Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σάββας Χ' Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 19044/2009, 12 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19044/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν Σάββας Χ' Σοφοκλέους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Π. Κλεοβούλου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και 80
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 11ην Αυγούστου του 2009 στην Λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο οδήγησε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJE 156 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας, τον Μ.Κ.1, Αστ. 1169 Α. Αριστοδήμου και τον Μ.Κ.2, Stocklmayer Gerhard. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 1169 Αριστοδήμου, εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε ότι στις 11.8.2009 και περί ώρα 23:15 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος, που έγινε την ίδια ημέρα και ώρα 23:00 στην Λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJE 156 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΤ 094 την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.1 Αστ.
- προέβη σε σχετικές μετρήσεις, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο στην συνέχεια το μετέτρεψε σε συμμετρικό, τα τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα και τα οποία εξήγησε στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας ανέφερε τις μετρήσεις τις οποίες έκανε ο ίδιος σε σχέση με το σημείο «Χ», την απόσταση που είχε αυτό από την άκρια του δρόμου, ως επίσης και την κατάσταση στη συγκεκριμένη λεωφόρο, όσον αφορά πάντοτε την ορατότητα και την τυχόν ύπαρξη εμποδίων τη συγκεκριμένη στιγμή στον εν λόγω δρόμο. Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι ο λόγος που κατάληξε στο σημείο «Χ», ήταν γιατί στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχαν ίχνη γδαρσίματος στην άσφαλτο, από την πτώση του μοτοποδηλάτου και σπασμένα γυαλιά. Σύμφωνα με το σχεδιαγράφημα, από το σημείο «Γ», το οποίο αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, φαίνεται, ότι υπήρχε μια κλήση προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του μοτοποδηλάτου που δείχνει ότι πριν την πτώση του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αυτός είδε τον κίνδυνο και γι' αυτό έκανε κάποιο ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση. Ο οδικός φωτισμός, καθώς και η ορατότητα στον συγκεκριμένο δρόμο, όσον αφορά τόσο την πορεία του Κατηγορούμενου, όσο και την πορεία του οδηγού του μοτοποδηλάτου, ήταν επαρκής σε όλο το δρόμο, αφού σχεδόν απέναντι από το σημείο σύγκρουσης, υπήρχε πάσσαλος της ηλεκτρικής με ηλεκτρικό λαμπτήρα ο οποίος ήταν σε λειτουργία. Ο μάρτυρας, έλεγξε επίσης την ορατότητα που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο, αφού ο δρόμος ήταν ευθύς. Ο Μ.Κ.1, αντεξετάστηκε από την συνήγορο του Κατηγορούμενου σε σχέση με τα φώτα της μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο Μ.Κ.
- Ήταν η θέση του, ότι από εξετάσεις που είχε κάνει τη συγκεκριμένη στιγμή, κατά την άφιξη του στη σκηνή, τα φώτα του μοτοποδηλάτου ήταν αναμμένα. Ως Μ.Κ.2, προσήλθε στο Δικαστήριο, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος ανέφερε μετά που υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του, στο Δικαστήριο, τι προηγήθηκε της σύγκρουσης με το όχημα του Κατηγορούμενου και ανέφερε ότι από τη θέση που βρισκόταν είδε από απέναντι του σε απόσταση περίπου 10 μέτρων το όχημα του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα πάντοτε με την μαρτυρία του, υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα τα οποία προπορεύοντο από αυτόν. Ο μάρτυρας ανέφερε, ότι τα φώτα του μοτοποδηλάτου του ήταν αναμμένα, ενόψει και της ώρας που επεσυνέβη το δυστύχημα και υποστήριξε ότι ο οδικός φωτισμός ήταν αρκετός, αφού υπήρχε αναμμένος λαμπτήρας πασσάλου της Αρχής Ηλεκτρισμού στο συγκεκριμένο σημείο. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε και ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος είχε αναμμένα τα φώτα της μοτοσυκλέτας του και σε καμία περίπτωση δεν ήταν κλειστά, ανέφερε δε, ότι η απόσταση που είδε για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν όπως ανέφερε και στην κυρίως εξέταση του, δηλαδή 10 μέτρα, αλλά προπορευόταν από τον ίδιο ένα αυτοκίνητο από το οποίο είχε 5 μέτρα απόσταση. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 40 χιλιόμετρα. Ρωτήθηκε από την υπεράσπιση, κατά πόσο ο ίδιος θα μπορούσε να αντιληφθεί και να σταματήσει την μοτοσυκλέτα του, αφού διαπίστωσε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου εισερχόταν στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη, αυτός ανέφερε ότι δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο για να αποφύγει την σύγκρουση. Συγκεκριμένα ανέφερε ο μάρτυρας, ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε να στρίβει δεξιά αφού πέρασε το προπορευόμενο του όχημα γι' αυτό και δεν μπόρεσε να σταματήσει το μοτοποδήλατο. Ήταν τέτοια η απόσταση που ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να αποφύγει την σύγκρουση. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε σε σημεία που να φαίνεται, ότι δεν λειτούργησε σαν μέσος συνετός οδηγός και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε η οδική του συμπεριφορά, κατά πόσο δηλαδή αυτή ήταν ορθή υπό τις περιστάσεις ή λανθασμένη. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο κάποια θέματα τα οποία είχε ερωτηθεί ο μάρτυρας, χωρίς να του υποβληθεί οτιδήποτε όπως έχει αναφέρει σε σχέση με την οδική του συμπεριφορά. Ο Κατηγορούμενος μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε το δικαίωμα της ένορκης μαρτυρίας οπότε και αντεξετάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κατά την διαδικασία της ακρόασης με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 1169 Αριστοδήμου, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση, καθότι κατέθεσε με σαφή και θετικό τρόπο στο Δικαστήριο, ως εξεταστής της υπόθεσης, τα ευρήματα του από την σκηνή του δυστυχήματος. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, τεκμήριο 3, ανέφερε ότι φαίνονται οι ενέργειες του και οι οποίες αποτυπώνονται σε αυτό και ότι ενήργησε ορθά σε σχέση πάντοτε με τις μετρήσεις τις οποίες ο ίδιος προέβη κατά τη διερεύνηση αυτού του τροχαίου δυστυχήματος. Σύμφωνα με αυτό το σχεδιαγράφημα, ο εξεταστής της υπόθεσης αποτύπωσε την κατάσταση του συγκεκριμένου δρόμου, έλαβε τα αναγκαία μέτρα αλλά επίσης είχε κάνει και όλες τις αναγκαίες μετρήσεις, τόσο όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Κατηγορούμενου, όσο και την συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσυκλέτας το οποίο αποτυπώνεται όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, με το σημείο «Γ». Δεν εντόπισα οτιδήποτε μεμπτό στην μαρτυρία του και θα πρέπει να αναφέρω και πάλι, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε ούτως ώστε να αμφισβητηθεί είτε η ικανότητα του να προβεί στο σχεδιασμό αυτού του τεκμηρίου, είτε οι μετρήσεις του, είτε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.2 ή και του Κατηγορούμενου που να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Επίσης πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.2, οδηγός της μοτοσυκλέτας ο οποίος ανέφερε τις ενέργειες που έκανε ο ίδιος, το συγκεκριμένο βράδυ. Ο ίδιος ανέφερε ότι είχε αναμμένα τα φώτα της μοτοσυκλέτας του, οδηγούσε στην λεωφόρο Ελλάδος με βόρια κατεύθυνση τηρώντας μια απόσταση από το προπορευόμενο του αυτοκίνητο. Αφού το προπορευόμενο όχημα προχώρησε, ο Κατηγορούμενος εκδήλωσε την πρόθεση όπως στρίψει δεξιά στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη. Ο ίδιος, σύμφωνα πάντοτε με τον μάρτυρα, είχε προβεί σε κάποιες ενέργειες και αυτό φαίνεται και από το σημείο «Γ» επί του σχεδιαγραφήματος, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση. Και πάλι θα πρέπει να αναφέρω ότι η συνήγορος του Κατηγορούμενου, δεν ανέφερε οτιδήποτε, ούτε υπέβαλε ερώτηση στον Μ.Κ.2 για να αμφισβητήσει την ορθή οδική του συμπεριφορά, ούτε να οδηγήσει το Δικαστήριο έστω στην παραμικρή αμφιβολία ότι δεν λειτούργησε σαν μέσος συνετός οδηγός. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να το οδηγήσει σε περαιτέρω προβληματισμό σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.2. Η μαρτυρία του, συνάδει πλήρως με το τεκμήριο 3, όπως αυτό έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες που έγινε η σύγκρουση, τις ζημιές που προκλήθηκαν σύμφωνα με την πορεία του, όπως την έχει εξηγήσει ο ίδιος στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος έδωσε επίσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία να αναφέρω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σαφής, ή εν πάσει περιπτώσει δεν κατάφερε να θέσει στο Δικαστήριο την εικόνα που θα ήθελε ο ίδιος να προβάλει. Η θέση του, σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, δεν ήταν σαφής. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε, ότι πέρασαν δυο αυτοκίνητα απέναντι του πριν αυτός να στρίψει δεξιά, ο ίδιος δεν είδε οτιδήποτε και γι' αυτό τον λόγο συνέχισε την πορεία του και εκδήλωσε την πρόθεση του να στρίψει στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη. Τη σύγκρουση με το μοτοποδήλατο την αντιλήφθηκε μετά που έστριψε στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη, με το κτύπημα που ένιωσε στο αριστερό πίσω προφυλακτήρα. Όσον αφορά τον οδικό φωτισμό, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ούτε στην πλευρά που ήταν το μοτοποδήλατο. Αυτό βέβαια, δεν υποβλήθηκε σε κανένα στάδιο, στον Μ.Κ.1 εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος προέβη στην σύνταξη του σχεδιαγραφήματος με την αποτύπωση σε αυτό του οδικού φωτισμού. Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι μπορεί να υπήρχε πάσσαλος αλλά δεν υπήρχε φωτισμός. Εάν αυτή είναι η θέση του Κατηγορούμενο, είναι η πρώτη φορά με την δική του μαρτυρία που την θέτει και δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, αφού σε κανένα άλλο σημείο κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την συνήγορο του και αφορά το θέμα αυτό. Είναι λογικό, ότι εάν αυτό το θέμα τίθετο κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και 2 ενόψει ιδιαίτερα του γεγονότος ότι το δυστύχημα επεσυνέβει στις 23.00, σίγουρα θα ήταν θέμα το οποίο το Δικαστήριο θα εξέταζε, όμως εν όψει του γεγονότος ότι κάτι τέτοιο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε κανένα σημείο προηγουμένως, δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο. Όπως έχω αναφέρει, ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και η θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον οδηγό της μοτοσυκλέτας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, σε ένα δρόμο που η ορατότητα και ο οδικός φωτισμός είναι επαρκής. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε αυτά στο Δικαστήριο απλά και μόνο για να δικαιολογήσει την οδική του συμπεριφορά. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 11.8.2009 και περί ώρα 23.00, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής ΚJE 156 στην Λεωφόρο Ελλάδος. Κατά την πρόθεση του ο Κατηγορούμενος να στρίψει στον οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη, ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΕΗΤ 094 το οποίο οδηγείτο από τον Stocklmayer Gerhard στην ίδια οδό με βόρια κατεύθυνση. ______________________ 1 Βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου v. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Ο δρόμος δεν είχε ιδιαίτερη τροχαία κίνηση και όπως φαίνεται και από το σημείο «Χ», το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της λωρίδας που χρησιμοποιούσε ο Μ.Κ.2, αφού απείχε 1 μέτρο και 20 εκατοστά από την άκρια του δρόμου, η σύγκρουση έγινε ακριβώς κατά την εξωτερίκευση της βούλησης του Κατηγορούμενου να στρίψει στην εν λόγω οδό. Ο Κατηγορούμενος ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οδηγού της μοτοσυκλέτας όπως έχω αναφέρει, ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η μοτοσυκλέτα σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου βρισκόταν στο ασφάλτινο παγκέτο με αναμμένα τα φώτα. Ο Μ.Κ.1 έλαβε της αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε τα τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα που αποτελούν το πρόχειο και συμμετρικό σχεδιαγράφημα. Από το δυστύχημα η μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιές στη δεξιά πλευρά της, το εν λόγω όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιές οι οποίες αναφέρθησαν από τον Μ.Κ.1, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορουμένου απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Στην υπόθεση Αβραάμ Αβραάμ v. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1ΑΑΔ 50 ο εφεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο διέσχιζε πεζός με κανονικό βηματισμό τον δρόμο, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του εφεσείοντα. Στον τόπο του δυστυχήματος ο δρόμος είχε πλάτος 8 μέτρα και ήταν ευθύς. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα χτύπησε τον πεζό αφού είχε διανύσει 7,25 μέτρα του πλάτους του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 0,75 μέτρα για να φθάσει απέναντι στο χωμάτινο κράσπεδο. Το αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,90 μέτρα πολύ κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στον εφεσείοντα. Βάση του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης αποτέλεσε η παράλειψη του εφεσείοντα να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο, παράλειψη, η οποία τον εμπόδισε να αντιληφθεί έγκαιρα τον εφεσίβλητο και να λάβει τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφού ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε σαν μέσος συνετός οδηγός ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο