Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. LOLITA TAMAYAO MATIAS, ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 13641/10, 8.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. ΛΙΜΝΑΤΙΤΟΥ, Α.Ε.Δ. ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 13641/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή -Εναντίον- LOLITA TAMAYAO MATIAS Κατηγορούμενης ----------------------- Ημερ.: 8.2.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για την κατηγορούμενη: κ. Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενη παρούσα ------------------------ Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Αγγλικά εκτελεί η Εύα Θεμιστοκλέους και από τα Αγγλικά στα Φιλιππινέζικα η Σουζέτ Ευθυμίου ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη η οποία κατάγεται από τις Φιλιππίνες και βρίσκεται στην Κύπρο με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός αντιμετωπίζει 17 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψεύτικες παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατά το έτος 2010 με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασε από διάφορους συμπατριώτες της χρηματικά ποσά για να φέρει στην Κύπρο μέσω της εταιρείας EGYPT LUBRICANT COMPANY συγγενικά τους πρόσωπα από τις Φιλιππίνες με σκοπό να εργαστούν. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έντεκα μάρτυρες και κατέθεσε 50 τεκμήρια. Η κατηγορούμενη όπως είχε δικαίωμα επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι μέχρι σήμερα δεν έγινε αίτηση στο Γραφείο Εργασίας από οποιοδήποτε εργοδότη ή εταιρεία για εργοδότηση των προσώπων που έχουν αναφερθεί σαν συγγενείς των παραπονούμενων και σύμφωνα επίσης με την κατάθεση του Μ.Κ.9 Αστ. 3191 Χ. Χρυσοστόμου της ΥΑΜ Πάφου, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, δεν έχει υποβάλει κανένα πρόσωπο αίτηση για να φέρει στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας οποιοδήποτε πρόσωπο από τα αναφερθέντα συγγενικά πρόσωπα των παραπονούμενων και ούτε έχει διαφανεί από τον έλεγχο που έκαμε στο σύστημα του Υπουργείου Εσωτερικών να ήρθε στην Κύπρο οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά μέσω των νόμιμων αεροδρομίων ή λιμένων. Δεν θα παραθέσω το σύνολο της μαρτυρίας καθότι ένα τέτοιο εγχείρημα πέραν του ότι θα ήταν υπό τις περιστάσεις χρονοβόρο θα ήταν και αντιπαραγωγικό. Αναπόφευκτα εκεί που απαιτείται θα γίνεται μια γενικότερη αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας και πάντοτε θα υπάρχει κατά νου και θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε για την υπόθεση όπως βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άντρης Ηρακλέους, Ποινική Έφεση 7332, ημερ. 12.1.2005 και Χρυσούλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Σταθιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Τόσο στην προφορική τους μαρτυρία όσο και στις γραπτές τους καταθέσεις οι Froriza Arapan Parjam (Μ.Κ.3), Tessie Dela Cruz (Μ.Κ.4), Rozalia Bargamento (Μ.Κ.5), Virtri Fernandez (Μ.Κ.6), Jeanette Yadao (Μ.Κ.7), Elma Nicasia Sarandi (Μ.Κ.8), Evangeline Gannapao Cabanissan (Μ.Κ.10), Jeffrey Placente Parjam (Μ.Κ.11) και Jenaita Mariskotes αναγνώρισαν την κατηγορούμενη σαν το πρόσωπο στο οποίο έδωσαν τα χρήματα και όπως τους είπε ήταν για την εγγύηση και το εισιτήριο για να έρθουν στην Κύπρο για εργασία τα συγγενικά τους πρόσωπα, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι τα χρήματα τα πήρε η κατηγορούμενη όχι για δικό της όφελος αλλά τα έδωσε σε κάποια Sherley Mikey η οποία ήταν και το πρόσωπο που θα έκανε όλες τις διαδικασίες για την εργοδότηση. Η κατηγορούμενη, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, ήταν απλώς η μεσάζουσα και η ίδια εξαπατήθηκε επίσης από τη Sherley. Από τη μαρτυρία των πιο πάνω παραπονούμενων προκύπτει επίσης ότι η κατηγορούμενη τους ανέφερε ότι τα συγγενικά τους πρόσωπα θα εργοδοτούντο από τη Sherley, την οποία θεωρούσαν υπαρκτό πρόσωπο αφού εμπιστεύτηκαν αυτά που τους είπε η κατηγορούμενη. Στο περιβάλλον των παραπονούμενων ήταν γνωστό ότι η κατηγορούμενη μπορούσε να φέρει άτομα στην Κύπρο για να εργαστούν και θα έπαιρνε για το σκοπό αυτό προμήθεια που θα αντιστοιχούσε με τους δυο πρώτους μισθούς των προσώπων που θα έρχονταν στην Κύπρο. Η κατηγορούμενη τους ανέφερε ότι η Sherley χρειαζόταν άτομα για να τα εργοδοτήσει στην εταιρεία EGYPT LUBRICANT COMPANY που όπως τους ανέφερε είχε εργοστάσιο στην περιοχή της Τίμης. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη τον παρότρυνε να ερευνήσει για την εταιρεία. Mέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή ερεύνησε και βρήκε την εταιρεία, όμως αυτή δεν ήταν στην Τίμη. Υπήρχε στον Καναδά, το Κουβέιτ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα και ασχολείτο με πετρέλαια. Η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 39 και όπως είπε της το έδειξε η κατηγορούμενη για να την πείσει ότι θα είχαν εργασία οι εργάτες που θα έρχονταν από τις Φιλιππίνες. Έτσι την πίστεψε και της έδωσε την τελευταία πληρωμή. Σε ερώτηση του κ. Νεοκλέους γιατί υπάρχει διαγραμμένο όνομα στο τεκμήριο 39, η μάρτυρας ανέφερε ότι το έσβησαν και το αντικατέστησαν με το όνομα της ξαδέλφης της για να έρθει αυτή. Η μάρτυρας ανέφερε ότι η ίδια δεν γνωρίζει καμιά εταιρεία EGYPT LUBRICANT COMPANY, αυτό το άκουσε από την κατηγορούμενη. Της είπε ότι έχουν ένα μεγάλο και καινούργιο εργοστάσιο στην Τίμη και εκεί θα εργάζονταν αυτοί που θα έρθουν. Όταν κατά τον Οκτώβριο του 2010 ζήτησε από την κατηγορούμενη να πάνε να δούνε το εργοστάσιο, η κατηγορούμενη της έλεγε ότι «δεν μπορούσε να βγει». Στη Μ.Κ.5 υποβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν υποσχέθηκε ότι θα βρει εργασία στους συγγενείς της, αλλά μόνο θα την έφερνε σε επαφή με την εταιρεία και η εταιρεία θα τους έβρισκε δουλειά, θέση που η μάρτυρας δε δέχτηκε αλλά όπως είπε είναι με την κατηγορούμενη που συνομιλούσε. Υποβλήθηκε επίσης στη μάρτυρα ότι συναντήθηκαν όλοι οι παραπονούμενοι και συμφώνησαν να πουν ψέματα ώστε να πάρουν πίσω τα χρήματα από την κατηγορούμενη, θέση που επίσης δεν δέχτηκε η μάρτυρας. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι έδωσε όλα τα έγγραφα στην κατηγορούμενη και αυτή του είπε να μην ανησυχεί και θα τα κανονίσει με την Ιταλίδα η οποία θα εργοδοτούσε τους Φιλιππινέζους και τον έπεισε ότι δεν υπήρχε τίποτε για να ανησυχεί. Μόνο η κατηγορούμενη είχε επικοινωνήσει με την Ιταλίδα και του έλεγε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Στους Μ.Κ.7, Μ.Κ.8, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.11 η αντεξέταση περιορίστηκε ουσιαστικά σε μια ερώτηση αν το παράπονο τους εναντίον της κατηγορούμενης είναι γιατί πλήρωσαν τα χρήματα και δεν έφερε η κατηγορούμενη τους συγγενείς τους. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ήταν οι εξεταστές της υπόθεσης. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 3 - 17 και 18 - 32 και αναφέρθηκε επίσης στις δικές τις ενέργειες στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο αριθμός τηλεφώνου που έδωσε η κατηγορούμενη σαν τον αριθμό τηλεφώνου του Ινδού στον οποίο έδινε τα χρήματα, κλήθηκε επανειλημμένα χωρίς όμως να ανταποκρίνεται. Η εταιρεία EGYPT LUBRICANT COMPANY όπως είπε ο μάρτυρας δεν είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και σχετικό πιστοποιητικό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 36. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 35 η κατάθεση του Αστ. 1292 Σ. Χρυσοστόμου στην οποία αναφέρει ότι δεν βρίσκονται καταχωρημένα στους καταλόγους του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ούτε και εντοπίζονται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων οι Sherley Mikey και Yase Wikram. Στην κατάθεση του ο Ζένιος Σκορδής (Τεκμήριο 32), αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής VM296, το οδηγεί μόνο ο ίδιος και ουδέποτε το οδήγησε κανένας άλλος. Στην κατάθεση του ο Dovel Pop (Τεκμήριο 31), αναφέρει ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAA322 είναι δικό του και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ήταν από το Πακιστάν, ο ίδιος το έχει τους τελευταίους επτά μήνες. Το οδηγεί μόνο ο ίδιος και δεν οδηγείται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Τη Lolita Matias δεν τη γνωρίζει, ούτε γνωρίζει οποιαδήποτε με το όνομα Sherley. Στη δική της κατάθεση η κατηγορούμενη (Τεκμήριο 2), αναφέρει ότι πριν από ένα χρόνο περίπου γνώρισε κάποια Στέλλα και τον Ιούλιο του 2010 της τηλεφώνησε και της είπε ότι υπάρχει μια εταιρεία με την ονομασία EGYPT LUBRICANT COMPANY που αναλαμβάνει να φέρνει αλλοδαπούς στη Κύπρο. Διευθυντής της ήταν η Sherley Mikey από την Ιταλία και της έδωσε ένα τηλέφωνο για να επικοινωνήσει μαζί της. Μίλησε μαζί της και της είπε ότι για κάθε πρόσωπο που θα έβρισκε για να έρθει στην Κύπρο θα της έδινε προμήθεια χωρίς να της πει πόσο. Βρήκε συνολικά έντεκα διαφορετικά πρόσωπα που ήθελαν να φέρουν συγγενείς τους από τις Φιλιππίνες για να δουλέψουν στην Κύπρο, από τα οποία πήρε χρήματα €450 για την εγγύηση και €250 για το εισιτήριο τους. Κάθε φορά που έπαιρνε τα χρήματα τηλεφωνούσε στη Sherley και αυτή έστελνε ένα Ινδό με το όνομα Yase Wikram που είχε ένα αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής VM296 και ήρθε επίσης και με ένα αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAA322 στον οποίο έδινε τα χρήματα. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και στους παραπονούμενους υποβλήθηκε μια συγκεκριμένη θέση όπως ανέφερα πιο πάνω. Οι παραπονούμενοι κρίνω ότι είπαν την αλήθεια για ότι περιήλθε σε γνώση τους και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Αξιόπιστη κρίνω επίσης τη μαρτυρία των αστυνομικών που έλαβαν μέρος στις έρευνες για την παρούσα υπόθεση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ήταν η θέση του κ. Νεοκλέους ότι η κατηγορούμενη βάσει σχεδίου υποσχόταν στους παραπονούμενους αφού προηγούντο ενέργειες της που έπειθαν τους παραπονούμενους ότι η ίδια είχε τη δυνατότητα να φέρει τους συγγενείς τους αλλά κανένα αίτημα έγινε για να φέρει τα πρόσωπα αυτά στην Κύπρο και ούτε τέτοια πρόθεση είχε. Αντίθετα ο κ. Ζαννούπας εκ μέρους της κατηγορούμενης ανέφερε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για τα ουσιαστικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Είναι αστικής φύσης υπόθεση όπως ανέφερε και η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι δεν υπάρχει εταιρεία και/ή ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ότι δεν υπήρχε η εταιρεία. Σύμφωνα με το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Και σύμφωνα επίσης με το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα είναι ένοχος κακουργήματος.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την άποψη μου είναι τα ακόλουθα: (α) Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης. (β) Η απόκτηση περιουσίας ένεκα ψευδούς παράστασης. (γ) Η πρόθεση καταδολίευσης. (α) Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος σαν υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Η απλή υπόσχεση μελλοντικής ενέργειας ή πράξης ή συμπεριφοράς η οποία δεν πραγματοποιείται δεν αποτελεί ψευδή παράσταση, όμως αποτελεί κάτι τέτοιο η ψευδής παράσταση υφιστάμενου γεγονότος έστω και αν συνοδεύεται από υπόσχεση για μια μελλοντική ενέργεια ή συμπεριφορά. Δεν είναι, εξάλλου, απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση θα ήταν αρκετές. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής (βλ. B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119). (β) Η απόκτηση περιουσίας ένεκα ψευδούς παράστασης Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ψευδούς παράστασης. Με άλλα λόγια θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατηθέντος και ήταν αυτή που ώθησε είτε πλήρως είτε μερικός να αποξενωθεί από την περιουσία του (βλ. R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132). Στην υπόθεση R. v. Sullivan (ανωτέρω) αποφασίστηκε επίσης ότι η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του εξαπατηθέντος δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται με την κατευθείαν μαρτυρία κάποιου μάρτυρα, εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί σαν ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. (γ) Πρόθεση καταδολίευσης Σημαντικό στοιχείο του αδικήματος είναι η πρόθεση για καταδολίευση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δυνατό να συνάγεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως είναι για παράδειγμα η περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης. (βλ. R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). Η χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων, παρά το γεγονός ότι τα χρήματα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά, είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση. Από τη μαρτυρία των παραπονούμενων προκύπτει ότι η κατηγορούμενη πήρε από αυτούς διάφορα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €7.700. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία των παραπονούμενων η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι η κατηγορούμενη ανέφερε σ' αυτούς ότι οι συγγενείς τους θα εργοδοτηθούν στην εταιρεία EGYPT LUBRICANT COMPANY σε εργοστάσιο που διαθέτει στην περιοχή Τίμης και διευθύντρια της οποίας είναι η Ιταλίδα Sherley Mikey. Από τη μαρτυρία (Τεκμήριο 36) προκύπτει ότι τέτοια εταιρεία δεν είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών. Περαιτέρω, από το Τεκμήριο 35 φαίνεται ότι κανένα πρόσωπο με το όνομα Sherley Mikey δεν εντοπίζεται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων ούτε νόμιμη διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία προσώπου με αυτό το όνομα. Δεν επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του εργοστασίου στην Τίμη αφού όπως ανέφεραν οι μάρτυρες παρά την προσπάθεια τους δεν το εντόπισαν και η κατηγορούμενη παρά τις εισηγήσεις τους να το επισκεφθούν δεν ανταποκρίθηκε. Με βάση τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης ψευδών παραστάσεων και της απόκτησης περιουσίας ένεκα των ψευδών παραστάσεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και η σύνδεση των δυο στοιχείων. Οι παραπονούμενοι πιστεύοντας τα όσα τους ανέφερε η κατηγορούμενη για την ύπαρξη της εταιρείας και του εργοστασίου και εμπιστευόμενοι την κατηγορούμενη της έδωσαν τα χρήματα για να εξασφαλίσουν άδεια εισόδου και εργασίας σε συγγενείς τους. Παραμένει το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η πρόθεση καταδολίευσης, η υποκειμενική δηλαδή υπόσταση του. Επειδή κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι είχε στο μυαλό της η κατηγορούμενη, το στοιχείο αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία. Οι αρχές που διέπουν την περιστατική μαρτυρία έχουν εξεταστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 λέχθηκε ότι η γνώση σαν συστατικό στοιχείο αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία. Σε διάλεξη του με τον τίτλο «Η πρόθεση καταδολίευσης», ο τότε βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Λουκής Γ. Λουκαϊδης το 1983, ανέφερε ότι «Η γνώση των γεγονότων που συνιστούν την πρόθεση καταδολίευσης μπορεί να είναι πραγματική ή τεκμαρτή. Γνώση δηλαδή που λογίζεται νομικά ότι υπάρχει όταν διαπιστωθεί ότι ο κατηγορούμενος εθελοτυφλεί έναντι των γεγονότων. Τούτο συμβαίνει σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ενώ αντιλαμβάνεται την πιθανότητα ύπαρξης των πραγματικών γεγονότων αποφεύγει σκόπιμα να τα επιβεβαιώσει οριστικά επειδή επιθυμεί να μην τα γνωρίζει για να μπορεί να αρνηθεί την από μέρους του γνώση αυτών. Εφόσον ο κατηγορούμενος γνωρίζει όλα τα γεγονότα που συνιστούν την καταδολίευση, το γεγονός ότι ο ίδιος στη σκέψη του δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του σαν συμπεριφορά καταδολίευσης δεν επηρεάζει την ύπαρξη από μέρους του πρόθεσης καταδολίευσης.» Το κριτήριο που εφαρμόζεται για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης είναι ουσιαστικά υποκειμενικό, εξετάζεται δηλαδή ποια ήταν η προσωπική πρόθεση του κατηγορούμενου και όχι ποια θα ήταν υπό τις περιστάσεις η πρόθεση ενός υποθετικού λογικού ανθρώπου. Οι ψεύτικες παραστάσεις όπως αυτές περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι ότι η κατηγορούμενη απέσπασε τα συγκεκριμένα ποσά από τους παραπονούμενος για να φέρει στην Κύπρο μέσω της εταιρείας EGYPT LUBRICANT COMPANY συγγενικά τους πρόσωπα για να εργαστούν, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Η θέση της υπεράσπισης ότι η παρούσα υπόθεση είναι αστικής φύσεως διαφορά θα ήταν ορθή αν η μαρτυρία υποστηρίζει την ύπαρξη της εταιρείας στην Κύπρο, του εργοστασίου της, της διευθύντριας της αλλά και ότι οι ενέργειες έγιναν έστω και αν δεν τελεσφόρησαν. Η μαρτυρία όπως την έχω αναφέρει πιο πάνω καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο και η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Το περιεχόμενο της κατάθεσης της κατηγορούμενης δεν παραμένει στο επίπεδο των ισχυρισμών αλλά έχει καταρριφθεί με αξιόπιστη μαρτυρία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η κατηγορούμενη γνώριζε το ψευδές των παραστάσεων. Οι ενέργειες της κατηγορούμενης όπως φαίνεται από το κατηγορητήριο ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2010 και συνεχίστηκαν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2010. Η κατηγορούμενη δεν περιορίζονταν στην παραλαβή των χρημάτων από τους παραπονούμενους αλλά τους παρουσίαζε στοιχεία για επιβεβαίωση των ισχυρισμών της (Τεκμήριο 39). Ενώ στο Τεκμήριο 39 φαίνεται ότι το πρόσωπο του οποίου διαγράφηκε το όνομα πλήρωσε το ποσό των €450 για να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί, η κατηγορούμενη με μεγάλη ευκολία διέγραψε το όνομα αυτό και υποσχέθηκε στη θέση του να φέρει άλλο πρόσωπο για το οποίο επίσης παρέλαβε τα χρήματα. Τους προέτρεπε να ερευνήσουν στο Internet για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη της εταιρείας. Τέτοιο όνομα εταιρείας υπήρχε όμως αφορούσε εταιρεία του εξωτερικού. Για την κατηγορούμενη δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι οι παραπονούμενοι θα έβλεπαν αυτό το όνομα. Τους έλεγε ότι διέθετε εργοστάσιο στην Τίμη, όμως η ίδια δεν ανταποκρίθηκε σε εισήγηση του Μ.Κ.4 να επισκεφθούν το εργοστάσιο με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να βγει. Η κατηγορούμενη δεν ανέλαβε απλώς όπως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης να φέρει σε επαφή τους παραπονούμενους με τη Sherley, αλλά όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των παραπονούμενων τους διαβεβαίωνε να μην ανησυχούν και «θα τα κανονίσει με την Ιταλίδα», την οποία κανένας από τους παραπονούμενους δεν είδε προσωπικά. Η κατηγορούμενη έδινε υποσχέσεις για μια εταιρεία που δεν γνώριζε αν υπάρχει όπως αναφέρει στην κατάθεση της και για ένα πρόσωπο που όπως αναφέρει στην κατάθεση της έφυγε από την Κύπρο και πήγε στην Ιταλία και δεν γνωρίζει πότε θα επιστρέψει και πού είναι το γραφείο της. Το Εφετείο θεώρησε αποδεκτή την αρχή ότι μια ψευδής εισήγηση εκ μέρους του κατηγορούμενου είναι κάτι που μπορεί να κλίνει την κλίμακα προς όφελος ευρήματος ενοχής ((βλ. Μιχαηλίδης πιο πάνω). Η αρχή αυτή δεν αποτελεί αρχή δικαίου αλλά απόρροια της ανθρώπινης πείρας και της κοινής λογικής. Αυτή έγινε επανειλημμένα δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το ότι μια ψευδής εκδοχή του κατηγορούμενου είτε εντός είτε εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει περιστατική μαρτυρία σε βάρος του κατηγορούμενου εξετάζεται και στην υπόθεση Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260. Τα ψέματα της κατηγορούμενης αφορούσαν την ύπαρξη της εταιρείας EGYPT LUBRICANT COMPANY στην Κύπρο, την ύπαρξη του εργοστασίου στην Τιμη, την παρουσία στην Κύπρο των δυο προσώπων που η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της, της Sherley Mikey και του Yase Wikram, τα αυτοκίνητα με τα οποία ο Yase παραλάμβανε τα χρήματα και αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της υπόθεσης. Η μαρτυρία που καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά κατατέθηκε χωρίς ένσταση (Τεκμήρια 35, 36, 31 και 32). Η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποκλείει κατά την κρίση μου κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής της κατηγορούμενης και είναι ασυμβίβαστη με την πιθανότητα κάθε άλλου ενδεχομένου. Από την πιο πάνω μαρτυρία κρίνω ότι έχουν στοιχειοθετηθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση τις κατηγορίες εναντίον της και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ................ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο