← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΦΙΛΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20636/09, 23.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΦΙΛΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20636/09, 23.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20636/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΦΙΛΗΣ
  2. HONGJUN WANG Ημερομηνία: 23.2.2011 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα. Για κατηγορούμενο 1: κα Κωμοδρόμου. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα την πρώτη κατηγορία για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 1 την 25.11.09, στην Πάφο, εργοδοτούσε παράνομα τον κατηγορούμενο 2, στο εστιατόριο με την ονομασία «5th FLOOR», το οποίο βρίσκεται στην οδό Νεόφυτου Νικολαίδη στην Πάφο, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 1 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 3491 Χάρης Χρυσοστόμου της ΥΑΜ Πάφου. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν το πρόσωπο το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο, μαζί με άλλα μέλη της ΥΑΜ Πάφου, μετέβηκε στον επίδικο χώρο, όπου εντόπισε τον αλλοδαπό (πρώην κατηγορούμενο 2), παρακολούθησε τις κινήσεις αυτού και στη συνέχεια ζήτησε τα στοιχεία του και τον συνέλαβε. Περιέγραψε δε με σαφήνεια τα όσα είδε, αντιλήφθηκε και έπραξε εκείνη τη μέρα στο εν λόγω εστιατόριο καθώς και τα όσα του είπε σχετικά τόσο ο εν λόγω αλλοδαπός όσο και ο κατηγορούμενος 1 με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικώς. Ο Μ.Κ.1 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του έγιναν με αμεσότητα και ευθύτητα, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105 το οποίο έχει ως ακολούθως: «14Β-
(1). Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές». Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
  2. Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
  3. Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη σύμφωνα με τον Νόμο είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Το λεκτικό του άρθρου 14Β
(1)υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Την 25.11.09 και ώρα 11:05 o Μ.Κ.1 της ΥΑΜ Πάφου μετέβηκε με τους συναδέλφους του Αστ. 6, Αστ. 3152 και Αστ. 3390 και με μέλη του Γραφείου Εργασίας στο εστιατόριο με την ονομασία «5th FLOOR», το οποίο βρίσκεται στον πέμπτο όροφο του κτιρίου «Pitokopides Center» στην οδό Νεόφυτου Νικολαίδη 17, στην Πάφο, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτούνταν παράνομοι αλλοδαποί. Αφού έφθασε στο μέρος ο Μ.Κ.1 και μετά από διακριτική παρακολούθηση πέντε περίπου λεπτών εντόπισε στην κουζίνα του εν λόγω εστιατορίου ένα πρόσωπο να ασχολείται με το κόψιμο διαφόρων λαχανικών. Αφού ο Μ.Κ.1 προσέγγισε τον εν λόγω πρόσωπο και του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα τον κάλεσε να του παρουσιάσει τα στοιχεία του. Εκείνος του ανέφερε ότι ονομάζεται HONGJUN και κατάγεται από την Κίνα. Σε ερώτηση του Μ.Κ.1 κατά πόσο είχε άδεια εξάσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος εκείνος του απάντησε αρνητικά. Την ίδια μέρα και ώρα 11:10 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε το εν λόγω πρόσωπο για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο εκείνος απάντησε «here only help». Ακολούθως από διαβατηριακό έλεγχο που διενήργησε σε σχέση με το αναφερόμενο πρόσωπο ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον HONGJUN WANG (δηλ. ο πρώην κατηγορούμενος 2) από την Κίνα, κάτοχο του διαβατηρίου με αριθμό G34442668, ημερ. γεννήσεως 7.7.73, ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο στις 23.6.09 ως επισκέπτης και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής μέχρι τις 25.7.09, οπόταν δεν αναχώρησε και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Το πρόσωπο αυτό κατονόμασε στον Μ.Κ.1 ως εργοδότη του κάποιον Δημήτρη με αρ. τηλ. 99923420, ο οποίος κατά την ώρα εκείνη δεν ήταν παρών. Ανέφερε επίσης στον Μ.Κ.1 ότι αμείβεται με το ποσό των €850 περίπου το μήνα. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς, στον αριθμό τηλεφώνου που του έδωσε ο αλλοδαπός, με τον Δημήτρη, ο οποίος του είπε ότι είναι ο Δημήτρης Μοσφίλης, Δ.Τ.789168, ήτοι ο κατηγορούμενος 1 και αφού ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε αυτόν για τον αλλοδαπό που συνελήφθη να εργάζεται στο εστιατόριο ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι όντως είναι ο εργοδότης αυτού. Όσον αφορά το κατά πόσο ο πρώην κατηγορούμενος 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο αλλοδαπός αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος προέβη σε έλεγχο των στοιχείων αυτού. Άλλωστε αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Καταλήγω λοιπόν ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 είναι από την Κίνα, αφίχθηκε στην Κύπρο στις 23.6.09 ως επισκέπτης και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής μέχρι τις 25.7.09, οπόταν δεν αναχώρησε και έκτοτε και μέχρι τη σύλληψη του από το Μ.Κ.1 διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Συνεπώς κρίνω ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι Κύπριος υπήκοος και άρα είναι αλλοδαπός εν τη εννοία του Κεφ.
  1. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο ο πρώην κατηγορούμενος 2 εργοδοτείτο κατά τον επίδικο χρόνο από τον κατηγορούμενο
  2. Η μαρτυρία η οποία υπάρχει και έγινε δεκτή για αυτό το θέμα είναι η ακόλουθη:
  3. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 εντοπίσθηκε από τον Μ.Κ.1 κατόπιν πεντάλεπτης παρακολούθησης να ασχολείται με το κόψιμο διαφόρων λαχανικών στην κουζίνα του εν λόγω εστιατορίου.
  4. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 μετά τη σύλληψη του κατονόμασε στον Μ.Κ.1 ως εργοδότη του κάποιον Δημήτρη με αρ. τηλ. 99923420, ο οποίος κατά την ώρα εκείνη δεν ήταν παρών. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 ανέφερε επίσης στον Μ.Κ.1 ότι αμείβεται με το ποσό των €850 περίπου το μήνα.
  5. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς, στον αριθμό τηλεφώνου που του έδωσε ο αλλοδαπός, με τον Δημήτρη, ο οποίος του είπε ότι είναι ο Δημήτρης Μοσφίλης, Δ.Τ.789168, ήτοι ο κατηγορούμενος 1 και αφού ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε αυτόν για τον αλλοδαπό που συνελήφθη να εργάζεται στο εστιατόριο ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι όντως είναι ο εργοδότης αυτού. Από τα πιο πάνω προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι ο αλλοδαπός κατά τον επίδικο χρόνο που εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.1 ασχολείτο με το κόψιμο διαφόρων λαχανικών στην κουζίνα δηλ. εκτελούσε εργασία στο εστιατόριο. Περαιτέρω προκύπτει ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 με τον κατηγορούμενο 1 ο τελευταίος όταν πληροφορήθηκε σχετικά ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι είναι εργοδότης του εν λόγω αλλοδαπού, κάτι που συνιστά εξωδικαστική ομολογία. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 λέχθηκε επίσης τα εξής: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Abdebraouf Ben Abdallah Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 134 λέχθηκε επίσης ότι η κρίση πως μια ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία δεν σημαίνει αυτόματα και αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου της. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός την αποδεικτική αξία μιας κατάθεσης και γενικά το κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχτεί σε μια εξωδικαστική ομολογία. Στην παρούσα ο κατηγορούμενος 1 μετά που ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε σε σχέση με τον αλλοδαπό και τη σύλληψη αυτού ομολόγησε αμέσως, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο που να αλλοιώνει την παραδοχή του, ότι όντως εργοδοτούσε τον αλλοδαπό. Δεν έχει δε δοθεί καμία δικαιολογία γιατί ο κατηγορούμενος 1 να παραδεχθεί τόσο αυθόρμητα ένα αδίκημα που δεν διέπραξε. Άλλωστε η θέση της υπεράσπισης, η οποία τέθηκε μέσα από την αντεξέταση του Μ.Κ.1 και δεν έγινε δεκτή εφόσον ο μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστος, ήταν στην ουσία ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έκανε τέτοια δήλωση. Από τα πιο πάνω μπορεί λοιπόν να συναχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ομολογία του κατηγορούμενου 1 ήταν αυθεντική και θεληματική. Τούτου δεδομένου σε συνδυασμό με το ότι και η υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, συνάδει με την εν λόγω ομολογία και δεν καταρρίπτει σε καμία περίπτωση την αλήθεια του περιεχομένου της κρίνω ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ στην ομολογία αυτήν και να αποδεχθώ το αληθές της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ. 105, από τον κατηγορούμενο 1. Όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο πρέπει να λεχθεί ότι από τη στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου 1 να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλίσει τη σχετική άδεια από το αρμόδιο τμήμα του κράτους. Σε σχέση όμως με αυτό δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης τέτοιας άδειας. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου κρίνω το κατηγορούμενο 1 ένοχο στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.