← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:18864/2009, 12 Οκτωβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:18864/2009, 12 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:18864/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν -

  1. Ανδρέα Αντωνίου
  2. Παναγιώτας Αντωνίου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου Για τους κατηγορούμενους: κ. Γ. Λουκαϊδης Κατηγορούμενοι παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αφορά συνολικά 8 κατηγορίες. Τις πρώτες τέσσερις από αυτές τις αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος την πέμπτη η 2η κατηγορούμενη και τις κατηγορίες 6,7 και 8 και οι δύο κατηγορούμενοι. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 22.06.2009 και περί ώρα 16:30 στην οδό Ορφέως στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας παράνομα επιτέθηκε στον Αστ. 2967 Γ. Γεωργίου της Υ.Α.Μ. Λάρνακας και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όταν ο 1ος κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή του Αστ. 3206 Σ. Αντωνίου της Υ.Α.Μ. Λάρνακας. Η 3η και 4η κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της αντίστασης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όταν αυτός αντιστάθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή των πιο πάνω αστυνομικών κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων τους στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στις κατηγορίες 1 και
  4. Η 2η κατηγορούμενη στη 5η κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όταν στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στις προηγούμενες κατηγορίες επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή του Αστ. 2967 Γ. Γεωργίου της Υ.Α.Μ. Λάρνακας. Οι κατηγορίες 6,7 και 8 τις οποίες αντιμετωπίζουν και οι δύο κατηγορούμενοι αφορούν αδικήματα σύμφωνα με τον νόμο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως, Κεφ. 105 και των Κανονισμών του όπως και το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και αφορούν τα αδικήματα της πρόσληψης αλλοδαπού στην υπηρεσία τους και παράλειψη ειδοποίησης του λειτουργού Καταγραφής για την πρόσληψη, την παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού και της παροχής συνδρομής σε αλλοδαπό να παραβαίνει τους όρους εισόδου του στη Δημοκρατία και συγκεκριμένα του Anjum Javeid που ήταν τότε φοιτητής στη Κύπρο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες (Μ.Κ.) και κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά δεκαoκτώ έγγραφα ως τεκμήρια, τα πλείστα από αυτά είναι καταθέσεις και οι γραπτές κατηγορίες και τα έντυπα με τα δικαιώματα τους που λήφθηκαν από πρόσωπα που ενεπλάκησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην υπόθεση μερικά από τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου και δηλώθηκε η αλήθεια του περιεχομένου τους ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το δικαστήριο. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για το επεισόδιο προέρχεται ουσιαστικά από τους παραπονούμενους Αστ. 3206 και 2967 κ. Σωτήρη Αντωνίου και κ. Γεώργιο Γεωργίου (Μ.Κ.1 και 2) οι οποίοι είναι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Υ.Α.Μ.) με έδρα τους τη Λάρνακα. Ισχυρίστηκαν ότι μετά από πληροφορία που έλαβαν και μετά από παρακολούθηση για κάποια λεπτά του χώρου είχαν αντιληφθεί αλλοδαπό πρόσωπο να εκτελεί κάποιες εργασίες στην αυλή ενός υποστατικού τοποθετώντας πέτρες γύρω από κορμό ενός δέντρου σχηματίζοντας σε αυτό λεκάνη. Εισήλθαν στην αυλή του υποστατικού με σκοπό να ελέγξουν τα στοιχεία του αλλοδαπού προσώπου. Αυτός όταν τους αντιλήφθηκε ξεκίνησε να πηγαίνει προς το υποστατικό και εισήλθε σε αυτό. Οι Μ.Κ.1 και 2 τον ακολούθησαν κρατώντας ο ένας από τον άλλο κάποια απόσταση χωρίς να χάνουν οπτική επαφή μαζί με τον αλλοδαπό. Ο Μ.Κ.2 εισήλθε εντός του υποστατικού και παρά το ότι μια κοπέλα - η κατηγορούμενη 2 - η οποία καθόταν σε ένα γραφείο, τον ρώτησε τι συνέβαινε, αυτός χωρίς να της δώσει σημασία, αφού υπολόγισε ότι θα της εξηγούσε ακριβώς τι συνέβαινε ο συνάδελφος του ο Μ.Κ.1 που τον ακολουθούσε, συνέχισε να ακολουθεί τον αλλοδαπό χωρίς να χάσει οπτική επαφή μαζί του ο οποίος εισήλθε στη κουζίνα του υποστατικού όπου και τον συνέλαβε. Ο Μ.Κ.1 στο μεταξύ ο οποίος εισήλθε και αυτός στο υποστατικό εξήγησε στην κατηγορούμενη 2 ότι ήταν αστυνομικοί του immigration. O αλλοδαπός μετά τη σύλληψη του ρωτήθηκε ποιος ήταν ο εργοδότης του και υπέδειξε την κατηγορούμενη 2 και όταν στη συνέχεια αυτή πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.2 ότι διέπραττε αδίκημα με το να εργοδοτεί αλλοδαπό πρόσωπο χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και όταν της επέστησε τη προσοχή στο νόμο αυτή του απάντησε ¨του δίνω ένα κομμάτι φαί τζαι δεν τον πληρώνω.¨ Όταν της ζήτησαν τα στοιχεία της, αυτή αρνήθηκε να του τα δώσει και τότε τη συνέλαβαν και της επέστησαν την προσοχή στο νόμο και όταν της ζήτησαν να τους ακολουθήσει στον αστυνομικό σταθμό αυτή αρνήθηκε να το κάμει λέγοντας τους ¨Δεν πάω πούποτε, δεν θα μου πεις τι να κάμω στο σπίτι μου¨. Όταν στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη 2 να μετακινείται, παρόλο ότι βρισκόταν υπό σύλληψη, και αφού προηγουμένως είχε μιλήσει από τηλεφώνου με τον δικηγόρο της, προσπάθησε να την περιορίσει αλλά αυτή προέβαλε αντίσταση και τον έσπρωξε. Στο μέρος έφτασε στο μεταξύ και ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος αντιλαμβανόμενος τον Μ.Κ.2 να προσπαθεί να περιορίσει την κατηγορούμενη 2 του επιτέθηκε λέγοντας του να την αφήσει. Όταν επενέβη ο Μ.Κ.1 για να τον περιορίσει ο κατηγορούμενος 1 επιτέθηκε και σε αυτόν και τον έσπρωξε με δύναμη. Αφού του επέστησε τη προσοχή στο νόμο για το αδίκημα που διέπραττε αυτός απάντησε: « να αφήσεις ήσυχη την κόρη μου.» Στη συνέχεια και με τη συνδρομή συναδέλφων τους και γυναίκας αστυνομικού που κατέφθασε στη σκηνή μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Λάρνακας. Η διεξαγωγή της συζήτησης με την κατάθεση των πιο πάνω μαρτύρων και η μακρά και επίμονη αντεξέταση τους αφορούσε βασικά τη σειρά που έλαβαν χώραν αυτά τα γεγονότα και την ακριβή περιγραφή του χώρου όπου συνέβησαν. Το κατά πόσο οι ενέργειες των αστυνομικών της Υ.Α.Μ. ήταν παράνομες ή όχι είναι εκείνο το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης του. Σε περίπτωση που η κατάληξη είναι ότι η είσοδος των Μ.Κ.1 και 2 στην αυλή και στη συνέχεια στο υποστατικό όπου είχε καταφύγει ο αλλοδαπός και όπου συνάντησαν αρχικά την κατηγορούμενη 2 και ακολούθως τον κατηγορούμενο 1 με ό, τι επακολούθησε ήταν παράνομη ενέργεια τότε δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή παρά την απόρριψη της υπόθεσης από το στάδιο αυτό, διαφορετικά θα πρέπει να εξεταστεί η απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων τα οποία φέρονται ότι έχουν διαπράξει οι κατηγορούμενοι και αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αντικειμενικά εξεταζόμενη στοιχειοθετεί τα αδικήματα τότε αυτοί θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε εισήγηση η οποία συνοψίζεται στα ακόλουθα κατά κύριο λόγο σημεία: (α) Ολόκληρη η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, τόσον η γραπτή όσον και η προφορική έχει ληφθεί, περισυλλεγεί ή και αποκτηθεί μετά την είσοδο των αστυνομικών της Υ.Α.Μ. (Μ.Κ.1 και 2) εντός ακινήτου, ιδιωτικού χώρου, χωρίς ένταλμα έρευνας και χωρίς να ζητήσουν ποτέ άδεια από κανένα για την είσοδο τους στον συγκεκριμένο χώρο και υποστατικό. Επομένως η είσοδος των αστυνομικών ήταν εξόφθαλμα παράνομη και κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων ή και ενός από αυτούς. Έτσι η μαρτυρία που έχει ληφθεί παράνομα και κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων είναι χωρίς άλλο μολυσμένη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. (β) Έστω και αν κρινόταν ότι η είσοδος των πιο πάνω Μ.Κ.1 και 2 στο κτίριο δεν αποτελούσε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων οποιουδήποτε, δεν παύει να είναι ακόμα παράνομη καθώς υπάρχει παραβίαση των προνοιών του άρθρου 11

(1)της Ποινικής Δικονομίας γιατί αυτή δεν έγινε μετά από αίτημα και έγκριση προς και από το πρόσωπο που διαμένει ή είναι υπεύθυνο του χώρου ούτε και αποδείχθηκε η ύπαρξη σχετικής άδειας στην οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.1 από τον Έπαρχο Λάρνακας. (γ) Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω και εάν η είσοδος των αστυνομικών στο κτίριο ήταν ή όχι νόμιμη, καμία εκ των κατηγοριών δεν μπορεί να ευσταθίσει, κρινόμενη με βάση τα γεγονότα ενώπιον του δικαστηρίου καθώς δεν αποδείχθηκε κατ΄αρχή η ταυτότητα του παρανόμως εργοδοτουμένου αλλοδαπού προσώπου και ποιος εργοδότησε ή προσέλαβε αυτό το πρόσωπο και πότε. Για όλα τα πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος με ικανή παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες που στάθηκε πολύ υποβοηθητική, εισηγήθηκε όπως οι κατηγορούμενοι απαλλαχθούν και αθωωθούν από αυτό το στάδιο από τις κατηγορίες. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε όπως κληθούν σε απολογία οι κατηγορούμενοι καθώς η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που αντικειμενικά εξεταζόμενη θα πρέπει να οδηγήσει το δικαστήριο σε αυτή την απόφαση. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε αφορά γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα και δεν ήταν παράνομη η ενέργεια των αστυνομικών της Υ.Α.Μ. όπως ενήργησαν να παρακολουθήσουν και στη συνέχεια να ακολουθήσουν τον αλλοδαπό στο υποστατικό το οποίο δεν ήταν οικία αλλά δημόσιος χώρος (ωδείο), όπου εισέρχονταν ελεύθερα μαθητές καθώς σύμφωνα με το άρθρο 11 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 είχαν τη δυνατότητα να εισέλθουν εκεί νόμιμα εφόσον ήταν ένας τέτοιος χώρος και εξέταζαν τη διάπραξη αυτόφωρου αδικήματος που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Παρέπεμψε και αυτή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των αρχών που διέπουν το εκ πρώτοις όψεως στάδιο οι οποίες είναι καλά γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης και που αφορούν την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που φέρονται οι κατηγορούμενοι ότι έχουν διαπράξει και εξέταση της μαρτυρίας κατ΄αντικειμενικό τρόπο και χωρίς σε βάθος εξέταση της με αξιολόγηση των μαρτύρων, κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει πρωταρχικά το ζήτημα της νομιμότητας ή όχι της εισόδου των αστυνομικών της Υ.Α.Μ. στο συγκεκριμένο υποστατικό, της έρευνας και των συλλήψεων που επακολούθησαν, καθώς, εάν αποδειχθεί ότι αυτοί δεν ενήργησαν νόμιμα τότε οποιαδήποτε μαρτυρία προήλθε από αυτές τις ενέργειες τους τότε δυνατόν να μη μπορεί να γίνει αποδεκτή σύμφωνα με τα κριτήρια και τις αρχές που επιτάσσει η νομολογία μας. Προκύπτει από την μαρτυρία των Αστυνομικών Σ. Αντωνίου και Γ. Γεωργίου ( Μ.Κ.1 και 2) ότι αυτοί δεν είχαν ένταλμα έρευνας ούτε και ζήτησαν ποτέ άδεια και από κανένα για να εισέλθουν στο συγκεκριμένο υποστατικό αρχικά στην αυλή του για να ακολουθήσουν στη συνέχεια εντός του κτιρίου το αλλοδαπό πρόσωπο που είχε καταφύγει εκεί μετά που το είχαν αντιληφθεί να τοποθετεί πέτρες και να σχηματίζει λεκάνη γύρω από τον κορμό ενός δέντρου το οποίο βρισκόταν στην αυλή του υποστατικού. Το άρθρο 15 του Συντάγματος μας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήταν σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις πάν πρόσωπον. Το άρθρο 16 του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 1. Η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος. 2. Η είσοδος εις οιανδήποτε κατοικίαν ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής. Το άρθρο 11 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Αν οποιοσδήποτε, που έχει εξουσία να προβεί σε σύλληψη είτε δυνάμει εντάλματος ή όχι, έχει λόγο να πιστεύει ότι το πρόσωπο που θα συλληφθή έχει εισέλθει ή βρίσκεται εντός οποιουδήποτε χώρου, καθένας που διαμένει σε αυτό το χώρο ή ο υπεύθυνος αυτού, κατόπιν αίτησης, πρέπει να επιτρέψει ελεύθερη είσοδο στο πρόσωπο που έχει την εξουσία αυτή και να παρέχει κάθε εύλογη διευκόλυνση για τη διεξαγωγή έρευνας σε αυτό για ανακάλυψη του αναζητούμενου προς σύλληψη.» Στο σύγγραμμα ¨ Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας¨ ο Α. Λοϊζου στη σελ. 109 πραγματεύεται το άρθρο 16 και αναφέρεται στην υπόθεση Niemietz v. Germany Judgment of 16 December 1992 Series A no. 25-B
(29). Σε αυτή την απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απεφάνθη ότι ο όρος κατοικία επεκτείνεται και στην επαγγελματική στέγη. Τα ίδια βέβαια ισχύουν και με το άρθρο 15 του Συντάγματος και στη προστασία της ιδιωτικής ζωής που αυτό στοχεύει. Έτσι, μέσα στον όρο ¨Ιδιωτική ζωή¨, συμπεριλαμβάνεται π.χ. και η αλληλογραφία ή τηλεφωνήματα που λαμβάνονται σε ιδιωτικά ή επαγγελματικά κτίρια (βλ. σελ. 104 του ίδιου συγγράμματος). Ήταν λοιπόν η θέση των δύο αστυνομικών ότι χωρίς να κτυπήσουν το κουδούνι της πόρτας ή την ίδια την πόρτα ή να ζητήσουν και να πάρουν άδεια για να εισέλθουν αρχικά εντός της αυλής και στη συνέχεια στο ίδιο το κτίριο, εισήλθαν εντός αυτού και ακολούθησαν το αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο αναζήτησαν και μέσα στα δωμάτια του κτιρίου όπου τον εντόπισε ο Μ.Κ.2 στη κουζίνα. Η κατηγορούμενη 2 όταν τους αντιλήφθηκε προσπάθησε να τους ανακόψει και να τους σταματήσει, ο Μ.Κ. 2 όμως που είχε εισέλθει πρώτος δεν της έδωσε σημασία και αδιαφόρησε μέχρι που βρήκε τον αλλοδαπό και τον συνέλαβε. Ο κ. Αντωνίου (Μ.Κ. 1) ανέφερε ότι το κτίριο ήταν δημόσιος χώρος λειτουργούσε ως ωδείο, έμπαιναν σε αυτό μαθητές, ότι η πόρτα του ήταν ανοικτή και ότι είχαν άδεια από τον Έπαρχο. Η υπεράσπιση παρουσίασε στους Μ.Κ. 1 και 2 πρόσφατες φωτογραφίες του χώρου ο οποίος παραδέχθηκαν ότι έτσι ήταν και κατά τον επίδικο χρόνο πλην κάποιων πινακίδων τις οποίες δεν θυμόντουσαν. Φαίνεται καθαρά από ό,τι απεικονίζουν οι φωτογραφίες αλλά και από τη περιγραφή του χώρου από τους Μ.Κ.1 και 2 ότι επρόκειτο για ένα ιδιωτικό περιφραγμένο περιμετρικά υποστατικό με μεταλλικό κιγκλίδωμα, με εισόδους που διαθέτουν καγκελόπορτες στην αυλή αλλά και με είσοδο με ξύλινη και σιδερένια πόρτα στο ίδιο το κτίριο (βλ. Τεκ. 5-9). Ακόμα και ανοικτή να ήταν η καγκελόπορτα ή η πόρτα του κτιρίου κάτι που δεν ξεκαθαρίστηκε από τη μαρτυρία, αυτό το γεγονός δεν δίδει ταυτόχρονα και το δικαίωμα εισόδου σε οποιονδήποτε ούτε και μετατρέπει το χώρο από ιδιωτικό σε δημόσιο χώρο είτε αυτός ήταν οικία όπως ήταν και η απάντηση της κατηγορούμενης 2 όταν της επεστήθη η προσοχή στο νόμο μετά που της ζητήθηκε να ακολουθήσει τους αστυνομικούς. Η είσοδος μαθητών σε αυτό το κτίριο αν γινόταν, προφανώς γινόταν με άδεια και εν γνώσει του ή της υπεύθυνης του χώρου που ούτε γι΄αυτό το ζήτημα δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και ξεκαθάρισε σε ποιόν ανήκε ή ποιος ήταν ο υπεύθυνος κάτοχος του. Αν ένας χώρος είναι δημόσιος είναι ζήτημα πραγματικό και εναπόκειται στη Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι αυτός ήταν πράγματι δημόσιος χώρος, κάτι που στη προκείμενη περίπτωση δεν απέδειξε. Η απουσία επομένως μαρτυρίας ότι ο χώρος εκείνος ήταν δημόσιος δημιουργεί αμφιβολία στο κατά πόσο ήταν πράγματι δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος και επομένως η δημιουργία αμφιβολίας σε ένα τέτοιο ουσιώδες ζήτημα είναι καθοριστική πλέον ως προς την αποδοχή της μαρτυρίας που προέκυψε και καθιστά την είσοδο των Μ.Κ.1 και 2 στο εν λόγω υποστατικό χωρίς ένταλμα έρευνας ή άδεια εισόδου παράνομη και την παράνομη παρουσία τους στο χώρο κρίνω ότι επιδίωκε ακριβώς η κατηγορούμενη 2 να ανακόψει και παρεμποδίσει όταν τους αντιλήφθηκε να εισέρχονται σε ένα ιδιωτικό χώρο και να ενεργούν όπως περιγράφηκε πιο πάνω. Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα δίδεται ο ακόλουθος ορισμός της έννοιας του ¨δημόσιου χώρου: « ¨δημόσιος χώρος¨ ή ¨δημόσιο υποστατικό¨ περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα και άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι το κτίριο αυτό δεν χρησίμευε και ως κατοικία κάποιου προσώπου. Η κατηγορούμενη αυτό ισχυρίστηκε όταν της επεστήθη η προσοχή στο νόμο. Σε κάθε περίπτωση ο ιδιωτικός χώρος και η ιδιωτική ζωή καλύπτουν σύμφωνα με τις σημερινές αντιλήψεις και τον χώρο εργασίας ή την επαγγελματική στέγη κάποιου. Δημόσιος δε χώρος είναι σύμφωνα με τον ποινικό μας κώδικα ο χώρος όπου υπάρχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου για το κοινό που στη προκείμενη περίπτωση δεν αποδείχθηκε να συνέτρεχαν αυτές οι προϋποθέσεις στο συγκεκριμένο υποστατικό συμπεριλαμβανομένης και της αυλής του. Αν πράγματι κατά τον επίδικο χρόνο το υποστατικό αυτό χρησιμοποιείτο ως ωδείο, ολόκληρο ή μέρος του κάτι που δεν φανέρωσε η μαρτυρία, έστω και αν εκλαμβανόταν ως επαγγελματική στέγη αυτή καλυπτόταν και πάλιν από ασυλία. Από τον πιο πάνω ορισμό του ¨δημόσιου χώρου¨ μπορεί να εξαχθεί αβίαστα πλέον το συμπέρασμα ότι το υποστατικό στο οποίο εισήλθαν με τον τρόπο που περιέγραψα πιο πάνω οι Μ.Κ.1 και 2 δεν μπορεί να ενταχθεί εντός της έννοιας του ¨δημόσιου χώρου¨. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι ενέργειες των Μ.Κ.1 και 2 δεν ήταν μόνο παράνομες αφού παραβίαζαν τις πρόνοιες του άρθρου 11 της Ποινικής Δικονομίας, αλλά και παραβίαζαν συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες της κατηγορούμενης 2, δηλαδή της ιδιωτικής της ζωής (άρθρο 15) και του απαραβίαστου της κατοικίας της (άρθρο 16) του Συντάγματος (βλ. Finnigan v. Sandiford
(1981)2 All E.R. 267 του House Of Lords). Η ανάλυση που γίνεται στο σύγγραμμα του Αρ. Μάνεση ¨Ατομικές Ελευθερίες¨ 4η έκδοση σελ. 222 επ., στο οποίο με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, όπου γίνεται μια συνοπτική αναδρομή του ζητήματος της προστασίας του ασύλου της κατοικίας, δεν διαφοροποιεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω αντίληψη της έννοιας αυτής όπως έχει ερμηνευτεί και από τη νομολογία στο αγγλοσαξονικό σύστημα δικαίου. Ειδικότερα οι κατηγορίες 6,7 και 8 δεν αποδεικνύονται γιατί η όποια μαρτυρία προέκυψε, αυτή ήταν μετά την είσοδο των Μ.Κ.1 και 2 στην αυλή και στη συνέχεια στο υποστατικό όπου κατέφυγε ο αλλοδαπός. Οι κατηγορίες 1 - 5 που αφορούν αδικήματα επίθεσης και αντίστασης, επίσης δεν μπορούν να διασωθούν από τη στιγμή που κρίθηκε ότι η είσοδος των Μ.Κ.1 και 2 στην αυλή αρχικά και στη συνέχεια στο ίδιο το κτίριο και με τον τρόπο που αυτή έγινε ήταν παράνομη και επομένως παράνομη ήταν και η σύλληψη που επιχείρησαν να κάμουν της κατηγορούμενης 2. Είναι δε νομολογιακά θεμελιωμένο ότι οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (βλ. Pitsillos v. Police,
(1966)2 CLR σελ. 50). Σε σχέση δε με την εμπλοκή στο επεισόδιο του κατηγορούμενου 1, όταν ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να συλλάβει παράνομα την κατηγορούμενη 2, η επέμβαση του αποσκοπούσε στο να τη παρεμποδίσει χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία δηλαδή με το να σπρώξει τον Μ.Κ.2 προς τα πίσω μακριά από την κατηγορούμενη 2. Επομένως, όπως είναι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η ενέργεια του κατηγορούμενου 1 ως παράνομη (βλ. Πετρόπουλος v. Αστυνομία,
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 574). Ως συνέπεια της παράνομης εισόδου των Μ.Κ.1 και 2 στο υποστατικό η οποιασδήποτε μαρτυρία προέκυψε στη συνέχεια έχει μολυνθεί από παρανομία και εκθεμελιώνει κάθε νόμιμη ενέργεια εκ μέρους τους. Καμία νόμιμη σύλληψη δεν μπορούσαν να διενεργήσουν και κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι είχαν κάθε δικαίωμα να αρνηθούν τις προτροπές τους, να αντισταθούν σε αυτές και να κάμουν κάθε ενέργεια με σκοπό να αποτρέψουν τη σύλληψη τους ασκώντας ακόμα και εύλογη βία. Όπως ήταν η απόφαση Finnigan (πιο πάνω) η Βουλή των Λόρδων απεφάνθη ότι από τη στιγμή που αστυνομικός εισήλθε παράνομα σε οικία, για να συλλάβει οδηγό που οδηγούσε με ποσοστό αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, η σύλληψη του ήταν παράνομη και στη συνέχεια η άρνηση του τελευταίου να δώσει δείγμα εκπνοής ήταν δικαιολογημένη. Είναι λοιπόν εύρημα μου από την απλή μελέτη της μαρτυρίας των Μ.Κ. 1 και 2 ότι η είσοδος τους στο κτίριο συνιστούσε παράνομη ενέργεια. Η μαρτυρία που λήφθηκε στη συνέχεια δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως παράνομη. Σύμφωνα με τη νομολογία μας όπου έχουμε περίπτωση παράνομα ληφθείσας μαρτυρίας το δικαστήριο διατηρεί την διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει ή όχι μια τέτοια μαρτυρία. Στη παρούσα περίπτωση κρίνω ότι η φύση της παρανομίας είναι τέτοια που δεν μπορώ να την αποδεχθώ καθώς αυτό θα ισοδυναμούσε με επιδοκιμασία του τρόπου που ενήργησαν οι Μ.Κ.1 και
  1. Οι κατηγορίες των επιθέσεων και της αντίστασης προήλθαν ακριβώς και ήταν αποτέλεσμα της αντίδρασης των κατηγορουμένων στην παράνομη είσοδο των Μ.Κ.1 και 2 στο εν λόγω υποστατικό και ακολούθως της προσπάθειας τους να τους συλλάβουν. Ανεξάρτητα όμως της πιο πάνω κατάληξης μου θα συμφωνήσω ακόμα με τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης και σε σχέση με τον τρίτο λόγο υπό το στοιχείο γ στη σελ. 6 (πιο πάνω), της εισήγησης του, των λόγων για τους οποίους θα πρέπει να απαλλαγούν από αυτό το στάδιο οι κατηγορούμενοι και συγκεκριμένα στα ακόλουθα: Πρώτον, σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 δεν προέκυψε και δεν έχουμε καμιά μαρτυρία για τη σχέση του με τα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης του αλλοδαπού προσώπου. Οι ισχυρισμοί του στην ίδια την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία δεν συνιστούν κατά την άποψη μου παραδοχές για τις οποίες θα εκαλείτο να δώσει κάποια εξήγηση στην απολογία του καθώς αρνήθηκε ότι εργοδότησε ποτέ τον αλλοδαπό, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι έκαμνε τη συγκεκριμένη μέρα στην αυλή του ωδείου, δεν αποδείχθηκε η σχέση του με το εν λόγω ωδείο και αν κάποτε του έδιδε 5-6 ευρώ για τον λόγο και μόνον ότι τον λυπόταν και για ανθρωπιστικούς λόγους, αυτή η πράξη του δεν συνιστά παραδοχή διάπραξης εκ μέρους του των αδικημάτων των κατηγοριών 6,7 και
  2. Τα πιο πάνω δεν συνιστούν σε καμιά περίπτωση παραδοχή εκ μέρους του για εργοδότηση του αλλοδαπού προσώπου. Επομένως για τους πιο πάνω λόγους δεν έχουν αποδειχθεί συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αυτών σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  3. Ελλείψει λοιπόν οποιαδήποτε μαρτυρίας που να τον συνδέει με αυτά τα αδικήματα ο κατηγορούμενος 1 θα απαλλασσόταν και για αυτόν τον λόγο από τις κατηγορίες 6,7 και
  4. Δεύτερον, η κατηγορούμενη 2 αρνήθηκε στην κατάθεση της ότι γνώριζε τον αλλοδαπό. Εν πάση περιπτώσει η όποια μαρτυρία προέκυψε, επρόκειτο για μαρτυρία που πάρθηκε μετά από παράνομη σύλληψη τόσο του αλλοδαπού όσο και της κατηγορούμενης 2 και επομένως δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και να αγνοηθεί εφόσον καμία ενοχοποιητική δήλωση προφορική ή άλλη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη μετά από μια παράνομη σύλληψη. Στην εκτενή ανάλυση που κάμνει ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης για την απόδειξη των αδικημάτων των κατηγοριών 6,7 και 8 σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 αστυνομικός δύναται να συλλάβει κάποιον χωρίς ένταλμα όταν αυτός διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης, όμως θα έπρεπε όταν οι αστυνομικοί εισήλθαν στο κτίριο και συνέλαβαν τον αλλοδαπό ο τελευταίος να διέπραττε στην παρουσία τους αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης, διαφορετικά δεν θα έπρεπε να τον είχαν συλλάβει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 όταν τον συνέλαβε, το μόνο που είχαν στο μεταξύ δει και γνώριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ότι τον είχαν αντιληφθεί να τοποθετεί πέτρες γύρω από τον κορμό ενός δέντρου. Στη συνέχεια αυτός εγκατέλειψε το σημείο και προχώρησε και εισήλθε στο κτίριο και ήταν μετά που τον ρώτησαν αν είχε συμβόλαιο εργασία, άγνωστο πράγματι αν αυτός κατάλαβε τι εννοούσαν και τους έδωσε τις απαντήσεις που ισχυρίζονται ότι τους έδωσε. Στη κατάθεση του ο Μ.Κ.2 την απάντηση του αλλοδαπού ¨No sir¨ την τοποθετεί στο σημείο όπου του επέστησε την προσοχή στο νόμο και ήταν σε απάντηση σε αυτή και όχι στο κατά πόσο είχε πράγματι συμβόλαιο εργασίας (βλ. Τεκμήριο 10). Μέχρι λοιπόν τη στιγμή της σύλληψης του μπορεί να είχαν εύλογη υποψία ότι ο αλλοδαπός εργαζόταν παράνομα αλλά δεν είχε διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα στη παρουσία τους ούτε βέβαια και προσλήφθηκε ως εργοδοτούμενος από την κατηγορούμενη 2 στη παρουσία τους, επομένως, οι Μ.Κ.1 και 2 δεν ήταν βέβαιοι ακόμα ότι διαπραττόταν στη παρουσία τους οποιοδήποτε αδίκημα ή το αδίκημα της παράνομης πρόσληψης του αλλοδαπού ή παράνομης εργοδότησης ή παροχής συνδρομής σε αυτόν να παραβαίνει του όρους εισόδου του στη Δημοκρατία γιατί αν είναι αλήθεια τα όσα η κατηγορούμενη 2 φέρεται να είπε στους Μ.Κ.1 και 2 ότι: ¨του διώ ένα κομμάτι φαί, δεν τον πληρώνω τίποτε¨, αυτό από μόνο του δεν είναι παραδοχή διάπραξης αυτών των αδικημάτων ακόμα και με την ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Σεραφείμ v. Αστυνομίας,
(1981)2 CLR σελ. 227) και γιατί ακόμα μέχρι τότε τουλάχιστον δεν γνώριζαν το καθεστώς του και δεν γνώριζαν αν αυτός είχε προσληφθεί παράνομα από κάποιον εργοδότη. Επομένως, εάν δεν υπήρχε η βεβαιότητα διάπραξης εκ μέρους του αλλοδαπού προσώπου αδικήματος τιμωρούμενου με ποινή φυλάκισης, τότε η σύλληψη του ήταν παράνομη. Για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο η όποια μαρτυρία προέκυψε στη συνέχεια της σύλληψης του η οποία και πάλι υπό τις συνθήκες που έγινε και στο χώρο όπου έγινε εντός του υποστατικού που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζαν οι Μ.Κ.1 και 2 αν λειτουργούσε μόνο ως επαγγελματική στέγη ή και ως οικία, ήταν παράνομη και ό,τι προέκυψε συνεπεία αυτής είναι μαρτυρία μολυσμένη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως παράνομα ληφθείσα. Για όλους αυτούς τους λόγους δεν είμαι διατεθειμένος να καλέσω σε απολογία τους κατηγορούμενους για να απολογηθούν σε κατηγορίες οι οποίες στηρίζονται σε παράνομα ληφθείσα μαρτυρία. Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.