← Κύπρος

Έπαρχος Πάφου ν. Μερόπης Μαυρονικόλα Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 14810/09, 11/2/2011

Έπαρχος Πάφου ν. Μερόπης Μαυρονικόλα Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 14810/09, 11/2/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14810/09 Έπαρχος Πάφου Κατηγορούσα αρχή Εναντίον Μερόπης Μαυρονικόλα Μιχαήλ Κατηγορουμένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11/2/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γιώργος Δημητριάδης Για την Κατηγορούμενη : κος Κώστας Σιαηλής Κατηγορούμενη : παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία για το αδίκημα της ανυπακοής και/ή παράλειψης συμμόρφωσης προς το διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και τροποποιήσεις άρθρα 2, 3 9

(1)(ε)
(2), 20
(3),
(4)και
(5)και ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη κατά και/ή περί τις 15/3/08 και μέχρι σήμερα στη Χλώρακα, τοποθεσία Φιλοξένη, Φ/Σχ. XLV/58W1, αρ. Τεμαχίου 219, της Επαρχίας Πάφου, παρέλειψε να υπακούσει ή συμμορφωθεί προς διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 20/3/03, το οποίο εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση 3143/2002, με το οποίο διατάχθηκε η κατηγορούμενη και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι αυτής, όπως τερματίσουν την παράνομη χρήση οικοδομής, δηλαδή να διακόψουν την χρήση του περιπτέρου και να επαναφέρουν την οικοδομή στην εγκριθείσα της χρήση (κατοικία) για την οποία εκδόθηκε άδεια οικοδομής. Η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη απαλλάγηκε ξανά για το ίδιο αδίκημα και αμφότεροι οι συνήγοροι συμφώνησαν όπως ακουστεί προδικαστικά η πιο πάνω εισήγηση, καταθέτοντας το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, και αγόρευσαν αμφότεροι προς υποστήριξη των θέσεων τους. Συγκεκριμένα κατατέθηκε ως τεκμήριο 1, το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στην υπόθεση με αριθμό 3143/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου από τον Έπαρχο Πάφου εναντίον της κατηγορούμενης Μερόπης Μαυρονικόλα Μιχαηλίδη. Σύμφωνα με το εν λόγω κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία κατηγορείτο για το αδίκημα της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 3 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη από το 1999 στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, χρησιμοποιούσε την οικοδομή η οποία έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο 219 του Φ/Σχ XLV/58 W1 του χωριού Χλώρακα αντί ως κατοικία σε περίπτερο, μετατρέποντας την εγκεκριμένη χρήση της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, δηλαδή τον Έπαρχο Πάφου. Στην δεύτερη κατηγορία κατηγορείτο για το αδίκημα της κατοχής οικοδομής χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 10 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, κατηγορείτο ότι από τον Μάρτιο του 1999 στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, κατείχε οικοδομή η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο 219 του Φ/Σχ XLV/58 W1, χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή, δηλαδή τον Έπαρχο Πάφου. Ως τεκμήριο 2 κατατέθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 20/3/03 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 3143/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και που έχει ως ακολόύθως: << ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα διακοπής της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, ήτοι την μετατροπή της υφιστάμενης οικοδομής που χρησιμοποιείται για κατοικία σε περίπτερο, που βρίσκεται στο τεμ. 219 Φ/Σ XLV/58 W1, στο χωριό Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, με αναστολή εκτέλεσης του για 2 μήνες από σήμερα, εκτός αν στο μεταξύ εκδοθεί άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Πάφου.>> Σημειωτέο ότι η κατηγορούμενη με την ίδια απόφαση, της επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές και καταδικάστηκε επίσης και στα έξοδα. Ως τεκμήριο 3 κατατέθηκε το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στην υπόθεση με αριθμό 5549/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με κατηγορούμενη την Μερόπη Μαυρονικόλα Μιχαηλίδη και κατηγορούσα αρχή τον Έπαρχο Πάφου και σύμφωνα με το οποίο η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε το αδίκημα της ανυπακοής προς διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 20
(1)
(2)
(3)
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και Νόμος 166/87.Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη από τις 20/3/03 μέχρι και σήμερα ( εννοώντας ασφαλώς μέχρι την ημέρα καταχώρησης του κατηγορητηρίου, ήτοι την 30/6/2005), στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, παρέλειψε να υπακούσει να συμμορφωθεί σε Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 20/3/03, το οποίο εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση 3143/02 και με το οποίο διατασσόταν όπως διακόψει την χρήση περιπτέρου εντός του τεμαχίου 219, Φ/Σχ. XLV/58W.1 τοποθεσία << Φιλοξένη>>, που βρίσκεται στην Χλώρακα και να επαναφέρει την οικοδομή στην εγκριθείσα της χρήση (κατοικία). Ως τεκμήριο 4 κατατέθηκε η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 14/3/2008 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 5549/05, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία ανακόπηκε και η κατηγορούμενη απαλλάγηκε της κατηγορίας λόγω αδικαιολόγητης μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 με αναφορά στον Archbold 1995 και στην αγγλική νομολογία (βλ. Connelly v. D.P.P. [1964] A.C. 1254) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου:
  1. Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου) και ότι οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων.
  2. Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της πρώτης κατηγορίας δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος του autrefois.
  3. Το δόγμα αυτό είναι διαθέσιμο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες αυτός θα μπορούσε να καταδικαστεί στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης.
  4. Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit ή convict μπορεί να γίνει για μια αθώωση ή καταδίκη σε προηγούμενη διαδικασία όταν το αδίκημα στη νέα διαδικασία είναι το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο με το προηγούμενο ή όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να είχε καταδικασθεί γι' αυτό στην προηγούμενη διαδικασία (βλ. Ηλιάδης, Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 100) Το δόγμα του autrefois acquit ή convict προβλέπεται στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 στα πλαίσια του οποίου προβάλλεται δικονομικά ως ειδική απάντηση. Οι πρόνοιες του όμως βρίσκουν και συνταγματική κάλυψη στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, στο οποίο δεν τίθεται περιορισμός ως προς το στάδιο στο οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού. Ενόψει αυτού του νομικού πλαισίου κρίνω ότι το θέμα μπορεί να εγερθεί και να αποφασισθεί και στο παρόν στάδιο, της έκδοσης δηλ. τελικής απόφασης. Η δε πρόνοια του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί με αυτήν του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 18(ΙΙΙ)/2000. Για το λόγο αυτό η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση. Ως εκ των άνω η πρόνοια του άρθρου 69
(1)(β) πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των προνοιών τόσο του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος όσο και του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πρόνοια του άρθρου 4
(1)απασχόλησε πρόσφατα το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia, Apl. no 14939/03, ημερ. 10.2.09 στην οποία το Δικαστήριο υιοθετεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία ερμηνευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα σε σχέση με το πότε το αδίκημα για το οποίο κάποιος διώκεται θεωρείται ότι είναι το ίδιο με αυτό για το οποίο ήδη καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε, το Δικαστήριο (Grand Chamber) διαπίστωσε την ύπαρξη των ακόλουθων διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων στη νομολογία του (βλ. παρ. 71-77):
  1. Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στην ίδια συμπεριφορά (same conduct) εκ μέρους του κατηγορούμενου ανεξάρτητα από τη νομική της κατηγοριοποίηση, με άλλα λόγια το νομικό της χαρακτηρισμό. Έτσι κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 4 όταν δύο αποφάσεις είχαν βασιστεί στην ίδια συμπεριφορά του κατηγορούμενου.
  2. Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι παρόλο που η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι η ίδια, εάν αποτελεί ξεχωριστά αδικήματα, αυτά μπορεί να εκδικαστούν σε ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 4 το γεγονός ότι εκδικάστηκαν από διαφορετικά Δικαστήρια ξεχωριστά αδικήματα αν και ήταν όλα μέρος της ίδιας εγκληματικής πράξης.
  3. Τέλος η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο αδικημάτων. Έτσι κρίθηκε ότι παρά το ότι μπορεί να γίνει δίωξη για ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από την ίδια εγκληματική πράξη πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσο τα αδικήματα αυτά είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, οπόταν και υπάρχει παραβίαση του άρθρου
  4. Η ύπαρξη των διαφορετικών αυτών προσεγγίσεων κρίθηκε στην ίδια απόφαση ότι διακινδυνεύει τη νομική βεβαιότητα, πράγμα ασύμβατο με ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 4
(1)(βλ. παρ. 78). Γι αυτό και το Ε.Δ.Α.Δ. προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης για το θέμα (βλ. παρ. 71-83). Συγκεκριμένα αφού επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί μια ζωντανή πράξη η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των συνθηκών της σημερινής εποχής και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά κατέληξε ότι η προσέγγιση η οποία δίδει έμφαση στο νομικό χαρακτηρισμό των αδικημάτων είναι πολύ περιοριστική των δικαιωμάτων του ατόμου και διακινδυνεύει να υποβιβάσει την εγγύηση που παρέχει το άρθρο 4 παρά να την καταστήσει πρακτική και αποτελεσματική ως απαιτείται από τη Σύμβαση. Έτσι κατέληξε ότι το άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει τη δίωξη ή τη δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια (βλ. παρ. 80-82). Για να κριθεί το κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια, συνεχίζει το Δικαστήριο, η προηγούμενη απόφαση και η λίστα με τις κατηγορίες στην νέα υπόθεση τα οποία περιέχουν συνήθως γεγονότα τόσο για το προηγούμενο όσο και για το παρόν αδίκημα είναι ένα κατάλληλο σημείο έναρξης. Η εξέταση αυτή πρέπει να εστιάσει στα γεγονότα εκείνα τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο κατηγορούμενο και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά, η ύπαρξη των οποίων πρέπει να καταδεικνύεται με σκοπό την εξασφάλιση μίας καταδίκης ή έγερσης ποινικής δίωξης (βλ. παρ. 83-84). Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στις υποθέσεις Ruotsalainen v. Finland, Appl. no 13079/03, ημερ. 16.6.09 και Maresti v. Croatia, Appl. no 55759/07, ημερ. 25.6.09. Περαιτέρω ειδική απολογία του "autrefois acquit" όπως και του "autrefois convict" βασίζεται στην αρχή ότι κανένας δεν θα πρέπει να κινδυνεύει να καταδικαστεί για αδίκημα το οποίο έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής απόφασης από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο. Στο νομοθετικό μας σύστημα η αρχή αυτή κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα όπου στο Άρθρο 12
(2)προνοείται: "Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτόν αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου δια την αυτήν πράξιν, ή παράλειψιν, εκτός εάν συνέπεια ταύτης προεκλήθη θάνατος". Το Άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 προνοεί ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνο για την ίδια πράξη ή παράλειψη εκτός όταν η πράξη ή παράλειψη είναι τέτοια που μέσω της να προκαλείται ο θάνατος ενός άλλου προσώπου οπόταν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα για το οποίο είναι ένοχος επειδή θα έχει προκαλέσει το θάνατο του προσώπου τούτου μολονότι έχει ήδη καταδικασθεί για κάποιο άλλο αδίκημα που συνιστούσε πράξη ή η παράλειψη. Η ειδική αυτή απολογία του "autrefois acquit" όπως και τον "autrefois convict" είναι διαθέσιμη κάθε φορά που ο κατηγορούμενος διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί για το ίδιο ή για ουσιαστικά το ίδιο ποινικό αδίκημα για το οποίου έχει ήδη δικαστεί και αθωωθεί ή καταδικαστεί ή που διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί για ένα αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί σε προηγούμενη δίκη (Δέστε Archbold, Pleading, Evidence and Practice ιn Criminal Cases
(1993), σελ.1/62 το εξής απόσπασμα: "2. A man may not be tried for a crime (
  1. a)in respect of which he has previously been acquitted or convicted.. (
  2. b)in respect of which he could on some previous indictment have been lawfully convicted .. (
  3. c)it the crime is in effect the same or substantially the same one in respect of which (
  4. i)he has previously been acquitted or convicted or (
  5. ii)he could on some previous indictment have been convicted ...."). Εκείνο που έχει σημασία για το δόγμα "autrefois acquit/autrefois convict" δεν είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που δόθηκε στις δύο δίκες ήταν η ίδια αλλά τα κατά πόσο τα αδικήματα που αποτελούσαν το αντικείμενο της κάθε δίκης ήταν τα ίδια. Αν τα αδικήματα ήταν διαφορετικά τότε τα στοιχεία που τα συνθέτουν θα μπορούσαν επίσης να ήταν διαφορετικά και συνεπώς θα μπορούσαν να στηρίζονται δε διαφορετικά συμπεράσματα βγαλμένα από την ίδια μαρτυρία (Δέστε The Police v. Economides and Others [1951] 20 (Part II) C.L.R. 11 και The King v. Barron [1914] 2 KB σελ. 570). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση District Officer of Paphos v. Georghiou and Others [1978] 1 J.S.C. 100, 103, το ερώτημα για το Δικαστήριο πάνω στο ζήτημα τούτο είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος διακινδύνευσε δύο φορές για την ίδια κατηγορία για την οποία κατηγορείται. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσο το αδίκημα για το οποίο δικάστηκε και το αδίκημα για το οποίο δικάζεται τώρα έχουν τα ίδια συστατικά με την έννοια ότι τα γεγονότα που συνιστούν το ένα είναι αρκετό για να δικαιολογήσουν την καταδίκη του για το άλλο, όχι ότι τα γεγονότα τα οποία στηρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή είναι τα ίδια στις δύο δίκες. Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει στην αγγλική υπόθεση United States Government v. Atkinson [1969] 2 All E.R. 1151 στη σελ. 1156 όπου ο Λόρδος Parker CJ υιοθέτησε το κριτήριο που είχε θέσει ο Λόρδος Morris of Borth-y-Gest στην υπόθεση Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All E.R. σελ. 414 και που έχει ως εξής: "It matters not that incidents and occasions being examined on the trial of the second indictment are precisely the same as those which were examined on the trial of the first. The Court is concerned with charges of offences or crimes. The test is therefore, whether such proof is necessary to convict of the second offence would establish quilt of the first offence or of all offences, for which on the first charge there could be a conviction..." Σε άλλο απόσπασμα της ίδιας απόφασης ο Δικαστής Bridge υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Λόρδου Devlin που έχει ως εξής: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been but in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word "offence" embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law..." . Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στη σελ. 93 το κύριο ζήτημα είναι κατά πόσο τα αδικήματα είναι διαφορετικά και για το σκοπό αυτό ένας πρέπει να εξετάσει τα συστατικά στοιχεία του προηγούμενου και μεταγενέστερου αδικήματος. Αν τα συστατικά στοιχεία είναι διαφορετικά τότε δεν εγείρεται θέμα για autrefois acquit ή convict. Πρέπει να τονισθεί ότι ο τερματισμός μιας ποινικής διαδικασίας ως αποτέλεσμα καταχώρισης αναστολής δίωξης (nolle prosequi) δεν εμποδίζει την Κατηγορούσα Αρχή από του να καταχωρήσει ξανά εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου τις ίδιες κατηγορίες αφού ο κατηγορούμενος δεν έχει απαλλαγεί κατόπιν ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Με βάση το εδάφιο
(2)του Άρθρου 69 προνοείται ότι αν ο ισχυρισμός της ειδικής απολογίας autrefois acquit/autrefois convict όπως και της ειδικής απολογίας ότι ο κατηγορούμενος έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα {Άρθρου 69(ι)(γ)} προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο. Η αποδοχή της ειδικής απάντησης που προβλέπει το Άρθρο 69
(1)(β) θέτει συνεπώς τέρμα στη δίκη. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας Αίτηση αρ. 42/89
(1989)1(Ε) 105 στη σελίδα 108 του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος απαγορεύει την "εκ δευτέρου" δίκη του ατόμου δια αδίκημα για το οποίο έχει απαλλαγή η καταδικασθεί σε προηγούμενη ποινική υπόθεση. Το άρθρο 12.2 του Συντάγματος περιέχει στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος που κατοχυρώνει τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου. Για να εφαρμοστεί το δόγμα autrefois acquit/autrefois convict πρέπει το αδίκημα να είχε διαπραχθεί όταν καταχωρείτο η πρώτη ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση R v. Morris [1967] LRICCR 90 ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για επίθεση εναντίον του θύματος. Αργότερα το θύμα πέθανε ως αποτέλεσμα των τραυμάτων που είχε υποστεί. Δεν μπορούσε αργότερα να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού σε κατηγορία φόνου ή ανθρωποκτονίας εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata», 2nd ed,. σελ. 272: "Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted: he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier proceedings, even though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts". Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης». Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecution
(1964)Α.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311: "The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of the earlier indictment." Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Στην ίδια απόφαση ο Lord Devlin θέτει το θέμα ως εξής στις σελ. 1339-1340: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been put in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word offence embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law." Σε μετάφραση: «Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο». Στην υπόθεση The District Officer as Chairman for the Appropriate Authority for Morphou v. Eleni Michael Pittordi, Criminal Appeal 2890, η κατηγορούμενη αν και είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της παρακοής διατάγματος όπου διατάττετο να κατεδαφίσει κάποιο υποστατικό εν τούτοις δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να καταχωριστεί εκ νέου υπόθεση εναντίον της για το ίδιο αδίκημα και στο οποίο καταδικάστηκε και της επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Μελετώντας με προσοχή τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η εισήγηση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί διότι η κατηγορούμενη κατηγορείται για αδίκημα το οποίο σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή διαπράχθηκε μετά και την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 14/3/2008 στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 5549/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, και συνεπώς δεν μπορούσε να καταδικαστεί για γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση της πιο πάνω υπόθεσης. Επίσης δεν ευσταθεί η εισήγηση της υπεράσπισης διότι το αδίκημα της παρακοής διατάγματος είναι συνεχές και κάθε παράλειψη αποτελεί ξεχωριστό αδίκημα ( βλ. Milan Garaca κ.α -ν- Θεόδωρου (Δώρου) Γ. Τάκκα Πολιτικές Εφέσεις 261 και 262/06 ημερομηνία. 22/3/2007). Συνακόλουθα η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Αλ. Φυλακτού, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.