7/09 στη Λεωφόρο Παπανικόλή ενεπλάκη σε δυστύχημα με το μοτοποδήλατο υπ΄αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389 το οποίο οδηγείτο από τον Γιαννή Αναστάση Γιαννή. Κατά τη κρίση μου, υπέρ του συμπεράσματος στο οποίο έχω καταλήξει συνηγορούν τα πιο κάτω. Στις 4/7/09 περί η ώρα 8:15 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο περίπτερο «παζαράκι» στην Λεωφόρο Παπανικολή. Στη συνέχεια κάθισε στη θέση του οδηγού μέσα σε ένα άσπρο αυτοκίνητο το οποίο κινήθηκε με την όπισθεν ταχύτητα με κατεύθυνση προς το άδειο χωμάτινο χωράφι που βρίσκεται δίπλα από το περίπτερο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο ΜΚ5 άκουσε θόρυβο και είδε σκόνη στην ατμόσφαιρα. Βγήκε έξω από το περίπτερο και είδε το μοτοποδήλατο και τον οδηγό της πεσμένο στην άσφαλτο. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ΜΚ3 είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο να εκκινά από το άδειο χωράφι, να εισέρχεται στο δρόμο της Λεωφόρου Παπανικολή και να κτυπά με το αριστερό μπροστινό του μέρος το μοτοποδήλατο υπ' αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ389 το οποίο οδηγείτο από τον Γιαννή Αναστάση Γιαννή. Τη σύγκρουση μεταξύ του αυτοκινήτου και του μοτοποδηλάτου παρακολούθησε και ο ΜΚ9 ο οποίος κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο βρισκόταν στη πάροδο της οδού Αγίας Θέκλης. Στις 8/7/09 το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 βρέθηκε εγκαταλειμμένο στη περιοχή Τεκκέ. Έφερε ζημιές στο αριστερό μπροστινό μέρος οι οποίες ταυτίζονταν με τις ζημιές του μοτοποδήλατου υπ' αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ
  1. Οι επιστημονικές εξετάσεις έδειξαν ότι τα δείγματα μπογιάς που ελήφθησαν από τα δύο οχήματα ταυτίζονταν και είχαν την ίδια πηγή προέλευσης. Η όλη περιστατική μαρτυρία συναρτώμενη και συγκροτημένη ως σύνολο, δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου που ενεπλάκη στο δυστύχημα και ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν το υπ' αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ
  2. Τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Βρίσκω ότι καμία άλλη λογική εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί στη περιστατική αυτή μαρτυρία και στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην εξεταζόμενη υπόθεση, παρά μόνο ότι αυτός ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου που ενεπλάκη στο υπό εξέταση δυστύχημα και που στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος. Καμία άλλη λογική εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί επίσης στο ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 και ότι από το δυστύχημα τραυματίσθηκε ο οδηγός του μοτοποδήλατου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΑ
  3. Θα πρέπει να λεχθεί, επί του σημείου αυτού, ότι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο τραυματισμός του οδηγού του μοτοποδηλάτου θα έπρεπε να αποδειχθεί με ιατρική μαρτυρία δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο μοτοποδηλάτης τραυματίσθηκε κατά το δυστύχημα παρέμεινε αναντίλεκτη, αλλά, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεση του ίδιου (τεκμήριο 9) το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Επιπρόσθετα με τη περιστατική αυτή μαρτυρία η οποία καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ενεπλάκη στο αναφερόμενο δυστύχημα οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 υπάρχει περαιτέρω και η ομολογία του ίδιου του κατηγορούμενου προς το φίλο του, ΜΚ
  4. Στην υπόθεση Καυκαρή v. Δημοκρατίας 1990
(2)ΑΑΔ 203, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της». Για την αξία της προφορικής ομολογίας λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γρηγόρης Γρηγορίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ.14/08 ημερ. 12/7/10, «Ο λόγος έφεσης 5 αναφέρεται στις δηλώσεις του εφεσείοντα προς την αστυνομία. Σύμφωνα με την εισήγηση λανθασμένα έγινε αποδεκτό ότι ο εφεσείων έκανε αυτές τις δηλώσεις με αποτέλεσμα το Κακουργιοδικείο να στηριχθεί σ' αυτές και να τον καταδικάσει. Η διαπίστωση ότι οι προφορικές δηλώσεις έγιναν πράγματι από τον εφεσείοντα, προέκυψε μετά που κρίθηκε ότι η ανώμοτη δήλωση του δεν είχε οποιαδήποτε πειστική αξία και αφού αξιολογήθηκε η μαρτυρία των αστυνομικών οι οποίοι ήταν παρόντες και τις άκουσαν. Βεβαίως το συμπέρασμα ενοχής του εφεσείοντα προέκυψε από την περιστατική μαρτυρία κυρίως την επιστημονική. Ωστόσο και οι προφορικές του δηλώσεις λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Είναι γνωστό ότι η ομολογία ενοχής συνήθως αποκαλείται ως η βασιλίδα των μαρτυριών. Ωστόσο, το δικό μας σύστημα της ποινικής δίκης δεν έχει αναγάγει σε απόλυτο βαθμό την αξία της. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα όπου η ομολογία είναι προφορική, αυτή εξετάζεται ως θέμα πραγματικό το οποίο συναρτάται με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η ομολογία γίνει αποδεκτή και ενταχθεί στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβληματιστεί και να εξετάσει την αλήθεια του περιεχομένου της για να αποφασίσει τελικά κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Βλ. R. v. Sfoggaras 22 CLR 13 και Volettos v. Republic
(1961)CLR 168. Στην R. v. Mallinson
(1977)Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Από την προαναφερόμενη αγγλική απόφαση μεταφέρουμε το πιο κάτω σχόλιο: «Commentary. It has been said that «when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced»: Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice.» Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έχει αποστεί από τις αρχές της νομολογίας οι οποίες διέπουν το θέμα και ορθά αποτίμησε τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του, συμπεριλαμβανομένης της προφορικής ομολογίας του εφεσείοντα, ιδιαίτερα σε ότι αφορούσε στο κίνητρο και στη χρήση της εκρηκτικής ύλης semptex, μαρτυρία η οποία συνάδει με τη μαρτυρία του πυροτεχνουργού Τσιελεπή». Στη παρούσα περίπτωση η ομολογία του κατηγορούμενου δεν έγινε προς τις ανακριτικές αρχές, αλλά προς τον φίλο του ΜΚ4 προφορικά την επόμενη του δυστυχήματος. Το γεγονός αυτό και από τη στιγμή που η μαρτυρία του ΜΚ4, πλην μόνο ενός σημείου, έγινε πλήρως αποδεκτή, δεν μειώνει τη σημασία της ομολογίας, αφού ο κατηγορούμενος δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι παραδέχθηκε τη διάπραξη ενός αδικήματος που στη πραγματικότητα ο ίδιος δεν είχε διαπράξει. Εάν τούτο δεν ήταν αλήθεια, δεν υπήρχε κανένας λόγος να το παραδεχθεί στον ΜΚ4, που ας σημειωθεί είχαν φιλικές σχέσεις, γεγονός που πιθανόν να συνέτεινε και στην ομολογία του προς αυτόν. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι δεν έγινε οποιανδήποτε υποβολή στο ΜΚ4 ότι αυτός είχε κάποιο αλλότριο σκοπό ή συμφέρον να αναφέρει τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο για την ομολογία του κατηγορούμενου. Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία σε συνδυασμό με την ίδια την παραδοχή του κατηγορούμενου προς τον ΜΚ4 δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά σε απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη και εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όπως αυτές είναι διατυπωμένες στο κατηγορητήριο. 1η κατηγορία Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας,
(1998)2ΑΑΔ 68, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Σωκράτους πιο πάνω: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Panayiotis Nicolaides v. Georghios Economides
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας
(2002)2 AAΔ 378. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω). Ο κατηγορούμενος εισήλθε στο δρόμο εκκινώντας από το ανοικτό χωράφι χωρίς να ελέγξει προηγουμένως κατά πόσο τούτο ήταν ασφαλές με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του διερχόμενου μοτοποδήλατου που οδηγούσε ο παραπονούμενος. Σε αυτή την παράλειψη έγκειται η αμέλεια του. Θα έπρεπε σαν συνετός οδηγός υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν και δεδομένου ότι είχε ορατότητα πέραν των 300μ. να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιληφθεί τη παρουσία του μοτοποδηλάτη στο δρόμο και να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δείχνει την έλλειψη δέουσας παρατηρητικότητας και ο τρόπος οδήγησης του κάτω από τις περιστάσεις δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί αμελής. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτερά v. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή v. Χίννη Π.Ε. 10237, 22.3.2000). Η παράλειψη του κατηγορούμενου να αντιληφθεί τον μοτοποδηλάτη κρίνω ότι επιδεικνύει έλλειψη της δέουσας φροντίδας και προσοχής εκ μέρους του. Η απόφραξη της πορείας επερχόμενου οχήματος καθιστά εξ' αντικειμένου την αμέλεια του προσώπου το οποίο παρεμβαίνει τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης (Derekknell v. Της Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ5). Ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου εισερχόμενος στο δρόμο ανέκοψε την ευθεία πορεία του μοτοποδήλατου με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση. Όλων των πιο πάνω δεδομένων, με βάση τις νομικές αρχές και τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. 2η + 4η κατηγορία Το άρθρο 3
(1)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου Νόμου 96
(1)/2000 προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να: (α) χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Δυνάμει του άρθρου 2 του ιδίου Νόμου μηχανοκίνητο όχημα σημαίνει οποιοδήποτε αυτοκινούμενο όχημα που προορίζεται να κινείται στο έδαφος με μηχανική δύναμη ή ηλεκτρική ενέργεια που δεν κινείται σε σιδηρογραμμές και περιλαμβάνει ρυμουλκούμενο όχημα (trailer) συνδεδεμένο ή μη με το κυρίως αυτοκινούμενο όχημα, δεν περιλαμβάνει όμως αναπηρικά καροτσάκια και χορτοκοπτικές μηχανές. Το άρθρο 49
(1)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 προνοεί ότι: Πρόσωπο το οποίο: (α) οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχο αδικήματος. Σε σχέση με τη 2η και 4η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχει νομολογηθεί πως από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο, ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η χρήση του οχήματος καλυπτόταν από ασφάλεια (βλ.Leathly v. Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR 293) και ότι είχε άδεια οδήγησης της συγκεκριμένης κατηγορίας οχήματος (βλ.White v. Trainor
(1959)Ni 147 και John v. Ηumphreys
(1955)1 ALL ER 793). Ενώ, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος οδήγησε το αναφερόμενο αυτοκίνητο, δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου πως αυτός ήταν κάτοχος πιστοποιητικού ασφάλειας και άδειας οδήγησης σε ισχύ για το συγκεκριμένο όχημα. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω συνεπώς ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 4 στις οποίες ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. 3η κατηγορία Το άρθρο 50
(1)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 προνοεί τα ακόλουθα: 50
(1)- Πρόσωπο που κατέχει άδεια οδήγησης μαθητευομένου, το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα εκτός από όχημα της κατηγορίας Α ή των υποκατηγοριών Α1 ή Α ή της ειδικής κατηγορίας Ι, σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς να επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό στον οδηγό κάθισμα του οχήματος πρόσωπο το οποίο κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης για μηχανοκίνητο όχημα της ίδιας κατηγορίας ή υποκατηγορίας με το οδηγούμενο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ΜΚ5, που παρέμεινε αναντίλεκτος, όταν ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο και εκκίνησε με την όπισθεν ταχύτητα δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στη θέση του συνοδηγού. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω συνεπώς ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της σε σχέση με τη κατηγορία 3 στην οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. 5η Κατηγορία Το άρθρο 235 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.²
(2)............. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της σε σχέση με την 5η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. 6η κατηγορία Ο Κανονισμός 61
(1)(γ) προνοεί τα ακόλουθα: 61.
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος εμπλακεί σε δυστύχημα σε οποιοδήποτε δρόμο, έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις: (α) ............................. (β) .............................. (γ) Να ειδοποιήσει αμέσως την Αστυνομία για το δυστύχημα σε περίπτωση που το δυστύχημα είναι θανατηφόρο ή από το οποίο έχει προκύψει τραυματισμός και να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της Αστυνομίας. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της σε σχέση με την 6η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. 7η + 8η κατηγορία Το άρθρο 17
(1)(α) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 1984 προνοεί τα ακόλουθα: 17
(1)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 25: (α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας η οποία είναι εν ισχύ. Το άρθρο 65 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 1984 προνοεί τα ακόλουθα: 65-
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους, που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.
(2)..........................
(3).........................
(4)..........................
(5)..........................
(6)..........................
(7)..........................
(8)..........................
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήπτοε μηχανοκινήτου οχήματος, επηρεαζόμενου από την εκάστοτε γνωστοποίηση, η δε άδεια του οχήματος λογίζεται ανασταλείσα μέχρις ότου ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο έχων την ευθύνη ή τον έλεγχο αυτού εφοδιαστεί με πιστοποιητικά καταλληλότητας του οχήματος, ως προνοείται στην παράγραφο
(5). Με βάση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 και τα ευρήματα του Δικαστηρίου θεωρώ, ότι, έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 7 και 8 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτές. 9η κατηγορία Η 9η κατηγορία αφορά το αδίκημα της στάθμευσης οχήματος στην αντίθετη πλευρά της πορείας του. Με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που στάθμευσε το όχημα έξω από το περίπτερο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 9η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 όπως έχει λεχθεί «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ, 18). 10η κατηγορία Σύμφωνα με τη προσκομισθείσα μαρτυρία και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 23 και 11, τα οποία, έγιναν παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής ΑΒΒ899 περί τον Μάρτιο του 2008 και αυτό μεταβιβάστηκε στο όνομα του στις 8/7/09, δηλαδή σε διάστημα πέραν των 30 ημερών από τον χρόνο αλλαγής της ιδιοκτησίας όπως προνοεί το άρθρο 14
(1)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84. Περαιτέρω με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα οδήγησε το αναφερόμενο αυτοκίνητο. Δεδομένων των πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η 10η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. (Υπ.)............. Στ.Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.