← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σωκράτης Σωκράτους, Αρ. Υπόθεσης: 5754/08, 22.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σωκράτης Σωκράτους, Αρ. Υπόθεσης: 5754/08, 22.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5754/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Σωκράτης Σωκράτους Ημερομηνία: 22.2.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Καρακώστα. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 15.9.07 στην Τίμη της Επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε εναντίον του Χαράλαμπου Πεγειώτη και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι, ως ήταν ξεκάθαρα η θέση της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία για το επεισόδιο που έγινε στο καφενείο της Τίμης στην παρουσία του Μ.Κ.1 αλλά σε αυτό που προηγήθηκε στον ίδιο χώρο νωρίτερα την ίδια μέρα. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος και ακόμη δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε και ένα μάρτυρα. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσων των μαρτύρων όσο και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 1675 Μάριος Παντελίδης του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών, ο οποίος στις 15.9.07 μετά που κλήθηκε από τον αδελφό του παραπονούμενου πήγε με συνάδελφό του στο σπίτι του πιο πάνω προσώπου στην Τίμη, όπου και συνάντησε τον παραπονούμενο και τον πατέρα του. Εκεί ο παραπονούμενος τους είπε ότι πριν λίγα λεπτά του είχαν επιτεθεί κάποια άγνωστα του πρόσωπα έξω από το καφενείο της Τίμης και ζήτησε να μεταβούν στο μέρος για να τους υποδείξει αυτά τα άτομα. Όταν έφθασαν έξω από το καφενείο ο παραπονούμενος τρέχοντας εισήλθε στο καφενείο και άρχισε να ανταλλάσει γροθιές με τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.1 αμέσως έτρεξε με το συνάδελφό του και σταμάτησαν το επεισόδιο. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος μπήκε στο όχημα του και με συνοδηγό τον πατέρα του έφυγαν από το μέρος χωρίς να υποδείξει τα άτομα που τον χτύπησαν νωρίτερα. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι προχώρησαν να κατηγορήσουν τον κατηγορούμενο από τα χαρακτηριστικά που τους έδωσε ο παραπονούμενος και συγκεκριμένα κάποια τατουάζ στο σώμα του. Διευκρίνισε δε ότι ο παραπονούμενος δεν τους είπε τι συμβολίζει το τατουάζ. Ο Μ.Κ.1 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε τόσο όταν συνάντησε τον παραπονούμενο και τον πατέρα του αρχικά όσο και τα όσα ακολούθησαν στο καφενείο στην παρουσία του και η όλη μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω δέχομαι τη μαρτυρία του. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος Χαράλαμπος Πεγειώτης και ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο πατέρας αυτού Κυριάκος Πεγειώτης, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν μαζί με τον παραπονούμενο. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο πατέρας του πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Προσπάθησαν κατά τη μαρτυρία τους να εμπλέξουν τον κατηγορούμενο στο όλο επεισόδιο και να πείσουν ότι αυτός επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Οι θέσεις τους όμως δεν ήταν πειστικές αφού κατά τη μαρτυρία τους περιέπεσαν σε αρκετές ουσιώδεις αντιφάσεις τόσο σε σχέση με τα όσα ο καθένας ξεχωριστά ανέφερε αλλά και μεταξύ τους ενώ κάποια ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας τους διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Ο παραπονούμενος είπε στην κατάθεση του τεκμήριο 4, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ότι όταν έφτασε αυτός με τον πατέρα του στους καφενέδες της Τίμης είδε τον γείτονα του αδελφού του να σταθμεύει το αυτοκίνητο του και να κατεβαίνει κάτω. Σταμάτησαν και αυτοί για να μιλήσουμε μαζί του και να βρουν μια λύση στα προβλήματα που είχε με τον αδελφό του. Ο παραπονούμενος τον ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημα και εκείνος αμέσως άρχισε να φωνάζει και σε λίγο ήρθαν στο μέρος καμία πενηνταριά άτομα και τρεις από αυτούς που ήταν νεαροί, περίπου 25-26 χρονών, με προτροπή του γείτονα του αδελφού του, άρχισαν να τον κτυπούν με γροθιές στο πρόσωπο. Στην αντεξέταση του όμως ο παραπονούμενος δεν ανέφερε απλά ότι ο γείτονας του αδελφού του άρχισε να φωνάζει αλλά ότι τον έβρισε και ότι μάλιστα του επιτέθηκε προσπαθώντας να τον χτυπήσει με γροθιές στο πρόσωπο. Σε άλλο μάλιστα σημείο της αντεξέτασης του δεν περιορίστηκε στο να κάνει αναφορά σε προσπάθεια να χτυπηθεί αλλά είπε ότι το πρόσωπο αυτό τον χτύπησε ελαφρώς στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στο στόμα. Ο δε Μ.Κ.3 σε αντίθεση με τα όσα είπε ο παραπονούμενος ανέφερε στην κατάθεση του τεκμήριο 5, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ότι ενώ ο γιος του καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο ο Μαύρος «μούνταρε» τον γιο του και του χτύπησε με τα χέρια του. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι είδε ότι ο Μαύρος μούνταρε το γιο του αλλά δεν είδε αν τον χτύπησε. Δεν είναι λογικό όμως το ότι ενώ καθόταν δίπλα από το γιο του μέσα στο αυτοκίνητο και είδε ότι ο Μαύρος «μούνταρε» το γιο του να μην είδε και αν τον χτύπησε. Είναι δε προφανές ότι με τον πιο πάνω τρόπο ο Μ.Κ.3 προσπάθησε να προσαρμόσει τη μαρτυρία του ώστε να συνάδει με αυτήν του παραπονούμενου γιου του. Όσον αφορά τα άτομα που τον χτύπησαν ο παραπονούμενος στην κατάθεση του είπε ότι δεν τους γνώριζε και ότι πρώτη φορά τους έβλεπε αλλά τους θυμάται και αν τους ξαναδεί σίγουρα μπορεί να τους αναγνωρίσει. Ανέφερε δε ότι ο ένας είχε ένα τατουάζ στο στήθος που ήταν μια γραμμή που ξεκινούσε από την κοιλιά του και κατάληγε σε σταυρό στο στήθος του, ήταν ψηλός περίπου 175-180 εκ. με κοντά καστανά μαλλιά και αδύνατος. Ο δεύτερος είχε πολύ κοντά καστανά μαλλιά, είχε ένα μικρό ασημένιο σκουλαρίκι στο αυτί και είχε ύψος περίπου 170-175 εκ. Ο τρίτος ήταν ψηλός 175-180 εκ. με καστανά μαλλιά χτενισμένα προς τα πάνω, λεπτός και είχε σπυράκια στο στήθος. Επίσης ένας από τους τρεις είχε τατουάζ πάνω στην πλάτη του που απεικόνιζε την σπονδυλική του στήλη αλλά δεν θυμάται συγκεκριμένα ποιος από τους τρεις. Στην αντεξέταση του είπε ότι έκανε περιγραφή στον αστυνομικό για τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα ανάμεσα σε άλλα ότι είχε στο στήθος ένα σταυρό που κατέβαινε κυκλικά με γραμμή στην κοιλιά του. Ο άλλος είπε, ήταν ο Κωνσταντίνος Σωκράτους, ο οποίος έχει στην πλάτη τατουάζ που απεικονίζει την σπονδυλική του στήλη. Το ότι όμως ο κατηγορούμενος έχει στο στήθος το τατουάζ που ισχυρίζεται ο παραπονούμενος διαψεύδεται μέσα από τα όσα διαφάνηκαν από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος υπέδειξε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο τα τατουάζ που έχει στο σώμα και ήταν ένα τατουάζ στο δεξί μπράτσο το οποίο απεικονίζει μια τίγρη και ακριβώς από κάτω κάτι σαν περιλαίμιο σκύλου, ένα τατουάζ στην πλάτη κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης το οποίο αποτελείται από σειρά κινέζικων γραμμάτων ενώ στο στήθος δεν έχει τατουάζ που απεικονίζει σταυρό αλλά ένα μικρό κινέζικο τατουάζ στο στήθος αριστερά. Ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του είπε σχετικά ότι τρία ή τέσσερα άτομα επιτέθηκαν στο γιο του και στην κυρίως εξέταση του είπε ότι θυμάται ότι ο ένας εκ των τριών ήταν ο κατηγορούμενος γιατί όταν χτυπούν το παιδί σου μπροστά σου δεν ξεχνάς ποτέ. Ο γιος του δέχθηκε δυο τρία κτυπήματα αλλά μετά από επέμβαση άλλων χωριανών τους τράβηξαν πίσω και μπόρεσαν να μπουν στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Εκείνα τα 3 άτομα ήταν νεαροί ηλικίας 25-28 χρονών. Ο ένας από αυτούς είχε τατουάζ στο στήθος που έμοιαζε με σταυρό που ξεκινούσε από την κοιλιά και πήγαινε μέχρι το στήθος. Στην αντεξέταση του δε είπε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος. Αυτό όμως ως έχει αναφερθεί ανωτέρω διαψεύδεται από τα τατουάζ που φαίνονται στο σώμα του κατηγορούμενου. Όσον αφορά τους άλλους δύο ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του είπε ότι δεν πρόσεξε κάτι διότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Στην αντεξέταση του όμως προφανώς και πάλι για να προσαρμόσει τη μαρτυρία του με αυτή του γιου του είπε ότι είδε και άλλους να έχουν τατουάζ αλλά δεν τα πρόσεξε καλά. Η θέση του όμως ότι δεν πρόσεξε καλά τα τατουάζ έρχεται σε αντίθεση με αυτό που είπε στην κυρίως εξέταση του ότι θυμόταν ότι ο ένας εκ των τριών που χτυπούσε το γιο του ήταν ο κατηγορούμενος γιατί όταν χτυπούν το παιδί σου μπροστά σου δεν ξεχνάς ποτέ. Από αυτό προκύπτει ότι η μνήμη του μάρτυρα ήταν επιλεκτική. Όταν στην αντεξέταστη του του υπομνήσθηκε στην ουσία αυτό που είπε στην κυρίως εξέταση του απάντησε ότι το ανέφερε αυτό γιατί ήταν τον κατηγορούμενο που είδε να χτυπά το γιο του. Σε επόμενη δε ερώτηση αν δηλ. δεν είδε άλλους να χτυπούν το γιο του είπε, σε αντίθεση με την κατάθεση του, αλλά και με τα όσα είπε ο παραπονούμενος ότι μόνο τον κατηγορούμενο είδε να τον χτυπά. Και αυτό παρά το ότι ως ο ίδιος είπε βρισκόταν 1-1 ½ μέτρο από το γιο του και μπορούσε να δει πολύ καλά. Για να δικαιολογήσει δε αυτή του την ασυνέπεια στη μαρτυρία του και ενώ είπε ότι ο ίδιος στεκόταν έξω από την πόρτα του συνοδηγού σε άλλο σημείο στην κατάθεση του είπε ότι από εκεί που ήταν έβλεπε την πλάτη του γιου του και καθαρά το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Περαιτέρω ο Μ.Κ.3 για πρώτη φορά στην αντεξέταση του είπε ότι προσπάθησαν να χτυπήσουν και τον ίδιο μετά που τους τράβηξαν πίσω και ότι μάλιστα χτυπούσαν το αυτοκίνητο και έσπασαν τον ανεμοθώρακα. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης είπε ότι έσπασαν και την πόρτα. Το ότι όμως προσπάθησαν να χτυπήσουν και αυτόν έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του γιου του ότι δεν επιτέθηκαν στον πατέρα του. Για δε την πρόκληση ζημιάς στο αυτοκίνητο ο παραπονούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε ενώ η θέση αυτή του Μ.Κ.3 διαψεύδεται και πάλι από το Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι δεν πρόσεξε οποιεσδήποτε ζημιές στο αυτοκίνητο ενώ λογικά ζημία του μεγέθους που ανέφερε ο Μ.Κ.3 θα έπρεπε να γίνει αντιληπτή. Όσον αφορά το τι βλάβες υπέστη ο παραπονούμενος είπε ότι είχε και γρατσουνιές στα ούλη και ότι εκείνη την ώρα τα ούλη του φαίνονταν πρησμένα αλλά δεν είχε αίματα. Όταν βρέθηκε με τους αστυνομικούς μετά ήταν χτυπημένος και τους το ανέφερε αυτό. Αυτό όμως διαψεύδεται από το Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι όταν είδε τον παραπονούμενο αυτός δεν ήταν χτυπημένος ενώ δεν είπε ότι ο παραπονούμενος τους ανέφερε κάτι τέτοιο. Ήταν επίσης η θέση του παραπονούμενου ότι μετά από όλα τα χτυπήματα που δέχτηκε ένιωθε ζάλη. Η θέση του όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί δεν είναι λογικό ενώ, ως ισχυρίζεται, δέχθηκε τόσο δυνατά χτυπήματα με γροθιές στο κεφάλι, τα οποία μάλιστα δεν μέτρησε στον αριθμό, να μπόρεσε να οδηγήσει ξανά πίσω στο επίδικο μέρος και μάλιστα βιαστικά ως φαίνεται, αφήνοντας πίσω τον πατέρα του, με σκοπό να υποδείξει στους αστυνομικούς ποιοι τον χτύπησαν και αντί αυτού μπήκε στο καφενείο και άρχισε να ανταλλάσει γροθιές με τον κατηγορούμενο. Ο δε Μ.Κ.3, σε αντίθεση με το γιο του, είπε ότι ο τελευταίος είχε λίγα αίματα στα χείλη. Μάλιστα είπε ότι αυτό φαινόταν και μετά όταν συνάντησαν τους αστυνομικούς πράγμα που ως προαναφέρθηκε διαψεύδεται από τον Μ.Κ.1. Περαιτέρω η θέση του παραπονούμενου αλλά και του πατέρα του ήταν ότι όταν επέστρεψε στο καφενείο ο παραπονούμενος τα τρία άτομα που τον χτύπησαν προηγουμένως του επιτέθηκαν αμέσως. Επίσης ήταν η θέση του παραπονούμενου ότι δεν πιάστηκε στα χέρια μαζί τους αλλά αμυνόταν καθώς και ότι όταν στη συνέχεια βγήκε έξω οι ίδιοι νεαροί άρχισαν πάλι να τον χτυπούν με γροθιές και μάλιστα τον κυνηγούσαν για εκατό μέτρα και συνέχιζαν να τον χτυπούν. Τα πιο πάνω όμως διαψεύδονται από το Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος τρέχοντας εισήλθε στο καφενείο και άρχισε να ανταλλάσει γροθιές με τον κατηγορούμενο και ότι στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 με τον συνάδελφο του έτρεξαν και σταμάτησαν το επεισόδιο και ακολούθως ο παραπονούμενος με τον πατέρα του μπήκαν στο αυτοκίνητο τους και έφυγαν από το μέρος. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν ήταν ειλικρινείς και η μαρτυρία τους απορρίπτεται στο σύνολο της. Όσον αφορά το ιατρικό έντυπο (τεκμήριο 6) ημερ. 15.9.07, το περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται σε σωματικές βλάβες που διαπιστώθηκαν από εξέταση του παραπονούμενου περί ώρα 18:45 της ίδιας μέρας, πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που το συνέταξε ήτοι η Δρ. Μάρω Σβανά δηλ. αυτή που έκανε την αρχική δήλωση δεν κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Η απουσία λοιπόν του προσώπου αυτού στέρησε έτσι από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 6 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Τούτου λοιπόν δεδομένου αλλά λαμβάνοντας υπόψη και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής αυτή μαρτυρία καμία βαρύτητα. Πέραν τούτου θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αν δινόταν βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία αυτό που θα αποδεικνυόταν είναι μόνο ότι η ώρα 18:45 διαπιστώθηκε ότι ο παραπονούμενος έφερε κάποιες σωματικές βλάβες. Με άλλα λόγια αυτό δεν θα συνιστούσε απόδειξη ότι τις βλάβες αυτές τις επέφερε ο κατηγορούμενος κατά το επεισόδιο για το οποίο κατηγορείται. Σε σχέση δε με αυτό θα πρέπει άλλωστε να υπομνησθεί ότι ο παραπονούμενος λίγη ώρα μετά τον εν λόγω επεισόδιο ενεπλάκη σε ακόμη ένα παρόμοιο επεισόδιο. Εξετάζοντας τώρα τη μαρτυρία του κατηγορούμενου θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν η θέση του ως την περιέγραψε στην κατάθεση του (τεκμήριο 7), την οποία και υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία του, ότι κατά τον επίδικο χρόνο δηλ. στις 15.9.07 και γύρω στις 17:40 ενώ βρισκόταν εντός του καφενείου άκουσε φωνές, βγήκε έξω και είδε τον Αντρέα άλλως Μαύρο και κάποιο άγνωστο άντρα, που αργότερα έμαθε ότι είναι ο παραπονούμενος, να προσπαθεί να τον χτυπήσει. Στο σημείο έτρεξαν άλλοι χωριανοί του και τους χώρισαν και ο παραπονούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Στην αντεξέταση του όμως ανέφερε σε σχέση με το ίδιο επεισόδιο ότι είδε και τους δύο να αλληλοσπρώχνονται. Όταν ρωτήθηκε αν άρα δεν ισχύει ότι ο παραπονούμενος προσπαθούσε να χτυπήσει τον Μαύρο έδωσε τη μη πειστική και μη λογική απάντηση ότι αυτό έγινε όταν ο παραπονούμενος ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Όταν δε στη συνέχεια ρωτήθηκε αν ο παραπονούμενος προσπάθησε να χτυπήσει το Μαύρο ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο είπε ότι πιάστηκαν στα χέρια και ότι ο ίδιος δεν έβλεπε πολύ καθαρά. Είπε επίσης ότι είχε πολύ κόσμο εκεί αλλά δεν είδε κανένα να χτυπά τον παραπονούμενο. Στην κατάθεση του επίσης ανέφερε ότι δέκα λεπτά μετά που έφυγε ο παραπονούμενος από το καφενείο επέστρεψε και μπήκε με άγριες διαθέσεις εντός του καφενείου. Ο ίδιος καθόταν σ' ένα τραπέζι με άλλους χωριανούς του και ο παραπονούμενος έριξε το τραπέζι στο έδαφος και στη συνέχεια άρχισε να τους χτυπά. Αυτοί αιφνιδιαστήκαν και δεν αντέδρασαν. Το τελευταίο όμως δηλ. το ότι δεν αντέδρασαν διαψεύδεται από τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε στη μαρτυρία του και συγκεκριμένα ότι ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο αντάλλασσαν γροθιές. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή, με εξαίρεση το μέρος αυτής το οποίο αφορά τα τατουάζ που έχει στο σώμα του, αφού αυτά τα υπέδειξε στο Δικαστήριο καθώς και το χρόνο που τα έκανε, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Σωκράτους, αδελφός του κατηγορούμενου. Ούτε ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές ότι ο σκοπός που προσήλθε στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει τον αδελφό του και όχι για να πει την αλήθεια. Αυτό φαίνεται από το ότι προσπάθησε να προσαρμόσει τη μαρτυρία του με τα όσα είπε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο ενώ η μαρτυρία τους είναι διαφορετική ως προς το που ακριβώς βρισκόταν ο κατηγορούμενος κατά το συγκεκριμένο επεισόδιο. Συγκεκριμένα: Ο Μ.Υ.1 είπε στην κυρίως εξέταση του σε ερώτηση αν είδε κάποιο επεισόδιο μεταξύ του παραπονούμενου και του Ανδρέα Μαύρου ότι αυτός καθόταν στο καφενείο και άκουσε να βρίζει ο ένας τον άλλο, βγήκε ο παραπονούμενος από το αυτοκίνητο και αλληλοσπρώχθηκαν. Όπως όμως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του δεν ανέφερε ότι αλληλοσπρώχθηκαν, κάτι που υποστήριξε μόνο κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο κατηγορούμενος είπε ότι τα δύο πρόσωπα πιάστηκαν στα χέρια. Περαιτέρω ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι ο αδελφός του κατά το επεισόδιο μεταξύ του παραπονούμενου και του Μαύρου βρισκόταν εντός του καφενείου και έπαιζε πιλόττα ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος είπε ότι όταν άκουσε τις φωνές βγήκε έξω από το καφενείο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε ο Μ.Υ.1 ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Παρά το ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.1 δεν έγινε δεκτή, ως έχει λεχθεί ανωτέρω, ούτε η άλλη μαρτυρία ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι αυτή του παραπονούμενου και του πατέρα του, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, έγινε δεκτή. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.