← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 8771/09, 3.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 8771/09, 3.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8771/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον Μιχάλη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3.2.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κα Π. Αθηνοδώρου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 111/89 και Νόμο 181

(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 20 Δεκεμβρίου 2007, λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DAM 170 στην οδό Μιχτάτ Ππασιά στο Μούταλο της Επαρχίας Πάφου, έπεφερε τον θάνατο του Θέμη Σάββα τέως από Μούταλο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε δυο μάρτυρες κατηγορίας, τον Μ.Κ.1 Λοχία Π. Αναστάση και τον Μ.Κ.2 Μαρίνο Π' Παριστοδήμου. Κατατεθήκαν δε παραδεκτά γεγονότα, τα οποία ήταν βοηθητικά προς το Δικαστήριο αφού εξοικονομήθηκε αρκετά σημαντικός δικαστικός χρόνος που θα απαιτούσε η απόδειξη αυτής της μαρτυρίας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου, στην πιο πάνω κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)γ του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της ένορκης μαρτυρίας και να αντεξεταστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ωστόσο δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα για την υπεράσπιση του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Λοχίας 1289 Π. Αναστάση, ο οποίος αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία την κατάθεσε ως τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του, ο ίδιος, σαν εξεταστής του συγκεκριμένου θανατηφόρου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στις 20.12.2007 και ώρα 19.45, επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος που έγινε στην οδό Μιχτάτ Πασσιά στην Πάφο, παρά την συμβολή με την οδό Ιωνίας. Κατά την άφιξη του βρήκε τα δυο εμπλεκόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Προέβη σ' όλες τις μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο στην συνέχεια μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακος (1 προς 250) και τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Στην συνέχεια, αφού υιοθέτησε τα ευρήματα τα οποία ο ίδιος ανηύρε στη σκηνή του δυστυχήματος, και τα οποία τοποθέτησε επί του σχεδιαγραφήματος, τα ανέλυσε, εξηγώντας στο σχέδιο στο Δικαστήριο, το σημείο σύγκρουσης, τις πορείες των δυο οχημάτων και τη συνολική μορφολογία των εν λόγω οδών . Εξήγησε δε στην συνέχεια, αναλυτικά, δίνοντας και τις ακριβείς μετρήσεις, τις οποίες έκανε ο ίδιος και αφορούν τα ίχνη τροχοπέδησης του μπροστινού δεξιού τροχού του οχήματος του Κατηγορούμενου καθώς επίσης και την τελική θέση των οχημάτων που βρέθηκαν στην σκηνή. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η συμβολή της οδού Ιωνίας με Μιχτάτ Ππασιά ελέγχεται με εγκάρσια άσπρη γραμμή στο δρόμο και η Μιχτάτ Ππασιά είναι δρόμος με προτεραιότητα. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 εξήγησε και ανέλυσε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5, σε σχέση με την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος, εισερχόμενος από την οδό Ιωνίας στην οδό Μιχτάτ Ππασιά, σε σχέση με την άκρη του πεζοδρομίου και το σημείο Χ. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι από το σημείο που αρχίζει το τόξο της πορείας του Κατηγορούμενου (Α) δεν υπάρχει καθόλου ορατότητα, και ότι αυτή είναι μηδενική. Επιπλέον δε, σε σχέση με το σημείο αυτό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχαν εμπόδια στην ορατότητα του Κατηγορούμενου κατά την έξοδο του στην κύρια οδό, αφού υπήρχαν δέντρα και περιτείχισμα σε παρακείμενη οικία, η οποία εμπόδιζε περαιτέρω την ορατότητα του. Ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος για να μπορούσε να δει και να έχει ορατότητα, ως προς τα οχήματα τα οποία κινούνταν στην οδό Μιχτάτ Ππασιά θα έπρεπε να προχωρήσει μπροστά από την εγκάρσια άσπρη γραμμή και όσο θα προχωρούσε μπροστά τόσο η ορατότητα του θα βελτιωνόταν. Ο μάρτυρας επαναλάμβανε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε ορατότητα και αυτή ερχόταν, όταν σιγά σιγά ο ίδιος εισερχόταν εντός του δρόμου. Δέχθηκε, ότι πράγματι η ταχύτητα του Κατηγορούμενου ήταν χαμηλή και ότι ο ίδιος μπαίνοντας στην κύρια οδό δεν πρόλαβε καν να «ισιώσει» το αυτοκίνητο του και επήλθε η μοιραία σύγκρουση με το μοτοποδήλατο του θύματος το οποίο οδηγείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και όχι στην αριστερή όπως ήταν η υποχρέωση του. Αυτό επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία, τόσο από το σχεδιαγράφημα όσο και από τις φωτογραφίες οι οποίες έχουν κατατεθεί από τον μάρτυρα . Ήταν η θέση του, σε σχετική ερώτηση της κας Αθηνοδώρου, ότι αν το θύμα δεν οδηγούσε στην λανθασμένη πλευρά του δρόμου, δεν θα γινόταν το δυστύχημα. Είναι γεγονός ότι αυτός ο μάρτυρας μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σαφής, ευθύς στις απαντήσεις που έδινε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και από την αντεξέταση. Δεν υπέπεσε σε καμιά αντίφαση και όλη του η μαρτυρία συνάδει πλήρως τόσο με την κατάθεση που ο ίδιος έδωσε στην Αστυνομία όσο και με το σύνολο της πραγματικής μαρτυρίας η οποία κατατέθηκε από τον μάρτυρα αυτό. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ως Μ.Κ.2, κατάθεσε ο φίλος του θύματος Μ. Π' Αριστοδήμου, ο οποίος αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του το κατέθεσε ως τεκμήριο 13. Κατά την κυρίως εξέταση του αφού υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Δέχθηκε ότι με το θύμα οδηγούσαν δίπλα - δίπλα με ψηλή ταχύτητα αφού σύμφωνα με τον ίδιο παρασύρθηκαν κατά την οδήγηση τους και οδηγούσαν με αυτόν τον τρόπο, παρόλο που γνώριζαν ότι ο δρόμος ήταν στενός, σκοτεινός και με αρκετά προβλήματα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είδε το όχημα του Κατηγορούμενου να βγαίνει από το αλτ ένα δύο μέτρα πριν βγει από το αλτ, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε. Επίσης ανέφερε ότι το θύμα ήταν αρκετά δεξιά και το όχημα του Κατηγορούμενου βγήκε απότομα από το αλτ αλλά δεν έτρεχε. Ήταν η θέση του ότι ο λόγος που δεν κτύπησε και τον ίδιο το όχημα του κατηγορούμενου ήταν γιατί αυτός κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Σε ερώτηση της κας Αθηνοδώρου για το αν θα προκαλείτο δυστύχημα αν και οι δυο τους οδηγούσαν στην αριστερή πλευρά ο μάρτυρας απάντησε ότι όχι. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ένας μάρτυρας ο οποίος από την μια είπε στο Δικαστήριο γεγονότα, τα οποία φωτίζουν την εξέλιξη των γεγονότων και το τι ακριβώς συνέβη το συγκεκριμένο βράδυ αλλά διαπιστώνω ότι σε κάποια άλλα σημεία της κατάθεσης του, δεν θέλησε να πει όλη την αλήθεια και να πει πράγματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ήθελε να πει στο Δικαστήριο την δική του ιστορία. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ένας οδηγός μοτοποδηλάτου ο οποίος απέχει από την συμβολή με την οδό Ιωνίας, είδε ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται στην συμβολή, στο αλτ, το οποίο σύμφωνα και με την θέση του Μ.Κ.1 η ορατότητα είναι «Ο» και να το βλέπει στην συνέχεια να βγαίνει απότομα χωρίς να τρέχει, αλλά και να μην μπορεί κανένας από τους δύο οδηγούς να μπορέσουν να κάνουν οτιδήποτε για να αποφύγουν την σύγκρουση. Ο μάρτυρας αυτός παρόλο που μου έκανε καλή εντύπωση, εντούτοις η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή στο σύνολο της, παρά μόνο σε κάποια σημεία. Τα σημεία τα οποία δεν αποδέχομαι είναι αυτά τα οποία έρχονται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του Μ.Κ 1 η μαρτυρία του οποίου έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το αρθ.74
(1)(γ) του Περι Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ο κατηγορούμενος επέλεξε, να ασκήσει το δικαίωμα της ένορκης μαρτυρίας και να αντεξεταστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία και παράλληλα κατάθεσε γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε ο ίδιος και την οποία κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγρ.DAM 170 στην οδό Ιωνίας με κατεύθυνση την οδό Μιχτάτ Ππασιά. Όταν έφθασε στο σημείο που η οδός Ιωνίας έχει σήμα άλτ στην πορεία του αυτός σταμάτησε για να ελέγξει αν τυχόν έρχονταν από την κύρια οδό αυτοκίνητα. Μπαίνοντας στην εν λόγω οδό και ενώ ο ίδιος είχε ελέγξει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, λόγω ακριβώς των εμποδίων που είχε σε σχέση με την ορατότητα του από τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του προχώρησε σιγά σιγά για να εξέλθει από το σημείο της συμβολής των δύο οδών. Πριν ακόμα ο ίδιος ισιώσει το αυτοκίνητο του αντιλήφθηκε ένα μοτοποδήλατο το οποίο οδηγείτο στην οδό Μιχτάτ Ππασιά και το οποίο ερχόταν κατά πάνω του, αφού οδηγείτο στην εντελώς δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την κατεύθυνση της . Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι είδε την εν λόγω μοτοσικλέτα σε απόσταση μόλις 7 μέτρα από το σημείο που ο ίδιος βρισκόταν γι αυτό και παρόλο που ο ίδιος προσπάθησε να την αποφύγει πατώντας τα φρένα του, δυστυχώς όμως δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση, αφού σύμφωνα με τον ίδιο ούτε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν έκανε οτιδήποτε να αποφύγει την σύγκρουση. Τα όσα ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του και στη ένορκη του δήλωση συγκρινόμενα μεταξύ τους κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν αποδεικνύουν σε κανένα σημείο ότι κατηγορούμενος προσπάθησε να αλλάξει ή να προσθέσει γεγονότα τα οποία να αλλοιώνουν, ή να διαφοροποιούν σε μεγάλο βαθμό τα περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά αναφέρονται στην κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και παρόλο που η γλώσσα και ο τρόπος του, όταν έδινε την μαρτυρία του ήταν φτωχός, εντούτοις έλεγε την αλήθεια. Δεν έπλασε καμία ιστορία εκ των υστέρων η οποία να τον βοηθήσει να απαλλαγεί των ευθυνών του αλλά αντίθετα ο ίδιος έθεσε την θέση του από την αρχή της υπόθεσης και της διερεύνησης ότι τον οδηγό της δεύτερης μοτοσικλέτας τον αντιλήφθηκε 7 μέτρα από το σημείο που ο ίδιος εισερχόταν στην Οδό Μιχτάτ Ππασιά. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελεί κατ' αρχήν εύρημα μου ότι το θύμα στην παρούσα υπόθεση είναι ο Θέμης Σάββα (το θύμα) τέως από το Μούτταλο. Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω στην απόφαση μου, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας, αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία κατατέθηκαν με την μορφή γραπτού κειμένου το οποίο συμφωνήθηκε και από τις δυο πλευρές, είτε με την κατάθεση των καταθέσεων μαρτύρων, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Τα παραδεκτά γεγονότα αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία θα αναφερθώ μόνο εκεί που κατά την άποψη μου υπέχουν ιδιαίτερης βαρύτητας και έχουν σχέση με τα αδικήματα τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται. Στις 20.12.2007 και ώρα 19:20, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής DAM 170, από την οδό Ιωνίας με κατεύθυνση την Μιχτάτ Πασιά. Φθάνοντας στην διασταύρωση της οδού Ιωνίας και Μιχτάτ Πασιά, ο Κατηγορούμενος σταμάτησε στην εγκάρσια γραμμή που υπάρχει σήμα «Αλτ» στην πορεία του με πρόθεση να στρίψει στ' αριστερά και να εισέλθει στην οδό Μιχτάτ Πασιά. Από το σημείο που σταμάτησε το όχημα του η ορατότητα είναι μηδενική, γι΄ αυτό και ο ίδιος επέλεξε να εισέλθει σιγά-σιγά με νότια κατεύθυνση για να αποκτήσει ορατότητα και να ολοκληρώσει την πρόθεση που είχε να στρίψει αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του, γι' αυτό και μπήκε σιγά-σιγά στην εν λόγω διασταύρωση με νότια κατεύθυνση. Την ίδια ώρα από τον οδό Μιχτάτ Πασιά με βόρεια κατεύθυνση οδηγούσαν τα δυο μοτοποδήλατα των 49 cc το θύμα Θέμης Σάββα και ο Μ.Κ.
  2. Ο μεν Μ.Κ.2 τηρώντας την δική του λωρίδα κυκλοφορίας, το δε θύμα κρατώντας την εντελώς δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του και ως η πορεία Β επί του σχεδιαγραφήματος, οδηγώντας δηλαδή στην λωρίδα που ο Κατηγορούμενος θα εισερχόταν. Ο Κατηγορούμενος ο οποίος εισερχόταν από την οδό Ιωνίας στην οδό Μιχτάτ Πασιά οδηγούσε με πολύ μικρή ταχύτητα, λόγω ακριβώς της περιορισμένης ορατότητας που είχε σε σχέση με την λωρίδα στην οποία ο ίδιος θα εισερχόταν, αφού υπήρχαν εμπόδια και περιορισμοί (δέντρα και περιτοίχισμα). Το θύμα οδηγούσε με ταχύτητα 50 χιλιόμετρα. Ο Κατηγορούμενος εισερχόμενος στην εν λόγω οδό αντιλήφθηκε σε μικρή απόσταση τον οδηγό του μοτοποδηλάτου να κινείται στην δική του κατεύθυνση, χρησιμοποίησε τα φρένα του αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση, αφού το θύμα κτύπησε στα μούτρα και στο καπό του αυτοκινήτου του. Η σύγκρουση, η οποία αποτυπώνεται στο σχεδιαγράφημα με το σημείο Χ, έγινε σε σημείο που απέχει 1.80 από την άκρια του πεζοδρομίου ενώ 90cm από την άκρια του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος, έλαβε τα αναγκαία μέτρα της σκηνής βάσει των οποίων έκανε το πρόχειρο και το σχέδιο επί κλίμακος, παρουσία του Κατηγορούμενου. Στις 22.12.2007, και ώρα 11:30 στο Νεκροτομείο του Νοσοκομείου Πάφου, στην παρουσία του Μ.Κ.1 και του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους διενεργήθει νεκροψία στην σορό του θύματος, κατά την οποία λήφθηκαν έξι φωτογραφίες από την σορό του θύματος. Κατά την νενομισμένη νεκροψία, ο ιατροδικαστής αποφάνθη ότι ο θάνατος του Θέμη Σάββα προήλθε από εσωτερική αιμορραγία ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος είναι και ο εξεταστής της υπόθεσης, εξήγησε στο Δικαστήριο όλες τις μετρήσεις τις οποίες ο ίδιος, έχει κάνει, η μαρτυρία του έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και η οποία αποτελεί και μέρος των ευρημάτων μου σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε το συγκεκριμένο δυστύχημα, στο συγκεκριμένο δρόμο. Από το σχεδιαγράφημα φαίνεται ότι το θύμα βρέθηκε για πρώτη φορά μπροστά από το όχημα του Κατηγορούμενου, σε πολύ κοντινή απόσταση και ο Κατηγορούμενος παρόλο που αντέδρασε χρησιμοποιώντας τα φρένα του, δεν μπόρεσε όμως δυστυχώς να κάνει οτιδήποτε. Νομική Πτυχή Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω εάν και κατά πόσο στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στην R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί τον δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στην Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όσον αφορά την «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Τα ερωτήματα που τίθενται στην συγκεκριμένη υπόθεση και τα οποίο ήταν οφείλω να πω και η σταθερή θέση της Υπεράσπισης καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης είναι τα εξής: Ποια είναι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου η οποία προκάλεσε ή είχε αιτιώδη συνάφεια, με το θάνατο του θύματος; Ποια ήταν η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, η οποία προκάλεσε το δυστύχημα; Ήταν αυτή η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου αυτή καθ' αυτή αλόγιστη, επικίνδυνη η οποία να επέφερε το θάνατο του θύματος; Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να ανατρέξουμε τόσο στα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό πάντοτε με την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 αναλυτικά για να φανεί η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου, ότι το θύμα οδηγούσε με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων στην εντελώς δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή στην λωρίδα που θα εισερχόταν ο Κατηγορούμενος κατά την έξοδο του από την οδό Ιωνίας. Ο Κατηγορούμενος κινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα, αφού η έξοδος του από τον πλαγιόδρομο γινόταν πολύ προσεχτικά λόγω των εμποδίων που υπήρχαν σε σχέση με την ορατότητα του στην οδό Μιχτάτ Πασιά. Η σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου με το θύμα (μοτοποδήλατο) έγινε πριν ακόμη ο Κατηγορούμενος ισιώσει το αυτοκίνητο του επί της οδού Μιχτάτ Πασιά. (Αυτό φαίνεται αν κάποιος δει την φωτογραφία 1 μέχρι
  1. Αν κανείς δει την φωτογραφία 7 τότε θα διαπιστώσει πράγματι ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στη στροφή αλλά ακόμα δεν είχε ολοκληρώσει την πρόθεση του. Οι οδηγοί των δυο μοτοσικλετών πήγαιναν δίπλα - δίπλα στην οδό Μιχτάτ Πασιά, σ' ένα δρόμο περιορισμένου πλάτους, με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων αφού και ο ίδιος ο Μ.Κ.
  2. παραδέχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ενώ οδηγούσαν «παρασυρθήκαμε και πήγαμε λίγο παραπάνω». Γι' αυτό και το θύμα εβρισκόμενο στην πορεία του Κατηγορούμενου, δεν χρησιμοποίησε ούτε τα φρένα του, όταν είδε για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορούμενου, σ' αντίθεση με τον Κατηγορούμενο ο οποίος πάτησε τα φρένα του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Κατηγορούμενος δεν ανέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτου αφού ο τελευταίος δεν κινείτο στην δική του λωρίδα και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε ο Κατηγορούμενος να φανταστεί ότι κάποιος θα βρισκόταν στην πορεία του για να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις. Τα προβλήματα της ορατότητας, που είχε η εν λόγω οδός ήταν επίσης θέση του Μ.Κ 1, ότι ήταν αυτά που οδήγησαν τον Κατηγορούμενο να βγαίνει σιγά - σιγά στον δρόμο, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του για να έχει κάποιος έστω λίγη ορατότητα θα έπρεπε κάποιος να βγει μπροστά από το δρόμο 2.90 με 3.
  3. Ήταν η θέση του Μ.Κ.1 ότι σίγουρα το δυστύχημα δεν θα γινόταν αν ο οδηγός της μοτοσικλέτας τηρούσε την δική του λωρίδα και όχι την λωρίδα του Κατηγορούμενου. Αυτή η θέση του μάρτυρα σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα θα αποτελέσουν ένα ιδιαίτερο προβληματισμό στο Δικαστήριο για το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ή εν γένει η οδική του συμπεριφορά του ήταν η γενεσιουργός αιτία για την πρόκληση του δυστυχήματος και τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστίνα Ζίκκου εναντίον της Αστυνομίας 2004 2 ΑΑΔ 18 η εφεσείουσα εισήλθε από πάροδο σε κύριο δρόμο με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Επειδή δεν είχε ορατότητα εισχώρησε με μεγάλη προσοχή στον κύριο δρόμο και όταν έφθασε σε σημείο του δρόμου που διεύρυνε την ορατότητα της προς τα δεξιά είδε το μοτοποδήλατο του παραπονουμένου να έρχεται προς την κατέυθυνσή της με «πολύ μεγάλη ταχύτητα» και να ακολουθεί ελικοειδή πορεία. Τότε σταμάτησε το αυτοκίνητό της αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου ελεύθερο απ' όπου θα μπορούσε να περάσει ο παραπονούμενος. Η εφεσείουσα κρίθηκε ένοχη κατηγορίας για αμελή οδήγηση με το δικαιολογητικό ότι έφραξε την πορεία του παραπονουμένου. Με την έφεση με την οποία η ίδια είχε προσβάλει την καταδίκη της Αποφασίστηκε ότι: Τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτουν πράξη της εφεσείουσας αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Κατά την είσοδό της στο δρόμο πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινούμενων στο δρόμο έναντι προβλεπτών κινδύνων. Ο αλόγιστος τρόπος οδήγησης του παραπονουμένου αποτέλεσε τη γενεσιουργό και μόνη αιτία του δυστυχήματος. Προληπτικά μέτρα έναντι αυτού του κινδύνου δεν είχε εξ αντικειμένου δυνατότητα ούτε καθήκον να πάρει η εφεσείουσα και ως εκ τούτου αθωώθηκε και απαλλάχθηκε. Στην απόφαση Παρασκευά Μισιης εναντίον Αστυνομίας 1997 2 ΑΑΔ 421 στην οποία με παρέπεμψε και η κα. Αθηνοδώρου και η οποία πραγματεύεται το θέμα της ορατότητας σε σχέση με το αμελές οδήγημα και της ταχύτητας σε σχέση με τον οδηγό ο οποίος από την πάροδο προσπαθεί να εισέλθει στην κύρια οδό. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατ ΄ αρχήν αντιμετώπιζε την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθ.210 Π. Κ . Το Πρωτόδικο Δικαστήριο τροποποίησε το κατηγορητήριο και επέβαλε ποινή σε αυτόν για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε και την καταδίκη του Κατηγορούμενου ακόμα και για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Ο Κατηγορούμενος λάμβανε μέτρα ακόμα και σε σχέση με την λωρίδα που θα εισερχόταν στην οποία λογικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα όχημα να ερχόταν εξ' αντιθέτου. Ο κατηγορούμενος σε αυτήν την υπόθεση κινείτο σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε «σπιθαμή με σπιθαμή» και παρόλα αυτά δεν μπόρεσε να αποφύγει το οδηγό της μοτοσικλέτας ο οποίος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Θα μπορούσε να υπολογίσει, ούτως ώστε να λάβει προφυλάξεις ο Κατηγορούμενος για αποφυγή κινδύνου, ότι υπήρχε σ' εκείνη την λωρίδα όχημα, μοτοποδήλατο ; Ήταν η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνετο για την πρόκληση του δυστυχήματος και γενεσιουργός αίτια για την πρόκληση αυτού ήταν δυστυχώς η συμπεριφορά του θύματος η οποία του στοίχισε και την ίδια την ζωή του. Ο Κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της οδήγησης του και της οδικής του συμπεριφοράς δεν έπεσε από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού ούτε και στιγμιαία γι' αυτό και δεν μπορεί να αποδειχτεί σ' αυτόν καμιά ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Στην υπόθεση αυτή ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε και από την ποινή την οποία του είχε επιβάλει το Πρωτόδικο Δικαστήριο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Με βάση τα πιο πάνω και αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω νομολογία κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης η οποία επέφερε το θάνατο στο Θέμη Σάββα από τον Μούτταλο κατά παράβαση του αρθ.210 του Π. Κ. και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Με έχει προβληματίσει αν υπό τις περιστάσεις αυτές δικαιολογείται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου από το Δικαστήριο και να κατηγορηθεί ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με το άρθρο 8 για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Αντλώντας καθοδήγηση από την απόφαση Μίσιης, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί ούτε και για αυτό το αδίκημα αφού με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε και κατ επέκταση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτουν πράξη αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Η αλόγιστη οδήγηση του θύματος ήταν αυτή που δυστυχώς που προκάλεσε το δυστύχημα και ως εκ τούτου καμιά τροποποίηση δεν επιτρέπεται. (Υπ.) ........... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.