← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αναστάση Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 15866/08, 15.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αναστάση Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 15866/08, 15.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15866/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αναστάση Χριστοφόρου Ημερομηνία: 15.2.2011. Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για κατηγορούμενο: κ. Καλλής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει αυτόν στον παρόν στάδιο. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία από την πλευρά της εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ότι το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει αυτόν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον Νοέμβριο του 2005 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, με ψεύτικες παραστάσεις, οι οποίες συνίσταντο στο ότι υπέδειξε στον John Mason από την Αγγλία ένα τεμάχιο γης στα Χολέτρια για να το αγοράσουν από κοινού για το ποσό των Λ.Κ.100,000 ενώ η αξία του τεμαχίου που αγοράστηκε ήταν Λ.Κ.7,000, και με σκοπό καταδολίευσης, απέσπασε από το εν λόγω πρόσωπο το ποσό των Λ.Κ.75,
  4. Η δε μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προέρχεται κυρίως από τον παραπονούμενο John Mason (Μ.Κ.1) έχει ως ακολούθως: Τον Νοέμβριο του 2005 ο κατηγορούμενος έδειξε στον παραπονούμενο αρχιτεκτονικά σχέδια για 21 επαύλεις στα Χολέτρια και του είπε ότι αν θέλει μπορούν να αγοράσουν μαζί ένα τεμάχιο γης με ποσοστό 50-50 και να ανεγείρουν συνεταιρικά τις επαύλεις. Ο παραπονούμενος συμφώνησε και λίγες μέρες μετά ο κατηγορούμενος τον πήρε με ένα φίλο του σε ένα τεμάχιο γης στα Χολέτρια και του είπε ότι ήταν αυτό που θα αγόραζαν και θα εγγράφετο σε εταιρεία στην οποία ο ίδιος και η σύζυγος του θα είχαν το 50% για να κτίσουν 21 επαύλεις. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι η γη αυτή άξιζε Λ.Κ.100,
  5. Την επόμενη ημέρα ο κατηγορούμενος τον πήρε με το φίλο του σε ένα δικηγορικό γραφείο με σκοπό να κάνει εταιρεία στην οποία θα ενέγραφε το τεμάχιο γης που θα αγόραζαν και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος θα μεταβίβαζε ποσοστό 50% των μετοχών της εταιρείας στον παραπονούμενο και στη σύζυγο του. Ο κατηγορούμενος έδωσε στοιχεία της γης στα Χολέτρια στους δικηγόρους, οι οποίοι ετοίμασαν ένα προτεινόμενο συμβόλαιο (draft) για το ποσό των Λ.Κ.25,
  6. Το εν λόγω προτεινόμενο συμβόλαιο στάληκε στον παραπονούμενο με e-mail αλλά ποτέ δεν υπογράφτηκε. Προέβλεπε ότι το προαναφερόμενο ποσό θα χρησιμοποιείτο για να αγοραστεί η γη. Εδώ να σημειωθεί ότι το συμβόλαιο αυτό δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο για να διαπιστωθεί ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο του. Ζητήθηκε από τον παραπονούμενο να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.25,000 στο λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου. Αυτά τα λεφτά θα τα έδιδε ο δικηγόρος στον κατηγορούμενο για την αγορά του τεμαχίου, μόλις αυτό γραφόταν στο όνομα της εταιρείας. Στην αντεξέταση του ο παραπονούμενος είπε ότι οι οδηγίες του ήταν να πληρωθούν 25,000 στην Μαρίνα Χριστοφή με την μεταβίβαση της γης βάσει του συμβολαίου. Το ποσό των Λ.Κ.25,000 ο παραπονούμενος το πλήρωσε με μεταφορά από τράπεζα απευθείας στον λογαριασμό του δικηγόρου. Περαιτέρω 25,000 στερλίνες θα πληρώνονταν για τις μετοχές της εταιρείας. Αυτά τα δύο ποσά ήταν το 50% το δικό του της όλης πράξης. Το εν λόγω τεμάχιο αγοράστηκε μέσω εταιρείας, η οποία ιδρύθηκε από δικηγόρους τους οποίους σύστησε στον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος. Το πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω τεμαχίου (τεκμήριο 3) που είναι το με αρ. 375 στην τοποθεσία Κοκκινολάονα του χωριού Χολέτρια της Επαρχίας Πάφου αναφέρει ως ιδιοκτήτρια την εταιρεία Holmi and Belu Holdings Ltd από τις 5.12.05 και προηγούμενο ιδιοκτήτη την Φρειδερίκη Χριστοδούλου Αντωνίου. Αναφέρει ως «Τρόπο αποκτήσεως: Αγορά για Λ.Κ.7,000» και «Δικαιώματα:Λ.Κ.360.25 (επί Λ.Κ.12,000)». Ο παραπονούμενος δεν γνωρίζει αν τις 25,000 τις έδωσε πριν τις 5.12.05 που ενεγράφη το ακίνητο στο όνομα της εταιρείας ή μετά. Κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στην εταιρεία ο παραπονούμενος δεν ήταν ούτε μέτοχος ούτε διευθυντής αυτής. Σε υποβολή ότι ούτε ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της εταιρίας αλλά τέτοιος ήταν η Μαρίνα Χριστοφή απάντησε στην ουσία ότι όπως του είπαν οι δικηγόροι ο κατηγορούμενος ενεργούσε μέσω πληρεξουσίου. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο παραπονούμενος πλήρωσε μετρητά στον κατηγορούμενο ακόμα 25,000 στην Αγγλία για αγορά μετοχών. Συγκεκριμένα πλήρωσε σε μετρητά 10,000 στην Αγγλία και ακόμη 15,000 στερλίνες στην Αγγλία. Συνολικά πλήρωσε στον κατηγορούμενο Λ.Κ.50,000 ενώ πλήρωσε και ο κατηγορούμενος ακόμα Λ.Κ.50,000 για το τεμάχιο το οποίο κόστισε Λ.Κ.100,
  7. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν λέει ότι τις μετοχές του τις μεταβίβασε η Μαρίνα Χριστοφή και όχι ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ξέχασε μέχρι που το ανάφερε ο συνήγορος υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε με πληρεξούσιο εκ μέρους της κόρης του Μαρίνας Χριστοφή, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια των μετοχών. Ως τεκμήριο 6 κατατέθηκε έγγραφο μεταβίβασης μετοχών που φέρει τις υπογραφές του παραπονούμενου και της συζύγου του. Σύμφωνα με το τεκμήριο 6 (το οποίο δεν φέρει ημερομηνία) η Μαρίνα Χριστοφή μεταβίβασε στον καθένα (παραπονούμενο και τη σύζυγο του) 250 μετοχές της εταιρείας Holmi and Belu Holdings Ltd για το ποσό των «£25,000». Σύμφωνα με την δική του αντίληψη, ως ανέφερε ο παραπονούμενος, το ποσό που αναφέρει το τεκμήριο 6 ήταν σε στερλίνες. Ο παραπονούμενος δέχθηκε δε ότι με αυτή την μεταβίβαση ο ίδιος και η σύζυγος του έγιναν μέτοχοι στην εν λόγω εταιρεία. Το όνομα της εταιρείας αυτής αλλάχθηκε σχεδόν αμέσως μετά την αγορά του μετοχικού κεφαλαίου και έγινε ZYGOTE LTD. Στην κατάθεση του τεκμήριο 1 ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2006 πλήρωσε στον κατηγορούμενο ακόμα Λ.Κ.25,000 με τη συμφωνία να μεταβιβάσει σε αυτόν και τη γυναίκα του ακόμα 26% της εταιρείας στην οποία θα εγγραφόταν το τεμάχιο γης. Στην κυρίως εξέταση του και στην αντεξέταση του είπε σχετικά ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι υπήρχε ευκαιρία να αγοράσουν ακόμη ένα τεμάχιο δίπλα στο άλλο και ο παραπονούμενος του πλήρωσε μετρητά σε στερλίνες 25,000 για την αγορά του πρόσθετου αυτού τεμαχίου. Ο κατηγορούμενος είχε προβλήματα με αυτή την αγορά και είπε στον παραπονούμενο ότι δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί αυτή η γη στην εταιρεία. Αντί αυτού του έδωσε περισσότερες μετοχές. Σε ερώτηση εάν δηλαδή για τα ποσά που ισχυρίζεται συνολικά ότι έδωσε του μεταβιβάστηκαν αντίστοιχες μετοχές απάντησε ότι οι μετοχές μέχρι 76% μεταβιβάστηκαν στον ίδιο και στην σύζυγο του από τον δικηγόρο που του σύστησε ο κατηγορούμενος. Αρχικά μεταβίβασαν 50% των μετοχών στον ίδιο και στην σύζυγο του και περαιτέρω 26.4% με την αγορά της περαιτέρω γης που δεν έγινε. Διευθυντές της εταιρείας ZYGOTE LTD σήμερα είναι ο παραπονούμενος και η σύζυγος του και μέτοχοι αυτής είναι τα ίδια πρόσωπα με 380 μετοχές έκαστος και η Μαρίνα Χριστοφή με 240 μετοχές (βλ. τεκμήριο 7). Ο παραπονούμενος δεν γνωρίζει ποιος πήρε τα λεφτά για την μεταβίβαση σε αυτόν και την σύζυγο του των μετοχών. Δεν γνωρίζει επίσης αν ήταν η Μαρίνα Χριστοφή που τα πήρε, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια των μετοχών και τους τις μεταβίβασε. Όσον αφορά το πως αντιλήφθηκε το για ποιο ποσό αγοράστηκε το εν λόγω τεμάχιο είπε στην κατάθεση του τεκμήριο 1 ότι το 2006 ζήτησε από το δικηγόρο τον τίτλο και όταν του τον έστειλαν διαπίστωσε ότι το τεμάχιο γης αγοράστηκε για το ποσό των Λ.Κ.12,000 και όχι Λ.Κ.100,
  8. Στην αντεξέταση του είπε στην ουσία ότι από το πιστοποιητικό εγγραφής που του προμήθευσε ο δικηγόρος φαίνεται ότι το τεμάχιο αυτό αγοράστηκε για το ποσό των Λ.Κ.7,500 μόνο ενώ η σύμβαση ήταν για Λ.Κ.25,
  9. Σε ερώτηση στην αντεξέταση εάν έκανε εκτίμηση του εν λόγω κτήματος απάντησε ότι η γη εκτιμάται από το Κτηματολόγιο την στιγμή της μεταβίβασης και πιστεύει ότι η εκτίμηση ήταν Λ.Κ.12,
  10. Στην κατάθεση του τεκμήριο 1 ανέφερε ότι μετά από το πιο πάνω ανησύχησε και αφού έψαξε στο χάρτη διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε για την εταιρεία άλλο τεμάχιο γης από αυτό που του έδειξε. Στην κατάθεση του τεκμήριο 2 ημερ. 3.8.07 είπε δε σχετικά ότι στις 3.8.07 πήγε μαζί με τον Αστ. 1314 και εκπρόσωπο του Κτηματολογίου και τους έδειξε το τεμάχιο που του έδειξε ο κατηγορούμενος τον Νοέμβριο του 2005 και ο εκπρόσωπος του Κτηματολογίου του ανέφερε ότι επρόκειτο για άλλα τεμάχια και όχι για το τεμάχιο
  11. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο εκπρόσωπος του Κτηματολογίου Θεόδωρος Μπιτσιόλας έκανε έλεγχο μέσω των τοπογραφικών σχεδίων του Κτηματολογίου και διαπίστωσε ότι αυτό που του έδειξε ο παραπονούμενος ήταν τα τεμάχια με αρ. 446 (που ανήκει στον Δήμο Χρυσάνθου από τα Χολέτρια) και 178 (που ανήκει στην Μαρίνα Αναστάση Χριστοφή και στον Stuart John Budd). Η ζώνη στην οποία ανήκουν τα πιο πάνω τεμάχια είναι εκτός ορίων ανάπτυξης. Το τεμάχιο 375 βρίσκεται 800 μέτρα περίπου βορειότερα από τα πιο πάνω τεμάχια. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία κατά τον επίδικο χρόνο είχαν ως ακολούθως: «
  12. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  13. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  14. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  15. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  16. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  17. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Προς απόδειξη του υπό εξέταση αδικήματος θα πρέπει, ως έχει αναφερθεί, η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Από τα όσα λοιπόν προκύπτουν από τις λεπτομέρειες αδικήματος στην παρούσα θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες συνίσταντο στο ότι υπέδειξε στον παραπονούμενο ένα τεμάχιο γης στα Χολέτρια για να το αγοράσουν από κοινού για το ποσό των Λ.Κ.100,000 ενώ η αξία του τεμαχίου που αγοράστηκε ήταν Λ.Κ.7,000 κάτι που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που έκανε τις παραστάσεις.
  2. Οι εν λόγω ψευδείς παραστάσεις να έγιναν με σκοπό καταδολίευσης,
  3. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ψευδών παραστάσεων ο κατηγορούμενος να απέσπασε κατά τον Νοέμβριο του 2005 από τον παραπονούμενο το ποσό των Λ.Κ.75,
  4. Όσον αφορά το κατά πόσο αποδείχθηκε το υπ' αριθμό 1 ανωτέρω πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αναφορικά με την αξία αγοράς του επίδικου ακινήτου η σχετική θέση του παραπονούμενου στηριζόταν στα όσα ο ίδιος ουσιαστικά συμπέρανε από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής (τεκμήριο 3) αλλά και πάλι δεν ήταν σταθερή και αναμφίβολη. Συγκεκριμένα στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν έκανε εκτίμηση του εν λόγω κτήματος και είπε σχετικά ότι η γη εκτιμάται από το Κτηματολόγιο την στιγμή της μεταβίβασης και πιστεύει ότι η εκτίμηση ήταν Λ.Κ.12,
  5. Στην κατάθεση του τεκμήριο 1, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε επίσης ότι ήταν από τον τίτλο που του έστειλε ο δικηγόρος που διαπίστωσε ότι το τεμάχιο αγοράστηκε για το ποσό των Λ.Κ.12,
  6. Στην αντεξέταση του όμως είπε στην ουσία ότι από τον τίτλο αυτό φαίνεται ότι το τεμάχιο αγοράστηκε για το ποσό των Λ.Κ.7,
  7. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 3 δηλ. στον σχετικό τίτλο αναφέρονται ως «Τρόπο αποκτήσεως: Αγορά για Λ.Κ.7,000» και «Δικαιώματα:Λ.Κ.360.25 (επί Λ.Κ.12,000)». Δεν προκύπτει λοιπόν από το εν λόγω τεκμήριο ότι η τιμή αγοράς του τεμαχίου ήταν είτε Λ.Κ.7,500 είτε Λ.Κ.12,
  8. Άλλωστε πέραν της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν προσκομίσθηκε άλλη μαρτυρία σχετικά με την αξία ή την τιμή αγοράς του τεμαχίου και συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει από που προέκυψαν τα όσα αναφέρει σχετικά το τεκμήριο 3 και άρα και το αν αυτά προέκυψαν από σχετική εκτίμηση του Κτηματολογίου ως η θέση του παραπονούμενου. Πέραν όμως των πιο πάνω ο ίδιος ο παραπονούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 1 αναφέρει ότι συνολικά πλήρωσε στον κατηγορούμενο Λ.Κ.50,000 ενώ πλήρωσε και ο κατηγορούμενος ακόμα Λ.Κ.50,000 για το τεμάχιο το οποίο κόστισε Λ.Κ.100,
  9. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι η αξία αγοράς του επίδικου τεμαχίου δεν ήταν Λ.Κ.100,000 αλλά Λ.Κ.7,
  10. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι αποδείχθηκε αυτό δεν υπάρχει καμία μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο ότι το εν λόγω τεμάχιο αξίζει Λ.Κ.100,000 δηλ. κατά το χρόνο των κατ' ισχυρισμό παραστάσεων ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το τεμάχιο αξίζει Λ.Κ.7,
  11. Σε σχέση δε με τη θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε για την εταιρεία άλλο τεμάχιο γης από αυτό που έδειξε στον παραπονούμενο τον Νοέμβριο του 2005 θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος αλλά και τις σχετικές αγορεύσεις για το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν ήταν ότι οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο σε αυτό. Όσον αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος απέσπασε από τον παραπονούμενο το ποσό των Λ.Κ.75,000 τον Νοέμβριο του 2005 με τις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις από τη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου προκύπτουν σχετικά τα εξής: Τα λεφτά που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για την αγορά του τεμαχίου ήταν μόνο Λ.Κ.25,
  12. Από τα υπόλοιπα δε λεφτά που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε οι 25,000, που δεν έχει επακριβώς προσδιορισθεί τελικά εάν ήταν λίρες Κύπρου ή στερλίνες, ανέφερε ότι αυτά δόθηκαν για την αγορά του 50% των μετοχών της εταιρείας στην οποία εγγράφηκε το ακίνητο. Τα δε ποσά αυτά φαίνεται δε τελικά από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ότι δεν τα πήρε ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος ενώ στην κατάθεση του τεκμήριο 1 αναφέρει ότι τα λεφτά θα τα έδιδε ο δικηγόρος στον κατηγορούμενο για την αγορά του τεμαχίου, μόλις αυτό γραφόταν στο όνομα της εταιρείας, στην αντεξέταση του είπε ότι οι οδηγίες του ήταν να πληρωθούν Λ.Κ.25,000 στην Μαρίνα Χριστοφή με την μεταβίβαση της γης βάσει του συμβολαίου. Όσον δε αφορά το εν λόγω συμβόλαιο από την μαρτυρία και πάλι του παραπονούμενου προκύπτει ότι δεν υπήρξε τέτοιο συμβόλαιο αλλά ένα προτεινόμενο συμβόλαιο που ποτέ δεν υπογράφτηκε. Από δε το τεκμήριο 6 προκύπτει ότι το άλλο ποσό των 25,000 δόθηκε στην Μαρίνα Χριστοφή για την αγορά των εν λόγω μετοχών. Τέλος σύμφωνα με τον παραπονούμενο έδωσε ακόμη 25,000 για την αγορά όμως άλλου τεμαχίου, η οποία τελικά δεν έγινε και για το ποσό αυτό του παραχωρήθηκαν επιπλέον 26% των μετοχών της εν λόγω εταιρείας, στην οποία να σημειωθεί ότι από τη μαρτυρία φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν ήταν καν μέτοχος ενώ αντίθετα τέτοια ήταν και είναι η κόρη του (βλ. τεκμήρια 6 και 7). Ο ίδιος δε ο παραπονούμενος στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος πήρε τα λεφτά για την μεταβίβαση σε αυτόν και την σύζυγο του των μετοχών. Επίσης να σημειωθεί ότι από την ίδια μαρτυρία δεν προκύπτει ούτε ο χρόνος που δόθηκαν τα εν λόγω ποσά από τον παραπονούμενο. Συνεπώς από τα πιο πάνω είναι εμφανές ότι δεν έχει αποδειχθεί ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε από τον παραπονούμενο με τις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις το ποσό των Λ.Κ.75,
  13. Από δε τη μαρτυρία του παραπονούμενου προκύπτει ότι για τα χρήματα που έδωσε απέκτησε στην ουσία με τη σύζυγο του το 76.4% των μετοχών της εταιρείας στην οποία ανήκε και το επίδικο τεμάχιο και της οποίας είναι σήμερα οι διευθυντές. Περαιτέρω μετά την απόκτηση των μετοχών αυτών και προφανώς μέχρι σήμερα δεν ζήτησαν ούτε πήραν από την προηγούμενη διευθύντρια τους λογαριασμούς και τα πεπραγμένα της εταιρείας. Όταν δε στην αντεξέταση του ρωτήθηκε τότε πως ξέρει ότι οι Λ.Κ.25,000 που λέει ότι δόθηκαν για αγορά του ακινήτου δεν χρησιμοποιήθηκαν για την εταιρεία είπε, και πάλι προφανώς στηριζόμενος στο πιστοποιητικό εγγραφής τεκμήριο 3, ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας ήταν η γη αξίας Λ.Κ.7,500 και δεν υπήρχε άλλο περιουσιακό στοιχείο αξίας Λ.Κ.17,500 επομένως, διερωτήθηκε, αν ξόδεψαν χρήματα για ποιο σκοπό τα ξόδεψαν. Σε υποβολή όμως στην αντεξέταση ότι η Μαρίνα Χριστοφή από τις Λ.Κ.25,000 πλήρωσε τους δικηγόρους, το Κτηματολόγιο και τα έξοδα του Εφόρου Εταιρειών απάντησε ότι δεν μπορεί να το διαπιστώσει. Είπε επίσης ότι δεν γνωρίζει ποιος πλήρωσε τα μεταβιβαστικά στο Κτηματολόγιο για να εγγραφεί το κτήμα στο όνομα της εταιρείας ούτε ποιος πλήρωσε τον μεσίτη για τον σκοπό αυτό. Όσον αφορά τις υπηρεσίες των δικηγόρων για την εν λόγω μεταβίβαση ανέφερε ότι πιστεύει ότι αυτό ήταν μέρος των υπηρεσιών για τις οποίες πλήρωσε. Περαιτέρω ανέφερε ότι τα έξοδα στον έφορο εταιρειών για να γίνουν οι σχετικές με την εταιρεία εταιρικές πράξεις ήταν μέρος της χρέωσης για τις γραμματειακές ενέργειες για την εταιρεία και όπως είπε πριν μοιράζονταν τα έξοδα. Σε υποβολή όμως ότι αυτά ήταν κόστα της εταιρείας απάντησε ότι αυτό δεν το γνωρίζει. Τέλος σε ερώτηση κατά ποσόν πλήρωσε οποτεδήποτε τον κατηγορούμενο για τις υπηρεσίες του με βάση τις οδηγίες του που του έδινε απάντησε ότι δεν υπήρξε συζήτηση για πληρωμή για τις υπηρεσίες του κατηγορούμενου. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από την εν λόγω μαρτυρία δεν είναι δυνατό να προκύψουν αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί η μαρτυρία αυτή στο τελικό στάδιο τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απόσπαση χρημάτων με ψ/π) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.