← Κύπρος

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Ανδρέα Χαραλάμπους Τσίβικου, Αρ.Υπόθεσης: 14062/09, 21/2/2011

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Ανδρέα Χαραλάμπους Τσίβικου, Αρ.Υπόθεσης: 14062/09, 21/2/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 14062/09 Marfin Popular Bank Public Co Ltd Κατηγορούσα αρχή Εναντίον Ανδρέα Χαραλάμπους Τσίβικου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/2/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Έλενα Σωτηρίου Για τον Κατηγορούμενο : κος Αντώνιος Χουχαρτάς Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει,σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία της εξασφάλισης πίστωσης από πρόσωπο, χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και/ή ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 117(α) και 118 (α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, ως ετροποποιήθη μέχρι σήμερα και των σχετικών κανονισμών. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 16/5/2005 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν πτωχεύσας και/ή εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην Αίτ. Αρ. 30/1991 Ε.Δ. Λευκωσίας, προέβη σε ανάληψη υποχρέωσης και εξασφάλισε πίστωση βάση ψευδών παραστάσεων από τους παραπονούμενους, με έγγραφη συμφωνία ενοικιαγοράς για το ποσό των € 28,155,51 και/ή προέβη σε προσωπική εγγύηση για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, χωρίς να αποκαλύψει και/ή πληροφορήσει τους παραπονούμενους ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κος Νίκος Νικολαίδης. Ανέφερε ότι εργάζεται στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στον κλάδο πτωχεύσεων και εκκαθάρισης εταιρειών. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο, διότι είναι ο αρμόδιος εξεταστής της υπόθεσης του, μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου, που εκδόθηκε στις 3/5/1991 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό αίτησης 30/1991. Η κήρυξη της πτώχευσης έγινε στις 30/10/1991 και μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν αποκαταστάθηκε. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται 35 χρόνια στην εργασία του και κατέχει την θέση του πρώτου εξεταστή. Το διάταγμα παραλαβής προηγείται της πτώχευσης και ότι βάσει του άρθρου 9

(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, με την παραλαβή του διατάγματος, ο χρεώστης είναι υποχρεωμένος να πάει στον Επίσημο Παραλήπτη για τις προκαταρκτικές εξετάσεις, δηλαδή να δώσει μία κατάθεση με τις δραστηριότητες του και επιπρόσθετα να συμπληρώσει και να υποβάλει ενόρκως την κατάσταση της περιουσίας του. Ο κατηγορούμενος προσήλθε στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στις 19/6/1991 και συμπλήρωσε την έκθεση κατάστασης της περιουσίας του. Επίσης έδωσε και τις πληροφορίες που απαιτούνταν σύμφωνα με την νομοθεσία. Για να κηρυχθεί κάποιος σε πτώχευση, υπάρχουν μόνο δύο περιπτώσεις. Όταν δεν συμμορφωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, ο Επίσημος Παραλήπτης καταθέτει αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για να εξαναγκάσει τον χρεώστη, διατάσσοντας τον να παρουσιαστεί και να δώσει τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τον Νόμο.Ταυτόχρονα με την αίτηση αυτή, καταχωρεί και αίτηση για κήρυξη του σε πτώχευση. Ο δεύτερος τρόπος πτώχευσης ανέφερε, είναι όταν ο Επίσημος Παραλήπτης συγκαλέσει την πρώτη συνεδρία πιστωτών, που σκοπό έχει τον διορισμό του διαχειριστή της περιουσίας του και ταυτόχρονα την κήρυξη του σε πτώχευση. Με την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και αφού λάβουν το διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο, τότε ως παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, ενημερώνουν όλες τις τράπεζες , τα ταμιευτήρια, τα κτηματολόγια και τα πρωτοκολλητεία των Επαρχιακών Δικαστηρίων, διότι αν υπάρχουν αγωγές θα πρέπει να αλλάξουν οι τίτλοι και όπου πιστεύει ο εξεταστής της υπόθεσης ανάλογα. Αυτή η διαδικασία δεν γίνεται με την κήρυξη πτώχευσης, διότι επίκειται είτε η ακύρωση της παραλαβής είτε η πτώχευση, ως ανέφερε. Έχει τον φάκελλο του κατηγορουμένου και ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου, η Λαϊκή, τα ταμιευτήρια και γενικά όλες οι τράπεζες ενημερώθηκαν για αυτό στις 7/6/1991, καταθέτοντας για αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο
  1. Ανέφερε ότι το τεκμήριο 3 αποστάληκε ταχυδρομικώς, πλην όμως δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν το τεκμήριο 3 παραλήφθηκε. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κος Σάββας Δουκανάρης. Ανέφερε ότι εργάζεται στην παραπονούμενη εταιρεία από το 1984 και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτή όπως καταθέσει στην παρούσα διαδικασία. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι και η διερεύνηση και έγκριση δανείων ενοικιαγοράς και ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο διότι είναι πελάτης της παραπονούμενης εταιρείας. Κατά το έτος 2005 και συγκεκριμένα στις 16/5/05, ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε στα γραφεία της παραπονούμενης και του ζήτησε όπως παραχωρήσει δάνειο στην εταιρεία M. Tsivicos Trading Co Limited προς τον σκοπό εξόφλησης προηγούμενων δανείων. Αυτός με την σειρά του, παρέπεμψε την υπόθεση σε λειτουργό του γραφείου του για διεκπεραίωση του συμβολαίου. Με αυτόν τον τρόπο παραχωρήθηκε στην M. Tsivicos Trading Co Limited δάνειο ενοικιαγοράς για το ποσό των £ 16,478,69 ( € 28,155,51 ) με εγγυητές την σύζυγο του κατηγορούμενου και τον ίδιο. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι ήταν πτωχεύσας και σε καμία περίπτωση εάν εγνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας , θα προχωρούσε στην έγκριση του δανείου και στην αποδοχή της προσωπικής εγγύησης του δανείου για εξασφάλιση του δανεισμού. Ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, όταν ο κατηγορούμενος δεν πλήρωνε τις δόσεις του και η υπόθεση στάληκε στο τμήμα δικαστικών χρεών. Αφού καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον του κατηγορουμένου από το δικηγορικό γραφείο της κας Πηνελόπης Αθηνοδώρου- Μάντη, η οποία χειριζόταν την αγωγή και έγινε έρευνα στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και επίσημου Παραλήπτη, τότε ενημερώθηκε ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 3/5/
  2. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν μπορεί να ξέρει από πότε γνωρίζει τον κατηγορούμενο, αλλά σίγουρα τον γνώρισε το
  3. Δεν λαμβάνει απαραίτητα γνώση για οιαδήποτε πράξη. Αναφορικά με τα προηγούμενα δάνεια που ανέφερε στην παράγραφο 4 της γραπτής του κατάθεσης, ανέφερε ότι δεν μπορεί να ξέρει ποιός τα έκανε, αλλά πιθανόν να τα έκανε ο προηγούμενος διευθυντής κος Σάββας Χ΄΄ Χαραλάμπους ο οποίος αποχώρησε στις 4/3/05, όπου και τον αντικατέστησε. Ανέφερε ότι έχουν κάποιους κανονισμούς για τακτοποίηση προηγούμενων δανείων, όπως οι εγγυητές να είναι οι ίδιοι, να είναι τα ίδια αντικείμενα, να πληρωθεί κάποιο ποσό κλπ. Επειδή δεν εξέταζε αίτηση νέου δανείου, δεν εξέτασε αν η εταιρεία M. Tsivicos Trading Co Limited ασχολείται με κάτι ή αν η σύζυγος του κατηγορουμένου ή ο ίδιος ο κατηγορούμενος εργάζονται κάπου, ούτε εξέτασε αν ο κατηγορούμενος είχε συναλλαγές με τους παραπονούμενους, διότι είχε τα αρχεία που εξέτασε και ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τακτοποίηση προηγούμενων δανείων. Διαφώνησε σε υποβολές ότι εγνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και ότι παραχωρήθηκε δάνειο λόγω της ύπαρξης ενός μεγάλου καταστήματος, αναφέροντας ότι εάν το εγνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας, δεν θα ενέκρινε την εγγύηση του ή θα ζητούσε την αντικατάσταση του και ότι ενόμιζε ότι ασχολείτο με την εμπορία ξηρών καρπών. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 3, αν ενημερώνονται οι τράπεζες όταν πτωχεύσουν οι τράπεζες, ανέφερε ότι αντιλαμβάνεται πως ναι. Ανέφερε επίσης ότι το γραφείο των παραπονουμένων, πρέπει να είχε ενημερωθεί για την πτώχευση του κατηγορουμένου το 1991, όπου το όνομα των παραπονουμένων το 1991 ήταν Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις. Επίσης ανέφερε, όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 3, ότι το εν λόγω έγγραφο είναι ειδοποίηση του Επίσημου Παραλήπτη ότι ο κατηγορούμενος έχει πτωχεύσει και ότι οι παραπονούμενοι έχουν ενημερωθεί για αυτό το γεγονός, δηλαδή της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου. Είπε ότι χωρίς να αμφισβητεί ότι οι Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις ενημερώθηκαν για την πτώχευση του κατηγορουμένου, επειδή το 1991 δεν υπήρχε τμήμα παρακολούθησης αγωγών στην Πάφο, πιθανόν δεν ενημερωθήκαν ως Πάφος, αλλά και να είχαν ενημερωθεί, δεν είχαν ηλεκτρονικό αρχείο στο οποίο θα μπορούσαν να ανατρέξουν. Υπάρχει ένα χειρόγραφο αρχείο το οποίο ξεκίνησε να τηρείται το 1996-1997, αλλά και πάλι λόγω του ότι θεωρούσαν ως υποχρέωση των πτωχευσάντων να τους ενημερώνουν, δεν προσέτρεξαν σε αυτό. Ηλεκτρονικό αρχείο έγινε το 2007 και από τότε ξέρουν όλους τους πτωχεύσαντες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και εφόσον του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η παρούσα διαδικασία καταχωρήθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο εναντίον αναρμόδιου προσώπου επειδή η συμφωνία δανείου τεκμήριο 4, δεν έγινε με τους παραπονούμενους και ότι ο ίδιος δεν εξασφάλισε οιανδήποτε πίστωση. Είπε ότι στην ουσία έγινε επαναχρηματοδότηση της εταιρείας M. Tsivicos Trading Co Limited επειδή οι παραπονούμενοι εγνώριζαν ότι η εν λόγω εταιρεία εκμεταλλευόταν μεγάλο κατάστημα πώλησης ρούχων, υποδημάτων και είδη προικός στην Πάφο. Κλήθηκε από τους παραπονούμενους να υπογράψει ως εγγυητής προφανώς για να τον πιέσουν προσωπικά αλλά και για να ωφεληθούν οι παραπονούμενοι από την παραχώρηση του δανείου. Ανέφερε ότι τόσον ο Μ.Κ. 2 Σάββας Δουκανάρης, τόσον και ο συνάδελφος του Μ.Κ.2 Σάββας Χαραλάμπους, γνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος είχε πτωχεύσει, αλλά και για την ύπαρξη του εν λόγω καταστήματος, το οποίο κατά τις 29/9/06 καταστράφηκε από πυρκαγιά και έκτοτε δεν επαναλειτούργησε ξανά. Είπε ότι είναι αθώος διότι δεν εξασφάλισε πίστωση. Ήταν από ένα χρέος επ΄ ονόματι της γυναίκας του και τον προέτρεψαν οι Σάββας Δουκανάρης και ο Σωτήρης Χαραλάμπους, πληρώνοντας τα καθυστερημένα, να γίνει νέο δάνειο πάνω στην εταιρεία, βάζοντας τον να υπογράψει ως εγγυητής εν γνώσιν τους ότι ήταν πτωχεύσας, όπως συνέβαινε και το ίδιο με όλους στο τμήμα στις Χρηματοδοτήσεις. Ανέφερε ότι δεν έλαβε δάνειο και πιστεύει ότι αυτό το έκαναν επίτηδες για να τον εκβιάσουν οι Χρηματοδοτήσεις της Λαϊκής. Κατά την αντεξέταση του, αναγνώρισε την υπογραφή του επί του τεκμηρίου 4 και ήξερε ότι δεν μπορούσε να υπογράψει, αλλά όταν είναι εις γνώσιν αυτών, μπορεί. Σε υποβολή που του έγινε ότι οι παραπονούμενοι είναι αρμόδιο πρόσωπο επειδή έγινε αλλαγή στο όνομα στις 25/1/2008, ανέφερε ότι αυτό δεν το γνωρίζει. Πήγε στον κ. Δουκανάρη, ο οποίος του ανανέωσε τα δάνεια, με την γυναίκα του και τον Σάββα Χαραλάμπους. Όχι μόνο ο κος Δουκανάρης ήξερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, αλλά του το ανέφερε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Επειδή ήξερε ο κος Δουκανάρης ότι η εταιρεία είχε ένα μεγάλο κατάστημα με είδη ένδυσης και υπόδυσης και ότι αυτό πήγαινε πολύ καλά, γι΄ αυτό πιστεύει ότι τον έβαλε να υπογράψει. Τέλος ανέφερε ότι από το 1991 δεν είχε δάνειο ή λογαριασμό στην τράπεζα και αναρωτήθηκε πως τον δέχτηκαν ως εγγυητή. Του είπαν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να υπογράψει και υπόγραψε. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο Μ.Κ. 1 κος Νίκος Νικολαίδης άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε όσα εγνώριζε για την υπόθεση και δεν υπέπεσε σε οιανδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα οιανδήποτε δόση υπερβολής για να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ουσιαστικά η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αλλά του ζητήθηκε να δώσει διευκρινήσεις τις οποίες και έδωσε. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 Σάββα Δουκανάρη, την απορρίπτω όσον αφορά τα καίρια και αμφισβητούμενα σημεία, δηλαδή στους ισχυρισμούς του ότι δεν εγνώριζαν οι παραπονούμενοι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας και ότι ο κατηγορούμενος δεν τους ενημέρωσε για αυτό το γεγονός. Διέκρινα ότι από το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν διάχυτη η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση των παραπονουμένων, ιδίως σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του, ότι οι παραπονούμενοι δεν εγνώριζαν το γεγονός της πτώχευσης του κατηγορουμένου και ότι ο κατηγορούμενος δεν τους ενημέρωσε για το εν λόγω γεγονός, θέσεις τις οποίες απορρίπτω για τους πιο κάτω λόγους: Α) Προσπαθώντας να προωθήσει την θέση των παραπονουμένων, ανέφερε ότι δεν εγνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας και ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε από τους παραπονούμενους το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσας. Αυτό όμως και ιδίως η θέση του ότι οι παραπονούμενοι δεν εγνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, έρχεται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, με το περιεχόμενο του οποίου ουσιαστικά δεν διεφώνησε και σύμφωνα με το οποίο οι Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις ενημερώθηκαν για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας. Β) Προσπάθησε, σε μια προσπάθεια του να υποστηρίξει τους παραπονούμενους, λέγοντας ότι ενδεχομένως να μην ενημερώθηκε το γραφείο της Πάφου αλλά τα γραφεία των παραπονουμένων στην Λευκωσία. Αυτό όμως δεν έχει οιανδήποτε βαρύτητα, διότι δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο οιεσδήποτε εσωτερικές ατέλειες ως προς την ενημέρωση ή επικοινωνία μεταξύ των υποκαταστημάτων των παραπονουμένων σε διάφορες πόλεις αναφορικά με την πτώχευση κάποιων ατόμων, ούτε ο τρόπος, το είδος ή η μορφή του αρχείου που τηρούσαν οι παραπονούμενοι αναφορικά με τα άτομα τα οποία είναι πτωχεύσαντες. Γ) Ούτως ή άλλως στον τίτλο επί του κατηγορητηρίου αναγράφεται ως παραπονούμενη εταιρεία η εταιρεία Marfin Popular Bank Public Co Ltd από την Λευκωσία και στην παρούσα υπόθεση, το υποκατάστημα των παραπονουμένων στην Πάφο, δεν αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από αυτήν των παραπονουμένων που αναγράφεται επί του τίτλου του κατηγορητηρίου, ούτε βεβαίως υπήρξε τέτοια εισήγηση. Δ) Ούτε μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Κ. 2 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε πείρα χρόνων σε θέματα τραπεζικών δανείων, να μην εξέτασε προτού παραχωρήσει δάνειο στην εταιρεία M. Tsivicos Trading Co Limited για ένα αρκετά μεγάλο ποσό, εάν ο κατηγορούμενος εργαζόταν ή εάν είχε συναλλαγές με τους παραπονούμενους. Ε) Η θέση του Μ.Κ. 2 ότι ικανοποιήθηκε πως πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την χορήγηση του δανείου και γι΄ αυτόν τον λόγο δεν εξέτασε τα πιο πάνω, δεν είναι πειστικός και λογικός, διότι ένας τραπεζικός οργανισμός προτού παραχωρήσει μια τόσο σημαντική σε ύψος τραπεζική διευκόλυνση, είναι λογικό και αναμενόμενο να ζητήσει σημαντικές και καθοριστικής σημασίας πληροφορίες αναφορικά με την εισοδηματική ικανότητα ενός υποψήφιου πελάτη ή εγγυητή. Γι΄ αυτούς τους λόγους κρίνω ως λογικούς, πειστικούς και αληθείς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή οι παραπονούμενοι εγνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, τόσον δια μέσου του τεκμηρίου 3, αλλά τόσον και από την ενημέρωση που έτυχαν από τον ίδιον τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο και δεν δίστασε να απαντήσει με θετικό τρόπο τα όσα διαδραματίστηκαν και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο είναι η πιο λογική, σαφής και σταθερή και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Αναφορικά με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η παρούσα διαδικασία προωθήθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, διότι ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία ονομαζόταν Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις το έτος 1991. Αναφορικά με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον αναρμόδιου ανθρώπου, αυτή απορρίπτεται διότι το Δικαστήριο θα αποφασίσει, κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που ήγειρε εναντίον του κατηγορουμένου. Αναφορικά με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα και είναι άκυρο, αυτό θα εξεταστεί με βάση την έκθεση του αδικήματος και τις λεπτομέρεις αυτού, με καθοδήγηση από την σχετική επί του θέματος νομολογία και τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο διέπει τη σύνταξη κατηγορητηρίων: «η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο ποινικό αδίκημα συνιστάται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή». Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σφάλμα στην έκθεση του αδικήματος ή των λεπτομερειών του, τότε μόνο πλήττει το κύρος του κατηγορητηρίου όταν, καταδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω του λάθους αυτού παραπλανήθηκε ή επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Σ. Μαρκίδη ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1999)2, Α.Α.Δ, 598 και συγκεκριμένα στις σελ.601 και 602, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα που σήμερα εξετάζεται: «Κακή στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου λόγω παράλειψης συμπερίληψης στην έκθεση του αδικήματος του άρθρου 12 του Ν. 4/78, η παράλειψη συμπερίληψης οποιουδήποτε άρθρου του νόμου σχετικού προς τη στοιχειοθέτηση και οριοθέτηση του αδικήματος δεν επάγεται την ακυρότητα της κατηγορίας όπως ρητά ορίζεται από την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ. 155. Μόνο όπου εμφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε από το λάθος στη διατύπωση της κατηγορίας δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων διαφωτιστικών για την ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης. (βλ. Fourri v. The Republic
(1980)2 CLR 152, Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337, Begonia Fashions v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451). Σχετική επί του προκειμένου είναι και η πρόσφατη απόφαση που δόθηκε από τον Ηλιάδη, Δικαστή, στην Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194). Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντος θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Κεφ. 154 η οποία εξομοιώνει τη συνέργεια με την αυτουργία, στην προκειμένη περίπτωση την παράλειψη της εταιρείας να υποβάλει τις προβλεπόμενες από το νόμο δηλώσεις και προβλεπόμενους λογαριασμούς. Το άρθρο 2 του Κεφ. 155, ρητά προβλέπει ότι συνεργός μπορεί να κατηγορηθεί ως αυτουργός. Στην πρόσφατη απόφαση μας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas and Associates Ltd κ.α.
(1999)2 ΑΑΔ 523, εξηγείται ότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα ρητά προβλέπει ότι ο κάθε ένας ο οποίος εμπλέκεται στο αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σ' αυτό μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. (Επί του ιδίου θέματος βλ. Adini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Χωρίς να αποφασίζουμε ότι η συμπερίληψη του άρθρου 12 του Ν. 4/78 στην έκθεση των αδικημάτων ήταν ως θέμα ορθής διατύπωσης του κατηγορητηρίου απαραίτητη, η μη συμπερίληψη του δεν είχε οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στη διαμόρφωση και προβολή της υπεράσπισης του εφεσείοντος (κατηγορούμενου), διαπίστωση που θέτει τέρμα στην περαιτέρω εξέταση του θέματος.» Επίσης όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας, 1999
(2)ΑΑΔ 395, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «Η διαπίστωση ελαττώματος στο κατηγορητήριο δεν ακυρώνει απαραίτητα τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τους εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει τη καταδίκη (βλ. Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)2 CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2ΑΑΔ 194, επαναλήφθηκε η θέση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη του κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο, μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. επίσης Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Ξυδιά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225).» Συμπερασματικά λοιπόν και με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που τέθηκαν από την πιο πάνω Νομολογία, για να κριθεί ότι ένα κατηγορητήριο είναι άκυρο, θα πρέπει να συνυπάρχουν σε μια κατηγορία περισσότερα του ενός αδικήματα και να δημιουργείται σύγχυση στον κατηγορούμενο αναφορικά με ποιό ή ποιά αδικήματα βρίσκεται αντιμέτωπος, έτσι ώστε η διαδικασία και γενικά η δίκη να επηρέασε τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματα του. Στην παρούσα περίπτωση, πράγματι τόσον στην έκθεση του αδικήματος, αλλά και στις λεπτομέρειες του, καταγράφονται δύο αδικήματα και τα συστατικά στοιχεία αυτών είναι διαφορετικά. Συγκεκριμένα το πρώτο αδίκημα που καταγράφεται σε αυτό, είναι το αδίκημα του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5, όπου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα 2) στην έκταση των 10 και πλέον λιρών 3) χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Το δεύτερο αδίκημα που καταγράφεται επί του κατηγορητηρίου, είναι αυτό του άρθρου 118(α) του Κεφ. 5, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσα με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο μέσο. (β) Κατά την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης. Στην παρούσα υπόθεση, η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης δεν ευσταθεί για τους πιο κάτω λόγους: Α) Δεν υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας οιαδήποτε ένσταση περί ακυρότητας του κατηγορητηρίου, δυνάμει του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Β) Δεν διέκρινα ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση σε οποιοδήποτε στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, να μην έχει αντιληφθεί ποιά υπόθεση είχε να αντιμετωπίσει. Γ) Μέσα από την γραμμή που ακολούθησε κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και της αντεξέτασης των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής και των θέσεων που υπέβαλε σε αυτούς, αλλά και κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, η πλευρά της υπεράσπισης έδωσε πλήρως την δική της εκδοχή, αποκρούοντας ουσιαστικά και τα δύο αδικήματα που αντιμετώπιζε με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς να προβάλει την θέση ότι δεν αντιλαμβάνεται ποιά υπόθεση είχε να αντιμετωπίσει, αλλά ούτε το Δικαστήριο διέκρινε οιαδήποτε βλάβη στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και όπως ανάφερα πιο πάνω, αντιμετωπίζει δύο αδικήματα, αυτά των άρθρων 117(α) και 118(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  2. Το άρθρο 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, προνοεί τα ακόλουθα: << Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε — (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε· είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: 1) η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα 2) στην έκταση των 10 και πλέον λιρών 3) χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Το άρθρο 118(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, προνοεί τα ακόλουθα: «Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη∙ (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του∙ (γ) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης από πτωχεύσα κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσα με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο μέσο. (β) Κατά την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης. Αναφορικά με τον όρο <<ψευδείς παραστάσεις>>, το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» ΕΥΡΗΜΑΤΑ Μέσα από την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεχτή ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη, προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα: Α) Στις 3/5/1991 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 30/1991, εξέδωσε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου. Β) Η κήρυξη της πτώχευσης του κατηγορούμενου έγινε στις 30/10/
  3. Γ) Μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν αποκαταστάθηκε από την πτώχευση. Δ) Οι παραπονούμενοι, ενημερώθηκαν από τον Επίσημο Παραλήπτη δια μέσου της ειδοποίησης ημερομηνίας 7/6/1991, δηλαδή δια μέσου του τεκμηρίου 3, ενημερώθηκαν για το γεγονός της έκδοσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου και το όνομα των παραπονουμένων ήταν τότε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Ε) Στις 16/5/2005 στην Πάφο, οι παραπονούμενοι παραχώρησαν δάνειο στην εταιρεία M. Tsivicos Trading Co Limited δάνειο ενοικιαγοράς και στην ουσία ήταν επαναχρηματοδότηση της εν λόγω εταιρείας, για το ποσό των £ 16,478,69 ( € 28,155,51 ) με εγγυητές την σύζυγο του κατηγορούμενου και τον ίδιο. Ζ) Όταν οι παραπονούμενοι παραχωρούσαν στην εταιρεία M. Tsivicos Trading Co Limited δάνειο ενοικιαγοράς και στην ουσία ήταν επαναχρηματοδότηση της εν λόγω εταιρείας, για το ποσό των £ 16,478,69 ( € 28,155,51 ) με εγγυητή τον κατηγορούμενο, εγνώριζαν ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, διότι ο κατηγορούμενος αποκάλυψε αυτά τα γεγονότα στους παραπονούμενους. Συνεπώς και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο κάτω: Α) ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε από τους κατηγορούμενους ότι εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, Β) ότι οι παραπονούμενοι δεν εγνώριζαν ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας Γ) ότι ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τους παραπονούμενους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο Δ) ότι οι παραπονούμενοι εξαπατήθηκαν από τον κατηγορούμενο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο Εν΄ όψει των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται. Η κατηγορούσα αρχή να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, κατά ¾ εν΄ όψει της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και της έκδοσης εναντίον του εντάλματος σύλληψης. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε. Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.