Δημοκρατία ν. Κύπρος Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14142/10, 21 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2011:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14142/10 Δημοκρατία ν.
- Κύπρος Ιωάννου
- Θανάσης Χρίστου Θεοδούλου
- Μάριος Σαρμάς Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Παστελλίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Για τον Κατηγορούμενο 3: κα. Α. Σαββίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες για διαφθορά γυναίκας ηλίθιας ή μειωμένου νοητικού κατά παράβαση του άρθρου 155 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και για τηλεφωνήματα ή μηνύματα προσβλητικού και άσεμνου χαρακτήρα κατά παράβαση των άρθρων 1, 2, 149
(6)(α)(β) του Νόμου 112
(1)/2004 (2η κατηγορία), αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ του μηνός Αυγούστου του 2010 και 26.11.2010 στην Αργάκα της Επαρχίας Πάφου. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις ίδιες πιο πάνω κατηγορίες που αφορούν σε αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ του μηνός Αυγούστου του 2010 και 26.11.2010 το μεν της 3ης κατηγορίας στη Μακούντα της Επαρχίας Πάφου και εκείνο της 4ης κατηγορίας στην Αργάκα της Επαρχίας Πάφου. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες για απαγωγή γυναίκας με σκοπό την συνουσία και κατακράτηση της χωρίς τη θέληση της κατά παράβαση των άρθρων 148 και 247 του Κεφ. 154 (5η κατηγορία) και για τηλεφωνήματα ή μηνύματα προσβλητικού και άσεμνου χαρακτήρα κατά παράβαση των άρθρων 1, 2, 149
(6)(α)(β) του Νόμου 112
(1)/2004 (6η κατηγορία). Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ του μηνός Αυγούστου του 2010 και 26.11.2010, το μεν της 5ης κατηγορίας στη Μακούντα της Επαρχίας Πάφου και εκείνο της 6ης κατηγορίας στην Αργάκα της Επαρχίας Πάφου. Η παραπονούμενη είναι η ίδια σε όλες τις κατηγορίες δηλαδή η Ελένη Κυριάκου. Προτού οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου 2 ήγειρε ένσταση όσον αφορά την σύνταξη του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα εισηγήθηκε ότι το κατηγορητήριο θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 41 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 σε σχέση με την περίληψη των κατηγορουμένων στην ίδια υπόθεση για το λόγο ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθένας από αυτούς είναι άσχετα και διαφορετικά με εκείνα των άλλων. Το μόνο κοινό τους σημείο είναι ότι αυτά αφορούν την ίδια παραπονούμενη. Πρόταξε ότι η συμπερίληψη των τριών κατηγορουμένων στο ίδιο κατηγορητήριο και η ακρόαση της υπόθεσης στη βάση αυτού, ελλοχεύουν σοβαρούς κινδύνους κατά την ακρόαση με ορατό το ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού των κατηγορουμένων στην υπεράσπιση τους και συνακόλουθα παραβίασης των αρχών της δίκαιης δίκης. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων 1 και 3 υπέβαλαν επίσης το ίδιο αίτημα υιοθετώντας τις εισηγήσεις και θέσεις του κ. Αλεξάνδρου κατά την αγόρευση του. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αντέκρουσε τις πιο πάνω θέσεις των δικηγόρων υπεράσπισης και εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται από την παράγραφο (α) του άρθρου 41 του Κεφ. 155 ότι δηλαδή και οι τρεις κατηγορούμενοι κατηγορούνται για το ίδιο ποινικό αδίκημα οπότε δεν τίθεται θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου για τον ισχυριζόμενο ή οποιοδήποτε άλλο λόγο. Πρόταξε ότι σε περίπτωση που καταχωρείτο ξεχωριστή υπόθεση για τον κάθε κατηγορούμενο η παραπονούμενη που αντιμετωπίζει διανοητικό πρόβλημα θα υποστεί μεγαλύτερη ταλαιπωρία εφόσον θα είναι αναγκασμένη να δώσει τρεις φορές μαρτυρία αντί μιάς. Επίσης θα σπαταλείτο πολύτιμος δικαστικός χρόνος ενώ είναι ορατή η αδυναμία εκδίκασης των τριών υποθέσεων από το ίδιο Κακουργιοδικείο. Για υποστήριξη των θέσεων του, ο κ. Ερωτοκρίτου κατάθεσε στο Δικαστήριο, με την σύμφωνη γνώμη των δικηγόρων υπεράσπισης, αντίγραφα των τριών γραπτών καταθέσεων της παραπονούμενης που έδωσε στην Αστυνομία ως Τεκμήρια Α, Β και Γ για να υποδείξει την σχετικότητα των γεγονότων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τις πρόνοιες του άρθρου 41 του Κεφ. 155 που αναφέρεται στη δυνατότητα περίληψης περισσοτέρων του ενός προσώπων στο ίδιο κατηγορητήριο και δίκη τους: "41. Τα ακόλουθα πρόσωπα δύνανται να περιληφθούν στο ίδιο κατηγορητήριο και να δικαστούν μαζί, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει ότι θα δικαστούν ξεχωριστά, δηλαδή πρόσωπα κατηγορούμενα (α) για το ίδιο ποινικό αδίκημα∙ (β) για διάφορα ποινικά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας πράξης∙ (γ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα τα οποία, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος, θεωρούνται ότι έχουν μετάσχει στη διάπραξη του ποινικού αυτού αδικήματος∙ (δ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα κατηγορούμενα για απόπειρα διάπραξης του ποινικού αυτού αδικήματος∙ (ε) για ποινικό αδίκημα που αφορά κλοπή, δόλια κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια ιδιοποίηση περιουσίας, δόλια παραποίηση λογαριασμών ή δόλιο σφετερισμό και πρόσωπα κατηγορούμενα για αποδοχή ή ανάληψη από τα ίδια του ελέγχου ή της διάθεσης του αντικειμένου του ποινικού αυτού αδικήματος". Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου εφαρμόζονται, με ειδική διάταξη του άρθρου 110 του Κεφ. 155 και στη διαδικασία ενώπιον Κακουργιοδικείου. Είναι βασική αρχή της νομολογίας ότι ενδείκνυται η συνεκδίκαση συγκατηγορουμένων σε υπόθεση που η σειρά των γεγονότων βασίζεται σε κοινό υπόβαθρο. Τα πλεονεκτήματα της συνεκδίκασης αναφέρονται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στην υπόθεση Queiss v. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 49 καθώς και της Αγγλίας στην οποία ισχύει η ίδια νομική αρχή. Βασικό κριτήριο στη παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με την εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τα ίδια ποινικά αδικήματα. Για να αποφασιστεί το θέμα αυτό έχουμε ανατρέξει στο περιεχόμενο των τριών γραπτών καταθέσεων της παραπονούμενης (Τεκμήρια Α, Β και Γ) στις οποίες έχουν βασιστεί οι εισηγήσεις τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και της υπεράσπισης, εφόσον δεν έχει δοθεί ακόμα οποιαδήποτε μαρτυρία. Πολύ συνοπτικά στο Τεκμήριο Α η παραπονούμενη αναφέρει ότι μέσα στον Αύγουστο του 2010 κάποιος ονόματι Κύπρος της έστειλε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο πληροφορώντας την ότι ήθελε να κάνει έρωτα μαζί της και αυτή δεν αρνήθηκε. Την ίδια μέρα το πρόσωπο αυτό ήλθε στο σπίτι της στο οποίο ήταν μόνη και ήλθαν σε σεξουαλική επαφή. Φεύγοντας της είπε ότι θα ξαναερχόταν. Μετά δύο εβδομάδες της ξαναέστειλε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο πληροφορώντας την ότι θα την ξαναεπισκεπτόταν και αυτή συμφώνησε. Πράγματι την ίδια μέρα την επισκέφθηκε και είχαν μαζί σεξουαλική επαφή στο δωμάτιο της, στο σπίτι της στην Αργάκα. Ακολούθως μίλησαν στο τηλέφωνο μιαδυο φορές και έκτοτε έχασε κάθε επαφή μαζί του. Ακολούθως τον Οκτώβρη του 2010 κάποιος με το όνομα Γιώργος, που μετά έμαθε ότι ονομαζόταν Θανάσης, της έστειλε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο πληροφορώντας την ότι επιθυμούσε να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Συναντήθηκαν ένα βράδι γύρω στα μεσάνυχτα και πήγαν μαζί βόλτα με την μοτοσικλέτα του. Με τον Γιώργο δεν έκανε ποτέ έρωτα και ούτε της ζητούσε κάτι τέτοιο από το τηλέφωνο. Της έκανε όμως σχετική αναφορά με μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο. Μετά που σταμάτησε να την ενοχλεί ο Θανάσης την πήρε τηλέφωνο ο Μάριος Σαρμάς με τον οποίο συναντήθηκε δύο φορές αλλά δεν έκαναν έρωτα. Μόνο την φίλησε. Εν τω μεταξύ κάποιος συγχωριανός της με το όνομα Ανδρέας την ενοχλούσε τηλεφωνικά και με μηνύματα πληροφορώντας την ότι ήθελε να κάνουν έρωτα, αλλά αυτή αρνήθηκε. Στη δεύτερη της κατάθεση (Τεκμήριο Β) αναφέρει ότι συναντήθηκε με τον Σαρμά που της συστήθηκε ως Μάριος, γύρω στα μεσάνυχτα στο Δημοτικό Σχολείο της Αργάκας, αφού συνεννοήθηκαν τηλεφωνικά, ενάμιση περίπου μήνα προηγουμένως. Από εκεί την μετέφερε σε ένα χωράφι στη Μακούντα και μέσα στο αυτοκίνητο του του έκανε στοματικό έρωτα και ακολούθως ήλθαν σε σεξουαλική επαφή. Όταν επέστρεψε σπίτι την ανέμενε η οικογένεια της και την ρωτούσαν που ήταν. Αυτή τους απάντησε ότι ήταν σε δύο φίλες της. Μετά δύο εβδομάδες περίπου πάλι γύρω στα μεσάνυχτα ξαναβρέθηκαν και του έκανε στοματικό έρωτα. Αυτή τη φορά ο Μάριος της ζήτησε και του έδωσε €10 για βενζίνη. Ξαναβρέθηκε με τον Μάριο, 12 μέρες μετά στον ίδιο τόπο και είχε σεξουαλική επαφή μαζί του. Γυρνώντας στο σπίτι την ανέμεναν οι γονείς της αλλά πάλι δεν τους είπε τίποτε. Μετά τέσσερεις μέρες επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά κάποιος Γιώργος με τον οποίο συναντήθηκε μετά δύο μέρες στο ίδιο σημείο που είχε συναντηθεί με τον Σαρμά και αυτός την μετέφερε στη Μακούντα αλλά σε ένα άλλο χωράφι. Εκεί ήλθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της και σε παρά φύση συνουσία. Με τον Γιώργο πάλι συναντήθηκε μετά δύο μέρες και του έκανε στοματικό έρωτα. Την άφησε μετά στο Δημοτικό Σχολείο όπως έκανε και ο Μάριος. Όσον αφορά τον Κύπρο κατά την πρώτη συνάντηση τους αυτός ήλθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της και σε παρά φύση συνουσία. Στην περίπτωση αυτή πρόσεξε λίγο αίμα και όπως της είπαν οι φίλες της ήταν κάτι το φυσιολογικό. Κατά την δεύτερη συνάντηση τους ο Κύπρος ήλθε μόνο σε σεξουαλική επαφή μαζί της και η παραπονούμενη του έκανε στοματικό έρωτα. Στην τελευταία της κατάθεση (Τεκμήριο Γ) η παραπονούμενη αναφέρει ότι υπέδειξε στον πατέρα της τους χώρους στους οποίους συνευρίσκετο ερωτικά με τα άτομα που ανάφερε στις προηγούμενες της καταθέσεις και υπέδειξε στην Αστυνομία τον Κύπρο, τον Γιώργο που το πραγματικό του όνομα ήταν Θανάσης, καθώς και τον Μάριο Σαρμά. Είναι φανερό από τις πιο πάνω καταθέσεις ότι η παραπονούμενη κάθε φορά ερχόταν προηγουμένως σε τηλεφωνική ή μέσω μηνυμάτων συνεννόηση με το πρόσωπο το οποίο συναντούσε και συνευρέθετο ερωτικά μαζί του. Δεν μεσολαβούσε κανένας άλλος είτε στις συνεννοήσεις τους είτε στις συναντήσεις τους. Οι συναντήσεις της παραπονούμενης με τα πρόσωπα που αναφέρει στις καταθέσεις της και προφανώς εννοεί τους κατηγορούμενους, αν και σε όλες τις κατηγορίες τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν μεταξύ του Αυγούστου του 2010 και της 26.11.2010, σύμφωνα με τις καταθέσεις της παραπονούμενης, φαίνεται να έλαβαν χώρα σε διαφορετικές ημερομηνίες και σε διάφορους χώρους. Επίσης αν και τα επεισόδια με την παραπονούμενη μπορεί να εμφανίζουν κάποια όμοια στοιχεία όπως στο μέρος που την συναντούσαν αρχικά, εντούτοις δεν υπάρχει οτιδήποτε που να συνδέει τον κάθε κατηγορούμενο με τις ερωτικές συνευρέσεις που είχε ο καθένας με την παραπονούμενη. Είναι γεγονός ότι η φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κάθε κατηγορούμενος, όπως έχουν διατυπωθεί στο κατηγορητήριο, είναι η ίδια εκτός από την 5η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 που αν και στην έκθεση αδικήματος αναφέρεται σε απαγωγή γυναίκας με σκοπό την συνουσία και κατακράτηση της χωρίς τη θέληση της, στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι παράνομα ο κατηγορούμενος 3 ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη που ήταν γυναίκα με μειωμένο νοητικό, δηλαδή ό,τι κατηγορούνται και οι υπόλοιποι. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η Κατηγορούσα Αρχή θα βασιστεί κυρίως στη μαρτυρία της παραπονούμενης για στοιχειοθέτηση των κατηγοριών. Το γεγονός όμως ότι η παραπονούμενη είναι η ίδια σε όλες τις κατηγορίες δεν είναι το αποφασιστικό κριτήριο για συμπερίληψη των κατηγορουμένων στο ίδιο κατηγορητήριο. Το γεγονός επίσης ότι η παραπονούμενη είναι μειωμένου νοητικού, με βάση πάντοτε την εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ώστε τυχόν καταχώρηση τριών ξεχωριστών υποθέσεων ενδεχόμενα να της προκαλέσει επιπρόσθετη ταλαιπωρία ή ότι με την καταχώρηση τριών υποθέσεων αντί μιας θα απαιτηθεί μεγαλύτερος δικαστικός χρόνος για εκδίκαση τους και πιθανόν όχι από το ίδιο Δικαστήριο αυτά δεν είναι στοιχεία που νομιμοποιούν την συμπερίληψη των κατηγορουμένων στο ίδιο κατηγορητήριο. Ο νομοθέτης αναφέρει περιοριστικά στο άρθρο 41 του Κεφ. 155 τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή συνένωση κατηγορουμένων και η παρούσα δεν εμπίπτει στην κατηγορία που βασίζει την εισήγηση του ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ή σε οποιαδήποτε άλλη από αυτές. Σημειώνουμε ότι δεν υπήρξε θέση για πραγματική ή χρονική αντιστοιχία των πράξεων των κατηγορουμένων που στοιχειοθετούν τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν ώστε να τίθεται θέμα για κοινή ή ενιαία δραστηριότητα στη βάση της παραγράφου (β) του άρθρου 41 του Κεφ. 155. Αντίθετα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής περιόρισε το αίτημα του κάτω από την παράγραφο (α) του άρθρου 41. Η περίληψη δύο ή περισσοτέρων κατηγορουμένων σε ένα κατηγορητήριο ασχέτως της απουσίας κοινής κατηγορίας έχει εξεταστεί στην υπόθεση Assim
(1966)2 Q.B. 249. Στην υπόθεση αυτή οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν από μια κατηγορία δηλαδή ο μεν ένας ότι τραυμάτισε παράνομα κάποιον, ο δε άλλος ότι την ίδια μέρα προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο. Και οι δύο κατηγορούμενοι εργάζονταν στο ίδιο νυχτερινό κέντρο που διαπράχθηκαν οι δύο επιθέσεις, στο οποίο οι παραπονούμενοι ήταν πελάτες. Σε έφεση αποφασίστηκε ότι η συμπερίληψη των δύο κατηγορουμένων σε ένα κατηγορητήριο ήταν σωστή όσο στενά και να ερμηνευθεί ο κανόνας περί συνένωσης κατηγορουμένων . Λέχθηκε μεταξύ άλλων από το Εφετείο ότι συνένωση των κατηγορουμένων είναι πρέπουσα αν τα αδικήματα που αφορούν σε ξεχωριστές κατηγορίες, είναι τόσο στενά συνδεδεμένα από άποψη χρόνου ή άλλων λόγων ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης θα εξυπηρετηθεί περισσότερο από μια δίκη. Στη παρούσα περίπτωση όχι μόνο τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι δεν είναι τα ίδια αλλ' ούτε και σχετίζονται μεταξύ τους με οποιονδήποτε τρόπο. Στο συμπέρασμα αυτό έχουμε καταλήξει τόσο από τις εκθέσεις και λεπτομέρειες των αδικημάτων αλλά κυρίως από τις γραπτές καταθέσεις της παραπονούμενης που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Τονίζουμε ότι στη παρούσα περίπτωση ελλείπει κοινή κατηγορία όπως π.χ. αυτή της συνομωσίας. Κρίνουμε ότι η συμπερίληψη των τριών κατηγορουμένων στο ίδιο κατηγορητήριο πιθανόν να τους επηρεάσει δυσμενώς στην υπεράσπιση τους ιδιαίτερα στην περίπτωση που δεν προβάλουν κοινή υπεράσπιση στις κατηγορίες ενδεχόμενο όχι απομακρυσμένο εφόσον εμφανίζονται με διαφορετικούς δικηγόρους. Η παράλειψη συμμόρφωσης με τα όσα προβλέπει το άρθρο 41 του Κεφ. 155 αναφορικά με την περίληψη στο ίδιο κατηγορητήριο συγκατηγορουμένων, δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή παρατυπία και ούτε τυπικής μορφής μειονέκτημα του κατηγορητηρίου που να μπορεί να θεραπευθεί. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας έχει δικαίωμα να διατάξει αποσυνένωση των κατηγορουμένων ή να γίνουν ξεχωριστές δίκες. Τέτοια διαταγή όμως προϋποθέτει την ορθή συνένωση των κατηγορουμένων στο ίδιο κατηγορητήριο (βλ. Ludlow v. Metropolitan Police Commissioner
(1971)A.C. 29 και σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2009 παράγρ. Δ.11.77, σελ. 1567). Δεν τίθεται όμως τέτοιο θέμα στη παρούσα περίπτωση εφόσον το κατηγορητήριο συντάχθηκε κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 41 του Κεφ. 155. Εκείνο το οποίο απομένει είναι η ακύρωση του. Και αυτό επιδιώκει η υπεράσπιση με το αίτημα της που σημειώνουμε ότι προωθήθηκε στο καταλληλότερο στάδιο δηλαδή πριν την απάντηση των κατηγορουμένων στις κατηγορίες (βλ. σύγγραμμα Blackstone's (ανωτέρω) παράγρ. D11.95, σελ. 1575) χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει και αθώωση τους. Σύμφωνα με τα πιο πάνω η ένσταση επιτυγχάνει. Το κατηγορητήριο ακυρώνεται, οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται. (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο