Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κυριάκος Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11142/07, 25.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11142/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Κυριάκος Αντωνίου
- Νεόφυτος Αντρέου
- Ματθαίος Ματθαίου
- Πόλυς Κρεμμάς
- Γιώργος Γεωργίου
- Ηράκλεια Ηρακλέους Ημερομηνία: 25.2.2011 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για Κατηγορούμενους 1, 3, 5 και 6: κ. Κ. Σιαηλής. Για Κατηγορούμενο 2: κ. Ε. Κορακίδης. Για Κατηγορούμενο 4: κ. Τούμπας. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Ως εκ τούτου κάλεσαν το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει αυτούς στον παρόν στάδιο. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε με την εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης όσον αφορά τους κατηγορούμενους 3, 4 και 6 ενώ αντίθετα αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 5 ήταν η εισήγηση της ότι εναντίον τους έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει αυτούς σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Στην παρούσα υπόθεση όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την ίδια κατηγορία τραυματισμού, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος οι κατηγορούμενοι την 8.4.07 στην Τροχαία Πάφου, της Επαρχίας Πάφου, παράνομα τραυμάτισαν τον Λάζαρο Κουτσουρίδη από τη Γεωργία. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως ανέφερε η κα Παπαλαζάρου η κατηγορούσα αρχή στηρίζει την υπόθεση της συγκεκριμένα και αποκλειστικά στα όσα έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο σε γραφείο του Τμήματος Τροχαίας Πάφου όπου και τραυματίσθηκε ο παραπονούμενος στο κεφάλι και όχι στα όσα προηγήθηκαν ή ακολούθησαν του συμβάντος αυτού. Αυτό διευκρινίζεται γιατί από την μέχρι τώρα τεθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι του συμβάντος αυτού προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν σειρά από γεγονότα για τα οποία όμως δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε κατηγορία. Τα όσα δε αναφέρθηκαν σε σχέση με εκείνα τα γεγονότα αφορούν στην ουσία την αξιολόγηση του συνόλου της εκδοχής των μαρτύρων κατηγορίας δηλ. την αξιολόγηση της αξιοπιστία τους ως διερευνάται από το σύνολο της μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν γίνεται στο παρόν στάδιο αλλά στο στάδιο της έκδοσης τελικής απόφασης. Με άλλα λόγια κρίνω ότι για σκοπούς διάγνωσης του κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην παρούσα η μαρτυρία που θα πρέπει να ληφθεί υπόψην είναι εκείνη που αφορά άμεσα το συμβάν στα πλαίσια του οποίου τραυματίσθηκε ο παραπονούμενος στο συγκεκριμένο γραφείο. Όσον αφορά λοιπόν το συμβάν αυτό η μαρτυρία που τέθηκε σχετικά είναι αυτή του παραπονούμενου Λάζαρου Κουτσουρίδη (Μ.Κ.3), του αδελφού αυτού Μανώλη Κουτσουρίδη (Μ.Κ.4) και της γυναίκας του παραπονούμενου Χατούνας Τζιρκβελισβίλη (Μ.Κ.5). Στα πλαίσια έκθεσης της μαρτυρίας αυτής θα πρέπει να γίνει αναφορά στα όσα οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν στις καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία και στους ποινικούς ανακριτές, που διορίσθηκαν για το επίδικο περιστατικό από το Γενικό Εισαγγελέα στις 22.6.07 (Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2), τις οποίες και υιοθέτησαν στο Δικαστήριο καθώς και στη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Επίσης θα πρέπει να γίνει αναφορά και στη μαρτυρία του Μ.Κ.6 Δρα Δημήτρη Γιαννούκου αναφορικά με το τραύμα που έφερε ο παραπονούμενος όταν εξετάσθηκε από τον εν λόγω γιατρό στις 8.4.07 εφόσον οι κατηγορούμενοι προφανώς κατηγορούνται για την πρόκληση του εν λόγω τραύματος. Ο Μ.Κ.4 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 10.4.07 (τεκμήριο 39) ανέφερε σχετικά ότι όταν αυτός μπήκε στο δωμάτιο είδε τον αδελφό του στο έδαφος με τις χειροπέδες και ένα αστυνομικό να τον κλωτσά πάνω στο κεφάλι 3 - 4 φορές. Στην κατάθεση του που έδωσε στους ποινικούς ανακριτές στις 26.6.07 (τεκμήριο 31) είπε ότι όταν μπήκε στο δωμάτιο είδε τρεις - τέσσερεις αστυνομικούς να τον χτυπούν με σφαλιάρες στο κεφάλι και στο σώμα του και τον αστυνομικό που δημιούργησε το επεισόδιο να παίρνει τον αδελφό του από το κεφάλι και να του δίνει τρείς κλωτσιές στο κεφάλι και τότε να τρέχουν αίματα από το κεφάλι του. Τέλος στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.4 ανέφερε σχετικά τα εξής: Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 5 δεν το είδε στο χώρο όπου ανακόπηκαν για άλκοτεστ δηλ. πριν μεταφερθούν στην Τροχαία Πάφου. Δεν απέκλεισε όμως να ήταν εκεί και να μην τον είδε. Σε ερώτηση αν είδε τον κατηγορούμενο 3 να χτυπά τον αδελφό του απάντησε αρνητικά και εξήγησε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο. Όταν ήταν πάνω και άκουσε την φωνή του αδελφού του έτρεξε κατ' ευθείαν στο δωμάτιο που βρισκόταν ο αδελφός του και εκείνη την στιγμή είδε τον κατηγορούμενο 2 που τον χτυπούσε με το πόδι στο κεφάλι. Σε ερώτηση ποιοι αστυνομικοί ήταν στο δωμάτιο με τον αδελφό του απάντησε ότι ήταν όλοι εκτός από την κατηγορούμενη
- Σε ερώτηση αφού ο κατηγορούμενος 3 ήταν κάτω με την σύζυγο του αδελφού του πώς είναι δυνατόν να είναι και πάνω απάντησε ότι ήταν όλοι εκεί. Σε ερώτηση εάν ο κατηγορούμενος 4 χτύπησε τον αδελφό του απάντησε ότι δεν τον είδε. Σε επόμενη ερώτηση εάν τότε είδε μόνο τον κατηγορούμενο 2 απάντησε καταφατικά. Η Μ.Κ.5 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 10.4.07 (τεκμήριο 37) ανέφερε ότι όταν πήραν τον παραπονούμενο σύζυγο της στον 2ον όροφο μαζί με τον αδελφό του αυτή έμεινε κάτω, προσπάθησε να ηρεμήσει και εκεί ήταν ένας κοντός αστυνομικός που την βοηθούσε να ηρεμήσει. Ανέφερε επίσης ότι όταν αργότερα ανέβηκε πάνω και μπήκε στο γραφείο όπου βρισκόταν ο σύζυγος της αυτός ήταν χτυπημένος στο κεφάλι και αιμόφυρτος αλλά δεν είδε κανένα αστυνομικό να τον χτυπά. Στην κατάθεση της στους ποινικούς ανακριτές στις 26.6.07 (τεκμήριο 32) είπε ότι όταν πήγε πάνω είδε όλους τους αστυνομικούς σε ένα γραφείο 5 - 6 άτομα και ένας αστυνομικός να βγαίνει λερωμένος με αίματα και να βρίζει. Στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι ο αστυνομικός που είδε να βγαίνει από το γραφείο λερωμένος με αίματα στα χέρια ήταν ο κατηγορούμενος
- Σε ερώτηση αν στο γραφείο πάνω είδε κάποιον από τους κατηγορούμενους είπε ότι ήταν μόνο άντρες και συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και
- Στην αντεξέταση της είπε ότι ο αστυνομικός που ήταν κάτω μαζί της και τη βοηθούσε να ηρεμήσει όταν ανέβασαν πάνω τον σύζυγο της και τον αδελφό του ήταν ο κατηγορούμενος
- Σε ερώτηση αν όταν αυτή ανέβηκε στο δωμάτιο που ήταν ο σύζυγος της οι κατηγορούμενοι 1 και 5 ήταν μέσα είπε ότι δεν είδε ακριβώς ποιοι ήταν μέσα. Ήταν πολλοί. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν δηλ. αυτό που είπε στην κυρίως εξέταση της ότι όταν ανέβηκε στο δωμάτιο είδε τους κατηγορούμενους 1, 2, 4 και 5 ήταν ψέμα είπε ότι οι αστυνομικοί που ήταν κάτω ανέβηκαν όλοι μαζί στον όροφο και όταν ανέβηκε να δει τον άντρα του είδε όλους μέσα. Απλά δεν θυμάται τα πρόσωπα τους ή ακριβώς που στέκονταν. Σε αμέσως επόμενη ερώτηση πόσοι αστυνομικοί ήταν μέσα είπε ότι δεν θυμάται, δεν μέτρησε. Ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 10.4.07 (τεκμήριο 38) είπε ότι αφού τον ανέβασαν πάνω στον όροφο με τον αδελφό του σε κάποια στιγμή ο αστυνομικός που τον έδειρε στην αρχή άρχισε να τον χτυπά μαζί με τους άλλους. Ο εν λόγω αστυνομικός ήταν αυτός που έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά. Στην κατάθεση του στους ποινικούς ανακριτές στις 26.6.07 (τεκμήριο 10) ανέφερε ότι μετά που τους ανέβασαν πάνω με το αδελφό του και αφού τους έβαλαν σε διαφορετικά δωμάτια σε κάποια στιγμή ο αστυνομικός που του έδωσε την πρώτη σφαλιάρα ενώ ήταν με τις χειροπέδες και καθόταν στην καρέκλα τον έριξε στο πάτωμα και τον χτυπούσε με τα χέρια τους στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη το σώματος του. Ειδικά ο αστυνομικός αυτός τον χτύπησε με το πόδι στο κεφάλι και αντιλήφθηκε ότι από το κεφάλι του έτρεχε αίμα και πονούσε. Στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν ήταν πάνω στο γραφείο του έλεγαν να σκάσει αυτός αντιδρούσε με φωνές και κάποια στιγμή τον έριξαν από την καρέκλα και άρχισαν να τον χτυπούν. Μέσα στις φωνές και στην φασαρία πετάχτηκαν μέσα η κατηγορούμενη 6 και ο αδελφός του. Η κατηγορούμενη 6 ρώτησε «Τι κάνετε;» και μόλις είδε τον παραπονούμενο φώναξε και έφυγε. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει πως τον χτυπούσαν είπε ότι τον χτυπούσαν με τα πόδια γενικά ένας αστυνομικός που ήταν μπροστά του. Σε ερώτηση για ποιο αστυνομικό αναφέρεται στην κατάθεση του τεκμήριο 10 όταν λέει «Ειδικά ο αστυνομικός αυτός με χτύπησε με το πόδι στο κεφάλι και αντιλήφθηκα ότι από το κεφάλι έτρεχε αίμα» είπε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 και ότι όλη τη ζημιά την έκανε αυτός. Στην αντεξέταση του είπε όταν ρωτήθηκε ποιοι αστυνομικοί ήταν στο δωμάτιο είπε ότι ήταν όλοι οι κατηγορούμενοι. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν παρών στο δωμάτιο αλλά βρισκόταν στο ισόγειο απάντησε ότι ήταν μαζί του. Σε άλλο σημείο είπε ότι η κατηγορούμενη 6 δεν βρισκόταν στο δωμάτιο. Σε υποβολή ότι κανένας δεν τον χτύπησε και ότι έπεσε στο πάτωμα στην προσπάθεια του να επιτεθεί στους αστυνομικούς απάντησε ότι τον έριξαν κάτω και χτύπησε. Σε ερώτηση αν δηλαδή τον έριξαν κάτω και χτύπησε όταν έπεσε απάντησε ότι τον χτύπησαν και ότι δεν έπεσε κάτω και χτύπησε. Τον χτύπησαν με το πόδι στο κεφάλι. Τον χτύπησαν οι πέντε κατηγορούμενοι, όχι η κατηγορούμενη
- Σε ερώτηση αν συμφωνεί με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης του ημερ. 13.7.07 τεκμήριο 3 όπου λέει ότι είπε στο γιατρό που τον εξέτασε ότι τον χτύπησαν οι αστυνομικοί και συγκεκριμένα 6 άτομα με τα πόδια, απάντησε ότι δεν συμφωνεί γιατι είχε πει στον γιατρο ότι τον κτυπούσαν αστυνομικοί. Δεν είπε ότι όλοι τον χτυπούσαν με τα πόδια. Όταν επίσης ερωτήθηκε αν τον κλωτσούσαν αυτοί οι 5 αστυνομικοί απάντησε ότι ήταν οι 4 και ότι ο κατηγορούμενος 4 ήταν πιο μακριά από αυτόν. Οι δε 4 αστυνομικοί που τον χτυπούσαν τον χτυπούσαν όλοι μαζί σε όλο το σώμα δηλαδή κεφάλι, πλευρά και πόδια. Τέλος σύμφωνα με τον Μ.Κ.6 Δρα Δημήτρη Γιαννούκου κατά την εξέταση του παραπονούμενου στις 8.4.07 διαπίστωσε ότι αυτός είχε κάκωση στο κεφάλι και συγκεκριμένα θλαστικό τραύμα τριχωτού της κεφαλής και παραπονείτο για άλγος στις πηχεοκαρπικές αμφοτερόπλευρα δηλ. στους καρπούς των χεριών του, χωρίς οποιαδήποτε άλλα τραύματα. Από την πιο πάνω λοιπόν μαρτυρία αντικειμενικά ορώμενη δηλ. χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Όσον αφορά το τραύμα που διαπιστώθηκε ότι είχε ο παραπονούμενος όταν εξετάσθηκε από το γιατρό και για την πρόκληση του οποίου προφανώς κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι αυτό, σύμφωνα με τον Μ.Κ.6, συνίστατο σε κάκωση της κεφαλής και συγκεκριμένα σε θλαστικό τραύμα τριχωτού της κεφαλής.
- Η κατηγορούμενη 6 κατά τον χρόνο που ο παραπονούμενος τραυματίστηκε δεν βρισκόταν καν στο δωμάτιο όπου αυτό συνέβη.
- Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 4 από την ίδια τη μαρτυρία του παραπονούμενου προκύπτει ότι αυτός δεν τον χτύπησε.
- Σε σχέση δε με τον κατηγορούμενο 3 από τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που ο σύζυγος της τραυματίσθηκε ο εν λόγω κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί της στο ισόγειο ενώ οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 υποστήριξαν ότι αυτός βρισκόταν στο δωμάτιο όπου τραυματίσθηκε ο παραπονούμενος. Ο Μ.Κ.4 φυσικά δεν είδε τον κατηγορούμενο 3 να χτυπά τον Μ.Κ.3 όπως και δεν είδε κανένα άλλο πλην του κατηγορούμενου
- Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 5 ο Μ.Κ.4 δεν απέκλεισε αυτός να βρισκόταν στο χώρο όπου ανακόπηκαν για άλκοτεστ δηλ. πριν μεταφερθούν στην Τροχαία Πάφου.
- Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αναφορικά με το ποιοι τον χτύπησαν, πως και σε ποιο χρονικό σημείο μπορεί κάποιος από το σύνολο της εν λόγω μαρτυρίας εύλογα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία όσον αφορά όλα τα πρόσωπα, που σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν παρόντες, πλην του κατηγορούμενου 2 που είναι το μόνο πρόσωπο για το οποίο ο Μ.Κ.3 αναφέρεται και μάλιστα συγκεκριμένα για το θέμα. Η δε γενικότητα και αοριστία αυτή όσον αφορά τα υπόλοιπα πρόσωπα, πλην του κατηγορούμενου 2, είναι τέτοια που κρίνω ότι καθιστά την μαρτυρία αυτή μη ικανοποιητική και υπολειπόμενη της βεβαιότητας που χρειάζεται για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι οι κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 τραυμάτισαν τον παραπονούμενο ή συμμετείχαν ως συνεργοί στον τραυματισμό του και πιο συγκεκριμένα ότι του προκάλεσαν θλαστικό τραύμα τριχωτού της κεφαλής, ως είναι στην ουσία η θέση της κατηγορούσας αρχής. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δημιουργούν εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από την εν λόγω μαρτυρία δεν είναι δυνατό να προκύψουν αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί η μαρτυρία αυτή στο τελικό στάδιο τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων 1, 3, 4, 5 και 6 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο 2 κρίνω ότι από τη μαρτυρία που έχει προαναφερθεί, πάντα αντικειμενικά εξεταζόμενη, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Καταληκτικά κρίνω ότι αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1, 3, 4, 5 και 6 δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν ενώ ο κατηγορούμενος 2 καλείται σε απολογία στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Τραυματισμός) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο