← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Αντρέας Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Ποινικής Υπ.: 16098/2011, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Αντρέας Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Ποινικής Υπ.: 16098/2011, 30 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπ.: 16098/2011 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν.

  1. Αντρέας Χαραλάμπους
  2. Fadel Hijazie
  3. Yassir Yoasif Κατηγορουμένων 30 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ.Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο αρ.1: κ.Αντ. Ιντιάνος και κ. Α. Πελεκάνος Για τους κατηγορούμενους αρ. 2 και 3: κ. Μ. Παναγιώτου Κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν το αδίκημα της εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση των άρθρων 244(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Περαιτέρω δε ο κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της ελευθέρωσης προσώπου που βρίσκεται υπό νόμιμη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 127(γ) του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 2 και 3). Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 αντιμετωπίζουν επίσης το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244(β) και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία 4) και της απόδρασης από νόμιμη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 5).
  5. Η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες κάλεσε ως μάρτυρα τον ειδικό αστυφ.5698 Θ. Χαραλάμπους, ο οποίος στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: α) Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και στις 11.9.11 ανέλαβε καθήκον από η ώρα 19:00 μέχρι 07:00 της 12.9.
  6. β) Την 12.9.11 και περί ώρα 00:16 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον αστυφ.2737 Μ. Χριστοφή μετά από πληροφορία ότι στην είσοδο του κτιρίου Patricia Court 2 στη Λάρνακα κάθονται κάποια άτομα τα οποία μιλούν και κάνουν φασαρία καθώς και ότι σε διαμέρισμα ακούγεται δυνατή μουσική, μετέβησαν στο συγκεκριμένο μέρος. γ) Όταν κατέφθασαν στο χώρο, και ειδικότερα στο πεζοδρόμιο βρισκόντουσαν τρία πρόσωπα ένας από τους οποίους ήταν ο κατηγορούμενος αρ.
  7. Ο συνάδελφος του στην αγγλική γλώσσα τους επεξήγησε τους λόγους της παρουσίας τους και τους ζήτησε να μην προκαλούν ανησυχία ως επίσης τους ζήτησε τα προσωπικά τους έγγραφα για έλεγχο πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να δώσουν τα στοιχεία τους. Τα πιο πάνω πρόσωπα παρουσιάστηκαν ως φρουροί ασφαλείας του κτιρίου. Ο συνάδελφος του, του ανέφερε να μεταβούν στο δεύτερο όροφο και ακολούθως να εξακριβώσουν τα στοιχεία τους. Όταν τους αναφέρθηκε ότι υπήρχε παράπονο για ανησυχία και για δυνατή μουσική τους αναφέρθηκε ότι αυτή προέρχεται από το δεύτερο όροφο. δ) Στη συνέχεια μαζί με το συνάδελφο του ενώ ανέβαιναν τις σκάλες για να πάνε στο δεύτερο όροφο σε κάποιο σημείο αντιλήφθηκε ότι τους ακολούθησαν τα τρία πρόσωπα που βρίσκονταν στην είσοδο. Όταν δε έφτασαν στο δεύτερο όροφο διαπίστωσε ότι η πόρτα του διαδρόμου ήταν κλειδωμένη και αντιλήφθηκε ότι κατέφθασαν και άλλα τρία πρόσωπα μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος αρ.
  8. Ο κατηγορούμενος αρ.1 το ρώτησε τι συμβαίνει και ο μάρτυρας του ανέφερε για την καταγγελία και του ζήτησε τα κλειδιά ώστε να συνομιλήσουν με τον ένοικο του διαμερίσματος που ακουγόταν η δυνατή μουσική. Ο κατηγορούμενος αρ.1 τον ενημέρωσε ότι στο διαμέρισμα διαμένουν κοπέλες που εργάζονται σε καμπαρέ και θα διευθετούσε να φέρουν το κλειδί της πόρτας. Πράγματι μετά από λίγο κατέφθασε στο μέρος μια κοπέλα η οποία άνοιξε την πόρτα του διαδρόμου και κατευθύνθηκε μαζί με το συνάδελφο του προς το διαμέρισμα. Στη συνέχεια κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος και άνοιξε μια κοπέλα. Ο συνάδελφος του, στην αγγλική γλώσσα, της ζήτησε όπως χαμηλώσει την ένταση της μουσικής καθότι προκαλούσε ανησυχία πράγμα το οποίο έπραξε και αυτή υποσχέθηκε ότι δεν θα το επαναλάβει. Τότε ξεκίνησαν να κατέβουν τα σκαλιά. Ενώ τα κατέβαινε τους ένοιωσε πολύ κοντά και έτσι ζήτησε, στην αγγλική γλώσσα, από τα πρόσωπα που τους ακολουθούσαν να προχωρήσουν μπροστά αυτοί καθότι δεν υπήρχε φωτισμός στις σκάλες και έφερε τον υπηρεσιακό του οπλισμό. ε) Ο κατηγορούμενος αρ.3 του ανέφερε «I will not go I am security» και τότε ο Αστυφ. Χαραλάμπους του ζήτησε να προχωρήσει μπροστά πλην όμως αυτός αρνήθηκε. Τότε ο κατηγορούμενος αρ.3 με τα δυο του χέρια τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να κινηθεί προς τα κάτω. Ο Αστυφ. Χαραλάμπους τον πληροφόρησε ότι τελεί υπό σύλληψη και ακολούθως κάποιο πρόσωπο που βρισκόταν στο χώρο τον άρπαξε και τον οδήγησε προς τα πάνω. Ο ίδιος κατέβηκε και κατευθύνθηκε στο περιπολικό όπου ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας και ζήτησε ενισχύσεις. στ) Αμέσως μετά αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο αρ.3 να κάθεται σε καρέκλα που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και στο χώρο να βρίσκονται και άλλα πρόσωπα. Τότε έβγαλε τις χειροπέδες από τη θήκη και κατευθύνθηκε προς το μέρος του για να τον συλλάβει και προσπάθησε να του τις τοποθετήσει. Τον πληροφόρησε ότι τελεί υπό σύλληψη στην παρουσία του κατηγορούμενου αρ. 2 ο οποίος του υποδείκνυε να μην τοποθετήσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο αρ.
  9. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αρ.3 τον έσπρωξε. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 στάθηκε μπροστά του και του ανέφερε «don't touch me». Ο Αστυφ. Χαραλάμπους τον ενημέρωσε ότι ο κατηγορούμενος αρ.3 τελεί υπό σύλληψη και του ζήτησε να μην τον εμποδίζει. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 τον έσπρωξε και τότε του ανέφερε ότι τελεί και αυτός υπό σύλληψη. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 τον εμπόδιζε να προβεί στη σύλληψη του κατηγορούμενου αρ.
  10. Ο κατηγορούμενος αρ.3 προχωρούσε με γοργό βήμα τοποθετώντας τα χέρια του προς τα πίσω για ν΄ αποφύγει την κράτηση και ο κατηγορούμενος αρ.2 έμπαινε μπροστά από τον Αστυφ. Χαραλάμπους εμποδίζοντας τον. ζ) Στη συνέχεια μετέβη στο συγκεκριμένο σημείο ο κατηγορούμενος αρ.1 ο οποίος μιλούσε σε γλώσσα που δεν αντιλαμβανόταν ο Αστυφ. Χαραλάμπους. Ανέφερε σ΄ αυτόν ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 τελούσαν υπό σύλληψη πλην όμως αυτός εμπόδιζε τον Αστυφ. Χαραλάμπους να ακινητοποιήσει τους κατηγορούμενους αρ. 2 και 3 και ειδικότερα άνοιξε τα χέρια του τοποθετώντας τα στον Αστυφ. Χαραλάμπους και πιέζοντάς τον. Του ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 τελούσαν υπό σύλληψη και να μην τον εμποδίζει πλην όμως συνέχιζε. Τότε ο κατηγορούμενος αρ. 1, στην ελληνική γλώσσα, ανέφερε στους κατηγορούμενους αρ. 2 και 3 να φύγουν υποδεικνύοντας αυτοκίνητο που βρισκόταν στο χώρο. Έτσι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 εισήλθαν στο αυτοκίνητο που βρισκόταν στο χώρο και εγκατέλειψαν το μέρος με σβηστά φώτα. Στη συνέχεια κατέφθασαν αστυνομικές ενισχύσεις. η) Ακολούθως την ίδια ημέρα εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον των κατηγορούμενων αρ. 1, 2 και 3 (Βλ.τεκμ. 1, 2, 3). Όταν μετέβηκε μαζί με άλλους για να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου αρ.1 αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο αρ.
  11. θ) Επίσης την ίδια ημέρα δηλ. 12.9.11 έδωσε κατάθεση. Ο ίδιος δεν γνωρίζει να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή και έτσι την υπαγόρευσε στο συνάδελφο του που ήταν παρών στο περιστατικό. Αντεξεταζόμενος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι από λάθος δεν έγραψε στην κατάθεση που έδωσε (τεκμ.Α) ότι: I. τα άτομα που βρίσκονταν στο χώρο φώναζαν και γιουχάιζαν, II. ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο αρ.2 ότι τελεί υπό σύλληψη τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος αρ.3, III. ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο αρ.1 ότι οι κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 τελούσαν υπό κράτηση. Ο Αστυφ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι την κατάθεση του την κατέγραψε μετά από περίπου 30-45 λεπτά μετά που μετέβη στο σταθμό αφού του ζητήθηκε να το πράξει αμέσως, πράγμα το οποίο έκανε κάτω από την πίεση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν προηγουμένως. Ανέφερε ότι ήταν λάθος του που δεν τα έγραψε όλα στην κατάθεση του και δήλωσε ότι τα γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν τα αληθινά. Διαπίστωσε αργότερα ότι δεν τα έγραψε και ενημέρωσε σχετικά και του αναφέρθηκε ότι μπορούσε να προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση πλην όμως δεν το έπραξε. Να σημειωθεί ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 12.9.
  12. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους δυνάμει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αυτοί προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις.
  1. Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος αρ.1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατ΄ εκείνη την ημέρα βρισκόταν σε διπλανό μαγαζί από το Patricia Court 2 όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της Αστυνομίας και μετέβη για να δει τι συμβαίνει μαζί με τους άλλους δυο φίλους του. Όταν ανέβηκε τα σκαλιά είδε τους αστυνομικούς και τρία άλλα γνωστά του πρόσωπα. Ο αστυνομικός του ανέφερε ότι επιθυμούσε να εισέλθει στο διαμέρισμα γιατί ακουγόταν δυνατή μουσική και τον ρώτησαν αν είχε το κλειδί της πόρτας και τότε έστειλε κάποιο να φέρει το κλειδί. Έτσι μετά από λίγα λεπτά ήρθε μια κοπέλα, έφερε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα. Ακολούθως οι αστυνομικοί εισήλθαν στο χώρο και ζήτησαν από την κοπέλα που άνοιξε την πόρτα να χαμηλώσει τη μουσική, πράγμα το οποίο έγινε. Στη συνέχεια κατέβηκαν κάτω πλην όμως ο ίδιος μαζί με 2-3 φίλους του παρέμειναν στο χώρο και μιλούσαν με τις κοπέλες. Δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε να συμβαίνει στα σκαλιά. Μετά από παρέλευση 10-15 λεπτών κατέβηκε με τους φίλους του και τότε αντιλήφθηκε να φωνάζουν πλην όμως δεν αντιλήφθηκε τι επισυνέβη. Δεν αντιλήφθηκε να σπρώχνει κάποιος τους αστυνομικούς ούτε και γνώριζε ότι οι αστυνομικοί επιθυμούσαν να συλλάβουν κάποιο. Δεν του ανέφεραν ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 είναι υπό σύλληψη. Ο ίδιος επενέβη μεταξύ τους για να μην υπάρξει πρόβλημα και άνοιξε τα χέρια του για να μην κτυπήσουν ο ένας στον άλλο. Δεν παρεμπόδισε το έργο της Αστυνομίας και τους ανέφερε να φύγουν για να σταματήσει το πρόβλημα.
  2. Ο κατηγορούμενος αρ.2 στην ανώμοτη δήλωση του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι την ώρα που κατέφθασε στο χώρο η Αστυνομία αυτός καθόταν και τους αναφέρθηκε ότι υπάρχει δυνατή μουσική. Τότε τους ανέφερε ότι προέρχεται από το δεύτερο όροφο από κοπέλες που δουλεύουν στο καμπαρέ, ότι ο δεύτερος όροφος είναι κλειδωμένος και δεν θα ακούσουν λόγω της δυνατής μουσικής. Προθυμοποιήθηκε να φέρουν τα κλειδιά. Έτσι ανέβηκαν μαζί με τους δυο αστυνομικούς στο δεύτερο όροφο και ακολούθως ήρθε και ο κατηγορούμενος αρ.
  3. Σε κάποια στιγμή ήρθε η κοπέλα και έφερε τα κλειδιά και άνοιξε την πόρτα. Στη συνέχεια αφού αναφέρθηκε σ΄ αυτή ότι υπήρχε δυνατή μουσική κατευθύνθηκαν προς τα κάτω και κατέβαινε τα σκαλιά μαζί τους. Πριν το τέλος των σκαλιών ο αστυνομικός που κρατούσε φάκελο και φως κάτι είπε στα ελληνικά που δεν κατάλαβε. Ο φίλος του, του ανέφερε ότι είναι «security» και τότε ο αστυνομικός του απάντησε «security σκατά» και ακολούθως ο φίλος του του απάντησε «εσύ σκατά». Ήδη βρισκόντουσαν κάτω στην πολυκατοικία. Ο αστυφύλακας του ζήτησε να τον σέβεται και του ανέφερε να πει στο φίλο του να τον σέβεται ώστε και αυτός με τη σειρά του να το σέβεται. Ανέφερε ότι προσπαθούσε να τους βοηθήσει και δεν είναι ορθό να τους μιλούν με αυτό τον τρόπο. Ακολούθως κατέφθασε στο χώρο ο Αντρέας και τους αντιλήφθηκε να φωνάζουν. Έτσι τους ζήτησε να σχολάσουν και να φύγουν από το χώρο. Κανένας δεν τους ανέφερε ότι τελούσαν υπό σύλληψη. Ο ίδιος ουδέποτε έσπρωξε ή προσπάθησε να εμποδίσει τον αστυνομικό. Αντιθέτως προσπάθησε να τους βοηθήσει αφού μιλά την αγγλική γλώσσα. Μετά από παρέλευση 1-2 ωρών αστυνομικοί μετέβησαν σε μπαρ που βρισκόταν μαζί με τον Αντρέα και μετέβησαν στην Αστυνομία.
  4. Ο κατηγορούμενος αρ.3 στην ανώμοτη δήλωση του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατ΄ εκείνη την ημέρα αρχικά καθόταν με τον κατηγορούμενο αρ. 2 και μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο δίπλα από το ξενοδοχείο. Όταν έφθασε στο μέρος η Αστυνομία ο κατηγορούμενος αρ. 2 τους ανέφερε στα αγγλικά ότι η δυνατή μουσική προερχόταν από το δεύτερο όροφο. Έτσι μετέβησαν όλοι στο δεύτερο όροφο όπου σε κάποια στιγμή μια κοπέλα άνοιξε την πόρτα. Οι αστυνομικοί εισήλθαν πλην όμως οι ίδιοι παρέμειναν έξω και ακολούθως τόσο οι αστυνομικοί όσο και αυτοί κατέβηκαν τα σκαλιά. Στο τέλος των σκαλιών ο αστυνομικός γύρισε προς τα πίσω και κάτι είπε το οποίο δεν αντιλήφθηκε. Ο κατηγορούμενος αρ.2 του ανέφερε ότι ρωτά τι δουλειά κάνει, και τότε του ανέφερε «I am security here». Ο αστυνομικός του απάντησε «security σκατά» οπόταν του ανέφερε «you σκατά». Στη συνέχεια αφού εξήλθαν έκατσε στην καρέκλα. Ακολούθως ρωτήθηκε γιατί δεν σέβεται την Αστυνομία. Στη συνέχεια έφτασε στο μέρος ο Αντρέας και τους ανέφερε στα αραβικά γιατί φώναζαν και τους ζήτησε να φύγουν από το χώρο αφού ολοκλήρωσαν τη δουλειά τους. Έτσι μπήκαν στο αυτοκίνητο και αναχώρησαν. Μετά από ώρες του τηλεφώνησε, ο Αντρέας και του ζήτησε να πάει στην Αστυνομία γιατί το ζητούσαν.
  5. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή το μοναδικό μάρτυρα κατηγορίας και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής του, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων του αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα.
  6. Οι ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων συνεξετάζονται στο σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 σελ.46, αναφέρθηκε ότι η ανώμοτη δήλωση «.... δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη». Όπως τονίστηκε στην απόφαση Θεοχάρους, «το απόλυτο δικαίωμα κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει τις κατηγορίες». (Βλέπε επίσης Αχτάρ ν. Αστυνομίας κ.ά. Ποινικές Εφέσεις 207, 208 και 209/08/Ημερ. 16.7.
  1. Έχω διέλθει με ενδελέχεια και προσοχή τη μαρτυρία του Αστυφ. Χαραλάμπους. Το πιο πάνω πρόσωπο μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν πειστικός, συνεπής και σταθερός στις απαντήσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του με οποιοδήποτε τρόπο. Στην κατάθεση που έδωσε (τεκμ.Α) είναι γεγονός ότι δεν ανέφερε γεγονότα τα οποία έκθεσε στο Δικαστήριο. Δεν ανέφερε στην κατάθεση του μεταξύ άλλων: I. Ότι τους φώναζαν και τους γιουχάιζαν. II. Ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο αρ.2 ότι τελούσε υπό σύλληψη τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος αρ.
  2. III. Ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο αρ.1 ότι τελούσαν υπό σύλληψη οι κατηγορούμενοι αρ.2 και
  3. IV. Ότι ο κατηγορούμενος αρ.3, μετά που του ανέφερε ότι τελεί υπό σύλληψη στο δρόμο, προχωρούσε με γοργό βήμα τοποθετώντας τα χέρια του προς τα πίσω για ν΄ αποφύγει την κράτηση. V. Ότι ο κατηγορούμενος αρ.2 του ανέφερε «don't touch me».
  4. Ο Αστυφ. Χαραλάμπους στη μαρτυρία του ανέφερε το λόγο που δεν τα εξέθεσε στην κατάθεση του και ειδικότερα δήλωσε ότι όταν μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό, του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση αμέσως και κάτω από την πίεση των όσων διαδραματίστηκαν υπαγόρευσε την κατάθεση του. Τόνισε με ειλικρίνεια ότι πρόκειται για λάθος του, το οποίο εντόπισε και ενημέρωσε σχετικά και του αναφέρθηκε ότι μπορεί να προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση, πλην όμως δεν το έπραξε. Όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα το περιστατικό διαδραματίστηκε στις 12.9.11 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που εξέθεσε ο Αστυφ. Χαραλάμπους για τη μη καταγραφή στην κατάθεση του των πιο πάνω γεγονότων είναι πειστικοί. Το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκαν στην κατάθεση του τα πιο πάνω δεν είναι ικανά να καταρρίψουν την αξιοπιστία του πιο πάνω προσώπου. Επίσης τα όσα εκτίθενται στις ενόρκους δηλώσεις για την έκδοση ενταλμάτων συλλήψεων (τεκμ. 1, 2 και 3) δεν είναι ικανά να καταρρίψουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Αστυφ. Χαραλάμπους μου έκανε εξαιρετική εντύπωση μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης. Ήταν μάρτυρας της αλήθεια και συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι δε ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων παρά το γεγονός ότι ομοιάζουν σε κάποια γεγονότα όπως αυτά έχουν εκτεθεί από μέρους του Αστυφ. Χαραλάμπους δεν είναι ικανές να αντικρούσουν την αξιόπιστη μαρτυρία του πιο πάνω προσώπου. Τα πραγματικά γεγονότα είναι όπως αυτά εκτίθενται στην παρ. 2(α) μέχρι και 2(θ), ανωτέρω.
  5. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι κατηγορούμενοι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
  6. Όλοι ο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του κατά παράβαση των άρθρων 244(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα του άρθρου 244(β) θεμελιώνεται με τη διαπίστωση τεσσάρων στοιχείων: Της παρακώλυσης που πρέπει να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός. Η παρακώλυση να είναι εσκεμμένη. Να κατευθύνεται εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης που Εκείνη τη στιγμή εκτελεί δεόντως το καθήκον του. (Βλ. υπόθεση Αχτάρ, ανωτέρω, Rice v. Connolly
(1966)2 Q.B. 414 και Green v. Moore
(1982)74 Cr.App.R. 250). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2003)στις σελ. 173-174 αναφέρονται τα ακόλουθα: «A defendant obstructs a police constable if he makes it more difficult for him to carry out his duty (Hinchcliffe v Sheldon {1955} 1 WLR 1207, obiter). While 'resisting' implies some physical action, no physical act is necessary to constitute an obstruction (Rice v Connolly {1966} 2 QB 414), neither does advising another person not to answer (Green v DPP
(1991)155 JP 816). Answering questions incorrectly may, however, amount to obstruction, although the distinction is not always clear (see Ledger v DPP {1991} Crim LR 439). A person may obstruct by omission, provided that such a person is under an initial duty to act (Lunt v DPP {1993} Crim LR 534). ...... In Green Moore {1982} QB 1044 the court held that a tip-off to persons who were preparing to commit an offence, and who as a result of the tip-off decided not to commit such an offence, could amount to an obstruction. Police could still be said to be acting in execution of their duty even if only making general inquiries before an offence was committed. The court admitted that this was a difficult situation, since the result of the tip-off was in fact the prevention of crime. Liability would turn, however, on the mens rea and the question of whether the defendant's intent was to assist the potential criminal or to assist the police. A constable is not acting in the course of his duty, and a person cannot therefore be liable for obstructing him in the course of such action, if what he is doing is carrying out an arrest which is in fact unlawful (Edwards v DPP
(1993)97 Cr App R 301). If obstruction (rather than resistance) is alleged, it must be proved to have been willful. The defendant does not commit willful obstruction if he tries to help the police, even if he actually makes their job more difficult (Wilmott v Atact {1977} QB 498) nor can he be guilty if he is unaware that he is obstructing police officers at all (Ostler v Elliott {1980} Crim LR 584), but if the defendant deliberately obstructs the police, it will be no defence to argue that he was merely trying to prevent the arrest of a person he believed to be innocent (Lewis v Cox {1985} QB 509). As to the obstruction of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104» Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 43η Έκδοση στην παρ.20-197 αναφέρονται τα ακόλουθα: «In Green v. Moore
(1982)74 Cr. App. R. 250, D.C., the court observed that the reference to 'hostility' in the above citation from the judgment in Willmott v. Atact was not indicative of a separate element in the offence. The word there merely bears the same meaning as the phrase used immediately afterwards viz, "the intention of seeing what is done is to obstruct." In Hills v. Ellis, {1983} 1 All E.R. 667, D.C., it was held that a citizen willfully obstructed a police constable when he intentionally intervened in a lawful arrest by the officer and deliberately did something aimed at the officer which, objectively regarded, amounted to an obstruction. It was immaterial that the citizen intervened with the genuine motive of preventing what he regarded as an unjustified arrest and with no element of hostility in his actions towards the officer. A police officer may, in the execution of his duty, order a motorist to disobey traffic regulations and a refusal to comply by the motorist will amount to obstruction (direction to reverse the wrong way down a one-way street to give ambulances access to the scene of a brawl where people had been injured): Johnson v. Phillips {1975} 3 All E.R. 682, D.C.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αρ.1 στο στάδιο των αγορεύσεων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Willmott v. Atack
(1976)3 All E.R. 794. Εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της επιθετικής συμπεριφοράς από μέρους του κατηγορούμενου αρ.1 γεγονός που πιστοποιείται και από τη μη ύπαρξη κατηγορίας επίθεσης. Διέλαθε της προσοχής του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου αρ.1 ότι στην υπόθεση Green v. Moore, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι η αναφορά στο στοιχείο της εχθρότητας (hostility) στην υπόθεση Willmott v. Atack, δεν είναι ενδεικτική του ξεχωριστού στοιχείου του αδικήματος. Επίσης το τι αποτελεί παρακώλυση μπορεί να ανεβρεθεί από τα αντίστοιχα νομοθετήματα της Αγγλίας και της Ινδίας (βλ. Penal Law of India 10η Έκδοση, σελ. 1567). Η απόδραση από νόμιμη κράτηση ή η αποφυγή της σύλληψης δεν συνιστά παρακώλυση. (βλ. Penal Law of India 10η Έκδοση, σελ. 1571). Το Σύνταγμα επιτρέπει τη σύλληψη χωρίς ένταλμα μόνο σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος που τιμωρείται με φυλάκιση όταν και όπως ο Νόμος ορίζει (άρθρο 11
(3)του Συντάγματος). Τηρουμένων βέβαια των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 11
(2)του Συντάγματος. Η νομοθετική πρόνοια που ρυθμίζει κατ΄ εξουσιοδότηση του Συντάγματος το θέμα της σύλληψης από αστυνομικό χωρίς ένταλμα είναι το άρθρο 14 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι πρόνοιες του οποίου πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 11 του Συντάγματος έτσι ώστε εξουσία σύλληψης να αναγνωρίζεται μόνο σε περίπτωση αυτόφωρου αδικήματος που τιμωρείται με φυλάκιση. Στην προκειμένη περίπτωση η σύλληψη των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 ήταν νόμιμη αφού επιτέθηκαν στον Αστυφ. Χαραλάμπους με σπρωξίματα και αμέσως μετά που του επιτέθηκαν τους πληροφόρησε ότι τελούν υπό σύλληψη. Διέπραξαν αυτόφωρο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα έχουν ως εκτίθενται στην παρ.
  1. Ο Αστυφ. Χαραλάμπους ενώ βρισκόταν στη πολυκατοικία Patricia και αφού έγινε σχετική παρατήρηση στις ενοίκους του διαμερίσματος απ΄ όπου μεταδιδόταν δυνατή μουσική, κατευθύνθηκε προς την έξοδο της πολυκατοικίας κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Δεν υπήρχε φωτισμός και επειδή έφερε και το υπηρεσιακό του πιστόλι ζήτησε από τα πρόσωπα που τον ακολουθούσαν να προχωρήσουν μπροστά. Ο κατηγορούμενος αρ.3 αρνήθηκε και ακολούθως έσπρωξε τον Αστυφ. Χαραλάμπους. Τότε τον πληροφόρησε ότι τελεί υπό σύλληψη πλην όμως αυτός κατευθύνθηκε προς το δεύτερο όροφο. Μετά από λίγο ο Αστυφ. Χαραλάμπους εντοπίζει τον κατηγορούμενο αρ.3 να κάθεται σε καρέκλα έξω από την πολυκατοικία. Τότε πήρε τις χειροπέδες και κατευθύνθηκε προς το μέρος του και προσπάθησε να του τις τοποθετήσει. Τον πληροφόρησε ότι τελεί υπό σύλληψη στην παρουσία και του κατηγορούμενου αρ.2 και ζήτησε από τον τελευταίο να μην τον εμποδίζει. Ο Αστυφ. Χαραλάμπους προσπάθησε να τοποθετήσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο αρ.3 πλην όμως ο κατηγορούμενος αρ.2 τον παρεμπόδιζε αφού τον έσπρωξε και έμπαινε μπροστά του εμποδίζοντάς τον. Ακολούθως εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος αρ.1 ο οποίος ενημερώνεται από τον Αστυφ. Χαραλάμπους ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 τελούν υπό σύλληψη και παρά ταύτα ο κατηγορούμενος αρ.1 εμπόδισε τον Αστυφ. Χαραλάμπους μη επιτρέποντας του να τους προσεγγίσει αφού άνοιξε τα χέρια του και τα τοποθέτησε στο σώμα του πιέζοντάς τον. Ο δε κατηγορούμενος αρ.1 ανέφερε στους υπόλοιπους κατηγορουμένους να φύγουν. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 εισήλθαν σε όχημα και εγκατέλειψαν το χώρο με σβηστά φώτα. Οι πιο πάνω ενέργειες των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 συνιστούν παρακώλυση οργάνου τήρησης της τάξης κατά την νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του αφού εμπόδιζαν με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω τον Αστυφ. Χαραλάμπους να θέσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο αρ.1 ο οποίος συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Η παρακώλυση των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 ήταν εσκεμμένη. Πληροφορήθηκαν από τον Αστυφ. Χαραλάμπους ότι τελούσε υπό σύλληψη ο κατηγορούμενος αρ.3 και παρά ταύτα τον εμπόδιζαν με τον τρόπο που περιγράφεται λεπτομερώς πιο πάνω. Πέραν των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αρ.1 προέτρεψε τους κατηγορουμένους αρ. 2 και 3 να εγκαταλείψουν το χώρο, πράγμα το οποίο τελικά έπραξαν. Με βάση όλα τα πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας αρ.1 εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Στο Penal Law of India 10η Έκδοση, σελ. 1571 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Escaping from lawful custody, or running away from arrest by a police officer, or mere passive resistance or at best an attempt to evade process of the Court as when a person runs away and shuts himself up in a room, does not amount to obstruction within the meaning of this section.» Με βάση τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο αρ.1 δεν έχει στοιχειοθετηθεί η σχετική κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου αρ.3 καθότι η απόδραση από νόμιμη κράτηση ή αποφυγή της σύλληψης δεν συνιστά παρακώλυση στα πλαίσια του άρθρου 244(β).
  2. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο αποδείχθηκε η κατηγορία της επίθεσης κατά οργάνου της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και
  3. Το συγκεκριμένο αδίκημα περιέχει τρία στοιχεία σε αντίθεση με το αδίκημα της παρακώλυσης που εμπεριέχει τέσσερα στοιχεία όπως περιγράφηκαν πιο πάνω. Είναι τα ακόλουθα: I. Επίθεση. II. Εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης. III. Κατά τη νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έχουν εκτεθεί πιο πάνω και δεν θα τα επαναλάβω παρά μόνο θα εκτεθούν τα ουσιώδη γεγονότα για την υπό εξέταση κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 3 ενώ βρισκόταν στις σκάλες της πολυκατοικίας Patricia επιτίθεται στον Αστυφ. Χαραλάμπους σπρώχνοντάς τον με τα δυο του χέρια. Ακολούθως ενώ βρίσκονταν έξω από την πιο πάνω πολυκατοικία και ενώ τον πληροφορεί και πάλιν ότι τελεί υπό νόμιμη σύλληψη αυτός του επιτίθεται σπρώχνοντάς τον. Ο κατηγορούμενος αρ.2 ενώ πληροφορείται από τον Αστυφ. Χαραλάμπους ότι ο κατηγορούμενος αρ.3 τελεί υπό σύλληψη και να μη τον εμποδίζει αυτός του επιτίθεται σπρώχνοντάς τον. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 επιτέθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντός του. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την κατηγορία αρ.4 εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 2 και
  4. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απόδρασης από νόμιμη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 128(β) αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ.2 και
  5. (κατηγορία αρ.5). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 128(β) είναι τα ακόλουθα: Απόδραση προσώπου. που βρίσκεται υπό νόμιμη κράτηση για κάποιο ποινικό αδίκημα. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να αποφασιστεί κατά όσο έχει συντελεστεί η κράτηση των κατηγορουμένων αρ. 2 και
  6. Στο σύγγραμμα Archbold, ανωτέρω, στην παρ. 20-251 αναφέρονται τα ακόλουθα: «In general an arrest is constituted by a physical seizure or touching of the arrested person's body, with a view to his detention. In Alderson v. Booth {1969} 2 Q.B. 216; 53 Cr. App. R. 301, however, it was said that there is no longer any need for an actual seizing or touching to constitute an arrest. There may be an arrest by mere words, by saying "I arrest you" without any touching, provided that the accused submits and goes with the officer. An arrest is constituted when any form of words is used, which, in the circumstances of the case, is calculated to bring to the accused person's notice, and does so, that he is under compulsion, and he thereafter submits to compulsion: Alderson v. Booth, ante. It all depends on the circumstances of any particular case whether in fact it has been shown that a man has been arrested ... No formula will suit every case and it may well be that different procedures might have to be followed with different persons depending on their age, ethnic origin, knowledge of English, intellectual qualities, physical or mental disabilities. There is no magic formula; only the obligation to make it plain to the suspect by what is said and done that he is no longer a free man. Whether that obligation has been discharged is a question of fact, not of law and it must be left to the jury to decide whether a person has been arrested or not at least where there is a real dispute as to the question whether the defendant understood that he was being arrested: R. v. Inwood {1973} 1 W.L.R. 647, C.A.» Στο Penal Law of India, ανωτέρω, στη σελ. 1815 αναφέρονται τα ακόλουθα: «An arrest is completed when there is a submission to the custody by word or action.» Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που εφεσείων βγήκε από τη φυλακή με 24ώρη άδεια εξόδου έπαυσε να βρίσκεται κάτω από το φυσικό, άμεσο και απευθείας έλεγχο της αρχής των φυλακών και των μελών της. Με βάση την άδεια ο εφεσείων είχε δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης εκτός των φυλακών για 24 ώρες. Η παράλειψη του να επιστρέψει στις φυλακές κατά τη λήξη της προσωρινής άδειας δεν ισοδυναμεί με απόδραση από νόμιμη κράτηση. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αστυφ. Χαραλάμπους πληροφόρησε τους κατηγορούμενους αρ.2 και 3 ότι τελούσαν υπό σύλληψη. Η σύλληψη τους όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν νόμιμη. Κατευθύνθηκε προς το μέρους του κατηγορούμενου αρ.3 για να του θέσει χειροπέδες αφού προηγουμένως τις έβγαλε από τη θήκη τους. Ο κατηγορούμενος αρ.3 τον έσπρωξε και περαιτέρω κινείτο με γοργό βήμα και τοποθετούσε τα χέρια του προς τα πίσω για να τις αποφύγει. Ο δε κατηγορούμενος αρ.2 όταν έσπρωξε τον Αστυφ. Χαραλάμπους πληροφορήθηκε απ΄ αυτόν ότι τελούσε υπό σύλληψη. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αρ.1 παρεμπόδιζε τον Αστυφ. Χαραλάμπους όπως περιγράφεται πιο πάνω και λέγοντάς τους να εγκαταλείψουν το χώρο. Έτσι οι κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 εισήλθαν σε αυτοκίνητο και εγκατέλειψαν το χώρο. Με τις ενέργειες αλλά και τα λόγια του Αστυφ. Χαραλάμπους όπως περιγράφονται πιο πάνω κατέστησε σαφές σ΄ αυτούς ότι δεν είναι πλέον ελεύθερα πρόσωπα. Δεν είχαν δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης. Έχοντας δε υπόψη την αλληλουχία των γεγονότων όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω κρίνω ότι η κράτηση έχει συντελεστεί. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 βρισκόντουσαν υπό νόμιμη κράτηση για ποινικό αδίκημα και αυτοί απέδρασαν. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την κατηγορία αρ.5 σε σχέση με τους κατηγορουμένους αρ.2 και 3 στον απαιτούμενο βαθμό.
  1. Ο κατηγορούμενος αρ.1 αντιμετωπίζει τα αδικήματα της ελευθέρωσης κρατουμένου κατά παράβαση του άρθρου 127(γ) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος αρ.1 ελευθέρωσε τους κατηγορουμένους αρ.2 και 3 οι οποίοι τελούσαν υπό νόμιμη κράτηση. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: I. Η ελευθέρωση προσώπου. II. με βία. III. που βρίσκεται υπό νόμιμη κράτηση. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αρ.1 γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 τελούσαν υπό κράτηση αφού πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τον Αστυφ. Χαραλάμπους. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος αρ.1 άσκησε βία στον πιο πάνω αστυφύλακα τοποθετώντας το χέρι του στο σώμα του και ασκώντας πίεση και παροτρύνοντας τους να εγκαταλείψουν το χώρο, δίνοντας τους την ευκαιρία να αποδράσουν, με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Οι κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 οι οποίοι τελούσαν υπό νόμιμη κράτηση, απέδρασαν. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες αρ. 2 και 3 εναντίον του κατηγορούμενου αρ.
  2. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω οι κατηγορούμενοι αρ.1 και 2 βρίσκονται ένοχοι στην κατηγορία αρ.
  3. Ο δε κατηγορούμενος αρ. 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αρ.
  4. Ο κατηγορούμενος αρ.1 βρίσκεται ένοχος στις κατηγορίες αρ.2 και 3 και οι κατηγορούμενοι αρ.2 και 3 βρίσκονται ένοχοι στις κατηγορίες αρ. 4 και
  5. (Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.