← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 13604/08, 9.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 13604/08, 9.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13604/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Γιώργος Ιωάννου Ημερομηνία: 9.2.2011. Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για κατηγορούμενο: κα Μ. Κωνσταντινίδου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1), αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2) και ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 3). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 25.5.08 στην μπυραρία «Rumors» στην Πόλη Χρυσοχούς, της Επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, ήτοι κατά του Αστ. 46 Χ. Χριστοδούλου, αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη του και χωρίς εύλογη αιτία σε δημόσιο μέρος προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να προβεί σε ανώμοτη κατάθεση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Στη δε ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Στις 25.5.08 το βράδυ διασκέδαζα με την παρέα μου στη δισκοθήκη «Rumors» στην Πόλη Χρυσοχούς. Πήγα να φύγω γύρω στις 01:
  1. Βγήκα έξω από τη δισκοθήκη και έφυγα με ένα φίλο μου κα γελούσαμε για δικές μας κουβέντες. Ο παραπονούμενος βρισκόταν λίγο πιο κάτω εκεί που κόβουν εισιτήρια και συζητούσε με ένα άτομο που έκοβε εισιτήρια. Εγώ δεν γέλασα για αυτόν, τον οποίον δεν γνώριζα και ούτε φορούσε στολή αστυνομικού. Αυτός πίστεψε ότι γελούσα για αυτόν και με συνέλαβε δείχνοντας μου την αστυνομική του ταυτότητα. Εγώ δεν τον έσπρωξα και δεν έπρεπε να με συλλάβει γιατί δεν έκανα τίποτα. Έμεινα υπό κράτηση από η ώρα 02:00 μέχρι τις 07:
  2. Ο Γ. Θεοφάνους εξεταστής της υπόθεσης δεν έφυγε από το Τμήμα καθόλου εκείνες τις ώρες και δεν μου πήρε κατάθεση». Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 4659 Γιαννάκης Θεοφάνους του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία επέμενε ότι έκανε ορθή και ολοκληρωμένη διερεύνηση της υπόθεσης. Από τα όσα όμως προέκυψαν από την αντεξέταση του φαίνεται ότι η θέση του αυτή δεν ευσταθεί αφού τα όσα ανέφερε σχετικά δεν ήταν πειστικά και εκ των πραγμάτων δείχνουν το αντίθετο. Συγκεκριμένα: Στην αρχή της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν έκανε καμία έρευνα για την υπόθεση γιατί ήταν σίγουρος ότι έγιναν τα αδικήματα εφόσον αυτό έλεγε στην κατάθεση του ο συνάδελφος του Μ.Κ.
  3. Σε άλλο σημείο σε ερώτηση γιατί δεν πήγε στον τόπο όπου έγινε το επεισόδιο για να δει αν υπήρχαν μάρτυρες, σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε πριν και για να δικαιολογήσει προφανώς την παράλειψη του είπε ότι πήγε στη δισκοθήκη αλλά μέχρι να πάει εκεί η ώρα 03:00 η δισκοθήκη είχε κλείσει και δεν μπορούσε να πάρει άλλες καταθέσεις. Περαιτέρω να σημειωθεί ότι αν και, μετά τη σύλληψη του, ο κατηγορούμενος του είχε παραδοθεί στο Σταθμό η ώρα 01:45 και ενώ λέει ότι η ώρα 03:00 διαπίστωσε ότι η δισκοθήκη ήταν κλειστή και δεν μπορούσε να πάρει άλλες καταθέσεις, τον άφησε υπό κράτηση μέχρι η ώρα 07:20 χωρίς καν να του πάρει κατάθεση. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν του πήρε κατάθεση ανέφερε στην ουσία ότι δεν το έκανε γιατί το αδίκημα ήταν αυτόφωρο και έκρινε ότι δεν χρειαζόταν ο κατηγορούμενος να δώσει την εκδοχή του. Το μόνο που έπραξε ήταν να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο η ώρα 07:15-07:
  4. Περαιτέρω στην κατάθεση του που είναι δακτυλογραφημένη σε κάποιο σημείο υπάρχει συμπληρωμένο με μελάνι η φράση «φώναζε δυνατά». Επίσης είναι διορθωμένα με μελάνι η ημερομηνία της κατάθεσης και το όνομα του καταθέτοντα. Στην κυρίως εξέταση του είπε σχετικά ότι αυτά ήταν λάθη δικά του και στην ουσία τα διόρθωσε και τα συμπλήρωσε. Στην αντεξέταση του είπε ότι την κατάθεση του την έγραψε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι μόλις τη διάβασε την ίδια ώρα έγραψε και την πιο πάνω αναφερόμενη φράση. Όταν όμως ρωτήθηκε στην ουσία γιατί εφόσον την έγραψε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν έκανε τη διόρθωση εκεί και την έκανε χειρόγραφα απάντησε μη πειστικά ότι ξέχασε να το γράψει και το έγραψε με την πέννα. Εδώ να σημειωθεί ότι η κατάθεση του φέρει ημερομηνία 5.9.08 δηλ. έγινε 3 και πλέον μήνες μετά το επίδικο περιστατικό και συνεπώς δεν φαίνεται να υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην γράψει την εν λόγω φράση και να κάνει τις διορθώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή πριν τυπώσει την κατάθεση του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 δεν ήταν ειλικρινής. Η δε διερεύνηση που έκανε για την παρούσα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί τουλάχιστον ως πλημμελής. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 46 Χρίστος Χριστοδούλου, ο οποίος και ήταν στην ουσία ο παραπονούμενος στην υπόθεση. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περιέγραψε με σαφήνεια τα γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν, οι δε θέσεις του χαρακτηρίζονταν από σταθερότητα και συνέπεια και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Το γεγονός ότι σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν τον γνώριζε και ούτε είχε λόγο να γελάσει μαζί του, απάντησε ότι άτομα νεαρής ηλικίας μετά από κατανάλωση ποτών νομίζουν ότι μόλις δουν αστυνομικό και γελάσουν ή τον ειρωνευτούν φαίνονται μάγκες, δεν μεταβάλλει την εικόνα του μάρτυρα αφού προφανώς η αναφορά του αυτή ήταν γενική και έγινε στην προσπάθεια του να δώσει μια πιθανή αιτία για τις ενέργειες του κατηγορούμενου. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από το γεγονός ότι αμέσως μετά σε ερώτηση αν ο κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ είπε στην ουσία ότι δεν έλεγξε κάτι τέτοιο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, την οποία έχω κάνει δεκτή και είναι αντίθετη με τα όσα αναφέρονται στην ανώμοτη δήλωση, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή καμία βαρύτητα. Νομική Πτυχή Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 εδράζονται στο άρθρο 244(α)(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  1. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ........................................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(α) είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
  3. Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) (κατηγορία 1) είναι τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης,
  5. Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Το δε αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act 1861. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'. ........................................................................................................................................ The mens rea requirement in s.38 may be negatived by the accused's mistaken view of the facts, as for example where he mistakes CID officers for rival gangsters, and believes he is being abducted, rather than arrested. In such a case the accused would have no intent to resist lawful arrest. Indeed, he would not even have the mens rea of assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Williams [1987] 3 All ER 411; Brightling [1991] Crim LR 364). The mistake would not have to be a reasonable one (Williams; Lee; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In contrast, the accused has no defence if his mistake is merely one of law, as for example where he does not appreciate that a citizen has a power of arrest, or where he assumes that an arrest is unlawful merely because he is (or believes himself to be) innocent of the offence in question. As Rose LJ said in Lee: Whether or not an offence has actually been committed or is believed by the defendant not to have been committed is irrelevant.» Το δε αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). ........................................................................................................................................ Mens Rea B2.26The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability. In Albert v Lavin [1982] AC 546, D unlawfully assaulted a man who attempted to prevent him from causing a breach of the peace. He claimed not to know that this man was a police officer, but the House of Lords held that his alleged mistake was irrelevant. He would have been guilty of an assault or battery even if the man had not been a police officer, because the officer had been doing only what any citizen would have had the right to do in the circumstances. In contrast, if D honestly believes that he is being attacked or kidnapped by criminals, and uses force to resist them, he will not be guilty of a s. 89 offence, even though the 'criminals' prove to be police officers who were acting lawfully at the time. D's honest belief in his need to act in self-defence would negative any mens rea for assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Blackburn v Bowering; and see generally A3.36)». Το δε αδίκημα της ανησυχίας προβλέπεται από το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (βλ. Pitsillos v. The Police
(1966)2CLR 50):
  1. Ο κατηγορούμενος να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,
  2. Σε δημόσιο χώρο,
  3. Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης,
  4. Η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορούμενου να γίνεται χωρίς εύλογη αιτία. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 και Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 κρίθηκε ότι τα κέντρα αναψυχής αποτελούν δημόσιο χώρο ή υποστατικό (βλ. επίσης Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Για το αδίκημα της ανησυχίας γενικά βλ. επίσης Ηροδότου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 25.5.08 και περί ώρα 01:30, ο Μ.Κ.2 αστυφύλακας 46 που υπηρετούσε στον ΟΠΕ Πάφου, μετέβηκε με συναδέλφους του στη δισκοθήκη «RUMOURS» που βρίσκεται στο Λατσί για έλεγχο. Μαζί του υπήρχαν 6-7 ένστολοι αστυνομικοί ενώ ο ίδιος ήταν ο μόνος που δεν φορούσε στολή. Περί ώρα 01:40 ενώ βρίσκονταν στην είσοδο της δισκοθήκης και κατάγγελαν τον ιδιοκτήτη της δισκοθήκης, εκδίδοντας εξώδικό για κάπνισμα, πέρασε δίπλα από το Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους κοίταξε γελώντας ειρωνικά. Ο Μ.Κ.2 του ζήτησε να προχωρήσει μέσα και να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά τους. Ο δε ιδιοκτήτης του μέρους είπε στον κατηγορούμενο να φύγει και να αφήσει τους αστυνομικούς να κάνουν τη δουλειά τους. Μετά πάροδο ορισμένων δευτερολέπτων ο κατηγορούμενος πήγε ξανά προς το μέρος των αστυνομικών γελώντας ειρωνικά και τότε ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε γιατί γελά και τους κοροϊδεύει. Ο κατηγορούμενος του είπε τότε μεγαλοφώνως «Θα μου πείς ίντα που να κάμω;» και την ίδια ώρα έσπρωξε το Μ.Κ.2 με τα χέρια του στον αριστερό του ώμο. Τότε ο Μ.Κ.2 του είπε ότι έκανε αδίκημα, τον συνέλαβε αφού πρώτα υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και εκείνος του απάντησε «Ότι θέλω εννα κάμω τζαι όπου θέλω πάω». Στην προσπάθεια του Μ.Κ.2 να συλλάβει τον κατηγορούμενο εκείνος προέβαλε αντίσταση, συνέχιζε να σπρώχνει το Μ.Κ.2 και τον Αστ. 516, ο οποίος πήγε για να βοηθήσει το Μ.Κ.2 στη σύλληψη. Όταν τελικά ο Αστ. 516 φόρεσε χειροπέδες στον κατηγορούμενο και κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς όπου τον παρέλαβε ο Αστ.
  2. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα εξετάσω την θέση της υπεράσπισης ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Συγκεκριμένα ήταν η θέση της κας Κωνσταντινίδου ότι η έννοια της δίκαιης δίκης είναι τόσο ευρεία ώστε καλύπτει κάθε στάδιο από την ώρα της σύλληψης κάποιου προσώπου για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος μέχρι και το τέλος της δίκης του. Έτσι πάντοτε σύμφωνα με την ίδια θέση στην παρούσα ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης γιατί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν του λήφθηκε κατάθεση ώστε να έχει την ευκαιρία να δώσει την εκδοχή του και ο εξεταστής της υπόθεσης περιορίστηκε στα όσα ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος συνάδελφος του ως προς τα γεγονότα και δεν έλαβε καταθέσεις από άλλα πρόσωπα που ήταν παρόντα στο επίδικο περιστατικό. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 έχει αναφερθεί ότι τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος αποτελούν εχέγγυα για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης προς διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Εισήγηση για παραβίαση τους εντάσσεται μέσα στη διαδικασία για τη διακρίβωση της ευθύνης του κατηγορουμένου στην κατηγορία και όχι έξω από αυτή. Συνεπώς το κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο αλλά αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης. Παρομοίως στην Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης (Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 234). Ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (βλ. απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π. στην Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388). Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεασθεί δυσμενώς (actually prejudiced) (D.J. Harris, M. O' Boyle και C. Warrick, Law of the European Convention on Human Rights, σελ. 255 και Re Κορέλλης
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718)». Τέλος διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Parris ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186: «Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη αποτελεί θεμελιώδη στοιχείο του άρθρου
  1. Η απαίτηση "για δίκαιη δίκη" καλύπτει τη διαδικασία στο σύνολο της και όχι μόνο την ακρόαση στο ακροατήριο (Eur. Court H.R. Monnell and Morris 2.3.1987 Series A No. 115, pp. 21-25, paras. 55-70). Έτσι το κατά πόσο ένα πρόσωπο έτυχε δίκαιης δίκης προσεγγίζεται με το να εξετάζεται ολόκληρη η διαδικασία αν και ένα συγκεκριμένο περιστατικό μπορεί να έχει αποφασιστική επίδραση (App. No. 7945/77 X. ν. Norway, Dec. 4.7.78, D.R. 14 p. 228)». Εξετάζοντας το θέμα ως εγείρεται στην παρούσα θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχει εξηγηθεί πως οι αναφερόμενες παραλείψεις της Αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης κατέστησαν τη δίκη μη δίκαιη. Ως φαίνεται από τη σχετική νομολογία το θέμα δεν μπορεί να αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο. Αντίθετα πρέπει ο κατηγορούμενος να αποδείξει ότι έχει, ως εκ των άνω, επηρεασθεί δυσμενώς. Κάτι τέτοιο όμως, λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο της διαδικασίας, δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα. Ο κατηγορούμενος παρά τις πιο πάνω παραλείψεις της Αστυνομίας γνώριζε όλη τη μαρτυρία που υπήρχε εναντίον του και του δόθηκε κάθε δικαίωμα να την σχολιάσει ενώ περαιτέρω είχε κάθε εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, τόσο πάνω στο Νόμο όσο και πάνω στα γεγονότα, περιλαμβανομένης δηλ. και μαρτυρίας. Με άλλα λόγια δεν στερήθηκε του δικαιώματος να δώσει την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα αλλά και να καλέσει μάρτυρες που ήταν παρόντες ανεξαρτήτως αν λήφθηκε κατάθεση από αυτούς. Αυτό μπορούσε να το πράξει εφόσον, ως ο ίδιος αναφέρει στην ανώμοτη του δήλωση, κατά το επίδικο επεισόδιο ήταν παρών και κάποιος φίλος του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Θα εξετάσω λοιπόν στη συνέχεια εάν με βάση τα ευρήματα στα οποία κατέληξα στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από τα ευρήματα αυτά λοιπόν προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τον Μ.Κ.2 δηλ. τον αστυφύλακα 46, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε υπηρεσία για έλεγχο του συγκεκριμένου κέντρου αναψυχής, συνιστά επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. Περαιτέρω από τα ευρήματα προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε αντίσταση και έσπρωχνε το Μ.Κ.2 στην προσπάθεια του τελευταίου να τον συλλάβει για την επίθεση που δέχθηκε καθώς και το ότι ο κατηγορούμενος έσπρωχνε και τον Αστ. 516, ο οποίος πήγε για να βοηθήσει το Μ.Κ.2 στη σύλληψη, συνιστά επίθεση εναντίον των δύο αστυνομικών, η οποία έγινε με σκοπό την αντίσταση ή ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για το αδίκημα που διέπραξε δηλ. την επίθεση εναντίον του Μ.Κ.
  2. Σε σχέση δε με το αδίκημα της κατηγορίας 1 το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε την ιδιότητα του Μ.Κ.2 ως αστυνομικού θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχει σημασία εφόσον ως φαίνεται από τα όσα έχουν τεθεί σε σχέση με την παρόμοια αγγλική διάταξη (βλ. σύγγραμμα Blackstone's ανωτέρω) το εν λόγω αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης και συνεπώς δεν χρειάζεται να αποδειχθεί τέτοια γνώση του κατηγορούμενου. Ακόμη όμως και να εθεωρείτο ότι δεν πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης πρέπει να λεχθεί ότι από τα ευρήματα έχει περαιτέρω αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Μ.Κ.2 ήταν αστυφύλακας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αυτό γιατί μπορεί μεν ο Μ.Κ.2 να μην ήταν ένστολος αλλά βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο με άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι ήταν ένστολοι και ο Μ.Κ.2 εξέδιδε στον ιδιοκτήτη του κέντρου αναψυχής εξώδικο και ανέφερε στον κατηγορούμενο πριν αυτός γυρίσει ξανά και του επιτεθεί να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά τους. Πέραν τούτου σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 και ο ιδιοκτήτης του κέντρου είπε στον κατηγορούμενο να φύγει και να αφήσει τους αστυνομικούς να κάνουν τη δουλειά τους. Άλλωστε δεν ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο βρισκόμενος σε πλάνη ως προς την ιδιότητα του Μ.Κ.
  3. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 και
  4. Όσον δε αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 3 από τα ευρήματα προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το επεισόδιο έγινε στο χώρο δισκοθήκης δηλ. κέντρου αναψυχής το οποίο αποτελεί δημόσιο χώρο. Όσο όμως αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα γεγονότα το μόνο που προκύπτει σχετικά είναι ότι όταν ο Μ.Κ.2 ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί γελά και τους κοροϊδεύει αυτός του είπε μεγαλοφώνως «Θα μου πείς ίντα που να κάμω;» και την ίδια ώρα έσπρωξε το Μ.Κ.
  5. Αυτό όμως κρίνω ότι από μόνο του δεν είναι αρκετό ώστε να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Αποτελεί βασική αρχή του ποινικού δικαίου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία
  1. Εν κατακλείδι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  2. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης - Αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη - Ανησυχία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.