Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Hussein Issa, Αρ. Υπόθεσης:16437/2009, 14 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:16437/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Hussein Issa Κατηγορούμενου ------- Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Κλεάνθους Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του Νόμου 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 24.07.2009 και ώρα 16:30 στη Χοιροκοιτία της Επαρχίας Λάρνακας με σκοπό υποκίνησης του Αντώνη Χάννη από τη Λεμεσό για να παραλείψει πράξη την οποία αυτός είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει δηλαδή να μην τον πληρώσει αφού δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες του, τον απείλησε με τη φράση: ¨θα σου δείξω ποιος είμαι εγώ. Ορκίζομαι στα μωρά μου ότι θα σε κρούσω ζωντανό μέσα στο γραφείο σου με 50 ευρώ διότι τόσα αξίζεις.¨ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε όπως καταθέσει ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα υπεράσπισης (Μ.Υ.). Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για το επεισόδιο προέρχεται από τον παραπονούμενο κ. Αντώνη Χαννή (Μ.Κ.2) και τον επιστάτη του κ. Βάσο Νικολάου (Μ.Κ.3) αυτόπτη μάρτυρα του επεισοδίου. Ο Αστ. 2344 Α. Φιλίππου ήταν αυτός που δέχθηκε το παράπονο, έλαβε τις καταθέσεις και κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Σε γενικές γραμμές η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος τον οποίο χρησιμοποιούσε ο παραπονούμενος ως υπεργολάβο του κατά τον επίδικο χρόνο στην ανέγερση ενός συγκροτήματος κατοικιών στη Χοιροκοιτία, ενώ είχαν προκύψει οικονομικές διαφορές μεταξύ τους με την αξίωση εκ μέρους του κατηγορούμενου συμφωνηθέντος ποσού χωρίς αυτός να ολοκληρώσει τις συμφωνηθείσες εργασίες και με την επισήμανση επιπλέον κακοτεχνιών εκ μέρους του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος επίμονα του ζητούσε χρήματα προς εξόφληση του υπόλοιπου ποσού που διεκδικούσε από αυτόν, οπότε στις 24.07.2009 και ενώ ο παραπονούμενος είχε ακούσει από προηγουμένως ότι εκτόξευε εναντίον του απειλές, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του εργοταξίου στη Χοιροκοιτία και τον απείλησε με τη φράση που του καταλογίζει όπως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος στη δική του μαρτυρία ανέπτυξε μια διαφορετική εκδοχή αρνούμενος ουσιαστικά ότι εκστόμισε την απειλή για την οποία κατηγορείται και αποδίδει στον κατηγορούμενο ψευδή καταγγελία εναντίον του με σκοπό να τον εκβιάσει και να εξυπηρετήσει τα προσωπικά οικονομικά του συμφέροντα σε βάρος του με το να μην του αποδώσει όσα του χρωστούσε. Έχοντας λοιπόν ως βάση τους πιο πάνω αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς ήταν επόμενο ότι στη μαρτυρία παρείσφρησαν και γεγονότα που άπτονται των επαγγελματικών ή οικονομικών σχέσεων των δύο πλευρών. Ο Αστ. 2344 Α. Φιλίππου (Μ.Κ.1) του Αστυνομικού Σταθμού Ζυγίου ήταν αυτός που δέχθηκε το παράπονο εκ μέρους του κ. Αντώνη Χαννή στις 24.07.2009 και ώρα 17:
- Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) αναφέρει ότι είχε λάβει κατάθεση από τον πιο πάνω παραπονούμενο (Τεκμήριο 2) ο οποίος εξέφραζε το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου ότι ½ ώρα νωρίτερα στη Χοιροκοιτία ο κατηγορούμενος τον απείλησε με την πιο πάνω φράση. Την ίδια ημέρα πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) και τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 3) και αυτός αρνήθηκε ότι είχε απειλήσει τον παραπονούμενο και δεν παραδεχόταν. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε προσέξει τον παραπονούμενο κ. Χαννή όσο αυτός βρισκόταν στο σταθμό ότι ήταν φοβισμένος από τα λεγόμενα του, ο φόβος του δε όπως αντιλήφθηκε, δικαιολογείτο επίσης και από αυτή την ίδια τη παρουσία του στον αστυνομικό σταθμό. Η φράση που απέδωσε στον κατηγορούμενο το παραπονούμενο πρόσωπο ήταν αρκετή κατά την άποψη του μάρτυρα για να εκθέσει σ΄αυτόν τη συγκεκριμένη κατηγορία καθώς με αυτή εξέφραζε τη πρόθεση να προκαλέσει παράνομα κακό στο παραπονούμενο πρόσωπο. Ο κ. Αντώνης Χαννή (Μ.Κ.2) είναι αρχιτέκτονας και εργολάβος οικοδομών. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρει ότι ως εργολάβος οικοδομών είχε αναλάβει την ανέγερση κατοικιών στο χωριό Χοιροκοιτία και ότι ο κατηγορούμενος είχε δουλέψει γι΄αυτόν ως υπεργολάβος για περίπου ένα χρόνο στο χτίσιμο τούβλων, σοβατίσματα και τοποθέτηση πατωμάτων. Κάθε δεκαπέντε μέρες, όπως ήταν η συμφωνία τους, τον πλήρωνε έναντι της δουλειάς που έκανε, δηλαδή όσα του ζητούσε για τη δουλειά που εκτελούσε του τα έδιδε. Τους τελευταίους 3 - 4 μήνες είχε παρατηρήσει ότι η απόδοση του κατηγορούμενου και των υπαλλήλων του είχε μειωθεί. Άφηνε μισοτέλειωτη την εργασία που του ανέθετε και έτσι αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί δικό του προσωπικό για να ολοκληρώνει τις εργασίες για να είναι συνεπής ο ίδιος απέναντι στους ιδιοκτήτες του έργου. Παρά τις αλλεπάλληλες παρατηρήσεις που του έκανε για την απόδοση του εξακολουθούσε να τον πληρώνει με τα λεφτά που του ζητούσε. Η κατάσταση αυτή κράτησε περίπου δύο μήνες, οπότε ο κατηγορούμενος τα παράτησε και έφυγε και έτσι αναγκάστηκε να συνεχίσει το έργο με τους δικούς του υπαλλήλους. Ενώ ο κατηγορούμενος απείχε ήδη από την εργασία για περίπου ένα μήνα, ύστερα από παρέμβαση του ιδιοκτήτη του έργου κ. Κυριάκου Παπέττα έγινε συνάντηση τους και συμφωνήθηκε όπως επανέλθει ο κατηγορούμενος και ολοκληρώσει τις ατέλειωτες δουλειές και πάρει κάποιο ποσό που συμφωνήθηκε. Πράγματι εργάστηκε για λίγες ημέρες και χωρίς να έχει ολοκληρώσει τις εργασίες που είχαν συμφωνήσει άρχισε να ζητά λεφτά τα οποία όμως δεν του έδιδε καθώς ο ίδιος επιθυμούσε να τηρηθεί η μεταξύ τους συμφωνία. Μέσω του επιστάτη του κ. Β. Νικολάου εκτόξευε απειλές εναντίον του και συγκεκριμένα ότι θα πήγαινε να τον κάψει. Στις 24.07.2009 και περί ώρα 16:30 ο κατηγορούμενος είχε πάει στο εργοτάξιο στη Χοιροκοιτία, μπήκε στο γραφείο του και με έντονο ύφος του είπε τα εξής: ¨ Θα σου δείξω ποιος είμαι εγώ. Ορκίζομαι στα μωρά μου ότι θα σε κρούσω ζωντανό μέσα στο γραφείο σου με €50.00 διότι τόσα αξίζεις.¨ Αυτός του απάντησε ευχαριστώ και στη συνέχεια μετέβη στην αστυνομία για να τον καταγγείλει για την απειλή και να ζητήσει προστασία από αυτόν. Σε διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι την απειλή του κατηγορούμενου την αποδίδει στο γεγονός και μόνο ότι του ζητούσε λεφτά για εργασίες που δεν είχε ολοκληρώσει τα οποία ο ίδιος δεν του έδιδε. Η θέση του σε σχέση με τις αξιώσεις του κατηγορούμενου ήταν ότι δεν θα του έδιδε χρήματα αν πρώτα δεν ολοκλήρωνε τις εργασίες που συμφώνησαν. Από την απειλή που εκστόμισε εναντίον του κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνος και η απειλή τον είχε επηρεάσει ψυχολογικά καθώς φοβήθηκε ότι θα την πραγματοποιούσε. Η απειλή που αποδίδει στον κατηγορούμενο είχε γίνει στην παρουσία του επιστάτη του κ. Βάσου Νικολάου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε διαπιστώσει μετά την πάροδο κάποιων μηνών από την έναρξη της συνεργασίας του με τον κατηγορούμενο ότι αυτός δεν εκτελούσε όλες τις εργασίες που του ανέθετε, τις άφηνε ατέλειωτες και αυτές παρουσίαζαν κακοτεχνίες τις οποίες δεν συμπλήρωνε και δεν διόρθωνε. Την ευθύνη απέναντι τον ιδιοκτήτη για τα πιο πάνω την είχε ο ίδιος ως ο εργολάβος του έργου. Σε υποβολή ότι ο ιδιοκτήτης του έργου έχει μέχρι σήμερα άριστη σχέση με τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι αυτό δεν τον αφορούσε τον ίδιο. Αρνήθηκε ότι άφηνε απλήρωτο τον κατηγορούμενο και γι΄αυτό αναγκάστηκε αυτός να φύγει εφόσον όπως ισχυρίστηκε τον πλήρωνε κάθε δεκαπέντε ημέρες και όταν αυτός είχε φύγει του άφησε πολλές δουλειές ατέλειωτες που ο ίδιος αναγκάστηκε να συμπληρώσει ή διορθώσει όσες παρουσίαζαν κακοτεχνίες και έπρεπε να επιδιορθωθούν. Ήταν η θέση του ότι για όση δουλειά είχε εκτελέσει ο κατηγορούμενος είχε πληρωθεί και ο κατηγορούμενος του ζητούσε χρήματα για δουλειές ατέλειωτες. Παραδέχθηκε ότι είχαν διαβουλευθεί με τον κατηγορούμενο στη παρουσία του ιδιοκτήτη του έργου και κατέληξαν ότι θα του έδιδε το ποσό των Λ.Κ.28.000,00 αν συμπλήρωνε τις δουλειές που άφησε ατέλειωτες. Πράγματι ο κατηγορούμενος μετά από τη πιο πάνω συμφωνία τους είχε μεταβεί στο εργοτάξιο και εκτέλεσε κάποιες εργασίες χωρίς όμως να συμπληρώσει όσες συμφώνησαν και άρχισε πάλι να του ζητά το ποσό που είχαν συμφωνήσει και ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε πει ρητά ότι θα συμπλήρωνε όλες τις εργασίες και μετά θα ζητούσε τα χρήματα που συμφώνησαν. Αποδίδει τις απειλές στο γεγονός ότι δεν του έδιδε τα χρήματα που αξίωνε και τα οποία δεν δικαιούταν. Παραδέχθηκε ότι εκτός από την παρακράτηση του ποσοστού του 10% όπως ήταν η συμφωνία τους, ο κατηγορούμενος δεν είχε να παίρνει άλλα λεφτά από τον ίδιο. Επειδή ο κατηγορούμενος άδικα διέδιδε και τον κατηγορούσε ότι τάχα του χρωστούσε χρήματα και επειδή δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε παρεξήγηση με τον κατηγορούμενο όπως και με κάθε άλλο υπεργολάβο του, για αυτό προέβησαν στη νέα συμφωνία στη παρουσία του ιδιοκτήτη του έργου. Θυμόταν ότι είχε δώσει μια επιταγή για το ποσό των €10.000,00 στον κατηγορούμενο την οποία ακύρωσε όταν είχε δει ότι αυτός δεν τηρούσε όσα είχαν συμφωνήσει. Αναγκάστηκε να πληρώσει αρκετά χρήματα για να συμπληρώσει και διορθώσει τις εργασίες τις οποίες θα έπρεπε να είχε εκτελέσει ο κατηγορούμενος. Αναφέρθηκε, όταν ρωτήθηκε και του επιδείχθηκαν, σε επιταγές που εξέδωσε προς όφελος του κατηγορούμενου από τις οποίες κάποια εξαργυρώθηκε και κάποια όχι όπως αυτή η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 και αφορά το ποσό των €11.500,00 η οποία δεν κατατέθηκε προς εξαργύρωση εφόσον ούτε καν την είχε υπογράψει. Αυτή είχε εκδοθεί πριν συναφθεί η τελευταία τους συμφωνία και όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του το ποσό της είχε συμπεριληφθεί στη τελευταία τους συμφωνία που προνοούσε για τις Λ.Κ.28.000,
- Αυτά τα ζητήματα αφορούσαν τις μεταξύ τους συμφωνίες για την εκτέλεση εργασιών από τις οποίες λόγω της αθέτησης τους εκ μέρους του κατηγορούμενου είχε υποστεί τεράστια ζημιά. Την ημέρα που έγινε το επίδικο επεισόδιο τον είχε ενημερώσει ο επιστάτης του ότι ο κατηγορούμενος είχε πάει στο εργοτάξιο και ότι απειλούσε ότι θα τον κρούσει και στο τέλος εισήλθε στο γραφείο του και τον απείλησε και τον ίδιο με τη φράση για την οποία κατηγορείται. Είχε αντιληφθεί τις απειλητικές διαθέσεις του κατηγορούμενου από το άγριο ύφος που είχε. Γι΄αυτό φοβήθηκε πολύ και ταράχθηκε ψυχολογικά εφόσον η απειλή αφορούσε την ίδια τη ζωή του. Αρνήθηκε υποβολή ότι είχε κατασκευάσει αυτή την ιστορία ο ίδιος για να εξυπηρετήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Η απειλή είχε γίνει μπροστά στον επιστάτη του. Ο κ. Β. Νικολάου (Μ.Κ.3) ήταν κατά τον επίδικο χρόνο επιστάτης του έργου στη Χοιροκοιτία του οποίου εργολάβος ήταν ο παραπονούμενος κ. Χαννής και ένας από τους υπεργολάβους ο κατηγορούμενος. Είχε δώσει και αυτός την ίδια ημέρα κατάθεση στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρεται στο περιστατικό από το οποίο προήλθε το αδίκημα όταν δύο μήνες πριν είχαν αρχίσει οι συζητήσεις τους για την ποιότητα της δουλειάς που εκτελούσε ο κατηγορούμενος. Αναφέρεται στην κατάθεση του και αυτός στις σχέσεις του πιο πάνω εργολάβου και υπεργολάβου του και τις συμφωνίες που είχαν μεταξύ τους και ότι ο τελευταίος άρχισε να ζητά τα λεφτά του πριν εκτελέσει όσα είχαν συμφωνήσει. Αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε μπροστά του τον κ. Χαννή ότι θα τον κάψει ζωντανό στο γραφείο του. Καταλογίζει στον κατηγορούμενο ότι στις 24.07.2009 στη παρουσία του στο γραφείο του εργοταξίου εκστόμισε απευθυνόμενος στον κ. Χαννή τη φράση : ¨Μέχρι την Πέμπτη αν δεν μου δώσεις τα λεφτά μου, ορκίστηκα πάνω στα μωρά μου ότι θα σε λούσω πεζίνα και θα σε κάψω μέσα στο γραφείο.¨ Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εργάστηκε στις οικοδομές πέρα από 30 χρόνια και ότι σήμερα είναι άνεργος. Τον κ. Χαννή τον γνώριζε πριν αναλάβει ως επιστάτης στο συγκεκριμένο έργο και αναφέρθηκε στα καθήκοντα που αφορούν αυτή την ιδιότητα. Σε σχέση με την κατά διαφορετικό τρόπο απόδοση στην κατάθεση του της ισχυριζόμενης φράσης που εκστόμισε ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι στην αστυνομία προσπάθησε να αποδώσει το νόημα αυτών που άκουσε. Δεν απέκλεισε ο κατηγορούμενος να είπε κάτι παραπάνω ή κάτι λιγότερο. Από ό,τι είχε αντιληφθεί ο κατηγορούμενος θα εκτελούσε και κάποιες εργασίες στο εργοτάξιο τις οποίες του ανέθεσε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του έργου απευθείας. Λεπτομέρειες τους ο ίδιος δεν γνώριζε. Παραδέχθηκε ότι λόγω προβλήματος υγείας ο ίδιος απουσίασε από το εργοτάξιο για κάποιο χρονικό διάστημα και είχε αντικατασταθεί από άλλο επιστάτη. Ο κ. Χαννής ήταν ο εργολάβος του έργου και ο άμεσα υπεύθυνος για ό,τι έκαμνε ο κατηγορούμενος. Δεν είχε κανένα λόγο να πάει στην αστυνομία και να αποδώσει όσα ανέφερε στην κατάθεση του στον κατηγορούμενο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του εργοδότη του και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο ίδιος ένοιωθε υποχρεωμένος απέναντι στον κατηγορούμενο για οικοδομικές εργασίες που του πρόσφερε προσωπικά χωρίς να δεχθεί αμοιβή και για κάποιο κινητό που του χάρισε. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι διαμένει τα τελευταία 18 χρόνια στη Κύπρο. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία όπου εκθέτει τη δική του εκδοχή για τις οικονομικές διαφορές που είχαν προκύψει στις σχέσεις του με τον παραπονούμενο και για το επίδικο επεισόδιο. Αναφέρει στην κατάθεση του ότι: ¨Από την αρχή ο άνθρωπος αυτός παρόλο που είχε επιστάτη δεν ερχόταν να μετρήσει τη δουλειά και όταν του ζητούσα λεφτά για τη δουλειά που εκτελούσα τούτος μου έδινε πιο λίγα λεφτά. Κάθε φορά του έλεγα να έρθει να μετρήσει αλλά μου έλεγε πως δεν είχε πρόβλημα και πως θα λογαριαστούμε στο τέλος. Πριν 3 βδομάδες ο Αντώνης Χαννής έφερε στη δουλειά άλλα πρόσωπα για να δουλέψουν με πιο χαμηλές τιμές. Συγκεκριμένα τον Απρίλη ο Αντώνης μου ανέφερε ότι δεν είχε λεφτά και δεν με πλήρωνε. Σταμάτησα και πήρα το προσωπικό μου σε άλλη δουλειά που είχα. Αυτός συνέχισε και έφερνε άλλο προσωπικό και δούλευε πιο φθηνά.¨ Στη συνέχεια αναφέρεται στη δεύτερη συμφωνία που συνήψαν στη παρουσία του κ. Κυριάκου Παπέττα όπου είχαν καταλήξει ότι είχε να παίρνει Λ.Κ.28.000,00 από τον κ. Χαννή. Θα έκαμνε ο ίδιος κάποια κουτσοδούλεια όπως και τα έκαμε. Επανειλημμένα είχε ζητήσει τα χρήματα του από τον κ. Χαννή αλλά αυτός του έλεγε ότι δεν είχε άλλα χρήματα να του δώσει. Ο κ. Παπέττας που ήταν παρών στη συμφωνία τους του είχε πει να βρει τον κ. Χαννή για να του δώσει τα χρήματα του. Την ημέρα του επεισοδίου είχε μεταβεί στο εργοτάξιο και βρήκε τον κ. Β. Νικολάου ο οποίος του είπε να πάει να δει τον φίλο του τον κ. Χαννή. Ο σκοπός της εκεί παρουσίας του ήταν για να κάμει την προετοιμασία για κάποια δουλειά που θα εκτελούσε με οδηγίες του κ. Παπέττα. Πήγε στο γραφείο του εργοταξίου για να πάρει τα σχέδια για τη δουλειά που θα εκτελούσε την επόμενη. Βρήκε τον κ. Χαννή να μιλά στο τηλέφωνο με τον κ. Παπέττα και ενώ μιλούσε απευθύνθηκε σε αυτόν και του είπε τις λέξεις: ¨απειλάς μας¨ και συνέχισε να μιλά στο τηλέφωνο. Πήρε τα σχέδια που ήθελε και απευθύνθηκε στον κ. Χαννή λέγοντας του τη φράση: ¨Ναι απειλώσε ενηξέριες ήντα άνθρωπος είμαι, ενεβρέθηκε άνθρωπος να μου γελάσει.¨ Στη συνέχεια καταγράφει στη κατάθεση του ότι δεν τον απείλησε ότι θα τον κρούσει. Ισχυρίζεται ότι αυτά τα λέγει ο κ. Χαννής για να του φάει τα λεφτά που του χρωστά. Εκείνη δε την ημέρα ισχυρίζεται ότι δεν του είχε ζητήσει τα χρήματα του καθώς είχαν συμφωνήσει στη παρουσία του κ. Παπέττα να τον ξοφλήσει με το ποσό των Λ.Κ.28.000,00 Τα όσα του καταλογίζει επίσης ο κ. Βάσος Νικολάου αποσκοπούν κατά την άποψη του στην εξυπηρέτηση του μάστρου του καθώς αυτός ήταν πάντα το ΄σιηλλούι του μάστρου¨ όπως χαρακτηριστικά καταλήγει στη κατάθεση του. Ενώπιον του Δικαστηρίου και σχολιάζοντας τα όσα είπε ο κ. Χαννής στη κατάθεση του ανέφερε ότι του χρωστά χρήματα και ότι ο κ. Χαννής είναι πολύ κακός άνθρωπος καθώς εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση του και ότι είναι ρατσιστής καθώς όποτε τον έβλεπε στη Χοιροκοιτία τηλεφωνούσε στην αστυνομία και τον κατάγγελλε που όπως διευκρινίστηκε αργότερα με σχετικές ερωτήσεις εννοούσε την παράνομη εργοδότηση εκ μέρους του αλλοδαπών προσώπων. Διερωτήθηκε γιατί ο κ. Χαννής να του προκαλεί τόσα κακά όταν ο ίδιος το μόνο που θέλει από αυτόν είναι να πληρωθεί τον κόπο του. Σήμερα υπολογίζει ότι ο κ. Χαννής του οφείλει πάνω από €20.000,00 και προς τούτο έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να κινηθεί νομικά εναντίον του. Με τον κ. Χαννή δεν είχαν συνάψει ποτέ κάποιο συμβόλαιο. Η συμφωνία τους αφορούσε την πληρωμή του ανάλογα με την εργασία που θα εκτελούσε με το μέτρο. Όταν είχαν συμφωνήσει για το ποσό των Λ.Κ.28.000,00 ο κ. Χαννής προθυμοποιήθηκε να τον πληρώσει αμέσως, ο ίδιος όμως δεν δέχθηκε και του είπε να το κάμει μετά που θα ολοκλήρωνε σε μια βδομάδα κάποια κουτσοδούλεια που συμφώνησαν να εκτελέσει. Όταν δε τέλειωσε τις δουλειές που ανέλαβε να κάμει και ζήτησε τα λεφτά του ο κ. Χαννής του είπε ότι θα έπρεπε να επιδιόρθωνε όλες τις δουλειές και μετά θα πληρωνόταν. Απέδωσε όλο το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στις σχέσεις του με τον κ. Χαννή στον επιστάτη του κ. Βάσο Νικολάου ο οποίος καθόταν όλη μέρα στο γραφείο και δεν επέβλεπε τις εργασίες όπως όφειλε να κάμνει. Σε σχέση με το ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία παραδέχθηκε ότι είχε απειλήσει τον κ. Χαννή, ανέφερε ότι εκείνο που είπε ήταν ότι δεν απειλούσε αλλά δεν ήθελε να του φάει τον κόπο του. Παραδέχθηκε ότι το ποσό της επιταγής του Τεκμηρίου 5 του το χρωστούσε προηγουμένως πριν από τη συμφωνία των Λ.Κ.28.000,
- Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν δεχόταν παρατηρήσεις για κακοτεχνίες. Αμφισβήτησε την ικανότητα του κ. Β. Νικολάου ως επιστάτη και αυτό φάνηκε από τη μετέπειτα επαγγελματική του πορεία. Ενώ παραδέχθηκε ότι πάνω στα νεύρα του μπορεί και να του είπε τη φράση που του αποδίδεται καθώς είχε πολλά νεύρα όπως ανέφερε που ο κ. Χαννής προσπαθούσε να του φάει τον κόπο του, στη συνέχεια αμέσως διαφοροποιούμενος σε άλλη υποβολή ανέφερε ότι δεν τον απείλησε με τη φράση που του αποδίδεται. Η μαρτυρία του κ. Χριστόφορου Νικολάου (Μ.Υ.) δεν αφορά το επεισόδιο αυτό καθ΄αυτό αλλά την αντίληψη του ίδιου και την έκφραση γνώμης για τους πρωταγωνιστές του επεισοδίου όταν είχε αναλάβει ως επιστάτης του έργου μετά από παράκληση του κ. Χαννή για να επιβλέψει το finish της δουλειάς. Χαρακτηρίζει τον κατηγορούμενο ως από τους πλέον συνεργάσιμους και τυπικούς στη δουλειά τους. Ο ίδιος δεν είχε κάμει παρατηρήσεις στον κατηγορούμενο πέραν από κάποιες υποδείξεις και οι οποίες δεν αφορούσαν δικά του λάθη. Αναφέρεται σε κάποια περίοδο που ο κατηγορούμενος έπαυσε να εργάζεται για τον κ. Χαννή και εργαζόταν για τον ιδιοκτήτη του έργου και ο κ. Χαννής είχε πάρει δικούς του εργάτες οι οποίοι δεν ήξεραν τη δουλειά και ο ίδιος ως ο επιστάτης τους έβαζε να ξηλώνουν και να φτιάχνουν από την αρχή ό,τι έκαμναν. Αναφέρθηκε ακόμα και σε προσπάθεια επηρεασμού του ως μάρτυρα εκ μέρους του κ. Χαννή ο οποίος φαίνεται ότι δεν τον δήλωσε για σκοπούς καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων για όσο χρόνο είχε εργαστεί κοντά του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης έκαμε αναφορά στις σχεδόν ταυτόσημες καταθέσεις των Μ.Κ.2 και 3 σε σχέση με τις επαγγελματικές σχέσεις του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο αλλά και τη διαφορά ως προς τη φράση την οποία τελικά αποδίδουν στον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του παραπονούμενου σε σχέση με τις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο φανερώνει μια υστεροβουλία για να αποφύγει τις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι στον κατηγορούμενο. Η φράση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τη νομολογία μας στην οποία με παρέπεμψε πρέπει να εμπεριέχει το στοιχείο του εκφοβισμού κάτι που δεν προκύπτει καθαρά από τη συγκεκριμένη φράση. Εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να κριθούν ως αξιόπιστοι μάρτυρες ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ. και να γίνει δεχτή η μαρτυρία τους από το Δικαστήριο και αντίθετα να απορριφθεί αυτή των Μ.Κ.2 και 3 που παρουσιάζει ασάφειες και αυτό αποδεικνύεται και από την απόπειρα επηρεασμού του Μ.Υ. που επιχειρήθηκε εκ μέρους του παραπονούμενου. Εισηγήθηκε ακόμα ότι υπάρχει ζήτημα δίκαιης δίκης εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή δεν έδωσε όλο το μαρτυρικό υλικό στην Υπεράσπιση όπως ήταν το Σημειωματάριο το οποίο χρησιμοποίησε για να υποβάλει θέσεις προς τον κατηγορούμενο από το οποίο είχε δώσει μόνο μερικές σελίδες και έτσι υπήρξε παραπλάνηση του κατηγορούμενου εφόσον η κατοχή του θα μπορούσε να οδηγήσει την Υπεράσπιση σε διαφορετικές ερωτήσεις ή υποβολές. Η κα Αβρααμίδου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία και έτσι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο ένοχος. Κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του παραπονούμενου και του Μ.Κ.3 αυτόπτη μάρτυρα του επεισοδίου και να απορρίψει αυτή του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, ανέφερε, η διαφοροποίηση στο λεκτικό της φράσης που αποδίδουν οι Μ.Κ.2 και 3 στις καταθέσεις τους δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία και αυτό εξάλλου φανερώνει τη μη προσυνεννόηση τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία δε ότι η φράση που του αποδίδεται εμπεριέχει το στοιχείο της απειλής. Ανάλυσε τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και εισηγήθηκε ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι πειστική σε αντίθεση με αυτή του κατηγορούμενου ο οποίος εξάλλου παραδέχθηκε και στην ίδια την κατάθεση του ότι είπε τη φράση στον παραπονούμενο ¨ναι απειλώσε¨, όπως εξάλλου παραδέχθηκε και ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος διεκδικώντας επανειλημμένα τα κατά τον ισχυρισμό του χρήματα που του χρωστούσε ο παραπονούμενος τον απείλησε με τη συγκεκριμένη φράση. Σε θέματα που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αναφέρθηκαν κατά τις τελικές τους εισηγήσεις, σχολιάζοντας τη μαρτυρία σε επί μέρους πτυχές της, θα κάμω αναφορά όπου χρειαστεί και ανάλογα με τη σημασία που τους αποδίδεται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της αξιολόγησης της. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Το άρθρο 91 (γ) του Ποινικού Κώδικα στο οποίο βασίζεται η κατηγορία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για το οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.¨ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής και τον κατηγορούμενο και τον μάρτυρα που παρουσίασε για την υπεράσπιση του να καταθέτουν ενώπιον του δικαστηρίου και εξέτασα τη μαρτυρία τους όπως και την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου με πολύ μεγάλη προσοχή. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία των μαρτύρων και του κατηγορούμενου με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν ή να γνωρίζουν τα διαδραματισθέντα ή τα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Β ΑΑΔ σελ. 1199, Αθανασίου και άλλων v. Κουνούνη,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 614 στην οποία έγινε αναφορά στην Benmax v. Austin Motor Co Ltd
(1955)1 All E.R. 326 όπου επικροτήθηκε η απόφαση του δικαστή Thankerton στην Watt or Thomas v. Thomas
(1947)1 All E.R. 582 (H.L.) ως αυθεντία όπου εκτίθενται με σαφήνεια οι αρχές, την Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ σελ. 447 και την Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 506 όπου λέχθηκε ότι: ¨Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια.¨ Η Κατηγορούσα Αρχή βασίζει την υπόθεση της βασικά στη μαρτυρία του παραπονούμενου προσώπου κ. Αντώνη Χαννή (Μ.Κ.2) και του επιστάτη του κ. Βάσου Νικολάου (Μ.Κ.3) αυτόπτη μάρτυρα του επεισοδίου προς απόδειξη της διάπραξης του αδικήματος εκ μέρους του κατηγορούμενου. Γενικά η εντύπωση που αποκόμισα από τους δύο πιο πάνω μάρτυρες ήταν θετική και ότι προσήλθαν ενώπιον του δικαστηρίου με σκοπό να πουν όλη την αλήθεια σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ. 2), δεν απέκρυψε ότι υπάρχουν μεταξύ του και του κατηγορούμενου οικονομικής φύσης διαφορές. Ο κατηγορούμενος αξίωνε από αυτόν τα όσα κατά τον ισχυρισμό του τού χρωστούσε. Αυτός αρνείτο να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του λέγοντας του ότι θα έπρεπε και αυτός να εκπληρώσει όσα είχαν συμφωνήσει. Σε αυτή ακριβώς τη διαφορά τους αποδίδει και το γεγονός ότι τον κατηγορούσε και εκτόξευε απειλές εναντίον του και την συγκεκριμένη απειλή στις 24.07.2009. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν διέκρινα σε σχέση με αυτό καθ΄αυτό το γεγονός της απειλής να αμφιταλαντεύεται ή να διαφοροποιείται σε κάτι από όσα ανέφερε στη κατάθεση του στην αστυνομία και στην κυρίως εξέταση του. Παρέμεινε σταθερός και ήρεμος καθ΄όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο όπου κατέθεσε με νηφάλιο τρόπο. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως μια τέτοια καταγγελία και η εμπλοκή του κατηγορούμενου σε μια τέτοια διαδικασία στην οποία αντιμετωπίζει ένα τόσο σοβαρό αδίκημα θα τον απέτρεπε από του να συνεχίσει να αξιώνει από αυτόν όσα αυτός ισχυρίζεται ότι του χρωστούσε. Επομένως δεν διέκρινα οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο για μια ψευδή καταγγελία του κατηγορούμενου. Η φράση η ίδια εμπεριέχει το στοιχείο της απειλής και ο φόβος που ένοιωσε δεν μπορεί παρά να κριθεί δικαιολογημένος. Την ίδια, όπως πιο πάνω, εντύπωση μου προκάλεσε και ο Μ.Κ.3 κ. Βάσος Νικολάου, ο οποίος επίσης χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις παρουσίασε τα γεγονότα που συνέβησαν κατά τον επίδικο χρόνο με νηφάλιο και πειστικό τρόπο. Δεν διαφάνηκε από τα λεγόμενα του καθ΄όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο ότι διακατεχόταν από εμπάθεια ή άλλα αρνητικά αισθήματα εναντίον του κατηγορούμενου ή ότι είχε αλλότρια κίνητρα με το να του αποδίδει τη συγκεκριμένη φράση. Τουναντίον παραδέχθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά διακατεχόταν από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτόν όταν αφιλοκερδώς του πρόσφερε οικοδομικές εργασίες στο σπίτι του και του χάρισε και ένα κινητό τηλέφωνο. Δέχομαι επίσης την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος σε σχέση με τη διαφοροποίηση των λέξεων της φράσης που χρησιμοποίησε ο ίδιος στην κατάθεση του για να αποδώσει την απειλή που εκστόμισε ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή δεν αποκλείει να αφαίρεσε κάποιες λέξεις ή και να προσέθεσε κάποιες άλλες και ότι αυτό οφειλόταν σε αδυναμία της μνήμης αλλά και ανθρώπινη αντίληψη γεγονότων κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Είναι εύκολο να συναχθεί, και έτσι αντικρίζω τη διαφοροποίηση στην απόδοση της φράσης που αποδόθηκε από τους μάρτυρες στον κατηγορούμενο, ότι δηλαδή αυτή μπορεί να αναχθεί στην αντίληψη και τη μνήμη που μπορεί να έχει ο κάθε άνθρωπος κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις για κάποιο γεγονός όταν μάλιστα αυτό συμβαίνει κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες που χαρακτηρίζονται από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Σημασία έχει ότι το νόημα της δεν διαφοροποιείται εφόσον η απειλή ήταν συγκεκριμένη με το ίδιο περιεχόμενο. Το γεγονός αυτό φανερώνει ακόμα ότι δεν υπήρξε εκ των προτέρων προσυνεννόηση μεταξύ των δύο. Κρίνω και τους δύο πιο πάνω μάρτυρες ως ειλικρινείς και ότι στη μαρτυρία τους μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 Αστ. 2344 Α. Φιλίππου ήταν ανεξάρτητη και αντικειμενική εφόσον αυτός έκαμε απλώς τη δουλειά του δεχόμενος και καταγράφοντας το παράπονο εκ μέρους του Μ.Κ.2 και στη συνέχεια διεξάγοντας καθηκόντως το ανακριτικό έργο που επιβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις το οποίο τον οδήγησε στο να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο. Δέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του την εντύπωση που αποκόμισε από την εμφάνιση στον αστυνομικό σταθμό ½ ώρα μετά το επεισόδιο του παραπονούμενου ως ενός φοβισμένου ανθρώπου. Ο κατηγορούμενος για διάφορους λόγους στους οποίους θα κάμω αναφορά στη συνέχεια δεν μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς ανθρώπου. Λαμβάνω υπόψη και τον παράγοντα ότι αυτός κατάθεσε ενώπιον του δικαστηρίου στην ελληνική γλώσσα όπως ο ίδιος επέλεξε και όχι στη μητρική του την αραβική. Σε αυτή τη γλώσσα εξάλλου κατάθεσε και στην αστυνομία την οποία δήλωσε ότι γνωρίζει και καταλαβαίνει πολύ καλά. Είναι γεγονός ότι μου προκάλεσε εντύπωση έξυπνου ανθρώπου. Είναι δε κοινά παραδεκτό ότι είχε κατά τον επίδικο χρόνο οικονομικές διαφορές με το παραπονούμενο πρόσωπο που όπως αναφέρθηκε και ενώπιον του δικαστηρίου εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να μην έχουν επιλυθεί. Ο ίδιος στη κατάθεση του στην αστυνομία όπως εξάλλου ανέφερε και ενώπιον του Δικαστηρίου διεκδικούσε επανειλημμένα το λαβείν του από τον παραπονούμενο. Προσέκρουε στην άρνηση του παραπονούμενου ο οποίος προέβαλλε διάφορες προφάσεις - δίκαιες ή άδικες - δεν είναι της παρούσας να αποφασιστεί, για να μην ικανοποιήσει τις αξιώσεις του. Ο κατηγορούμενος ενώπιον του δικαστηρίου παραδέχθηκε ότι ήταν πολύ θυμωμένος με τον παραπονούμενο για αυτό τον λόγο. Δεν θα του χάριζε τον κόπο του, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Στη κατάθεση του στην αστυνομία παραδέχθηκε βάζοντας λόγια και φράσεις που ειπώθηκαν με τον παραπονούμενο ότι ¨ναι απειλώ σε¨, φράση την οποία προσπάθησε έντεχνα και χωρίς επιτυχία ενώπιον του δικαστηρίου να μειώσει τη σημασία που ο ίδιος της απέδιδε αν και ενώπιον του Δικαστηρίου σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του είχε παραδεχθεί ότι ναι είχε απειλήσει τον παραπονούμενο για να μη χάσει τον κόπο του αν και αμέσως μετά διαφοροποιήθηκε ελαφρώς αντιλαμβανόμενος το σφάλμα του. Τα συνεχή ειρωνικά χαμόγελα του όταν κατέθεταν οι Μ.Κ.2 και 3 δεν αλλάζουν την εικόνα που σχημάτισα γι΄αυτόν και δεν φανερώνουν ένα καλοπροαίρετο ή καλοκάγαθο άνθρωπο. Η απέχθεια του προς τον παραπονούμενο ήταν ολοφάνερη, αυτή εκδηλώθηκε ευθύς εξ αρχής από την κατάθεση του στην αστυνομία όταν έλεγε ότι αυτός δεν του έδιδε όλα τα χρήματα κάθε δεκαπέντε μέρες που τον πλήρωνε αλλά του έκοβε από αυτά και όταν έλεγε ότι αυτός έβρισκε πιο φτηνούς εργάτες για να κάμνουν τη δουλειά που θα μπορούσε ο ίδιος να κάμει με τις τιμές που συμφώνησαν και με τις οποίες τον χρέωνε. Ακόμα τα ίδια αισθήματα εξέφρασε και προς τον κ. Β. Νικολάου του οποίου αμφισβήτησε τόσο τις γνώσεις του στις οικοδομικές εργασίες όπου πότε αμφισβητεί ότι αυτός ήταν επιστάτης και πότε έτσι τον κατονομάζει αποδίδοντας του μάλιστα και το προσωνύμιο ¨το σιλλούι του μάστρου του¨. Η αλαζονεία του ήταν διάχυτη καθόλη τη διάρκεια της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου με χαρακτηρισμούς για τον παραπονούμενο και τον επιστάτη του στους οποίες αποδίδει αδιαφορία ακόμα και οκνηρία εφόσον ο παραπονούμενος δεν μετέβαινε νωρίς όπως θα έπρεπε στο εργοτάξιο, ότι ο επιστάτης δεν έβγαινε από το γραφείο του και ότι δεν έκαμαν ούτε καν το κόπο να μετρήσουν τη δουλειά που τους πρόσφερε κλπ. Από την άλλη, η αλληλουχία των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση με την επανειλημμένη εκ μέρους του διεκδίκηση των χρημάτων που κατ΄ισχυρισμό του τού χρωστούσε ο παραπονούμενος και στη μη ανταπόκριση του τελευταίου στις απαιτήσεις του, η συναισθηματική φόρτιση και η αδικία που ένιωθε όπως την αντιλαμβανόταν να συντελείται σε βάρος του κατά τον επίδικο χρόνο, με οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι αυτός εκστόμισε την φράση που του αποδίδεται από τον παραπονούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και την απορρίπτω. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες των μεταξύ των πρωταγωνιστών δοσοληψιών διότι αυτές δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση ούτε και προσέθεσαν κάτι αξιόλογο ως προς την κρίση μου επί της αξιοπιστίας του. Αυτά ίσως απασχολήσουν άλλο Δικαστήριο αν η υπόθεση οδηγηθεί ως εκεί. Θα σχολιάσω μόνο ότι από τέτοιες προφορικές και πρόχειρες συμφωνίες συχνά είναι που προκαλούνται διαφωνίες και παρεξηγήσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, οι οποίες όχι μόνο οδηγούνται οι ίδιες προς επίλυση ενώπιον των Δικαστηρίων αλλά προκαλούν όπως και στη προκείμενη περίπτωση διάφορες άλλες απρόβλεπτες καταστάσεις και πολλές φορές όπως και η παρούσα περίπτωση σε πρόκληση αδικημάτων κάθε είδους, για αυτό και θα πρέπει να αποφεύγονται. Ο Μ.Υ. ήταν φανερό ότι διακατεχόταν από αλλότρια κίνητρα τόσο εναντίον του παραπονούμενου όσο και εναντίον του επιστάτη του κ. Β. Νικολάου. Η παρουσία του στο Δικαστήριο δεν πρόσφερε τίποτε σε σχέση με το ουσιώδες που απασχολεί στη παρούσα. Όταν συνέβη το επίδικο γεγονός ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν ήταν παρών. Επομένως οι σχέσεις του ίδιου με τον παραπονούμενο και αν ο τελευταίος του κατέβαλε όλες τις εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι της παρούσας και είναι αδιάφορες για τη παρούσα υπόθεση. Ήταν φανερό όμως ότι με την εξύμνηση της στάσης και συμπεριφοράς του κατηγορούμενου σε αντίθεση με αυτή του πρώην εργοδότη του, του παραπονούμενου, η μαρτυρία του δόθηκε επί σκοπού και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενική. Για τους πιο πάνω λόγους την απορρίπτω. Βρίσκω επομένως ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι πειστική και την αποδέχομαι. Όσα δε προήλθαν από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 σε σχέση με αυτό καθ΄ αυτό το επεισόδιο τα οποία κατέγραψα πιο πάνω καθίστανται ευρήματα μου. Αντίθετα η εκδοχή του κατηγορούμενου βρίσκω ότι δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και την απορρίπτω. Το ζήτημα της μη δίκαιης δίκης που επικαλέστηκε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την μη παράδοση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής του συγκεκριμένου σημειωματάριου ή ημερολογίου και όχι μέρους του, όπως αναφέρθηκε, δεν κρίνω ότι επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση καθότι ο,τιδήποτε και αν αναφερόταν σ΄αυτό δεν θα είχε σχέση με το επίδικο γεγονός. Από την άλλη δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής γιατί δεν το έκαμε εφόσον δεν ήταν στη κατοχή της ως μέρος του μαρτυρικού υλικού και ότι δόθηκε στην άλλη πλευρά το σχετικό μέρος του όταν κι μόλις αυτό της δόθηκε εκ μέρους του παραπονούμενου προσώπου που το κατείχε και εφόσον είχε προκληθεί να το κάμει. Επομένως δεν βρίσκω ότι υπάρχει οποιαδήποτε παραβίαση δικαιώματος του κατηγορούμενου καθώς όσα και να αναφέρονται σε αυτή εφόσον αφορούν άσχετα γεγονότα με το επίδικο επεισόδιο δεν θα ενείχαν καμιά σημασία. Η φράση η ίδια την οποία απέδωσε ο παραπονούμενος στην κατάθεση του και η οποία χρησιμοποιείται στις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνιστά απειλή στην έννοια του νόμου. Επομένως κρίνω ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν από κάθε αμφιβολία και ως εκ τούτου κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο στη κατηγορία. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο