Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κυριάκου Παντέλα, Αρ. Υπόθεσης: 14274/09, 21 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14274/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον Κυριάκου Παντέλα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Δημητριάδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 111/89 και Νόμο 181
(1)/2000. 2η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του Άρθρου 9
(1)
(2)19 και 20 του Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 166/87 και 80
(1)/2000 και ΚΔΠ 312/07. 3η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, κατά παράβαση των Άρθρων 1,2,
(1)(β) 5, 6, 7 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, Νόμου 166/87, 33
(1)/2000, 24
(1)/2006 και ΚΔΠ 51/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 19 Αυγούστου 2008, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής BBC 036 στο κύριο δρόμο Σίμου - Γιόλου, επέφερε το θάνατο, στον Χαράλαμπο Χαραλαμπίδη τέως από το Στρουμπί. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω, οδηγούσε το αυτοκίνητο του υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, σε τέτοια βαθμό που η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι μειωμένη, έχοντας στο αίμα του αναλογία αλκοόλης που υπερέβαινε το καθορισθέν από το Νόμο όριο των 50 χιλιοστών του γραμμαρίου αλκοόλης, σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος και να ανέρχεται σε 157 χιλιοστά. Για την απόδειξη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας τον Μ.Κ 1 Αστ. 4337 Όθωνα Ιγνατίου και τον Μ.Κ.2 Λοχ. 1289 Πάμπο Αναστάση. Κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός, γραπτό κείμενο που ετοιμάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, με το οποίο συμφώνησε η Υπεράσπιση και μετά από την έγκριση του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως τεκμ.
- Επίσης, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, οι καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία, σε σχέση με την υπόθεση οι Ανδρέας Διονυσίου, Άδωνης Παντέλας, Αθανάσης Χαραλάμπους, Αστ. 2641 Χ. Ανδρέου, Ανδρέας Στυλιανού, Αστ. 4067 Δ. Χριστοφίδης, η κατάθεση της Άντρης Ευαγγέλου, του Διονύση Διονυσίου και της Γεωργίας Χαραλαμπίδη και τα οποία κατατέθηκαν τεκμήρια 3 - 15 και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια 11 και 12 η έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, η οποία ετοιμάστηκε από την Μαρία Αυξεντίου στις 9.9.2008 περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ως επίσης και το έντυπο δήλωσης παράδοσης αστυνομικών τεκμηρίων υπογραμμένο από την Κατερίνα Λιβέρη και Μαρία Αυξεντίου. Όλα τα παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου άρθρο 19 ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ. Κ 1 Αστ. 4337 Ό. Ιγνατίου, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, σαν μέρος της κυρίως εξέτασης, την κατέθεσε ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, μετά την πληροφορία που είχε, ότι στο δρόμο Σίμους προς τον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς στην Πάφο επεσυνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, μετέβη στην σκηνή, μαζί με άλλους συναδέλφους του, καθώς και με τον Λοχ. 1289 Π. Αναστάση ο οποίος και ανέλαβε την διερεύνηση τη υπόθεσης. Ο ίδιος, προέβη στις σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο στην συνέχεια το μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακας 1 προς 250 και τα οποία στην συνέχεια τα κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το τεκμήριο 19, το σχέδιο επί κλίμακας, η πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής BBC 036 αποτυπώνεται με το σημείο Α επί του σχεδιαγραφήματος. Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, ότι όλα τα ευρήματα τα οποία ο ίδιος ανηύρε στην σκηνή, τα τοποθέτησε επί του σχεδιαγραφήματος και τα οποία φαίνονται στο υπόμνημα του εν λόγω τεκμηρίου, εξήγησε δε στην συνέχεια αναλυτικά δίνοντας και τις ακριβείς μετρήσεις, τις οποίες έκανε ο ίδιος και αφορούν τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης των τροχών του οχήματος BBC 036, τις εκδορές και τα χώματα που αφέθησαν επί της ασφάλτου μετά την σύγκρουση στο στηθαίο ασφαλείας καθώς επίσης την τελική θέση του εν λόγω οχήματος όπως ο ίδιος το βρήκε στην σκηνή. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι το σημείο Χ, ήταν η πρώτη πρόσκρουση του οχήματος με το στηθαίο ασφαλείας. Ο μάρτυρας, ανέφερε ότι το πλάτος του δρόμου στο συγκεκριμένο σημείο, δηλαδή στο σημείο Χ ήταν 8.80 μέτρα με χρησιμοποιήσιμα τα δυο παγκέττα, τα οποία βρίσκονται δεξιά και αριστερά του δρόμου, πλάτους 1 μέτρου έκαστο. Ο δρόμος είχε μια αριστερή στροφή με κατωφέρεια και οι διαστάσεις του σύμφωνα με τον μάρτυρα στο σημείο που τελειώνει το «βέλος Α» είναι 800 μέτρα με 4 μέτρα η κάθε πλευρά αντίστοιχα. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι ο οδηγός, λόγω υπερβολικής ταχύτητας έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, ξέφυγε στην δεξιά πλευρά του δρόμου και άρχισε να ολισθαίνει πλαγίως και διαγωνίως, σχεδόν πλευρικά, με αποτέλεσμα, να χτυπήσει με το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του στο σημείο Χ επί του στηθαίου ασφαλείας. Η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι το σημείο που αποσυνδέθηκε το στηθαίο ασφαλείας, ήταν 12 μέτρα. Η σύγκρουση, πάντοτε σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν βίαιη και αυτή φαίνεται τόσο από τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο όσο και από τις ζημιές τις οποίες υπέστησαν τα στηθαία ασφαλείας. Ο μάρτυρας, όταν ρωτήθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για την γνώμη του σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, ο μάρτυρας απάντησε ότι η κύρια αιτία του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα του οδηγού του οχήματος BBC 036, αφού αυτή ήταν πολύ περισσότερη από την επιτρεπόμενη για να μπορέσει να πραγματευτεί την στροφή, με αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του και αυτό ακυβέρνητο να ξεφύγει ολισθαίνοντας δεξιά, να κτυπήσει στα κιγκλιδώματα και στην συνέχεια να ανατραπεί επανερχόμενο στην άσφαλτο. Να σημειωθεί, ότι η ερώτηση αυτή της Κατηγορούσας Αρχής, προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου υπεράσπισης σε σχέση με την εμπειρογνωμοσύνη του και κατά πόσο αυτός ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη σε σχέση με την αιτία του δυστυχήματος. Η θέση όμως του Δικαστηρίου, ήταν ότι η ερώτηση πρέπει να επιτραπεί και να απαντηθεί η βαρύτητα της οποίας θα εξεταστεί στο τέλος της υπόθεσης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο μάρτυρας, εξήγησε επίσης στο Δικαστήριο, πότε ένα αυτοκίνητο αφήνει ίχνη πλάγιας ολίσθησης στην άσφαλτο, αφού ο ίδιος συμμετείχε σε ειδικά σεμινάρια σε σχέση με το πότε ένα όχημα αφήνει ίχνη τροχών. Ο μάρτυρας, ανέφερε περαιτέρω, ότι εκπαιδεύτηκε στην αναπαράσταση δυστυχημάτων, και στην σχεδιαγράφηση σκηνών δυστυχημάτων, και στην σχεδιαγράφηση επί κλίμακας, καθώς και στις πιθανές αιτίες οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν ένα δυστύχημα. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας, βλέποντας τις φωτογραφίες, τεκμήριο 15, και συγκεκριμένα την φωτογραφία 9 στην οποία φαίνονται οι ζημιές του οχήματος, ήταν η θέση του ότι αυτό όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς, αφού υπέστη σοβαρές ζημιές στην καμπίνα, στο μπροστινό και αριστερό πλευρό και λιγότερο στο δεξιό πλευρό. Ήταν η θέση του, ότι η δεξιά πλευρά, σε σχέση με το αριστερό μέρος του αυτοκινήτου δεν είχε υποστεί σοβαρές ζημιές. Ως Μ.Κ.2 προσήλθε στην συνέχεια, ο Λοχ. 1289 Π. Αναστάση. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρω ότι η κατάθεση αυτού του μάρτυρα κατατέθηκε στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων ως τεκμήριο 13 και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Λόγω όμως του γεγονότος, ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου αμφισβήτησε ένα συγκεκριμένο σημείο της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, (το ακριβές σημείο της αμφισβήτησης αναφέρεται στα πρακτικά της υπόθεσης), η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τον εν λόγω μάρτυρα για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με αυτό το επίδικο θέμα. Ο μάρτυρας, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του σαν μέρος της κυρίως εξέτασης, προχώρησε και ανάλυσε τις ενέργειες, τις οποίες ο ίδιος έκανε στην σκηνή του δυστυχήματος δίδοντας στο Δικαστήριο περαιτέρω λεπτομέρειες, σε σχέση με τα ευρήματα του από την σκηνή που επεσυνέβη το δυστύχημα, σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το εν λόγω δυστύχημα καθώς και τον λόγο, ο οποίος κατά τη άποψη του ήταν αυτός που το προκάλεσε. Τα συμπεράσματα του μάρτυρα αυτού, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, προκύπτουν από την εμπειρογνωμοσύνη του . Το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε ιδιαίτερη ανάλυση της μαρτυρίας του, αφού το περιεχόμενο της κατάθεσης του έχει ήδη κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός και ήδη τα όσα αναφέρονται σε αυτήν αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Θα αναφερθώ μόνο εκεί, που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και που αφορούν τα αμφισβητούμενα σημεία που περιέχονται στην κατάθεση του. Ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε τα τεκμήρια 18 και 19, τα οποία αφορούν το πρόχειρο σχέδιο και το σχέδιο επί κλίμακας 1 προς
- Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο μάρτυρας αυτός βοήθησε στην λήψη των αναγκαίων μέτρων της σκηνής καθώς και στην προετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος. Ερωτώμενος ο μάρτυρας για ποίο λόγο και κάτω από ποιες συνθήκες επεσυνέβη το δυστύχημα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κύρια αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα, με την οποία το όχημα BBC 036 οδηγείτο κατά την ώρα του δυστυχήματος στην στροφή. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι λόγω ακριβώς της υπερβολικής ταχύτητας και της διαμόρφωσης της στροφής, το αυτοκίνητο άρχισε να πλαγιολισθαίνει προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, να τίθεται εκτός ελέγχου του οδηγού του με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου και να ανατραπεί. Σύμφωνα πάντοτε με τον μάρτυρα, ο λόγος που το όχημα άφησε ίχνη πλάγιας ολίσθησης επί της ασφάλτου, ήταν ακριβώς ότι λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε σε συνδυασμό με την διαμόρφωση της στροφής, τα ελαστικά του εν λόγω οχήματος άρχισαν να πλαγιολισθαίνουν και να αφήνουν επί της ασφάλτου, ίχνη πλάγιας ολίσθησης. Η σύγκρουση, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν βίαιη, και αυτό φαίνεται από την πραγματική μαρτυρία, την ζημιά στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου, και τη ζημιά στο αυτοκίνητο. Βλέποντας το τεκμήριο 15, φωτογραφία 9, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο πισινό κάθισμα του οχήματος, το οποίο να σημειωθεί ότι ήταν ένα αυτοκίνητο τύπου saloon με δυο μπροστινές πόρτες επιβατών και μια πόρτα αποσκευών, εντοπίζεται κάτι κόκκινο το οποίο είναι αίματα από το θύμα, που είχε υποστεί σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος υπεράσπισης περιορίστηκε, να προβεί σε ερωτήσεις, μόνο σε σχέση με τα αίματα που εντοπίστηκαν στο πίσω κάθισμα και αν ο μάρτυρας προέβη σ' οποιεσδήποτε εξετάσεις για να διαπιστώσει αν το αίμα είναι ανθρώπου ή ζώου ή πτηνού. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι δεν προέβει σε οποιεσδήποτε εξετάσεις σε σχέση με το θέμα αυτό, αλλά με βάση την μαρτυρία που είχε ο ίδιος περισυλλέξει σαν εξεταστής της υπόθεσης, και λόγω του γεγονότος ότι το θύμα βρέθηκε εγκλωβισμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου με σοβαρό τραύμα στο κεφάλι, πιστεύει ότι το αίμα είναι του θύματος. Αφού δέχθηκε την εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα, ο συνήγορος προχώρησε στην υποβολή παρόμοιων ερωτήσεων, ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία που είχε στο φάκελο της υπόθεσης και με βάση την οποία υπάρχει πιθανότητα να είναι του θύματος. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το αρθ.74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, και επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Ο Κατηγορούμενος επίσης δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα. Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και των δύο μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το υπόλοιπο της μαρτυρίας και των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και θα ληφθούν υπόψη στο σύνολο τους. Η παράθεση της μαρτυρίας τους ή περίληψη αυτής θα γίνει όπου είναι αυτή αναγκαία για σκοπούς αξιολόγησης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Συμπεράσματα Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός έκαστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 4337 Ο. Ιγνατίου, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Μου δημιούργησε την εντύπωση ενός ευσυνείδητου αστυνομικού, που εκτελεί με αντικειμενικότητα τα καθήκοντα του. Το πρόχειρο σχέδιο Τ.18, μαζί με το σχέδιο επί κλίμακας Τ.19 που ετοίμασε, αποτελούν μαζί με τις φωτογραφίες Τ.15 που ο Μ.Κ.2 έλαβε με δικές του υποδείξεις, την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος [βλ. Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1A A.A.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1362 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1388]. Ο Μ.Κ.1, κρίνω ότι είπε την αλήθεια και οι διάφορες μετρήσεις, σημεία και ευρήματα του, που απεικονίζονται σε κλίμακα 1:250 στο Τ.19, κρίνω ότι απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση πραγμάτων όπως ο Μ.Κ.1 τα βρήκε και τα εντόπισε στην σκηνή, τα τοποθέτησε στο Τ.18 και τα μετέφερε επακριβώς στο Τ.
- Επίσης τα όσα επεξήγησε και διευκρίνισε, σε σχέση με την σκηνή του δυστυχήματος, στο μέτρο και στον βαθμό που αφορούν τις δικές του διαπιστώσεις και ευρήματα κρίνω ότι αποτελούν την αληθινή εικόνα όπως ο ίδιος την διαπίστωσε, κατά την επίσκεψη του στην σκηνή μαζί με τον Μ.Κ.2 την ημέρα του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας αυτός, ανέφερε στην κυρίως εξέταση τα προσόντα του, τα μαθήματα και τα σεμινάρια που παρακολούθησε και τα οποία τον καθιστούν ικανό να ετοιμάζει σχεδιαγραφήματα και βάσει των μετρήσεων του, να προβαίνει σε αναπαραστάσεις δυστυχημάτων κ.λ.π . Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι καταθέτει πάντοτε σε σχέση με τα σχεδιαγραφήματα τα οποία ο ίδιος ετοιμάζει και είναι σε θέση να τα εξηγεί στο Δικαστήριο, λέγοντας συνάμα την γνώμη του για την πιθανή αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρω, ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τον συνήγορο υπεράσπισης, σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος ετοίμασε το τεκμήριο 19, κατά τρόπο ώστε να αμφισβητούνται οι μετρήσεις ή τα ευρήματα του στην σκηνή, με αποτέλεσμα τα όσα ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο, να παραμείνουν αναντίλεκτα. Ο συνήγορος περιορίστηκε στην κυρίως εξέταση να φέρει ένσταση στην ερώτηση την οποία υπέβαλε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος και η οποία αφορούσε τα προσόντα του μάρτυρα και η ικανότητα του να αναφέρει την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, αφού ο ίδιος μέχρι σε εκείνο το σημείο δεν τα είχε αναφέρει στο Δικαστήριο. Στην συνέχεια όμως ο μάρτυρας, με δεδομένη πλέον αυτή την αμφισβήτηση, προέβη στην κατάθεση των προσόντων του, τα οποία τον καθιστούσαν ικανό σύμφωνα με τον ίδιο να εκφέρει την γνώμη του. Όπως ανέφερα προηγουμένως, ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε και δεν υπεβλήθη σ' αυτόν καμία ερώτηση, είτε σε σχέση με τις ενέργειες του ή ακόμα και με τα προσόντα του, με αποτέλεσμα η θέση του συνηγόρου να παραμείνει μετέωρη. Ουδέποτε υποβλήθηκε στον μάρτυρα, οτιδήποτε σε σχέση με την εμπειρογνωμοσύνη του, ότι δηλαδή δεν είναι εμπειρογνώμονας και συνεπώς δεν θα μπορούσε να εκφέρει την γνώμη του στο Δικαστήριο, για την αιτία που οδήγησε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Επίσης, ουδέποτε υποβλήθηκε στον μάρτυρα, ότι οι μετρήσεις που έκανε και κατ' επέκταση το τεκμήριο 19, που είναι το σχέδιο επί κλίμακας, δεν είναι ορθές, αφού ο ίδιος δεν έχει τις απαιτούμενες γνώσεις για να το ετοιμάσει και ως εκ τούτου αυτός δεν μπορεί να καταθέσει τίποτα σε σχέση με τα ευρήματα που βρήκε στην σκηνή, στο Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.2 Π. Αναστάση, μου έκανε άριστη εντύπωση. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του αποτελεί παραδεκτό γεγονός και δεν θα το επαναλάβω, αφού ότι αναφέρεται σ' αυτή, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός ήταν εξαιρετικός κατά την μαρτυρία του, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση. Ο μάρτυρας αυτός, σύμφωνα με την κατάθεση του, είναι εξεταστής σοβαρών θανατηφόρων ατυχημάτων και έτυχε εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον ίδιο σε αρκετά σεμινάρια, σε σχέση πάντοτε με την εξέταση, την αναπαράσταση σοβαρών τροχαίων δυστυχημάτων, ως επίσης και την ετοιμασία σχεδιαγραφήματων σκηνών δυστυχήματος. Ο μάρτυρας αυτός, στις απαντήσεις του ήταν σαφής, θετικός, φυσικός και έδινε την εντύπωση ότι πραγματικά ο μοναδικός του σκοπός, ήταν ακριβώς να διαφωτίσει το Δικαστήριο και να το βοηθήσει να εξάξει την αλήθεια. Η γνώμη του ήταν ξεκάθαρη, για το τι ακριβώς προκάλεσε το δυστύχημα. Η υπερβολική ταχύτητα του οδηγού του οχήματος BBC 036 κατά την ώρα που αυτό οδηγείτο στην στροφή είχε ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο να αρχίσει να πλαγιολισθένει προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, να τίθεται εκτός ελέγχου του οδηγού του, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και να ανατραπεί. Ο μάρτυρας επίσης, εξήγησε, γιατί το αυτοκίνητο άφησε ίχνη πλάγιας ολίσθησης και ήταν η θέση του ότι λόγω ακριβώς της υπερβολικής ταχύτητας, σε σχέση με την διαμόρφωση της στροφής τα ελαστικά πλαγιολίσθησαν. Με βάση δε τη ζημιά στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου και την ζημιά του αυτοκινήτου, η σύγκρουση σύμφωνα πάντοτε με τον μάρτυρα ήταν βίαιη. Τέλος, κατά την κυρίως εξέταση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το θύμα βρέθηκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και σύμφωνα με την φωτογραφία 9 του τεκμηρίου 15 το κόκκινο που εντοπίζεται στο πισινό κάθισμα είναι αίματα από το θύμα, το οποίο να σημειωθεί είχε υποστεί σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος περιορίστηκε να ρωτήσει μόνο τον μάρτυρα κατά πόσο ο ίδιος έκανε εξετάσεις για το αν το αίμα που βρέθηκε στο συγκεκριμένο σημείο επί του σχεδιαγραφήματος, ήταν πράγματι του θύματος ή όχι. Επίσης ρωτήθηκε, για το αν έκανε ο ίδιος εξετάσεις για το πότε τοποθετήθηκε το αίμα στο συγκεκριμένο σημείο και αν κατά πόσο το αίμα εκείνο ήταν ζώου, πτηνού, ή ανθρώπου. Ο μάρτυρας ακόμα και σ αυτές τις ερωτήσεις, είχε ξεκάθαρες απαντήσεις και απάντησε σύμφωνα με την εμπειρογνωμοσύνη του. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε σε κανένα άλλο σημείο, ούτε υποβλήθηκε οποιοδήποτε ερώτημα το οποίο να αμφισβητεί είτε την εμπειρογνωμοσύνη του, αλλά ούτε και την θέση του θύματος, είτε πριν, είτε κατά την σύγκρουση, μέσα στο αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας αυτός απάντησε ότι από τις εξετάσεις που έκανε, τα ευρήματα του και το συσχετισμό τους με την πραγματική μαρτυρία, την θέση του θύματος, το οποίο να σημειωθεί βρέθηκε εγκλωβισμένο στο πίσω κάθισμα, με σοβαρό τραύμα στο κεφάλι, πιστεύει ότι τα αίματα που βρέθηκαν στο πίσω κάθισμα ήταν του θύματος. Η κατάθεση του μάρτυρα σχεδόν στο σύνολο της έχει κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός, εκτός ενός σημείου, κατά το οποίο ο μάρτυρας αναφέρεται σε κάποιες πληροφορίες που περισυνέλεξε από την σκηνή του δυστυχήματος και οι οποίες καταδείκνυαν ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο συνήγορος δεν αντεξέτασε επί του σημείου αυτού τον μάρτυρα παρόλο που ο τελευταίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ως αληθινό, περιορίστηκε μόνο σε ερωτήσεις που υπέβαλε στην αντεξέταση, περισσότερο διευκρινιστικού χαρακτήρα και χωρίς να αμφισβητηθούν με κανένα τρόπο ούτε οι ενέργειες του μάρτυρα, ούτε η γνώμη του, για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος αλλά ούτε και η θέση η οποία εκφράστηκε στην κατάθεση του, την οποία αμφισβητούσε έντονα η Υπεράσπιση σε σχέση με το ποιος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγρ. BBC
- Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου v Οδυσσέως
(1989)1 Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου v. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R. V. Turner
(1975)1 All. E.R. 70 και Χ' Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα του, την πείρα του και τις γνώσεις του καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.1 είναι εμπειρογνώμονας στην σχεδιαγράφηση, στην αναπαράσταση καθώς και στην εξέταση σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Εν' όψει των ανωτέρω αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Εξετάζοντας την μαρτυρία και των δυο μαρτύρων κατηγορίας και προσεγγίζοντας την με ιδιαίτερη προσοχή και έχοντας πάντοτε κατά νου τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με το εν λόγω θέμα και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που καθορίζουν κατά πόσο ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας (προσόντα, πείρα, γνώση) καταλήγω ότι τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 είναι εμπειρογνώμονες - ειδικοί ο καθένας στον δικό του τομέα και μπορούν να δώσουν στο Δικαστήριο την δική τους θέση με βάση τα ευρήματα τους από την σκηνή του δυστυχήματος, για τον τρόπο πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος καθώς και για την αντίδραση του οχήματος με αριθμό εγγραφής BBC 036 κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες όταν αυτό πραγματευόταν την αριστερή στροφή σύμφωνα με την πορεία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελεί κατ' αρχήν εύρημα μου ότι το θύμα στην παρούσα υπόθεση είναι ο Χάρης Χαραλαμπίδης (το θύμα) τέως από το Στρουμπί. Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω στην απόφαση μου, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας, αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία είτε κατατέθηκαν με την μορφή γραπτού κειμένου το οποίο συμφωνήθηκε και από τις δυο πλευρές, είτε με την κατάθεση των καταθέσεων μαρτύρων, οι οποίες κατατέθηκαν τεκμήρια 3 -
- Τα παραδεκτά γεγονότα αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία θα αναφερθώ μόνο, εκεί που κατά την άποψη μου υπέχουν ιδιαίτερης βαρύτητας και έχουν σχέση με τα αδικήματα τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται. Στις 18.8.2008 γύρω στις 9.00 το βράδυ, ο Άδωνης Παντέλας μαζί με την σύζυγο του Ευρυδίκη, μετέβηκαν στο φεστιβάλ στο χωριό Σίμου με το αυτοκίνητο του, και κάθισαν σ' ένα τραπέζι, μαζί με τον Άκη, τον κουμπάρο του τον Κυριάκο και άλλα πρόσωπα. Γύρω στις 10.30μ.μ. έφθασαν στο χώρο του φεστιβάλ, ο γιος του Κυριάκος Παντέλας (Κατηγορούμενος) και ο Χάρης Χαραλαμπίδης (το θύμα). Στο φεστιβάλ βρίσκονταν επίσης ο Ανδρέας Διονυσίου και ο Διονύσης Διονυσίου. Ο Ανδρέας Διονυσίου, γύρω στις 01:50 είδε τον Κατηγορούμενο Κυριάκο Παντέλα, τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως, και τον κάλεσε στο τραπέζι του για να πιούν μια μπύρα. Ο Κατηγορούμενος του είπε «οϊ ρε φίλε ήπια κάμποσες εν θωρείς το τραπέζι εν γεμάτο και εν να φείω». Ο Κατηγορούμενος φαινόταν μεθυσμένος γιατί παραπατούσε και τα μάτια του ήταν κόκκινα γι' αυτό και ο ίδιος του είπε να προσέχει. Γύρω στις 02.00 ο Κατηγορούμενος, ο πατέρας του και το θύμα αποφασίζουν να φύγουν από το φεστιβάλ με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής BBC 036 και το οποίο οδηγείτο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ο Χάρης Χαραλαμπίδης (το θύμα) κάθισε στο πίσω κάθισμα, ο Άδωνης Παντέλας πατέρας του Κατηγορούμενου στην θέση του συνοδηγού και ο οδηγός ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος ακολούθησε την πορεία, από τον δρόμο της Σίμου προς το φράκτη της Ευρέτου. Μετά από 500 μέτρα από το σημείο που ξεκίνησαν, ο πατέρας του Κατηγορούμενου, του ζήτησε να σταματήσει το αυτοκίνητο «για να κατουρήσει». Ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του και ο πατέρας του κατέβηκε κάτω. Ενώ ο πατέρας του κατουρούσε, είδε ότι ο Κυριάκος ξεκίνησε το αυτοκίνητο του και έφυγε, αφήνοντας τον στο σημείο εκείνο. Ο πατέρας του Κατηγορούμενου δεν πρόλαβε, σύμφωνα με τον ίδιο, να τελειώσει το κατούρημα και άκουσε μια φατσιά, την οποία την προσδιόρισε στην συνέχεια σε περίπου 500 μέτρα, αφού κάπου τόση ήταν και η απόσταση, την οποία ο ίδιος διένυσε μέχρι να φθάσει στην σκηνή που έγινε το δυστύχημα, όταν κάποιος άλλος τον μετέφερε εκεί. Φθάνοντας ο ίδιος στην σκηνή, βρήκε το θύμα εγκλωβισμένο εντός του αυτοκινήτου ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός του αυτοκινήτου και τραυματισμένος. Το θύμα σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, βρισκόταν εγκλωβισμένο στο πίσω κάθισμα των επιβατών και όταν ο μάρτυρας ο Ανδρέας Διονυσίου με τον εξάδελφο του, τον Ανδρέα, ξεκίνησαν να πάνε στο χώρο που επεσυνέβη το δυστύχημα γύρω στις 2.25, είδαν τον πατέρα του Κατηγορούμενου να απομακρύνεται, ενώ ταυτόχρονα δυο νοσοκόμοι που ήταν εκεί, προσπάθησαν να βγάλουν έξω από το αυτοκίνητο το θύμα, το οποίο βρισκόταν εγκλωβισμένο στο πίσω κάθισμα του οχήματος του Κατηγορούμενου. Ο Αθανάσιος Χαραλάμπους, νοσηλευτικός λειτουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς, έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος μαζί με άλλη συνάδελφο του, όπου και ανέσυρε το θύμα, Χάρη Χαραλαμπίδη εγκλωβισμένο και αναίσθητο από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ο ίδιος του τοποθέτησε αυχενικό κολάρο, του έδωσε οξυγόνο και στην συνέχεια, τον τοποθέτησε σε σανίδα και μετά στο ασθενοφόρο. Ο τραυματίας Χάρης Χαραλαμπίδης είχε παραμορφωμένο πρόσωπο, κατάγματα στα χέρια, και επίσης ανοικτό κάταγμα κρανίου. Στην σκηνή έφθασαν επίσης οι Μ.Κ.1 και 2 και οι οποίοι προέβησαν σε όλες τις ενέργειες για την διερεύνηση του σοβαρού αυτού τροχαίου δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.1 Ο. Ιγνατίου, έλαβε σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα βάση του οποίου ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακος, τοποθετώντας επ' αυτού τα ευρήματα του από τη σκηνή, το σημείο σύγκρουσης του οχήματος επί του στηθαίου ασφαλείας, τα ίχνη πλαγιολίσθησης που άφησε το εν λόγω όχημα επί της ασφάλτου, τις κηλίδες αίματος επί της ασφάλτου καθώς και την τελική θέση του οχήματος BBC
- Τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 εξήγησαν στο Δικαστήριο την διαμόρφωση του δρόμου, το όριο ταχύτητας και τον λόγο που κατά την γνώμη τους προκλήθηκε το εν λόγω δυστύχημα. Ο οδηγός του οχήματος σύμφωνα με τη κατάθεση του Μ.Κ.2 Λοχία 1289 Π. Αναστάση, τεκμήριο 13, «σε μια αριστερή στροφή σύμφωνα με την κατεύθυνση του, εκτράπηκε από την πορεία του προς τα δεξιά και ολισθαίνοντας πλάγια συγκρούστηκε στο ακραίο προστατευτικό κιγκλίδωμα στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Στην συνέχεια επανήλθε και πάλι στο δρόμο όπου ανατράπηκε και ακινητοποιήθηκε». Έγινε έλεγχος στο εν λόγω όχημα από τον Μ.Κ
- και διαπίστωσε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου δεν είχε οποιεσδήποτε βλάβες που να συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος, είναι δε η θέση και των δυο μαρτύρων κατηγορίας ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφειλόταν μεταξύ άλλων σε υπερβολική ταχύτητα. Σύμφωνα με το τεκμήριο 15, τις φωτογραφίες του δυστυχήματος, αποτυπώνονται ακριβώς οι ζημιές, τις οποίες υπέστη το όχημα του Κατηγορούμενου, από τις οποίες φαίνεται ότι η μεγαλύτερη ζημιά έγινε στην αριστερή πλευρά του, αφού αυτή ήταν τελείως κατεστραμμένη, ενώ το μοναδικό σημείο το οποίο δεν υπέστη τόσο σοβαρές ζημιές είναι η πλευρά του οδηγού. Το θύμα το οποίο απεγκλωβίστηκε με την βοήθεια των νοσοκόμων αιμορραγούσε αφού είχε υποστεί διάνοιξη κρανίου γι' αυτό και τα αίματα που υπήρχαν στην άσφαλτο, ήταν του θύματος μετά τον απεγκλωβισμό του. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα τραυματίστηκε στο πρόσωπο και στο χέρι. Είναι ξεκάθαρο, όπως αυτό αποτυπώνεται στην πραγματική μαρτυρία, τεκμήριο 15 φωτογραφία 9 -
- Όπως έχει νομολογηθεί καθ' ην έκταση οι φωτογραφίες αποτελούν πραγματική μαρτυρία [βλέπε υπόθεση Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ 24] είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν από το Δικαστήριο κατά τον δέοντα τρόπο και μπορούν να αποτελέσουν βοηθητικό εργαλείο προς το Δικαστήριο, για την εξακρίβωση της αλήθειας και των ευρημάτων στην σκηνή του δυστυχήματος. Στις 19.8.2008 λήφθηκε αίμα από τον Κατηγορούμενο το οποίο και παραδόθηκε στην Μαρία Αυξεντίου Χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους, η οποία αφού εξέτασε το δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο αποφάνθηκε ότι περιείχε στο αίμα του, αναλογία αλκοόλης 157 χιλιοστών του γραμμαρίου αλκοόλης αντί 50 χιλιοστών, σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Νομική Πτυχή Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω εάν και κατά πόσο στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στην R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί τον δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στην Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όσον αφορά την «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η θέση της υπεράσπισης όπως αυτή προβλήθηκε μέσα από τις αγορεύσεις του κυρίου Δημητριάδη ήταν ότι δεν αποδείχθηκε με άμεση αλλά ούτε και με περιστατική μαρτυρία ,ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος κατά την ώρα της σύγκρουσης ή και του δυστυχήματος. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι πράγματι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία για τη κρίσιμη στιγμή της σύγκρουσης και η οποία να καταδεικνύει, ότι την ώρα του δυστυχήματος οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με την νομολογία η περιστατική μαρτυρία, παρομοιάζεται με τους κρίκους της αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή, ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορούμενου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97) . Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του Κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του Κατηγορούμενου (βλ. επίσης Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες, που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση, αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App. Rep. 225). Περαιτέρω στην πολύ πρόσφατη Σωτήρης Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ., αρ. 70/10, ημερ. 20.10.2010 λέχθηκε ότι: «Αν και ένα ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής του Κατηγορούμενου, το συλλογικό τους αποτέλεσμα όταν ιδωθεί μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου, νοουμένου πάντα, ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό, με οποιανδήποτε άλλη βάση, πλην της ενοχής του Κατηγορούμενου. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R, 37 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του Κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση, αφ' ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ' ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 119-120). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του Κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Περαιτέρω στην Γεωργίου άλλως Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ποιο τα βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε, συνεκτικά αποτιμούμενη, μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του Κατηγορούμενου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Περιστατική είναι η μαρτυρία, η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του Κατηγορούμενου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ. μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Η περιστατική μαρτυρία, η οποία έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο και έχει γίνει αποδεκτή, είτε στα πλαίσια παραδεκτών γεγονότων, είτε στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι η εξής: Στις 18.8.2008 ο Κατηγορούμενος Κυριάκος Παντέλας μαζί με το θύμα είχαν μεταβεί με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου στο φεστιβάλ στο χωριό Σίμου. Εκεί βρήκαν και τον πατέρα του Κατηγορούμενου, Άδωνη Παντέλα ο οποίος είχε ήδη μεταβεί στο εν λόγω φεστιβάλ μαζί με την σύζυγο του. Εκεί ο Κατηγορούμενος κατανάλωσε αρκετή ποσότητα μπύρας μέχρι τις 02.00 το πρωί, ώρα κατά την οποία αποφάσισε να αναχωρήσει από το εν λόγω φεστιβάλ με τον πατέρα του και τον φίλο του Χάρη. Οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος συνοδηγός ο πατέρας του και στο πίσω κάθισμα το θύμα. Μετά από 500 μέτρα από το σημείο που ξεκίνησαν, ο πατέρας του Κατηγορούμενου ζήτησε από τον τελευταίο να σταματήσει το αυτοκίνητο, για να «κατουρήσει», πράγμα το οποίο έκανε, σταμάτησε το αυτοκίνητο του, ο πατέρας του κατέβηκε και ενώ κατουρούσε, αυτός (δηλαδή ο Κατηγορούμενος) ξεκίνησε και έφυγε, αφήνοντας τον πατέρα του σε εκείνο το σημείο. Ο πατέρας του, πριν προλάβει να τελειώσει το κατούρημα του, άκουσε μια «φατσιά». Περαστικός από το συγκεκριμένο σημείο τον μετέφερε στο σημείο όπου έγινε στο δυστύχημα με ενεχόμενο όχημα το αυτοκίνητο του γιού του Κυριάκου. Από την σύγκρουση, και με τον τρόπο που έγινε αυτή, το θύμα το οποίο βρισκόταν στο πίσω κάθισμα εγκλωβισμένο απεγκλωβίστηκε στην συνέχεια με την βοήθεια δυο νοσοκόμων του Νοσοκομείου Πόλης Χρυσοχούς με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αιμορραγία, ενώ ο Κατηγορούμενος με ελαφρά τραύματα. Οι ζημίες του οχήματος, σύμφωνα με το τεκμήριο 15 το οποίο είναι επίσης πραγματική μαρτυρία και εξίσου βοηθητική στο Δικαστήριο, σε σχέση με την εξαγωγή συμπερασμάτων, βρίσκονταν στην αριστερή μεριά του οχήματος του Κατηγορούμενου, ενώ στην πλευρά του οδηγού οι ζημιές δεν ήταν τόσο σοβαρές (βλέπε φωτογραφίες 9 - 11). Αποτέλεσμα αυτής της οδικής συμπεριφοράς ήταν, όπως ανέφερα προηγουμένως και ο θανάσιμος τραυματισμός του Χάρη Χαραλαμπίδη. Το ερώτημα που τίθεται από την υπεράσπιση όπως αυτό εκφράστηκε από την αγόρευση του κ. Δημητριάδη, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο με την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι σε θέση να αποφασίσει, ποιος ήταν ο οδηγός του οχήματος τη συγκεκριμένη ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα και έγινε η σύγκρουση. Ήταν η θέση του κ. Δημητριάδη ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή. Και αν ακόμα το Δικαστήριο αποφασίσει ότι οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι θα μπορούσε να αποτελέσει λογική εξήγηση, σενάριο ή υπόθεση το θύμα, να επιχείρησε για οποιοδήποτε λόγο να περάσει από το πισινό στο μπροστινό κάθισμα, είτε να απέσπασε την προσοχή του Κατηγορούμενου, είτε να το έσπρωξε, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να παρενέβη στην ασφαλή οδήγηση του οχήματος και γι' αυτό επεσυνέβη το δυστύχημα. Μπορεί επίσης συνέχισε ο συνήγορος, στην αγόρευση του, ο οδηγός να υπέστη κάτι και να μην ήταν σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια το εν λόγω αυτοκίνητο . Υπάρχουν σύμφωνα με τον συνήγορο πολλά σενάρια, εξηγήσεις, υποθέσεις οι οποίες μπορούν να γίνουν ελλείψει άμεσης μαρτυρίας. Όπως όμως έχει αναφέρει προηγουμένως, με αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εξετάζει ότι βρίσκεται ενώπιον του με μαρτυρία και ποτέ με απλές υποθέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο όπως ελέχθει πιο πάνω θα καλείτο να εξετάσει σενάρια ή πιθανότητες. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει διαζευκτικές πιθανότητες, οι οποίες να εξάγονται από την ολότητα μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, διαφορετικά τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες σε σχέση με συμβάντα, τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό που βρίσκεται ενώπιον τους και σίγουρα αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Ελλείψει οποιασδήποτε τέτοιας μαρτυρίας, το Δικαστήριο, αδυνατεί να εξετάσει οποιαδήποτε από αυτά που ο συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγείται στην αγόρευση του. Ο χρόνος ο οποίος μεσολάβησε από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο του και άφησε τον πατέρα του την στιγμή που κατουρούσε μέχρι το σημείο σύγκρουσης, του σημείου δηλαδή που ο πατέρας του Κατηγορούμενου άκουσε την φατσιά, δεν ήταν τέτοιος που να αφήνει στο Δικαστήριο περιθώριο να αποφασίσει ότι κάτι άλλο παρενέβη στην λογική συνέχεια και εξέλιξη των πραγμάτων ή των γεγονότων και ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πλέον ο οδηγός του οχήματος. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, κάτι βέβαια που επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (τεκ.15), ότι ο Κατηγορούμενος αν δεν ήταν ο οδηγός του οχήματος, σίγουρα δεν θα είχε υποστεί τόσο ελαφρούς τραυματισμούς, όπως αυτούς που υπέστη, με βάση τις ζημιές του οχήματος. Σ' αντίθεση με το θύμα, το οποίο βρέθηκε στο πίσω κάθισμα εγκλωβισμένο, σε σημείο όπου το όχημα του Κατηγορούμενου καταστράφηκε ολοσχερώς. Σύμφωνα με το τεκμήριο της συνέχειας το οποίο είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος συνέχισε να οδηγά το αυτοκίνητο του μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Τι μπορεί να άλλαξε μέσα σε εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα; Τι μπορεί να άλλαξε σε απόσταση 500 μέτρων και σε χρόνο όπως αυτός αναφέρεται στην κατάθεση του Άδωνη Παντέλα; Τίποτε. Η απόδειξη της ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη ημερομηνία παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δικαιολογήσει συμπέρασμα ότι η ύπαρξη συνεχίσθηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο που εξετάζει το Δικαστήριο. Αυτό το τεκμήριο είναι μαχητό, και εφόσον αυτό αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως, αφήνεται πλέον στους ώμους της υπεράσπισης, να ανατραπεί με την προσκόμιση μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ελλείψει μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει οτιδήποτε τίθεται σε αυτό. Ουδέποτε εν πάση περιπτώσει η υπεράσπιση αμφισβήτησε, είτε με υποβολές, είτε με ερωτήσεις τους μάρτυρες που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με το επίδικο αυτό θέμα, αντιθέτως στο σύνολο της σχεδόν η μαρτυρία είτε κατατέθηκε στα πλαίσια παραδεκτών γεγονότων είτε παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι πολύ καλά γνωστό και νομολογημένο σε πάρα πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι αυτά τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν ακόμα και οποιασδήποτε μαρτυρίας παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλήγοντας και ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι οδηγός του εν λόγω οχήματος δεν ήταν άλλος από τον κατηγορούμενο, ο οποίος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του με αριθμούς εγγραφής BBC 036. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο του όχημα με αναλογία αλκοόλης που υπερέβαινε το καθορισμένο από το νόμο όριο, δηλαδή περιείχε 157 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος αντί 50 που είναι το καθορισμένο από το νόμο. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 5 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν.174/1986είναι: α) Η οδήγηση η απόπειρα οδήγησης υπο προσώπου οιουδήποτε οχήματος, β) επί οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, γ) το εν λόγω πρόσωπο να έχει καταναλώσει τοσαύτην ποσότητα αλκοόλης υπό οποιαδήποτε μορφή, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή το αίμα αυτού κατά τον χρόνο οδήγησης η απόπειρας οδήγησης να υπερβαίνει το καθορισθέν όριο. Το υπό της σχετικής Νομοθεσίας και συγκεκριμένα δυνάμει του Άρθρου 2 του Ν.174/1986 καθορισθέν όριο, είναι 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και την υπαγωγή των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει στη Νομική πτυχή της υπόθεσης έχω ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει: 1) Ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε όχημα - αυτοκίνητο που εμπίπτει στην έννοια που αποδίδει ο Νόμος 174/1986 (Άρθρο 2), στην λέξη αυτή, 2) Ότι το όχημα - αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένο στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, κινούμενο με δικό του κινητήρα 3) Ότι το όχημα - αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με αριθμούς εγγραφής BBC036 κατά τον επίδικο χρόνο οδηγείτο σε οδό ήτοι στην στο κύριο δρόμο Σίμους- Γιόλου στη Πάφο. 4) Ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα - αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής BBC036 με αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του που κατά τον επίδικο χρόνο υπερέβαινε το καθορισθέν όριο. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά παρατίθενται πιο πάνω σε συνάρτηση με την Νομική πτυχή που επίσης αναλύεται πιο πάνω και την υπαγωγή των ευρημάτων μου σε αυτήν, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος την 19ην Αυγούστου και περί ώρα 02.00, οδηγούσε το όχημα - αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής BBC036 σε οδό, ήτοι στο κύριο δρόμο Σίμους- Γιόλου στη Πάφο με αναλογία αλκοόλης στο αίμα του που δεν ήταν μικρότερη της ποσότητας αλκοόλης που έχει καθοριστεί από τον Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο, Ν.174/1986, ήτοι ανήρχετο στα 157 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει και την Τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όσο αφορά την δεύτερη κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δηλ. την κατηγορία της οδήγησης του αυτοκινήτου του ενώ η ικανότητα για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη, κρίνω ότι και τα συστατικά του αδικήματος αυτού το οποίο προβλέπεται από το άρθρου 9
(1)του Ν. 86/72 και αντλώντας σχετική καθοδήγηση από το σύγγραμμα, Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση σελ. 201 - 204, κρίνω ότι έχουν αποδειχτεί με βεβαιότητα. Η μαρτυρία ήταν συντριπτική και δείχνει προς μια και μόνο κατεύθυνση. Ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητό του και ο τρόπος που αυτός πραγματεύτηκε την στροφή με την συγκεκριμένη ταχύτητα, η οδική συμπεριφορά του σε δύο χρονικά σημεία, της αναχώρησης του από το φεστιβάλ και της εκκίνησης του αυτοκινήτου του για δεύτερη φορά, αφήνοντας τον πατέρα του στο σημείο εκεί για να «κατουρήσει», χωρίς καμιά αμφιβολία αποδεικνύουν πως η ικανότητά του να οδηγεί, ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Επιπλέον αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό τη επήρρεια οινοπνεύματος, εξ' ου και η ανάλυση που έγινε από το Γενικό Χημείο του Κράτους και στην οποία αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με αναλογία αλκοόλης στο αίμα του 157 αντί 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος , το οποίο κατατέθηκε στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων σαν τεκμήριο 11. Είναι δε επίσης νομολογημένο ότι οδηγός ο οποίος έχει καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, έχει ελαττωμένη ικανότητα για ασφαλή οδήγηση και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ορθά και σαν μέσος συνετός οδηγός τους κινδύνους, οι οποίοι πιθανόν να παρουσιαστούν μπροστά του (βλ. Σάββας Σάββα εναντίον Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242 και Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Επιπλέον δε και με βάση τα ευρήματα, τα οποία έχω κάνει ανωτέρω και της διαπίστωσης μου ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν όσα συνέβαιναν και είχε συνείδηση των πράξεων του και αυτό εξάγεται αβίαστα από την κατάθεση του Ανδρέα Διονυσίου τεκμήριο 10, η οποία κατατέθηκε σαν παραδεκτό γεγονός, στην οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε στο εν λόγω πρόσωπο ότι είχε ήδη καταναλώσει πολλή μπύρα, επιπλέον γνώριζε τις συνθήκες τις οποίες ο ίδιος οδηγούσε οι οποίες δημιουργούσαν ένα εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε οποιοδήποτε άλλο και αυτός συνέχιζε να οδηγεί θέτοντας σε κίνδυνο και διακινδυνεύοντας τόσο τη ζωή τρίτων προσώπων αλλά και περιουσίας. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σ' αυτές. (Υπ.) ........... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο