Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αθηνούλλα Παπαπέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 12059/10, 23 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12059/10 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Αθηνούλλα Παπαπέτρου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κος. Ζαχαρίου Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη στις 23/9/09 και περί ώρα 15:30 στη Λεωφόρο Ελλάδος στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KQC463 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο στην Κυριακού Σάββα, 64 ετών, τέως από το Συνοικισμό Κόκκινων στη Λάρνακα. Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω από αυτό το πρώιμο στάδιο τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου οι οποίες στηρίζονται στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η επίδικη σύγκρουση επεσυνέβηκε στη Λεωφόρο Ελλάδος στη Λάρνακα. Πρόκειται για δρόμο διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. H μία κατεύθυνση οδηγεί στη Λεωφόρο Ελευθερίας και η άλλη στο κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. Στη κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Ελευθερίας στο σημείο όπου η Λεωφόρος Ελλάδος συναντά την πάροδο της οδού Αρχιεπισκόπου Παϊσίου σχηματίζεται και τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα που θα στρίψουν δεξιά. Η κατηγορούμενη οδηγώντας το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής KQC463 με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Ελευθερίας, από το πιο πάνω σημείο έστριψε δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου (βλ. Το σχεδιάγραμμα της σκηνής τεκμήριο 3). Η Κυριακού Σάββα ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KLQ755 που οδηγούσε η ΜΚ5 στη Λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση προς το κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού δηλαδή στην αντίθετη κατεύθυνση σύμφωνα με την πορεία της κατηγορούμενης. Τα δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μεταξύ τους με αποτέλεσμα το θύμα αρχικά να τραυματιστεί. Αμέσως μετά τη σύγκρουση μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο θάνατος της επήλθε στις 14.12.
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο συνολικά έντεκα μάρτυρες. Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τα δύο μέρη κατάθεσαν από κοινού παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα τεκμήρια 24 - 31. Περαιτέρω κατατέθηκαν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: Στις 23/9/09 στη Λεωφόρο Ελλάδος επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα οχήματα, το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQC463, το οποίο οδηγούσε η Αθηνούλλα Παπαπέτρου κατηγορούμενη και το όχημα με αριθμούς εγγραφής KLQ755 το οποίο οδηγούσε η Κυριακή Κουμπάρου με συνοδηγό το θύμα την Κυριακού Σάββα, και επιβάτη στο πίσω κάθισμα την Μαρίτσα Παντελή. Οι τραυματίες παραλήφθηκαν από τους νοσηλευτές Σαμουήλ Αντρέου και Δημήτρη Ιακωβίδη, και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Λάρνακας. Στις 14/12/09 και ώρα 16:51 η Κυριακού Σάββα απεβίωσε και ο Δρ. Άγγελος Ρήγας εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου. Στις 15/12/09 και ώρα 10:15 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στη παρουσία της ιατροδικαστού Δρ. Ελένης Αντωνίου και της αστυφύλακας 4056 Μάρθας Δημητρίου, ο Γρηγόρης Γρηγορίου γιος της Κυριακούς Σάββα είδε και αναγνώρισε την σορό της Κυριακούς Σάββα. Στις 15/12/09 και ώρα 10:15 η Δρ. Ελένη Αντωνίου διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό της Κυριακούς Σάββα. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λήφθησαν υπόψη όλοι εκείνοι οι παράγοντες και παράμετροι που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και έχοντας κατά νου ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς καθώς η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρας δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Aγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1ΑΑΔ 263 Γενικός Εισαγγελέας v.Mανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Ο Λοχίας 2247 Γ. Γιασεμή (ΜΚ1) ανέφερε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος περί η ώρα 15:35 της ίδιας μέρας που επεσυνέβη το δυστύχημα. Φτάνοντας στη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις και τους επιβαίνοντες στα οχήματα να αναχωρούν με ασθενοφόρο για το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Έλαβε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2). Τοποθέτησε επί του σχεδίου με την ένδειξη το γράμμα Χ ως το σημείο σύγκρουσης στο οποίο κατέληξε από γδάρσιμο και μαύρισμα που εντόπισε στην άσφαλτο το οποίο προκλήθηκε από τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος της κατηγορούμενης κατά την σύγκρουση. Η σύγκρουση έγινε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης που ακολουθούσε το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής KLQ
- Το πρόχειρο σχεδιάγραμμα στη συνέχεια μετατράπηκε από τον ΜΚ2 σε τελικό σχέδιο επί κλίμακος (τεκμήριο 3). Από το σημείο που η κατηγορούμενη έστριψε δεξιά χωρίς την παρουσία οποιονδήποτε εμποδίων στο δρόμο υπήρχε ορατότητα 510μ. που επέτρεπε στη κατηγορούμενη να αντιληφθεί διερχόμενο όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ρωτήθηκε και συμφώνησε ότι στον αναφερόμενο δρόμο εκεί που αυτός συναντά την οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου πάνω στη νησίδα που διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις υπάρχουν διπλές πινακίδες της τροχαίας. Ερωτηθείς κατά πόσο μέτρησε το ύψος και τις διαστάσεις των πινακίδων αυτών απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω απάντησε σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις επί του σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος και υπέδειξε την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης μετά τη σύγκρουση το οποίο σταμάτησε πάνω στη διαχωριστική νησίδα. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Η συμπεριφορά του στο εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου που εξέθετε τα ευρήματα του με αμερόληπτο και αντικειμενικό τρόπο και χωρίς καμία προσπάθεια να παραποιήσει αυτά σε βάρος της αλήθειας. Ήταν σταθερός και σαφής στις απαντήσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του που ήταν περισσότερο διευκρινιστικής φύσεως παρά αμφισβήτηση της αλήθειας αυτών που ανέφερε στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο αστυφύλακας 173 Ανδρέας Τοφφή (ΜΚ2) υπηρετεί στο Τμήμα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων της Τροχαίας Λάρνακας. Είναι ειδικός φωτογράφος και σχεδιαστής σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων σε κλίμακα. Έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και των δύο ενεχόμενων οχημάτων (τεκμήριο 5). Επίσης, αφού προηγουμένως, ο ΜΚ1 του επεξήγησε λεπτομερώς το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος μετέτρεψε αυτό σε τελικό σχεδιάγραμμα επί κλίμακος. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις επεξήγησε τις μετρήσεις και ενδείξεις που σημειώνονται στο τελικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έλαβε επί τόπου τις μετρήσεις του δρόμου τις οποίες μετέφερε και τοποθέτησε μαζί με τις μετρήσεις που έλαβε ο ΜΚ1στο τελικό σχέδιο επί κλίμακας. Απάντησε σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με τις μετρήσεις επί του τελικού σχεδιαγράμματος. Ερωτηθείς σε σχέση με τις πινακίδες της τροχαίας που βρίσκονται πάνω στη διαχωριστική νησίδα, ο ΜΚ2, απάντησε πως δεν είχε μετρήσει τις διαστάσεις τους αλλά μόνο τη θέση τους σε σχέση με την νησίδα. Ο ΜΚ2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Υπήρξε σαφής και επεξηγηματικός στις απαντήσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι μάρτυρες κατηγορίας 3 και 4 ανέφεραν ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΜΚ4 με συνοδηγό τη ΜΚ3 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην Λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση ίδια με αυτή της κατηγορούμενης. Οι μάρτυρες 3 και 4 μου έδωσαν την εντύπωση ότι ήθελαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο η μαρτυρία τους όμως ήταν συγκεχυμένη και σε πολλά σημεία δυσνόητη και αντιφατική. Από το σύνολο της μαρτυρίας τους προκύπτει ότι αυτές παρά το ότι βρίσκονταν στο δρόμο τη στιγμή του δυστυχήματος εν τούτοις δεν είδαν την σύγκρουση των δύο οχημάτων αλλά την υπέθεσαν. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η ΜΚ3 ενώ στη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 6) αναφέρει ότι εκινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κατά την προφορική της μαρτυρία ανέφερε ότι εκινούνταν στη δεξιά. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης εκινείτο δίπλα τους σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ισχυρίσθηκε ότι αυτό βρισκόταν πίσω τους. Ο ισχυρισμός της ότι είδε τη σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων από το καθρεφτάκι του οδηγού έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία της ΜΚ4 η οποία ανέφερε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα την ώρα της σύγκρουσης η ΜΚ3 να μπορούσε να δει από το καθρεφτάκι του οδηγού. Επίσης ο ισχυρισμός της ότι έβλεπε ταυτόχρονα προς τα πίσω το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης και μπροστά το αυτοκίνητο με το οποίο τελικά έγινε η σύγκρουση δεν συμβαδίζει με τη λογική. Η ΜΚ4 επίσης έδωσε μια δυσνόητη και ασαφή μαρτυρία. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι είδε την σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Ο ισχυρισμός της ότι η σύγκρουση έγινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και το τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη ελάττωσε ταχύτητα για να στρίψει δεξιά αλλά δεν σταμάτησε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε πως δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν σταμάτησε ή όχι. Ενώ στη γραπτή κατάθεση της αναφέρει ότι όταν πρόσεξε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης αυτό βρισκόταν δίπλα της στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στη προφορική της μαρτυρία, ισχυρίσθηκε, ότι, το είδε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της ενώ ακόμα βρισκόταν πίσω της και ότι στη συνέχεια την προσπέρασε και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να στρίψει δεξιά. Όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεχτώ την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 την οποία και απορρίπτω πλην του μέρους εκείνου όπου ανέφεραν ότι είδαν το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης να εισέρχεται στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας η οποία επιτρέπει την στροφή δεξιά. Η Κυριακή Χριστοδούλου ΜΚ5 ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου το οποίο συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης. Ανέφερε ότι οδηγούσε στη Λεωφόρο Ελλάδας με κατεύθυνση προς το κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. Κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και εκινείτο με ταχύτητα περίπου 60-65 χαω. Σε απόσταση 150μ. πριν τη συμβολή με την οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου πρόσεξε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση να εισέρχεται στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για να στρίψει δεξιά. Η ίδια συνέχισε κανονικά την πορεία της υπολογίζοντας πως η κατηγορούμενη την είδε και θα σταματούσε. Ενώ όμως βρισκόταν σε απόσταση 5-6μ. είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης να συνεχίζει να κινείται και να στρίβει δεξιά με αποτέλεσμα να εισέλθει στην δική της πορεία και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν μεταξύ τους. Μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητο της κατέληξε στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της και το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης στα δεξιά πάνω στη νησίδα. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε ότι βρισκόταν σε απόσταση 5-6μ. όταν η κατηγορούμενη έστριψε δεξιά και της έκοψε το δρόμο. Δέχθηκε ότι είχε δει την κατηγορούμενη να κινείται στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας αλλά θεώρησε σίγουρο ότι θα σταματούσε για να της δώσει προτεραιότητα. Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με τις πινακίδες που βρίσκονταν στην νησίδα απάντησε ότι αυτές δεν εμπόδιζαν την ορατότητα της. Δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο της συγκρούστηκε πάνω στο αυτοκίνητο της κατηγορούμενης αναφέροντας πως δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος της. Η ΜΚ5 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν ειλικρινής και πειστική στις θέσεις της. Αφηγήθηκε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως περιέπεσαν στην αντίληψη της χωρίς καμία προσπάθεια υπερβολής ή παραποίησης τους και η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Από τη μαρτυρία της και τα ευρήματα του ΜΚ1 προκύπτει το βέβαιο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση επεσυνέβηκε εντός της δικής της πορείας κάτι που άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ5 στην ολότητα της. Η μαρτυρία της αστυφύλακας 1143 Μ. Λοίζου ΜΚ6 ήταν τυπικής φύσεως και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος και διαπίστωσε ότι οι επιβαίνοντες των δύο ενεχόμενων οχημάτων μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Στη συνέχεια βοήθησε τον ΜΚ1 στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για σχεδιαγράφηση της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Δρ. Χάρης Χ΄΄Χάρος (ΜΚ7) είναι γιατρός τοποθετημένος στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ως βοηθός διευθυντής χειρουργικής κλινικής. Ανέφερε ότι στις 23/9/09 κλήθηκε από τις Πρώτες Βοήθειες να εξετάσει την Κυριακού Σάββα που τραυματίσθηκε στο υπό αναφορά δυστύχημα. Η ασθενής παραπονείτο για έντονο άλγος στη κοιλιά. Έγινε υπέρηχος κοιλίας και έδειξε εσωτερική αιμορραγία. Αμέσως οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου έγινε διερευνητική λαπαροτομή με ευρήματα ελεύθερο αίμα στη περιτοναϊκή κοιλότητα, ρήξη αριστερού λοβού του ήπατος, οπισθοπεροτοναϊκό αιμάτωμα στη περιοχή του παγκρέατος και δωδεκαδακτύλου καθώς και ότι το λεπτό έντερο παρουσίαζε διατομή και απαγγίωση τμήματος της νήστιδος λόγω ρήξης μεσεντερίου. Ο μάρτυρας στη συνέχεια αναφέρθηκε στο τρόπο που αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά τα πιο πάνω τραύματα λέγοντας πως η ασθενής κατά την διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης μεταγγίσθηκε με τρείς μπουκάλες αίματος και δύο μονάδες πλάσματος. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Το πρώτο σαρανταοκτάωρο η μετεγχειρητική κατάσταση της ήταν καλή και ως εκ τούτου μεταφέρθηκε στο χειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Στις 27.9.09 το θύμα υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακος, κοιλίας η οποία έδειξε συλλογή υγρού στο δεξιό παρανευρικό χώρο που εκτείνετο και αριστερά και μετά από περαιτέρω εξετάσεις διαφάνηκε διαφυγή υγρού από το δωδεκαδάκτυλο. Στις 28/9/09 οδηγήθηκε για δεύτερη φορά στο χειρουργείο όπου παρατηρήθηκε ρήξη δωδεκαδάκτυλου και υποβλήθηκε σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση αυτή την φορά από τον Διευθυντή της χειρουργικής κλινικής Δρ. Παπακυριακού Κυριάκου. Μετά το πέρας της χειρουργικής επέμβασης μεταφέρθηκε διασωληνωμένη στην Μονάδα Εντατικής παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Στις 2/10/09 λόγω της κατάστασης της μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο ΜΚ7 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις επεξήγησε όλα τα στάδια της ιατρικής περίθαλψης της οποίας έτυχε το θύμα πριν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ανέφερε ότι το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας δεν διαθέτει ιατρούς με την ειδικότητα του Εντατικολόγου διαθέτει όμως όλα τα μέσα συντήρησης μονάδας εντατικής παρακολούθησης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ7 ρωτήθηκε και επανέλαβε τα όσα έλαβαν χώρα σε σχέση με την ιατρική περίθαλψη του θύματος. Ανέφερε ότι κατά την χειρουργική επέμβαση έγινε αναρρόφηση του αίματος που υπήρχε στην κοιλιακή χώρα και ότι υπήρχε μεγάλη ρήξη στον αριστερό λοβό του ήπατος η οποία αιμορραγούσε και αντιμετωπίσθηκε με αιμοστατικές ραφές. Ανέφερε επίσης ότι υπήρχε ρήξη του εντέρου μεταξύ νήστιδος και δωδεκαδακτύλου με πλήρη διατομή, δηλαδή κόπηκε εντελώς και αντιμετωπίσθηκε με αναστόμωση του εντέρου δηλαδή επανενώθηκε. Επίσης είχε απαγγειωθεί τμήμα του λεπτού εντέρου και έγινε εκτομή αφαίρεση δηλαδή του τμήματος αυτού και επανένωση του εντέρου. Ανέφερε περαιτέρω ότι διαπιστώθηκε αιμάτωμα οπισθοπεριναϊκά δηλαδή στη πίσω επιφάνεια της κοιλίας στην περιοχή του δωδεκαδακτύλου και του παγκρέατος. Ήταν η θέση του ότι με δεδομένη τη κάκωση στην περιοχή του δωδεκαδάκτυλου και του παγκρέατος, η ρήξη στο δωδεκαδάκτυλο μπορούσε να παρουσιασθεί από την τρίτη μέχρι την όγδοη μετεγχειρητική ημέρα και στη περίπτωση του θύματος εντοπίσθηκε κατά τις εξετάσεις που έγιναν στις 27/9/
- Ο ΜΚ7 κατάθεσε στο Δικαστήριο το φάκελλο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου καταγράφονται όλες οι ενέργειες και διαδικασίες σε σχέση με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του θύματος (τεκμήριο 12) και απάντησε σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις επί του περιεχομένου του. Διευκρίνισε ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση τοποθετήθηκαν παροχετευτικοί σωλήνες στη κοιλιά του θύματος για να παροχετεύονται τυχόν υγρά από τις αναστομώσεις του εντέρου ή από τυχόν συνέχιση της αιμορραγίας. Διευκρίνησε επίσης ότι το θύμα επαρακολουθείτο από όλους τους γιατρούς της χειρουργικής ομάδας του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Μετά την δεύτερη χειρουργική επέμβαση μεταφέρθηκε διασωληνωμένη στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης και παρέμεινε κλινήρης μέχρι την μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Σε σχετική ερώτηση της υπεράσπισης, απάντησε ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας υπάρχει μονάδα εντατικής παρακολούθησης που διαθέτει όλες τις σύγχρονες μονάδες και υπεύθυνοι σε αυτήν είναι γιατροί που υπηρετούν στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ7 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε από την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Το γεγονός ότι σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν έδωσε σαφή απάντηση σε σχέση με κάποιες σημειώσεις στο φάκελλο τεκμήριο 12 δεν στάθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του, κάτι που εισηγήθηκε η υπεράσπιση στο στάδιο των αγορεύσεων. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του καθώς και την επιστημονική του κατάρτιση. Ο Ρήγας Άγγελος (ΜΚ8) είναι γιατρός στο τμήμα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ανέφερε ότι στις 2/10/09 μετά από συνεννόηση με το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας το θύμα μεταφέρθηκε στο τμήμα τους λόγω αδυναμίας αποσύνδεσης της από τον αναπνευστήρα. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της παρουσίασε επανειλημμένα επεισόδια περιτονίτιδας για τα οποία και οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Εκτός αυτού παρουσίασε εικόνα σύνδρομου αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων καθώς και επανειλημμένα επεισόδια σήψης. Επιπρόσθετα το θύμα έφερε κάταγμα θωρακικού κλοβού και κατάγματα σπονδύλων. Υποβλήθηκε σε τραχειοστομία και βρισκόταν συνεχώς υπό μηχανική υποστήριξη (αναπνευστήρα). Απεβίωσε στις 14/12/09 με εικόνα σηπτικής καταπληξίας και σύνδρομου αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων. Ο ΜΚ8 κατέθεσε το πιστοποιητικό θανάτου του θύματος (τεκμήριο 14). Επεξήγησε ότι περιτονίτιδα αποτελεί λοίμωξη στη περιτοναϊκή κοιλότητα δηλαδή τη κοιλιά. Το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων ανέφερε ότι είναι σύνδρομο που σχετίζεται με πάρα πολλά νοσήματα που μπορεί να είναι θλάσης πνευμόνων, σήψη, άλλες λοιμώξεις και έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία αμφοτερόπλευρων σκιάσεων στους πνεύμονες οι οποίες συνοδεύονται από πρόβλημα οξυγόνωσης. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι τα επεισόδια περιτονίτιδας παρουσιάστηκαν ενώ το θύμα ενοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η περιτονίτιδα εντοπίσθηκε μετά από καλλιέργεια αίματος και περιτοναϊκών υγρών η οποία έδειξε πολυανθεκτικά μικρόβια τα οποία συναντώνται ως επί το πλείστον στις μονάδες εντατικής παρακολούθησης. Τα μικρόβια αυτά όπως ανέφερε ο μάρτυρας έχουν ανθεκτικότητα στα αντιβιωτικά επειδή είναι ενδονοσοκομειακά μικρόβια που συναντούνται παγκόσμια στις μονάδες εντατικής παρακολούθησης των νοσοκομείων και μεταξύ άλλων μπορεί να δημιουργήσουν και περιτονίτιδα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν το θύμα εισήλθε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας δεν παρουσίαζε περιτονίτιδα αλλά αδυναμία αποσύνδεσης της από τον αναπνευστήρα. Η αδυναμία αποδέσμευσης της από τον αναπνευστήρα οφείλετο στο γεγονός ότι είχε τραύματα (θλάσεις) στον πνεύμονα και υγρό γύρω από αυτό. Οι θλάσεις στον πνεύμονα εντοπίσθηκαν ενώ το θύμα ενοσηλεύετο στην Εντατική Μονάδα Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μετά που υποβλήθηκε σε εξέταση αξονικής τομογραφίας. Ισχυρίσθηκε ότι οι θλάσεις αυτές μπορεί να μην ήταν εμφανείς αμέσως μετά τον τραυματισμό και να εμφανίστηκαν αργότερα. Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος δυσκολίας αποδέσμευσης κάποιου ασθενή από τον αναπνευστήρα μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους. Τα κατάγματα τεσσάρων σπονδύλων που πιθανόν να προκλήθηκαν από το δυστύχημα υπήρχαν από την αρχή, ο πόνος όμως στη συγκεκριμένη περιοχή μπορούσε να αποδοθεί και στο τραύμα της κοιλιάς. Ο ΜΚ8 ανέφερε πως στις 20/10/09 το θύμα υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακος - κοιλίας η οποία έδειξε περιτονίτιδα και σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας και για την αντιμετώπιση τους οδηγήθηκε δύο φορές στο χειρουργείο. Στις 29/11/09 οδηγήθηκε ξανά στο χειρουργείο όπου έγινε παροχέτευση αποστήματος κάτω από το συκώτι το οποίο προκλήθηκε από μικρόβιο. Στις 14/12/09 το θύμα απεβίωσε ενώ παρουσίαζε την πιο πάνω κλινική εικόνα. Σε σχετικές ερωτήσεις, ο μάρτυρας απάντησε πως ένας ασθενής με βλάβη στους πνεύμονες μπορεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και να επανέλθει καθώς και ότι είναι θεμιτό μετά την παρέλευση τεσσάρων ημερών να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση εφόσον το επιτρέπει η οξυγόνωση του. Ισχυρίσθηκε πως η εικόνα του θύματος στην αξονική τομογραφία της 27/9/09 δεν ήταν η ίδια με αυτή που παρουσίασε στις 7/10/
- Η θλάση των πνευμόνων μπορούσε να διαφανεί με αξονική τομογραφία στις 27/9/09 αλλά και ο μη εντοπισμός της δεν θα αποτελούσε λάθος. Τούτο διότι όπως εξήγησε ο μάρτυρας τα ευρήματα σε αξονική τομογραφία του θώρακα περιγράφονται με ακτινολογικούς όρους και το κατά πόσο αυτά οφείλονται σε θλάση συνυπολογίζεται και με την κλινική εικόνα του κάθε ασθενή. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι πάντα συνυπολογίζεται τι θα ωφελέσει τον ασθενή και εφόσον το επιτρέπει η αναπνευστική λειτουργία και άλλοι εργαστηριακοί παράγοντες, τότε ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο. Ο ΜΚ8 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την επιστημονική του κατάρτιση. Υπήρξε σαφής και επεξηγηματικός κατά την μαρτυρία του, όπου, αναφέρθηκε στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρασχέθηκε στο θύμα, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια να παραποιήσει τα γεγονότα σε βάρος της αλήθειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης χωρίς καμία επιφύλαξη τις διαπιστώσεις της ιστοπαθολόγου Ι. Ζουβάνη (ΜΚ9), η οποία θα πρέπει να πω εντυπωσίασε το Δικαστήριο με την επιστημονική της κατάρτιση. Η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της παθολογοανατομικής έκθεσης που ετοίμασε μετά από ιστολογική εξέταση δειγμάτων που λήφθησαν από διάφορα όργανα του θύματος. Επεξήγησε με καθαρότητα τη διαδικασία των εξετάσεων που διενήργησε και τα αποτελέσματα τους σύμφωνα με τα οποία διαπιστώθηκαν μεταξύ άλλων έντονες αλλοιώσεις βρογχοπνευμονίας δηλαδή φλεγμονή του πνεύμονα, διαβρώσεις του λεπτού εντέρου που προκαλείται από κακή αιμάτωση ή φλεγμονή καθώς και λιπώδη εκφύλισμα στο ηπατικό παρέγχυμα. Η Δρ. Γεωργία Κοντοπίθαρη, Εντατικολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (ΜΚ10) επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της και την επιστημονική της κατάρτιση. Αναφέρθηκε στην εικόνα που παρουσίαζε το θύμα όταν στις 2/10/09 εισήχθηκε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η μαρτυρία της συνάδει με αυτή του ΜΚ8 και το μόνο σημείο στο οποίο προκύπτει διαφορά, διευκρινίστηκε από την ίδια λέγοντας πως όταν ανέφερε στη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 16) ότι το θύμα εισήχθη στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με χειρουργική περιτονίτιδα, εννοούσε ότι, εισήχθη από το Νοσοκομείο Λάρνακας όπου χειρουργήθηκε δύο φορές για την αντιμετώπιση τραυμάτων που έφερε στη κοιλιά. Η μάρτυρας ανέφερε ότι το θύμα παρουσίαζε αναπνευστική δυσχέρεια και υπήρχε δυσκολία αποδέσμευσης της από τον αναπνευστήρα. Η κατάσταση της στη συνέχεια επιδεινώθηκε, καθώς, η παραμονή της για κάποιο χρονικό διάστημα στον αναπνευστήρα ήταν δυνατό να προκαλέσει προβλήματα λοίμωξης. Ήταν η θέση της ότι η αποσύνδεση από τον αναπνευστήρα ενός ασθενούς εμπίπτει στην ειδικότητα του Εντατικολόγου μπορεί όμως αυτή να διενεργηθεί και από ιατρό αναισθησιολόγο. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν διεθνώς κατοχυρωμένα κριτήρια με βάση τα οποία αποδεσμεύεται ένας ασθενής από τον αναπνευστήρα και τηρουμένων αυτών η αποδέσμευση μπορεί να διενεργηθεί και από γιατρό που δεν έχει την ειδικότητα του εντατικολόγου. Η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου (ΜΚ11) υιοθέτησε το περιεχόμενο της μεταθανάτιας ιατροδικαστικής έκθεσης που ετοίμασε μετά τη νεκροψία που διενήργησε στη σορό του θύματος (τεκμήριο 17) και στην οποία αναφέρει ότι ο θάνατος προήλθε από πνευμονία και περιτονίτιδα συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η κα. Αντωνίου διευκρίνισε πως στο τελικό της πόρισμα κατέληξε αφού πρώτα έλαβε τα αποτελέσματα των ιστολογικών εξετάσεων. Ήταν η θέση της ότι τα τραύματα του θύματος από το δυστύχημα αυτά καθ' εαυτά δεν ήταν θανατηφόρα θέση η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού συνάδει και με το σύνολο της μαρτυρίας των ιατρών που κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι οποίοι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους δεν ισχυρίσθηκαν ότι ο θάνατος προκλήθηκε από αυτά καθ' εαυτά τα τραύματα. Η κα. Αντωνίου, ανέφερε ότι σε ασθενείς που παραμένουν για κάποιο χρονικό διάστημα στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης μπορεί να προκληθούν λοιμώξεις από μικρόβια τα οποία είναι δεδομένο ότι υπάρχουν και η περιτονίτιδα είναι μια επιπλοκή που παρουσιάζεται μετεγχειρητικά ένεκα εμφάνισης μικροβίων. Διευκρίνισε ότι πρόκειται για ενδονοσοκομειακά λοιμώδη νοσήματα που προκαλούν πνευμονία η οποία αν δεν καταστεί δυνατό να αντιμετωπιστεί καταλήγει σε θανατηφόρα. Oι πιο πάνω θέσεις της μάρτυρας συνάδουν και με τη μαρτυρία των δύο Εντατικολόγων και γίνονται αποδεκτές. Περαιτέρω η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της, τεκμήριο 18, όπου αναφέρει, ότι, ο θάνατος του θύματος προήλθε από τραύματα της κοιλιακής χώρας τα οποία ενώ εχειρουργήθηκαν παρουσίασαν υποτροπή με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν περιτονίτιδα και ότι η πνευμονία προκλήθηκε λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του θύματος σε ακινησία λόγω των σοβαρών τραυμάτων από το τροχαίο δυστύχημα. Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της κυρίας Αντωνίου γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Πρόκειται για τα ευρήματα στα οποία κατέληξε με βάση την επαγγελματική της κατάρτιση, μετά από τη νεκροψία που διενήργησε στη σορό του θύματος και αφού προηγουμένως μελέτησε τα αποτελέσματα των ιστολογικών εξετάσεων. Επιπρόσθετα τα ευρήματα αυτά δεν έρχονται σε αντίφαση με τη μαρτυρία των υπόλοιπων εμπειρογνωμόνων και συγκεκριμένα τη μαρτυρία των Εντατικολόγων και της Ιστοπαθολόγου κας. Ζουβάνη. Η θέση όμως της κας. Αντωνίου ότι η περιτονίτιδα στο θύμα δημιουργήθηκε από την εγχείριση που προηγήθηκε τις αρχικές μέρες η οποία δεν είχε καλή πρόγνωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Τούτο διότι η μάρτυρας δεν διευκρίνισε με ποιο τρόπο ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιο ακριβώς χρονικό στάδιο δημιουργήθηκε η περιτονίτιδα αλλά και περαιτέρω έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του Εντατικολόγου ΜΚ8, σύμφωνα με την οποία, το θύμα παρουσίασε επανειλημμένα επεισόδια περιτονίτιδας κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και όχι ενώ ενοσηλεύετο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Επίσης απορρίπτεται και δεν μπορεί να δοθεί καμία βαρύτητα στη θέση της κας. Αντωνίου, σύμφωνα με την οποία, η βρογχοπνευμονία και η περιτονίτιδα που παρουσίασε το θύμα ήταν κατάλοιπα από «πιθανή» μη ικανοποιητική φροντίδα επειδή δεν έτυχε σωστής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η τοποθέτηση αυτή πέραν του ότι δεν αναφέρεται στη γραπτή κατάθεση της, θεωρώ ότι αποτελεί υποθετικό συμπέρασμα και δεν συνιστά αποτέλεσμα εμπειρογνωμοσύνης. Η κα. Αντωνίου δεν ισχυρίσθηκε ότι διενήργησε οποιανδήποτε περαιτέρω έρευνα σε σχέση με όλες τις λεπτομέρειες της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που έτυχε το θύμα. Τούτο διαφαίνεται και από τη δήλωση της ότι στο θύμα έγινε μόνο μια λαπαροσκοπική εγχείρηση προς διερεύνηση κάτι που βέβαια δεν συνάδει με τα όσα ανέφεραν οι υπόλοιποι γιατροί σε σχέση με το σύνολο της ιατρικής περίθαλψης που παρασχέθηκε στο θύμα από την ημέρα του τραυματισμού μέχρι το θάνατο της. Η μαρτυρία του Δημήτρη Ιακωβίδη (ΜΚ12) ήταν τυπικής φύσεως και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ήταν ο νοσηλευτής που μετέφερε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών το θύμα και την ΜΚ
- Ο Σωτήρης Πάμπου (ΜΚ13) είναι ο γιατρός των Πρώτων Βοηθειών που εξέτασε προκαταρκτικά το θύμα και στη συνέχεια το παρέπεμψε στους χειρούργους. Η μαρτυρία του επίσης ήταν τυπικής φύσεως και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Η κατηγορούμενη καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της τεκμήριο
- Στο τεκμήριο 10 αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ακολουθούσε το δρομολόγιο που ακολουθεί καθημερινά για να επιστρέψει στο σπίτι από την εργασία της. Οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Ελλάδας με σκοπό να πάρει την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου. Πλησιάζοντας προς την αναφερόμενη πάροδο εισήλθε στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας και αφού έδειξε με το δείκτη του οχήματος της ότι θα στρίψει δεξιά κινήθηκε μέχρι το σημείο που σταματά η διαχωριστική νησίδα. Εκεί, πριν να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ελάττωσε εντελώς ταχύτητα σταματώντας σχεδόν το όχημα της και αφού κοίταξε αριστερά και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε αυτοκίνητο στο δρόμο άρχισε με κάποια ταχύτητα όχι πολύ μεγάλη να κατευθύνεται προς την οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου. Μόλις κάλυψε τη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης πρόσεξε σε απόσταση 5μ. το αυτοκίνητο της ΜΚ5 να κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της να συγκρουστεί με την αριστερή μπροστινή του γωνιά στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της ΜΚ
- Το αυτοκίνητο της έκανε δεξιά στροφή και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει κατέληξε πάνω στη διαχωριστική νησίδα. Πριν να επιχειρήσει στροφή δεξιά έλεγξε το δρόμο αλλά δεν γνωρίζει το λόγο που δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της ΜΚ
- Κατά τη προφορική της μαρτυρία, η κατηγορούμενη, ισχυρίσθηκε πως το αυτοκίνητο της ΜΚ5 δεν ήταν ορατό ένεκα του ότι οι πινακίδες της τροχαίας που βρίσκονται τόσο στη πλευρά που βρισκόταν η ίδια όσο και στην απέναντι πλευρά δημιουργούσαν «τυφλό σημείο» που εμπόδιζε την ορατότητα της. Προς υποστήριξη της θέσης της υπέδειξε τις φωτογραφίες τεκμήρια 32 και 33 που λήφθηκαν από τον σύζυγο της (ΜΥ) τη ημέρα του δυστυχήματος αναφέροντας ότι οι εν λόγω πινακίδες βρίσκονται στο ίδιο ύψος με το αυτοκίνητο της και εμπόδιζαν την ορατότητα της. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη επανέλαβε τη θέση της ότι πριν να στρίψει δεξιά έλεγξε το δρόμο αλλά ένεκα της πινακίδας που βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το αυτοκίνητο της δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της ΜΚ
- Ανέφερε ότι από το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου περνούσε συχνά καθώς ήταν η διαδρομή που ακολουθούσε καθημερινά όταν επέστρεφε στο σπίτι από την εργασία της. Σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε πως όταν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας τότε είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ5 αλλά ήταν πλέον αργά για να πάρει οποιαδήποτε μέτρα προφύλαξης και συνέχισε την πορεία της χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος της ή να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ερωτηθείσα από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής από ποια απόσταση είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ5 απάντησε πως όταν το είδε αυτό βρισκόταν αρκετά μακριά. Η κατηγορούμενη δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής της. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου προσπάθησε να δώσει μία άλλη εκδοχή στα γεγονότα η οποία έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός της ότι το δυστύχημα προκλήθηκε επειδή οι πινακίδες εμπόδιζαν την ορατότητα της θεωρώ ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Πρόκειται για ισχυρισμό που δεν ανέφερε στην γραπτή κατάθεση της αλλά και ποτέ προηγουμένως παρά μόνο κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό, αξίζει πιστεύω να τονίσω, ότι, εάν πράγματι οι αναφερόμενες πινακίδες της τροχαίας εμπόδιζαν την ορατότητα των οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο λογικά η κατηγορούμενη θα έπρεπε να το γνωρίζει, αφού, όπως η ίδια ισχυρίσθηκε, χρησιμοποιούσε πολύ συχνά σχεδόν καθημερινά το συγκεκριμένο δρόμο. Σημειώνω περαιτέρω από τη γραπτή κατάθεση της κατηγορούμενης την ρητή αναφορά της πως δεν γνωρίζει τον λόγο που δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της ΜΚ
- Ούτε και οι φωτογραφίες που κατέθεσε η κατηγορούμενη στο Δικαστήριο, αποδεικνύουν την αλήθεια της εκδοχής της. Αντίθετα αυτές απεικονίζουν ένα αυτοκίνητο που κινείται στο δρόμο και φαίνεται πίσω από τις πινακίδες. Παρατηρώ περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη κατά την αντεξέταση της υπέπεσε σε αντιφάσεις. Ο ισχυρισμός της ότι σταμάτησε το όχημα της πριν να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση της όπου αναφέρει αυτολεξεί «ελάττωσα τελείως την ταχύτητα μου, σχεδόν σταμάτησα μόλις και εκινείτο το αυτοκίνητο μου.» Ο ισχυρισμός που έδωσε κατά την αντεξέταση, ότι, όταν για πρώτη φορά είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ5 αυτό ήταν αρκετά μακριά, έρχεται επίσης σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση της όπου αναφέρει ότι αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της ΜΚ5 από απόσταση πέντε μέτρων. Η θέση της ότι προχώρησε και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σιγά - σιγά επίσης έρχεται σε αντίφαση με την γραπτή κατάθεση της στην οποία αναφέρει ότι προχώρησε με «κάποια ταχύτητα όχι πολύ μεγάλη» για να διασταυρώνει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του αντίθετου ρεύματος με κατεύθυνση προς την οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου. Όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεκτώ την εκδοχή της κατηγορούμενης την οποία και απορρίπτω. Η δήλωση της κατηγορούμενης στη γραπτή κατάθεση της ότι πριν να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας «ελάττωσε τελείως ταχύτητα και σχεδόν σταμάτησε» είναι δυσμενής για την ίδια αφού αποκαλύπτει τον μη επαρκή, από μέρους της, έλεγχο του δρόμου πριν να κινηθεί δεξιά. Εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι αφού πρόκειται περί ενοχοποιητικής δήλωσης, ποιος ο λόγος αν δεν ήταν αληθινή να τη κάνει η κατηγορούμενη και μάλιστα στην αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι θα πρέπει να δεχθώ ως αληθινό το περιεχόμενο της πιο πάνω δήλωσης της κατηγορούμενης. Ακόμα και τότε που βρισκόταν σε ισχύ ο αποκλειστικός κανόνας της εξ' ακοής μαρτυρίας, τέτοιες δηλώσεις προς την Αστυνομία, γίνονταν αποδεχτές ως μαρτυρία εναντίον του καταθέτοντος, ως εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Κακογιάννη, 1983 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 151: «αν τέτοιες καταθέσεις (του κατηγορουμένου προς την αστυνομία) είναι δυσμενείς για τον κατηγορούμενο, τότε, αν έγιναν θεληματικά, γίνονται δεχτές ως μαρτυρία εναντίον του». Δεν θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο για δηλώσεις που περιέχονται στην αρχική κατάθεση του κατηγορούμενου, οι οποίες αποτελούν μη ενοχοποιητικές ή ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με την βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στη κατάθεση του κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική απόφαση Findlay Ducan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Ducan (ανωτέρω) αποφασίσθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση R.V. Storey
(1968)52 Cr. App Rep. 334 όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα στη δίκη καταθέσει ενόρκως και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή όπως και η κατάθεση του. Ο ΜΥ, σύζυγος της κατηγορούμενης επίσης δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του και θεωρώ ότι ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την κατηγορούμενη. Αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ότι κατά την μέρα του δυστυχήματος έλαβε τις φωτογραφίες τεκμήρια 32, 33 και 34 και τούτο διότι σε αυτές απεικονίζονται μέρη της σκηνής του δυστυχήματος που απεικονίζουν και οι φωτογραφίες του τεκμηρίου
- Δεν αποδέχομαι όμως, ότι, το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι πινακίδες της τροχαίας κρύβουν τα αυτοκίνητα που κινούνται στο δρόμο. Ο ΜΥ ισχυρίσθηκε ότι οι αναφερόμενες πινακίδες βρίσκονται στο ύψος του οδηγού κάτι που έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία της κατηγορούμενης η οποία ισχυρίσθηκε ότι αυτές βρίσκονται στο ύψος του αυτοκινήτου της. Σημειώνω πως ο ισχυρισμός του ΜΥ, σύμφωνα με τον οποίο, όταν ο ίδιος σε μεταγενέστερο χρόνο μετέβηκε με το αυτοκίνητο του στο συγκεκριμένο σημείο, αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο που εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας επειδή σταμάτησε το όχημα του πριν να προχωρήσει για να στρίψει δεξιά, δεν ενισχύει τη θέση της κατηγορούμενης ότι οι πινακίδες εμπόδιζαν την ορατότητα της αλλά ούτε και τη θέση της ότι έλεγξε επαρκώς το δρόμο. Σε υποβολή δε της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, η σύζυγος του δεν είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ5 επειδή δεν σταμάτησε εντελώς πριν να στρίψει δεξιά, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η θέση που προσπάθησε να υποστηρίξει με τη μαρτυρία του ο ΜΥ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 23/9/09 περί η ώρα 15:15 η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQC463 στη Λεωφόρο Ελλάδος στη Λάρνακα με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Ελευθερίας. Η Λεωφόρος Ελλάδας είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση. Η μία κατεύθυνση οδηγεί προς τη Λεωφόρο Ελευθερίας και η άλλη προς το κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. Στο σημείο που ο δρόμος συναντά την πάροδο της οδού Αρχιεπισκόπου Παισίου, στη κατεύθυνση που ακολουθούσε η κατηγορούμενη σχηματίζεται και τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για τα αυτοκίνητα που θα στρίψουν δεξιά. Η κατηγορούμενη στο σημείο αυτό του δρόμου εισήλθε στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας και ελαττώνοντας ταχύτητα χωρίς να ελέγξει επαρκώς το δρόμο έστριψε δεξιά και εισήλθε εντός της αντίθετης κατεύθυνσης του δρόμου για να κατευθυνθεί προς την οδό Αρχιεπισκόπου Παισίου, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KLQ755 που οδηγούσε η ΜΚ5 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της πορείας που ακολουθούσε η ΜΚ5 και σημειώνεται στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Χ. Η ορατότητα της κατηγορούμενης προς την κατεύθυνση που εκινείτο η ΜΚ5 ήταν 510 μέτρα. Από τη σύγκρουση τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές και τραυματίσθηκαν οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί και οι επιβάτες του οχήματος υπ' αριθμούς εγγραφής ΚLQ
- Μεταξύ αυτών και η Κυριακού Σάββα η οποία μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά τη παραμονή της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας παρουσίασε πνευμονία και περιτονίτιδα. Στις 14/12/09 η Κυριακού Σάββα απεβίωσε και ο Δρ. Άγγελος Ρήγας εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου. Στις 15/12/09 και ώρα 10:15 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στη παρουσία της Δρ. Ελένης Αντωνίου, ιατροδικαστή και της αστυφύλακας 4056 Μάρθας Δημητρίου, ο Γρηγόρης Γρηγορίου γιος της Κυριακούς Σάββα είδε και αναγνώρισε την σορό της Κυριακούς Σάββα. Στις 15/12/09 και ώρα 10:15 η Δρ. Ελένη Αντωνίου διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό της Κυριακούς Σάββα και στη συνέχεια, αφού έλαβε τα αποτελέσματα των ιστολογικών εξετάσεων από τα δείγματα που λήφθησαν από όργανα του θύματος, ετοίμασε ιατροδικαστική έκθεση σύμφωνα με την οποία ο θάνατος προήλθε από πνευμονία και περιτονίτιδα. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης επιχειρηματολογώντας ενώπιον του Δικαστηρίου εισηγήθηκε αφενός ότι η ενέργεια της κατηγορούμενης να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στη πάροδο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επικίνδυνη πράξη και αφετέρου ότι ο θάνατος του θύματος δεν ήταν απόρροια των αρχικών τραυμάτων που υπέστη από το δυστύχημα υποστηρίζοντας, με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 211 του Ποινικού Κώδικα, ότι οι θεράποντες ιατροί δεν ενήργησαν με καλή πίστη και τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση και δεξιότητα. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί προβλέπει ως ακολούθως: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Με την τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» και «απρόσεκτη» και «επικίνδυνη» πράξη. ΄Ετσι, για να βρεθεί κάποιος ένοχος σε τέτοια κατηγορία, πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά και επαφίεται στο Δικαστήριο να διακρίνει αν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης καταδεικνύουν ή όχι μια τέτοια συμπεριφορά (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 409, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ. 2)
(2002)2 ΑΑΔ 518, δεκαπεντάχρονος βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αφού κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του να οδηγήσει αυτοκίνητο χωρίς άδεια, εν καιρώ νυκτός σε κατοικημένη περιοχή, με πολλές στροφές και ενώ ήταν εντελώς άσχετος στην οδήγηση στοιχειοθετούσε απερισκεψία με την έννοια του άρθρου 210. Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473 και την παλαιότερη Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας πιο πάνω). Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R v. Lawrence, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία, και δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ΄ αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με τον τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά την λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μία ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απερίσκεπτη οδήγηση δεν εδικαιολογείτο κάτω από τις συνθήκες που έγινε το δυστύχημα και κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη πρόθεσης (mens rea) που απαιτείται για την απερίσκεπτη (reckless) οδήγηση. Η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή, στην περίπτωση εκείνη, που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, μπορεί να μην ενέπιπτε στον ορισμό της απερίσκεπτης οδήγησης, κρίθηκε όμως ότι ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και σαν αποτέλεσμα η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σε σχέση με το τι αποτελεί απερίσκεπτη οδήγηση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «΄Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης». Σχετική είναι η απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 1974, όπου αποφασίσθηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλ. R . v. Caldwell
(1981)1 All ER 961) (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18).» Στην υπόθεση Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΔΔ 300 λέχθηκε: «..διότι απερίσκεπτη οδήγηση σημαίνει να παίρνει ένα αδικαιολόγητο κίνδυνο για τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε..». Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μία περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η Αγγλική απόφαση, R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502,η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: «..εμπεριέχει αποτυχία∙ πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία.» (βλ. R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. Hill v. Baxter,
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat,
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αποτυχία του εφεσείοντα να δει το θύμα ενώ όφειλε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να το πράξει και η πράξη του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του εκεί που βρισκόταν το θύμα ενώ ο δρόμος προς τα δεξιά ήταν ελεύθερος, συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση. Στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453, ο εφεσείοντας ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο, επεχείρησε να στρίψει δεξιά και ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου με αποτέλεσμα το θάνατο του οδηγού του. Ο εφεσείοντας δεν είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση παρά μόνο όταν άκουσε το θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η έφεση που ακολούθησε αφορούσε μόνο την επιβληθείσα ποινή. Όπως έχει προκύψει από τα γεγονότα της υπόθεσης και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη έστριψε δεξιά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου κάτω από περιστάσεις που περιείχαν σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης βλάβης ή άλλης ζημιάς. Χωρίς αμφιβολία η κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει υπόψη της μια τέτοια πιθανότητα. Αντί αυτού και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς το δρόμο αποφάσισε να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου διακινδυνεύοντας και αψηφώντας οποιουσδήποτε κινδύνους εμπεριείχε η ως άνω απόφαση της. Το αποτέλεσμα της ενέργειας της αυτής ήταν να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής KLQ755 το οποίο οδηγείτο νομίμως από την ΜΚ
- Κάτω από τα δεδομένα τα οποία περιγράφονται πιο πάνω και δεδομένου ότι η ορατότητα προς την κατεύθυνση που εκινείτο το αυτοκίνητο της ΜΚ5 ήταν 510μ. είμαι της άποψης ότι η κατηγορούμενη θα έπρεπε να είχε δει το αυτοκίνητο της ΜΚ
- Η παράλειψη της να το δει ενώ θα έπρεπε να το είχε δει εμπίπτει στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης ή συμπεριφοράς (βλ. Πέτρου v. Αστυνομίας (πιο πάνω). Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι κοίταξε αριστερά πριν να προχωρήσει και να στρίψει δεξιά. Το ουσιώδες ζήτημα δεν είναι το κατά πόσο η κατηγορούμενη κοίταξε αριστερά πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου αλλά το κατά πόσο άσκησε τη δέουσα παρατηρητικότητα πριν αποφασίσει να το πράξει. Ακόμα και εάν ο ισχυρισμός της ότι οι πινακίδες της τροχαίας εμπόδιζαν την ορατότητα της εγίνετο αποδεκτός και πάλι η οδήγηση της θα κρίνετο επικίνδυνη. Διότι σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να είχε πάρει τέτοια προληπτικά μέτρα έτσι ώστε να μην εξέθετε σε κίνδυνο τους άλλους οδηγούς οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τη συγκεκριμένη στιγμή. Αντίθετα η κατηγορούμενη έστριψε δεξιά ελαττώνοντας μόνο ταχύτητα και χωρίς προηγουμένως να σταματήσει εντελώς το όχημα της για όσο χρόνο απαιτείτο για να ελέγξει επαρκώς τη τροχαία κίνηση. Οι ενέργειες της ήταν λανθασμένες και καθοριστικές αιτίες για την πρόκληση του δυστυχήματος. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτερά v. Κυπριανού
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή v. Χίννη Π.Ε. 10237 ημερομηνίας 22.3.2000). Ακόμα και το γεγονός ότι όταν αντιλήφθηκε στη συνέχεια το αυτοκίνητο της ΜΚ5 παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος της και ή να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό ούτως ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ήταν λανθασμένες και καθοριστικές αιτίες της σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Όπως πιο πάνω έχει αναφερθεί (βλ. R.V.Gosney) το σφάλμα που απαιτείται για στοιχειοθέτηση του αδικήματος αποδεικνύεται επαρκώς από τα γεγονότα και μόνο της κάθε υπόθεσης. Η δημιουργία μιας επικίνδυνης κατάστασης δημιουργεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα (inference) πτώσης από το επίπεδο της φροντίδας ή δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού και εναπόκειται στην υπεράσπιση να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την προκληθείσα κατάσταση. Στην παρούσα υπόθεση αποδείχθηκε ότι οι πιο πάνω ενέργειες της κατηγορούμενης δημιούργησαν μια επικίνδυνη κατάσταση αλλά δεν αποδείχθηκε ότι δεν ευθύνεται γι' αυτή, δεδομένης της απόρριψης της εξήγησης που δόθηκε από την πλευρά της. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει το συστατικό στοιχείο της επικίνδυνης οδήγησης. Πέραν της επικίνδυνης οδήγησης της κατηγορούμενης η κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο θάνατος της Κυριακούς Σάββα προήλθε από τον τραυματισμό της συνεπεία του δυστυχήματος. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο αιτία θανάτου του θύματος υπήρξε η πνευμονία και η περιτονίτιδα. Καθίσταται φανερό ότι τα τραύματα τα οποία υπέστη το θύμα από την επίδικη σύγκρουση δεν ήταν αυτά καθ' εαυτά η αιτία που προκάλεσε τον θάνατο. Το ερώτημα το οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο ο θάνατος του θύματος ήταν η απόρροια των αρχικών τραυμάτων που υπέστη από το δυστύχημα. Πιστεύω ότι θα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα. Με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία η δημιουργία της περιτονίτιδας και της πνευμονίας ήταν κατά την άποψη μου η άμεση απόρροια του τραυματισμού του θύματος από το δυστύχημα και της μετέπειτα νοσηλείας της στο νοσοκομείο μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθηκε. Η θέση της υπεράσπισης ότι οι θεράποντες ιατροί δεν ενήργησαν με καλή πίστη και τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση και δεξιότητα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, όπως αυτή αξιολογείται πιο πάνω στην απόφαση μου, κρίνω ότι, δεν έχει προκύψει οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι θεράποντες ιατροί δεν ενήργησαν με καλή πίστη αλλά ούτε και ότι δεν ενήργησαν με την συνηθισμένη επιστημονική γνώση και δεξιότητα. Δεν έχει τεθεί άλλωστε εκ μέρους της υπεράσπισης οποιαδήποτε περαιτέρω επιστημονική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η θεραπεία του θύματος δεν εφαρμόσθηκε σύμφωνα με τη συνήθη επιστημονική γνώση και δεξιότητα. Στην παρούσα περίπτωση το θύμα μετά τον τραυματισμό του κατά το υπό εξέταση δυστύχημα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και ειδικά υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Εξακολούθησε δε να νοσηλεύεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και στη συνέχεια στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μέχρι την ημέρα του θανάτου της. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία ενώ τα τραύματα στη κοιλιά χειρουργήθησαν στη συνέχεια το θύμα δεν μπορούσε να αποδεσμευτεί από τον αναπνευστήρα και μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου εκεί, παρουσίασε περιτονίτιδα και πνευμονία που οφείλονταν σε λοιμώξεις που προκαλούνται από ενδονοσοκομειακά μικρόβια αλλά και στη μακρόχρονη παραμονή της σε ακινησία στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης χωρίς τη δυνατότητα αποδέσμευσης της από τον αναπνευστήρα. Πιστεύω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάσπαση της συνέχειας της αιτίας (break of the Chain of Causation) από το χρόνο του τραυματισμού του θύματος από οποιαδήποτε νέα αιτία ανεξάρτητη του τραυματισμού της. Από το σύνολο της μαρτυρίας όπως αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο προκύπτει, πως, ότι ακολούθησε ήταν απότοκο του τραυματισμού του θύματος κατά το δυστύχημα. Στην απόφαση στην υπόθεση Lord v. Pacific Steam Navigation Co Ltd, The Operesa
(5)
(1943)1 All E.R.211 στη σελ. 215 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Wright αναφορικά με τη διάσπαση της αλυσίδας της αιτίας: «It must always be shown that there is something which I will call ultroneous, something unwarrantable, a new cause coming in disturbing the sequence of events, something that can be described as either unreasonable or extraneous or extrinsic.» Η περιτονίτιδα και πνευμονία που παρουσίασε το θύμα ήταν μεν μια άλλη αιτία η οποία προκάλεσε το θάνατο, ήταν όμως αποτέλεσμα του τραυματισμού του θύματος κατά το υπό εξέταση δυστύχημα και της μετέπειτα παραμονής της στο νοσοκομείο. Ο τραυματισμός του θύματος από το δυστύχημα εξακολούθησε να παραμένει κατά το χρόνο του θανάτου ενεργός και ουσιώδης αιτία. Το Δικαστήριο για το υπό εξέταση θέμα έχει αντλήσει καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία και ειδικά από τις υποθέσεις R. v. Smith
(1959)2 All E. R. 193, R. v. Malcherek,
(1981)2 All E.R. 422 και R. v. Cheshire
(1991)3 All E.R. 670. Τα γεγονότα της υπόθεσης Smith (πιο πάνω) ήταν τα ακόλουθα: Ο εφεσείοντας είχε τραυματίσει με μαχαίρι το θύμα. Κάποιος συνάδελφος του μετέφερε το θύμα στο στρατιωτικό νοσοκομείο μια ώρα μετά τον τραυματισμό του. Στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε δεν έγινε αντιληπτή αμέσως η σοβαρότητα της κατάστασης του με αποτέλεσμα να μην του χορηγηθεί η απαιτούμενη θεραπευτική αγωγή. Αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων ήταν ο θάνατος του τραυματία. Το Στρατιωτικό Δικαστήριο καταδίκασε τον εφεσείοντα για το φόνο του θύματος. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα, αποδεχόμενο μεταξύ άλλων ότι ο θάνατος του τραυματία προκλήθηκε από το τραύμα το οποίο του επέφερε ο εφεσείοντας. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: "It seems to the court that, if at the time of death the original wound is still an operating cause and a substantial cause, then the death can properly be said to be the result of the wound, albeit that some other cause of death is also operating. Only if it can be said that the original wounding is merely the setting in which another cause operates can it be said that the death does not result from the wound. Putting it in another way, only if the second cause is so overwhelming as to make the original wound merely part of the history can it be said that the death does not flow from the wound." Υπό το φως των όσων αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό τόσο την επικίνδυνη οδήγηση της κατηγορούμενης όσο και το ότι ο θάνατος του θύματος επήλθε συνεπεία του τραυματισμού της κατά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο