Έπαρχος Πάφου ν. Παύλος Ο. Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 7803/09, 25/2/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7803/09 Έπαρχος Πάφου Κατηγορούσα αρχή Εναντίον Παύλος Ο. Νεοφύτου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25/2/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Παύλος Ευθυμίου Για τον Κατηγορούμενο : κος Νίκος Τσιαπαλής Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια, κατά παράβαση του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, άρθρα 3
(1)(β)-(στ), 20
(1)(α), 20
(2)και 20
(3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί το έτος 2007, ανήγειρε τοίχο αντιστήριξης στην νοτιοδυτική πλευρά του τεμαχίου 204, Φ/ΣΧ. 45/6025 V 02 στο χωριό Μεσόγη μήκους 24 μέτρα περίπου και ύψος 2 ½ μέτρων, χωρίς πρώτα να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Πάφου. Στην δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος, έχει παραδεχθεί την εν λόγω κατηγορία σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ότι τα τεκμήρια 1 και 2 γίνονται αποδεχτά και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κος Ευαγόρας Ανδρέου, Επαρχιακός Επόπτης στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, όπου το 2007 ασκούσε τα καθήκοντα του βοηθού επαρχιακού επόπτη στο χωριό Μεσόγη. Μέρος των καθηκόντων του είναι και ο έλεγχος της τήρησης της νομιμότητας και την έκδοση αδειών οικοδομής και πιστοποιητικών τελικής έγκρισης στα χωριά της Επαρχίας Πάφου, συμπεριλαμβανομένου και του χωριού Μεσόγη. Το έτος 2007 καταγγέλθηκε από κάτοικο της Μεσόγης από μέρους της Κοινοτικούς Αρχής Μεσόγης η ύπαρξη παρανομίας στο εν λόγω χωριό και που συνίστατο στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, προχώρησε στην ανέγερση τοίχου αντιστήριξης μήκους 24 μέτρων και ύψους 2 ½ μέτρων κατά μήκους του τεμαχίου αριθμός 204 στην Μεσόγη. Παράλληλα στάλθηκε επιστολή από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 25/7/2007 με κοινοποίηση του παραπονουμένου για υποβολή σχετικής έκθεσης απόψεων. Προέβη σε προσωπική διερεύνηση της υπόθεσης μαζί με τον Γεώργιο Μαζαράκη, υπάλληλο του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόγης και από την εν λόγω έρευνα διεφάνη ότι για το τεμάχιο αριθμός 204 προΰπήρχε άδεια οικοδομής του τοίχου αντιστήριξης με αριθμό 021358 που εξεδόθη στις 5/1/1987 βάσει εγκριθέντων σχεδίων. Περαιτέρω διεφάνη ότι είχαν γίνει εργασίες ανέγερσης τοίχου 24 μέτρων κατά μήκος του τεμαχίου και ύψους 2 ½ μέτρων, χωρίς να εξασφαλιστεί άδεια και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Μετά την διερεύνηση της υπόθεσης. Το γραφείο του Επάρχου απέστειλε επιστολή προς τον κατηγορούμενο στις 20/8/2007, με την οποία τον πληροφορούσαν για την εν λόγω παρανομία και τον καλούσαν να αποταθεί εντός ενός μηνός να αποταθεί για να λάβει πολεοδομική άδεια. Ο κατηγορούμενος με την σειρά του, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 4/9/2007, σύμφωνα με την οποία παραδέχθηκε την επιδιόρθωση του τοίχου, ο οποίος κατ΄ ισχυρισμόν είχε καταρρεύσει από τις καιρικές συνθήκες και από την κατ΄ ισχυρισμό κακή διαχείρηση των ομβρίων υδάτων, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν απαιτείτο νέα άδεια για επιδιόρθωση. Επίσης ανέφερε ότι στα πλαίσια της παρακολούθησης του περιεχομένου της επιστολής της κατηγορούσας αρχής προς τον κατηγορούμενο ημερομηνίας 20/8/2007, είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί με τον κατηγορούμενο στις 26/11/2008, ο οποίος πληροφόρησε τον εν λόγω μάρτυρα ότι ετοίμαζε σχέδια για ανέγερση κατοικίας στο τεμάχιο που ανηγέρθηκε ο τοίχος στα οποία θα περιελάμβανε και τον τοίχο αντιστήριξης και σύντομα θα υπέβαλλε αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Επειδή ο τοίχος αντιστήριξης δεν ήταν αντιρρήσιμος και μπορούσε να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής, το γραφείο Επάρχου θεώρησε δίκαιο να περιμένει την παραλαβή της πιο πάνω αίτησης. Εκ νέου στα πλαίσια της παρακολούθησης, μίλησε με τον κατηγορούμενο στις 16/3/2009 και διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση, δηλαδή δεν κατέθεσε οιαδήποτε αίτηση, και συνεπώς ετοίμασε έκθεση πταίσματος για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά την επιτόπια εξέταση, είδε ότι υπήρχε μέρος του τοίχου στα 2 άκρια, όπου πιστεύει ότι είναι ο παλιός τοίχος και το υπόλοιπο φαινόταν ότι υπήρχε καινούργιος τοίχος. Περαιτέρω δεν μπορούσε να αναφέρει επακριβώς κάποιες διαστάσεις του τοίχου, παραπέμποντας το Δικαστήριο ότι μπορεί να μετρηθεί ο τοίχος στην κλίμακα και με το κατάλληλο όργανο, αλλά συμφώνησε υπήρχε πέδιλο ύψους 50 εκατοστών και ότι το σύνολο του ύψους του τοίχου είναι 3 μέτρα και 20 εκατοστά. Στα σχέδια προνοείτο και κατασκευή περίφραξης δύο μέτρων, ως επίσης και καγκέλι περίφραξης με πλάτος τρία μέτρα και τριάντα εκατοστά. Στα πλαίσια της επιτόπιας εξέτασης, είδε ότι ο τοίχος δεν συμφωνεί με το σχήμα του τοίχου που πήρε άδεια, ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Δεν μέτρησε τις διαστάσεις του τοίχου, αλλά αργότερα ανέφερε ότι το μήκος είναι 24 μέτρα και το ύψος 2,5 μέτρα, αναφέροντας ότι είναι πιο κοντός ο τοίχος με βάση την άδεια και κτίστηκε στο ίδιο σημείο, αλλά και πάλι αργότερα απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει για το ακριβές μήκος του τοίχου. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον κατάγγειλε για υπόθεση εξασφάλισης δικαιώματος διάβασης γειτονικού τεμαχίου. Επίσης ανέφερε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν είχαμε επιδιόρθωση αλλά επανακατασκευή, αρνούμενος σχετική υποβολή που του υποβλήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Μετά το τέλος της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και αφού κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αυτός επέλεξε να προβεί στην πιο κάτω ανώμοτη δήλωση: << Έχω επισκευάσει βλάβες που προκλήθηκαν στον τοίχο μου από αμέλεια και παραλείψεις της Επαρχιακής Διοίκησης, χωρίς να επιφέρω οποιαδήποτε αλλαγή στη χρήση, στα υλικά και στις διαστάσεις>> ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις πρώτες τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, η νομική βάση που εφαρμόζεται, είναι το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96. Το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, προνοεί τα ακόλουθα: «3
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή ...................................... χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως.» Από το λεκτικό του άρθρου 3 συνάγεται, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανέγερσης οικοδομής, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, όπως αυτή είναι διατυπωμένη στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, είναι τα ακόλουθα:
- Η μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή ή ανοικοδόμηση ή η ανοχή ή το να επιτρέπει κάποιος την μετατροπή, προσθήκη, ανοικοδόμηση ή επισκευή,
- Η μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή ή ανοικοδόμηση ή η ανοχή ή το να επιτρέπει κάποιος την μετατροπή, προσθήκη, ανοικοδόμηση ή επισκευή να γίνεται σε υφιστάμενη οικοδομή.
- Η μετατροπή, προσθήκη, ανοικοδόμηση ή επισκευή να γίνεται χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή.
- Η κατηγορούσα αρχή να είναι η αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, "οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή η τμήμα οικοδομής ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. "μετατροπή", "προσθήκη" ή "επισκευή", όταν χρησιμοποιείται σε αναφορά για οικοδομές, σημαίνει οποιαδήποτε δομική μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή με την οποία οποιαδήποτε διάσταση τέτοιας οικοδομής μετατρέπεται, αλλά δεν περιλαμβάνει: (α) την αντικατάσταση των κεραμιδιών, πηλού ή άλλης ύλης με σκοπό να καταστήσουν υδατοστεγή οποιαδήποτε στέγη (β) την επισκευή οποιασδήποτε υφιστάμενης θύρας της οποίας τα φύλλα δεν ανοίγουν ή προβάλλονται εντός οδού (γ) την επισκευή οποιουδήποτε παραθύρου εξώστη ή βεράντας το οποίο δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού (δ) τον ασβεστοχρωματισμό, υδατοχρωματισμό, επικονίαση ή βαφή οποιουδήποτε τοίχου, οροφής, ξύλινης ή σιδερένιας κατασκευής σε οποιαδήποτε οικοδομή (ε) την επανατοποθέτηση, επανατοποθέτηση σανίδων ή πλακακιών οποιουδήποτε πατώματος ή δαπέδου που περιέχεται εντός των εξωτερικών τοίχων οποιασδήποτε οικοδομής ή εντός οποιουδήποτε υφιστάμενου εξώστη ή βεράντας προσαρτημένου στην οικοδομή, αλλά ο οποίος δεν ανοίγει ή προβάλλεται επί οδού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διαπίστωσα ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν έδωσε μια σαφή και σταθερή εικόνα των γεγονότων που περιέγραψε και γενικά η όλη εικόνα και εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ φτωχή, σε σημείο που δεν μπορεί το Δικαστήριο να στηριχτεί στην μαρτυρία του και να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας από την μια, δεν μπορούσε να δώσει στο Δικαστήριο μια σαφή εικόνα αναφορικά με τις διαστάσεις του τοίχου που επανακατασκευάστηκε χωρίς άδεια οικοδομής, διότι όπως ανέφερε στις δύο άκρες του τοίχου υπήρχε ο παλιός τοίχος ο οποίος κτίστηκε κατ΄ όπιν της άδειας που εκδόθηκε, δηλαδή του τεκμηρίου 1 , χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει ουσιαστικά τις διαστάσεις του παράνομου κτίσματος. Αργότερα όμως προέβαινε διαδοχικά σε διαφορετικές εκδοχές, αφού από την μια ανέφερε ότι δεν μέτρησε τις διαστάσεις του τοίχου, αργότερα ανέφερε ότι το μήκος είναι 24 μέτρα και το ύψος 2,5 μέτρα, αναφέροντας ότι είναι πιο κοντός ο τοίχος με βάση την άδεια και κτίστηκε στο ίδιο σημείο, αλλά και πάλι αργότερα απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει για το ακριβές μήκος του τοίχου, με αποτέλεσμα η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα να κλονιστεί, μη μπορώντας το Δικαστήριο να στηριχτεί επ΄ αυτής. Αυτές οι ασάφειες και οι αντιφάσεις ουσιαστικά, είναι μοιραίες για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, διότι το Δικαστήριο με αυτά τα δεδομένα, δεν δύναται να εκδώσει ένα σαφές διάταγμα κατεδάφισης κάποιου τοίχου αντιστήριξης, εάν και εφ΄ όσον ο κατηγορούμενος βρισκόταν ένοχος για τους πιο κάτω λόγους: Α) στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε μια συγκεχυμένη εικόνα αναφορικά με τον τοίχο αντιστήριξης για τον οποίον ζητείται ουσιαστικά η κατεδάφιση του σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος βρεθεί ένοχος, Β) δεν αποκρυσταλλώθηκε με σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία, η έκταση, η αρχή και το τέλος της κατ΄ ισχυρισμόν παράνομης ανέγερσης οικοδομής που συνίστατο σε επανοικοδόμηση επί αρχικού τοίχου αντιστήριξης για τον οποίον είχε εκδοθεί προηγουμένως άδεια οικοδομής. Αυτή η εικόνα παρέμεινε αναλλοίωτη ακόμα και στην προσπάθεια της η κατηγορούσα αρχή να στηρίξει την υπόθεση της επικαλούμενη το τεκμήριο 4, διότι μέσα από το τεκμήριο 4, πάλι δεν δίνεται ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με την έκταση των εργασιών επισκευής επί του επίδικου τοίχου αντιστήριξης, οι οποίες σίγουρα δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, για τις οποίες δεν απαιτείται σχετική άδεια οικοδομής. Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ,κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής η οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν γίνεται αποδεχτή και εν όψει της απουσίας κατάθεσης μαρτύρων υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της προσδώσει καμία βαρύτητα. Συνακόλουθα η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολία με αξιόπιστη μαρτυρία την πρώτη κατηγορία και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο