← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νικόλας Τσαγγαρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 1396/08, 6 Απριλίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νικόλας Τσαγγαρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 1396/08, 6 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1396/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή - ν - Νικόλας Τσαγγαρίδης Κατηγορούμενος ------------------- Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. A. Γλυκής (για να ακούσει απόφαση κα Μίτλεττον) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του περί Μηχανοκινήτων οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.80

(1)/2000 και τον Ν.166/
  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες. Τον αστυφ.2697, κον Νεόφυτο Ανδρέου, (Μ.Κ.1), την κα Jannet Kkama (Μ.Κ.2) και τον κον Μάρκο Χατζηαλή (Μ.Κ.3). Οι Μ.Κ.1, 2 και 3 κατέθεσαν και υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους τις καταθέσεις τους Τεκμήρια 1, 6 και 8, αντίστοιχα, απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω ο Μ.Κ.1 κατέθεσε τα T.2, Τ.3, Τ.4 και Τ.5, η Μ.Κ.2 κατέθεσε τα Τ.6 και Τ.7 και Μ.Κ.3 κατέθεσε το Τ.
  2. Περαιτέρω έγιναν κατόπιν σχετικών δηλώσεων και από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, σαν αποδεκτά γεγονότα τα πιό κάτω: (α) Στις 17.6.2010, ότι το Τ.7 αποτελεί πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τ.6, ήτοι της κατάθεσης της Μ.Κ.2 που λήφθηκε και συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα, και (β) Στις 6.10.2010, ότι ο Μ.Υ.1 επι τη βάση των προσόντων του που εκτίθενται στο παράρτημα Α, του Τ.9, τον καθιστούν ειδικό πραγματογνώμονα ως τα εν λόγω προσόντα. Συναφώς όλα τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Αστ. αστυφ.2697, κος Νεόφυτος Ανδρέου, Μ.Κ.1, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι για την παρούσα υπόθεση έκανε μια κατάθεση. Την εν λόγω κατάθεση κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τ.1, και αφού την διάβασε υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Κ.1 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω στην παρούσα. Περαιτέρω απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ανέφερε: · Ότι είχε στην κατοχή του το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και το εξ αυτού ετοιμασθέν από τον ίδιο συμμετρικό σχέδιο, τα οποία κατέθεσε στην συνέχεια ενώπιον μου σαν Τ.2 και Τ.3 αντίστοιχα. · Ότι πήρε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο και του απήγγειλε γραπτή κατηγορία, έγγραφα τα οποία κατέθεσε ενώπιον μου σαν τεκμήρια Τ.4 και Τ.5 αντίστοιχα. · Ότι υιοθετεί πλήρως τις μετρήσεις και σημεία που υπάρχουν στα Τ.2 και Τ.
  3. · Ότι οι ζημιές του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής EBP 270 ήταν στο μπροστινό του μέρος, του οχήματος με αρ. εγγραφής KNE 219 στο μπροστινό και στο πισινό του μέρος και του DAB 396 στη δεξιά γωνία και στο μπροστινό του μέρος. Τα δε χρώματα των ενεχομένων οχημάτων ήταν: του EBP 270 μονοκάμπινο όχημα, άσπρο, του KNE 219 μάρκας Peugeot, μπλε, και του DAB 396 διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, κόκκινο. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι είναι αστυφύλακας με υπηρεσία και εμπειρία 12 χρόνια και τα προσόντα του είναι αυτά της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου. Διευκρίνισε δε ότι η εκπαίδευση που έτυχε στην ακαδημία δεν ήταν και για αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. · Ότι τα Τ.2 και Τ.3 τα ετοίμασε με βάση τις τελικές θέσεις των τριών οχημάτων που βρήκε στη σκηνή του δυστυχήματος όταν την επισκέφθηκε και επί τη βάσει των ιχνών τροχοπέδησης και άλλων ιχνών που εντόπισε στη σκηνή. · Ότι όταν έφτασε στη σκηνή βρήκε τα τρία οχήματα στις τελικές τους θέσεις για τις οποίες ρώτησε και τους δύο οδηγούς πού ήταν παρόντες. Τα τρία ενεχόμενα οχήματα ήταν το KNE 219 σταματημένο στη μέση του δρόμου, το EBP 270 σταματημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και το DAB 396 ήταν σταματημένο παρά το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του. Το όχημα του κατηγορουμένου όπως ήταν σταματημένο εμπόδιζε και την κυκλοφορία οι δε τελικές θέσεις των οχημάτων του υποδείχθηκαν του οχήματος του κατηγορούμενου από τον ίδιο, σημείο Α1 επί των Τ.2 και Τ.3 και των άλλων δύο οχημάτων από την οδηγό του ΚΝΕ 219, σημεία Β1 και Γ1, αφού ο οδηγός του DAB 396 δεν εντοπίστηκε στο μέρος. · Ότι όταν πήγε στη σκηνή και ρώτησε τον κατηγορούμενο ποιο είναι το αυτοκίνητο του, του το υπέδειξε και σε σχετική ερώτηση που του υπέβαλε πήρε την απάντηση ότι μετά τη σύγκρουση σταμάτησε το αυτοκίνητο του στο σημείο που το βρήκε. Συμφώνησε δε ότι αυτός ο διάλογος δεν αναφέρεται στην κατάθεση του κατηγορουμένου Τ.4, διότι δεν το ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. · Ότι ο κατηγορούμενος παρά το ότι του υπέδειξε την τελική θέση του αυτοκινήτου του, την οποία σημείωσε στα Τ.2 και 3 με το γράμμα Α1, δεν υπέγραψε το Τ.2 γιατί ήθελε να πάει στο Δικαστήριο. Ο λόγος δε που αρνήθηκε να υπογράψει το Τ.2 ήταν διότι δεν συμφωνούσε ότι έφερε ευθύνη και ότι θα κατηγορείτο για το δυστύχημα. · Σε υποβολή ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της σύγκρουσης δεν βρισκόταν στο σημείο Α1 των Τ.2 και Τ3, απάντησε ότι στα εν λόγω τεκμήρια κατέγραψε ότι βρήκε ο ίδιος στη σκηνή και τα όσα του ανέφεραν οι δύο οδηγοί που ήταν παρόντες. · Σε υποβολή ότι η τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν πολύ κοντά στο σημείο σύγκρουσης Χ απάντησε ότι όταν ο ίδιος μετέβηκε στη σκηνή τα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση όπως τα κατέγραψε στο Τ.
  4. Όταν δε κατηγόρησε τον κατηγορούμενο αυτός το μόνο που του είπε είναι ότι θέλει να πάει Δικαστήριο. · Σε υποβολή οτι δεν ήταν σε θέση να πεί πως ο οδηγός του οχήματος DAB 396 ήταν ο Μάρκος Χατζηαλή, απάντησε ότι όταν πήγε στη σκηνή αυτός δεν ήταν παρών, προσήλθε όμως στη συνέχεια στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου και ανέφερε ότι αυτός ήταν ο οδηγός του εν λόγω οχήματος. Σε ερώτηση δε γιατί εγκατέλειψε τη σκηνή που του υπέβαλε, αυτός του ανέφερε ότι φοβήθηκε διότι δεν είχε ασφάλεια. Ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει προσωπικά αν όντως αυτός ήταν ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου αλλά αυτά τα οποία είπε είναι σύμφωνα με τα όσα το συγκεκριμένο πρόσωπο αναφέρει στην κατάθεση του. · Ότι το πρόχειρο σχέδιο Τ.2 το ετοίμασε όχι σύμφωνα με τα όσα του ανέφεραν οι οδηγοί των αυτοκινήτων DAB 396 και KNE 219 αλλά με βάση τα ευρήματα του στη σκηνή του δυστυχήματος. Τα ευρήματα δε που βρήκε στη σκηνή ήταν ίχνη τροχοπέδησης, σπασμένα φανάρια, τα χτυπήματα και ζημιές των αυτοκινήτων και με την προφορική μαρτυρία των παρόντων στη σκηνή οδηγών (κατηγορούμενο και την οδηγό του KNE 219), ποιες ήταν οι κατευθύνσεις των εν λόγω αυτοκινήτων. · Ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε στη σκηνή αφορούσαν το αυτοκίνητο DAB 396 και στη σκηνή δεν εντόπισε άλλα ίχνη τροχοπέδησης. Διευκρίνισε δε ότι δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει από τα σκορπισμένα στο δρόμο κομμάτια από σπασμένα φανάρια ποια κομμάτια προέρχοντο από συγκεκριμένο αυτοκίνητο. · Σε ερώτηση που βρέθηκαν αυτά τα κομμάτια από σπασμένα φανάρια, υπέδειξε επί του Τ.2 τα σημεία με τα γράμματα Χ, Χ1 και Χ
  5. · Σε ερώτηση κατά πόσον είναι σε θέση να εξηγήσει πως έγινε το δυστύχημα ανέφερε ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNE 219 εκινείτο με δυτική κατεύθυνση και σε κάποιο σημείο του δρόμου ελάττωσε ταχύτητα για να εισέλθει σε πρατήριο βενζίνης το οποίο βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Το αυτοκίνητο EBP 270 το οποίο ακολουθούσε το KNE 219 συγκρούστηκε με αυτό νοτιομετωπικά δηλαδή στο πίσω μέρος με αποτέλεσμα το KNE 219 να μετακινηθεί προς τα εμπρός, να μπει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο DAB 396 το οποίο εκινείτο με ανατολική κατεύθυνση. Ακολούθως το αυτοκίνητο DAB 396 παρεξέκλινε της πορείας του, χτύπησε σε δέντρο επί του αριστερού πεζοδρομίου και ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω. Σε σχετική δε ερώτηση απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να πει από τις ζημιές και τα σημάδια σύγκρουσης των αυτοκινήτων πως ήταν η σύγκρουση μεταξύ του EBP 270 και του KNE
  6. · Ότι το στοιχείο που τον οδήγησε στο συμπέρασμα πως έγινε πρώτα η σύγκρουση μεταξύ του EBP 270 και του KNE 219 και μετά η σύγκρουση του KNE 219 με το DAB 396, ήταν από την μαρτυρία των οδηγών, του KNE 219 και του DAB 396 αλλά και από τα σπασμένα φανάρια στα οποία έκαμε αναφορά. Τούτο διότι η μαρτυρία των δύο οδηγών σε συνδυασμό με τις ζημιές και τα σπασμένα φανάρια τον οδήγησαν στο να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό. Είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών στοιχείων που τον οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα. · Ότι από τις φωτογραφίες Τ.Α και Τ.Β που του ζητήθηκε και κατέθεσε σαν τεκμήρια για αναγνώριση, το μόνο που μπορούσε να αναγνωρίσει ήταν τους αριθμούς εγγραφής των αυτοκινήτων και δεν ήταν σε θέση κατόπιν σχετικής υποβολής να πει, αφού δεν γνώριζε, ότι αυτές οι φωτογραφίες είχαν ληφθεί την ημέρα του δυστυχήματος στις 08:00 πρωϊνή από την εταιρεία Photo Speed. Δεν το γνωρίζει διότι δεν λήφθηκαν φωτογραφίες από την αστυνομία. To σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 το έχω λάβει υπόψη και θα κάνω επίσης αναφορά σε αυτή η μέρος της, όπου κρίνω ότι τούτο είναι επιβεβλημένο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η Jannet Kkama, Μ.Κ.2, κατέθεσε ενώπιον μου την γραπτή της κατάθεση Τ.
  7. Επίσης κατατέθηκε σαν Τ.7 μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τ.6, ήτοι της κατάθεσης της Μ.Κ. 2, που είναι συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα και δηλώθηκε σαν αποδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο σαν τέτοιο, δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ότι το περιεχόμενο του Τ.7 αποτελεί πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τ.
  8. Ακολούθως η Μ.Κ.2 διάβασε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τ.6, σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της. Το τι αναφέρει σε αυτήν η Μ.Κ.2 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω στην παρούσα. Η Μ.Κ.2 στην κυρίως εξέταση της, απαντώντας σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου που χτύπησε το αυτοκίνητο της στο πίσω του μέρος είναι ο κατηγορούμενος, τον οποίο και υπέδειξε με το δεξί της χέρι στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του κατηγορουμένου, η Μ.Κ. 2 ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι το δυστύχημα έγινε γύρω στις 07.00 - 07.
  9. · Ότι στη δική της λωρίδα μπροστά από το δικό της αυτοκίνητο δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Υπήρχαν αυτοκίνητα πίσω της, στη δική της λωρίδα. · Ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν από πίσω της. Το γνωρίζει διότι κοίταξε από το καθρεφτάκι της το πλαϊνό. · Ότι όταν η ίδια βγήκε από το δικό της αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος επίσης βγήκε από το δικό του αυτοκίνητο. · Ότι η απόσταση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου από το δικό της πριν τη σύγκρουση ήταν ίσως ένα αυτοκίνητο μήκος. Διαφώνησε δε σε υποβολή ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν πίσω της σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση από αυτή που ανέφερε και τούτο διότι είναι σίγουρη από αυτά που είδε. · Ότι δεν μπορούσε να απαντήσει αν η ταχύτητα του κατηγορούμενου ήταν λιγότερη από τη δική της. · Ότι τον δείχτη του αυτοκινήτου της για να στρίψει δεξιά τον χρησιμοποίησε ακριβώς πριν φτάσει στο βενζινάδικο. · Ότι σταμάτησε σε σημείο απέναντι από το βενζινάδικο και ο δείκτης της έδειχνε ότι θα στρίψει δεξιά. · Ότι δεν μπορούσε να στρίψει προς το βενζινάδικο διότι προσέγγιζε άλλο αυτοκίνητο από την άλλη λωρίδα και γι' αυτό το αυτοκίνητο της ήταν ακινητοποιημένο σε θέση παράλληλη με το βενζινάδικο. · Ότι δεν γνωρίζει τον οδηγό που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. · Ότι είναι σίγουρη πώς το αυτοκίνητο της όπως ήταν ακινητοποιημένο χτυπήθηκε από πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. · Αρνήθηκε δε υποβολή ότι το αυτοκίνητο της χτυπήθηκε πρώτα από το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση αφού είναι βέβαιη ότι το αυτοκίνητο της όπως ήταν σταματημένο χτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου πρώτα και από πίσω. Επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι το αυτοκίνητο της χτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μετά που το δικό της αυτοκίνητο χτυπήθηκε από ένα άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, επιμένοντας ότι είναι απολύτως βέβαιη πως το αυτοκίνητο της χτυπήθηκε πρώτα στο πίσω του μέρος. · Σε ερώτηση γιατί στην κατάθεση της στην πέμπτη γραμμή πριν από το τέλος της πρώτης σελίδας, αναφέρει ότι προφανώς το αυτοκίνητο της χτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που ήταν πίσω της, ενώ στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ήταν απολύτως σίγουρη ότι αυτό συνέβηκε, απάντησε ότι αυτό ακριβώς εννοούσε ότι δηλαδή ήταν προφανές ότι είχε χτυπηθεί πρώτα από πίσω. · Σε ερώτηση πώς είναι δυνατό αφού η ίδια είπε πως το αυτοκίνητο της ήταν σταθμευμένο παράλληλα με το βενζινάδικο μετά το χτύπημα να σπρώχθηκε στην αντίθετη λωρίδα, απάντησε ότι αυτό έγινε διότι ενώ ήταν σταθμευμένη αναμένοντας να στρίψει, το τιμόνι της ήταν ήδη ελαφρώς στριμμένο δεξιά και όταν την χτύπησε από πίσω το άλλο αυτοκίνητο την έσπρωξε προς την αντίθετη λωρίδα. · Ότι τα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, το δικό της και το άλλο που ερχόταν από την άλλη λωρίδα. Διαφώνησε δε με υποβολή ότι είπε ψέματα. Σε υποβολή δε ότι είχε αναφέρει η ίδια στο σύζυγο της ότι υπήρχε και άλλο εμπλεκόμενο όχημα, απάντησε ότι μόνο τα τρία οχήματα που ανέφερε είχαν εμπλακεί. · Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι οι ζημιές που είχε υποστεί το αυτοκίνητο της ήταν να θρυμματιστεί ο μπροστινός ανεμοθώρακας και ότι υπέστηκε ζημιές και στο μπροστινό και πίσω του μέρος. · Σε υποβολή ότι, τη στιγμή που ήταν ακινητοποιημένο το αυτοκίνητο της δεν βρισκόταν σε παράλληλη θέση με το πρατήριο βενζίνης αλλά σε διαγώνια, απάντησε ότι όταν αυτό ήταν ακινητοποιημένο ήταν σε παράλληλη θέση σε σχέση με το πρατήριο και όχι διαγώνια. · Σε υποβολή ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης υπήρχε ακόμα ένα αυτοκίνητο που έβγαινε από το βενζινάδικο διαφώνησε και επέμενε ότι ουδέποτε δήλωσε κάτι τέτοιο. · Ότι η σύγκρουση του αυτοκίνητου της με το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ήταν αρκετά δυνατή. Μετά δε τη σύγκρουση του δικού της αυτοκινήτου με το αυτοκίνητο της απέναντι κατεύθυνσης, τούτο μετακινήθηκε και ακινητοποιήθηκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, μισό - μισό σε κάθε λωρίδα. · Αρνούμενη σχετική υποβολή απάντησε ότι το όχημα του κατηγορούμενου δεν χτυπήθηκε από το δικό της. Τέλος διαφώνησε ότι η μόνη υπεύθυνη για την πρόκληση του δυστυχήματος ήταν η ίδια και επέμεινε ότι έχει πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε ερώτηση από το Δικαστήριο προς ποια κατεύθυνση είχε στριμμένο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης το τιμόνι του αυτοκινήτου της, απάντησε ότι ήταν στριμμένο προς τα δεξιά. To σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.2 το έχω λάβει υπόψη και θα κάνω επίσης αναφορά σε αυτή η μέρος της, όπου κρίνω ότι τούτο είναι επιβεβλημένο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο κος Μάρκος Χ" Αλή, Μ.Κ. 3 κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τ.8 τη γραπτή του κατάθεση που έδωσε στις 22.11.2006 το περιεχόμενο της οποία αναγνώστηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και υιοθέτησε πλήρως ο Μ.Κ. 3 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Κ.3 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω στην παρούσα. Απαντώντας περαιτέρω σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο οδηγός του μονοκάμπινου αυτοκινήτου που είδε να χτυπά στο μπλε αυτοκίνητο ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο και υπέδειξε με το δεξί του χέρι στο σημείο που καθόταν. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ο Μ.Κ. 3 ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι στη σκηνή του δυστυχήματος δεν είδε ποιος ήταν ο οδηγός του μονοκάμπινου αυτοκινήτου αλλά είδε ποιος ήταν ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου, στην Αστυνομία. · Ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε μεταξύ 50 - 60 χ.α.ω. αφού έβλεπε το μιλίμετρο του και ο δείκτης ήταν μεταξύ των δειχτών 50 -
  10. · Ότι την πρώτη φορά που είδε το μπλε αυτοκίνητο αυτό βρισκόταν σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από κοντά του και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν ακινητοποιημένο για να στρίψει δεξιά. Όταν δε πλησίασε από αυτό στα 30 μέτρα αυτό μονομιάς μπήκε μπροστά του. · Σε ερώτηση δε αν είδε στο μπλε αυτοκίνητο τον σηματοδότη για στροφή δεξιά ενεργοποιημένο (να δείχνει) απάντησε ότι δεν μπορούσε να πει διότι ήταν μέρα και όχι νύχτα και επειδή μπορεί να «φάκκαν» ο ήλιος δεν μπορούσε να ήταν 1000% σίγουρος. Επίσης επειδή ο ίδιος κατευθυνόταν από την αριστερή πλευρά του εν λόγω οχήματος αν αυτό είχε ενεργοποιημένο το δεξί του trafficator δεν μπορούσε να το δει γιατί ήταν στην δεξιά του πλευρά. · Ότι οδηγός του μπλε αυτοκινήτου ήταν μία γυναίκα και την είδε τόσο στη σκηνή όσο και στον Αστυνομικό Σταθμό. · Ότι το μπλε αυτοκίνητο που είδε σταματημένο μέσα στο δρόμο είχε λίγη κλίση προς τα δεξιά, ήτοι δεν ήταν ίσια, γι' αυτό ανέφερε πως δεν μπορούσε να δει το δεξί του trafficator διότι δεν φαινόταν ακριβώς. · Αναγνώρισε το Τ.3 το οποίο είχε ξαναδεί αλλά δεν μπορούσε να τοποθετήσει σ' αυτό πως ήταν η κλίση του μπλε αυτοκινήτου και σε ποιο σημείο, αφού όπως είπε, τα όσα απεικονίζονται στο Τ.3 είναι μετά τη σύγκρουση. · Ότι ναι μεν δεν ήταν μεγάλη η κλίση του μπλε αυτοκινήτου όμως λόγω της κλίσης που είχε και επειδή ήταν μέρα και όχι νύχτα δεν φαινόταν και δεν έβλεπε μπροστά του ο ίδιος το δεξί trafficator του αυτοκινήτου. · Σε υποβολή ότι δεν είδε αν η οδηγός του μπλε αυτοκινήτου είχε θέσει σε λειτουργία το σηματοδότη της για στροφή δεξιά, απάντησε ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει μαζί με τον συνήγορο 1000%. Σε περαιτέρω δε υποβολή ότι δεν ήταν σίγουρος ότι η οδηγός του μπλέ αυτοκινήτου έκανε σήμα ότι θα στρίψει δεξιά, απάντησε ότι δεν μπορούσε να πεί. · Σε υποβολή δε ότι είναι ψέμα αυτό το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του ότι είδε το μπλε αυτοκίνητο να κάνει σήμα ότι θα στρίψει δεξιά, απέρριψε τη θέση αυτή και επανέλαβε ότι ο τρόπος που ήταν σταματημένο το μπλε αυτοκίνητο και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για το αν έδειξε με το σηματοδότη ή όχι, ήταν τέτοιος που με την κλίση που είχε έδειχνε την πρόθεση του οδηγού να πάει δεξιά. · Σε περαιτέρω δε υποβολές ότι δεν λέει την αλήθεια στην κατάθεση του Τ.6, ότι δηλαδή το μπλε αυτοκίνητο έκανε σήμα πως θα πάει δεξιά, απάντησε ότι στην εν λόγω κατάθεση του δεν τον ρώτησε ο Αστυνομικός για το trafficator αλλά πως ήταν το αυτοκίνητο όταν το είδε, δηλαδή αν ήταν ίσια ή ήταν σταματημένο με αριστερή κλίση ή με δεξιά κλίση και σε αυτή τη ερώτηση απάντησε και αυτό εννοούσε, δηλαδή ότι όπως ήταν σταματημένο με τα μούτρα του λίγο δεξιά έδειχνε ότι δεν θα πήγαινε ίσια αλλά να στρίψει δεξιά. · Σε υποβολή ότι το μπλε αυτοκίνητο δεν έκανε κανένα σήμα ότι θα πήγαινε δεξιά όταν το είδε, συμφώνησε ότι δεν είδε το trafficator. Επίσης συμφώνησε οτι ο λόγος που αντιλήφθηκε ότι το μπλέ αυτοκίνητο θα πήγαινε δεξιά ήταν λόγω της κλίσης που είχε και όχι από το trafficator του. · Ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου τη στιγμή που το είδε απείχε γύρω στα 30 μέτρα πριν τη σύγκρουση. Τη στιγμή δε της σύγκρουσης απείχε από κοντά του 20 μέτρα. · Ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν ένα άσπρο κλειστό μονοκάμπινο βαν και όταν το είδε ερχόταν από Γεροσκήπου με κατεύθυνση προς Πάφο. · Ότι ο ίδιος δεν φέρει καμία ευθύνη για τη πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος όμως ο ίδιος δεν μπορεί να πει ποιος φταίει, για τον ίδιο «Έκοψε του την στράτα το μπλε αυτοκίνητο». Επίσης ανέφερε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει αν έφταιγε ο κατηγορούμενος επειδή έδωσε με το αυτοκίνητο του πάνω στο μπλέ, για τον ίδιο του έκοψε τον δρόμο τον μπλε αυτοκίνητο. · Ότι ο ίδιος μετά το δυστύχημα άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και έφυγε. · Ότι δεν θυμάται να τον είδε κάποιος από την ασφάλεια την Λαϊκή και να μίλησε μαζί του. Επίσης δεν θυμόταν αν μίλησε στο τηλέφωνο με την ασφάλεια, αλλά προσωπικά δεν μίλησε. Ούτε και θυμόταν αν μίλησε τηλεφωνικά με τον κ. Χ"Χριστοδούλου, προσωπικά πάντως δεν μίλησε μαζί του, ο λόγος δε που δεν θυμόταν ήταν διότι πέρασαν τέσσερα χρόνια. · Ότι δεν θυμόταν αν στην κουβέντα που έκανε στο τηλέφωνο με τον κ. Χ"Χριστοδούλου είπε σε αυτόν «Μα τι γυρεύκουν αυτός που φταίει είναι το μπλε αυτοκίνητο». · Ότι δεν ξέρει αν για τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το μπλε αυτοκίνητο δεν είχε να κάνει τίποτε ο κατηγορούμενος. Αυτό δε το οποίο εννοεί και είναι γραμμένο στην κατάθεση του είναι ότι το μπλε αυτοκίνητο ήρθε μπροστά του και του απέκοψε την πορεία του, το είχε δει πριν τη σύγκρουση σε απόσταση 50 μέτρων και στα 20 μέτρα πήγε δεξιά αμέσως και μπροστά του με επακόλουθο να χτυπήσει το δεξιό μπροστινό πλευρό του αυτοκινήτου του με το εν λόγω όχημα. · Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν είχε ακούσει πριν τη σύγκρουση χτύπημα (φατσιά). · Σε υποβολή δε ότι η σύγκρουση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου με το μπλε αυτοκίνητο έγινε μετά τη σύγκρουση του δικού του αυτοκινήτου με το μπλε αυτοκίνητο, απάντησε όχι. · Ότι μετά τη σύγκρουση του μπλε αυτοκίνητου με το δικό του αυτοκίνητο, το μπλε αυτοκίνητο δεν κινήθηκε προς τα πίσω. Το δε δικό του αυτοκίνητο μετά από τη σύγκρουση του με το μπλε αυτοκίνητο, κινήθηκε και χτύπησε (εφάτσιησε) πάνω στο δέντρο δίπλα από το πρατήριο της βενζίνης. Η θέση του αυτοκινήτου του μετά τη σύγκρουση φαίνεται στο Τ.3 στο σημείο με το γράμμα Γ
  11. · Ότι η σύγκρουση του δικού του αυτοκινήτου με το μπλε αυτοκίνητο έγινε στο σημείο που έχει σημειωθεί στο Τ.3 με το γράμμα Χ1 το οποίο και υπέδειξε επί του Τ.
  12. · Ότι μετά τη σύγκρουση το μπλε αυτοκίνητο έκανε κύκλο εντός της πλευράς της δικής του και δεν κινήθηκε προς τα πίσω. · Σε σχετική υποβολή συμφώνησε ότι η σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το μπλε αυτοκίνητο έγινε στο Χ1 και ότι η τελική θέση του μπλε αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση είναι στο Β1 επί του Τ.
  13. · Ότι δεν θυμόταν να είδε κανένα αυτοκίνητο να έρχεται από το σταθμό βενζίνης. · Ότι έχει καταχωρήσει αγωγή για τις ζημιές που υπέστηκε το αυτοκίνητο του και σε σχετική ερώτηση αν η αγωγή που καταχώρησε είναι εναντίον του κατηγορούμενου απάντησε ότι είναι και για τα δύο αυτοκίνητα. Διευκρίνισε δε ότι δεν θα αποφασίσει αυτός ποιος φταίει για το δυστύχημα. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από το Δικαστήριο τι εννοούσε όταν είπε ότι προηγουμένως δεν είχε ακούσει χτύπημα (φατσιά), απάντησε ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι πριν τη σύγκρουση του δικού του αυτοκινήτου με το μπλε αυτοκίνητο δεν άκουσε χτύπημα (φατσιά). To σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 το έχω λάβει υπόψη και θα κάνω επίσης αναφορά σε αυτή η μέρος της, όπου κρίνω ότι τούτο είναι επιβεβλημένο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία δυνάμει του άρθρου 74
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από τη θέση την οποία βρισκόταν. Σε αυτή ανέφερε: «Υιοθετώ και επαναλαμβάνω την κατάθεση που έδωσα στην αστυνομία, Τεκμήριο 4, καθώς και την κατάθεση που έδωσα στον κ. Χρίστο Χατζηχριστοδούλου την 4.1.2007 και την οποία θα καταθέσει στην δική του μαρτυρία ενώπιον σας». Στην κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 28.2.2007 η οποία κατατέθηκε ενώπιον μου σαν Τ.4 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι: Είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΒΡ
  1. Την 20.11.2006 και ώρα 07:00 πήγε στη Γεροσκήπου με το αυτοκίνητο του να πάρει φθαρτά σε μια φρουταρία. Γύρω στις 07:15 καθώς οδηγούσε από τη Γεροσκήπου προς το κέντρο της πόλης μπροστά του υπήρχε ένα αυτοκίνητο μπλε χρώματος και είχε από αυτό απόσταση γύρω στα 200 μέτρα αφού πήγαινε γύρω στα 20 χιλιόμετρα. Λίγο πριν το πρατήριο βενζίνης που βρισκόταν δεξιά το μπλε αυτοκίνητο που ήταν μπροστά του προσπάθησε να μπει στο πρατήριο χωρίς να δείξει. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε απότομα το μπλε αυτοκίνητο και άκουσε ένα μπουμ και μετά το αυτοκίνητο το μπλε μετακινήθηκε με αποτέλεσμα να κινηθεί προς τα πίσω και να τον χτυπήσει. Μετά είδε και ένα διπλοκάμπινο να χτυπά σε ένα πεύκο που ήταν στον δρόμο. Από το δυστύχημα δεν τραυματίστηκε. Έχει παράπονο για τις ζημιές του. Συμπληρώνοντας αναφέρει ότι μετά το κτύπημα το αυτοκίνητο του γύρισε προς τα αριστερά και η κάσια του αυτοκινήτου του, γύρισε δεξιά και κτύπησε το μπλέ αυτοκίνητο στην πίσω μεριά. Στην κατάθεση του πού έδωσε στον Μ.Υ.1 στις 4.1.2007, ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνει μέρος των όσων αναφέρει στην κατάθεση του Τ.4 και περαιτέρω προσθέτει: · Ότι το αυτοκίνητο ΕΒΡ 270 ανήκει στην κόρη του και δικαιούται να το οδηγά. · Ότι από το ΚΝΕ 270 απείχε πρίν την σύγκρουση 20 μ. περίπου. · Ότι την στιγμή της σύγκρουσης του ΚΝΕ 219 με το DAB 396, αυτός απείχε από το ΚΝΕ 219 10-15 μ. · Ότι μετά την σύγκρουση του με το ΚΝΕ 219 σταμάτησε το αυτοκίνητο του σε 10 περίπου πόδια στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Στην συνέχεια δε το μετακίνησε ξανά ένα πόδι πιο μπροστά γιατί αυτό του υπέδειξε κάποιος οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου που νόμισε ότι ήταν αστυνομικός, γιατί εμπόδιζε την κυκλοφορία. · Ότι ο οδηγός του DAB 396 αμέσως μετά την σύγκρουση βγήκε από το παράθυρο του αυτοκινήτου του και έφυγε τρέχοντας από την σκηνή. · Ότι πρώτα συγκρούστηκαν τα άλλα δύο αυτοκίνητα και μετά το ΚΝΕ 219 κινήθηκε προς τα πίσω ένα μέτρο περίπου και κτύπησε στο δικό του. · Ότι οι ζημιές του αυτοκινήτου του ήταν όπως τις είδε ο Μ.Υ.1 την ημέρα της επίσκεψης του στο σπίτι του και τις οποίες περιγράφει, επισημαίνοντας ότι οι ζημιές στο δεξιό μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του προκλήθηκαν επειδή σπρώχτηκε από δεξιά προς τα αριστερά. · Ότι μέσα στο ΚΝΕ 219 εκτός από την οδηγό βρίσκονταν και δύο τρία τέσσερα μωρά κάτω των 12 χρόνων. · Ότι από το 1964 μέχρι το 1984 ήταν επαγγελματίας οδηγός. Ο Μ.Υ. 1 κ. Χρίστος Χ"Xριστοδούλου, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι συνταξιούχος, Ανώτερος Αστυνόμος και για το επίδικο δυστύχημα ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τ.
  2. Κατόπιν δε σχετικής δήλωσης και από τις δύο πλευρές έγινε και εγκρίθηκε σαν αποδεκτό γεγονός δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Άρθρο 19 ότι: «Ο Μ.Υ.1 κατέχει τα προσόντα που εκτίθενται στο Παράρτημα Α του Τ.9 που τον καθιστούν ειδικό πραγματογνώμονα ως τα εν λόγω προσόντα». Ο Μ.Υ.1 στη συνέχεια διάβασε και υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο του Τ.9 το οποίο και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στο Τ. 9 ο Μ.Υ. 1 αφού παραθέτει τα προσόντα του στη συνέχεια αναφέρεται στις ενέργειες τις οποίες έκανε μετά που του ανατέθηκε η διερεύνηση του επιδίκου δυστυχήματος στις 9.12.2006, από τη Λαϊκή Ασφαλιστική. Οι ενέργειες αυτές σε συντομία είναι: · Στις 3.1.2007 μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Τροχαίας Πάφου όπου συνάντησε τον Μ.Κ. 1 από τον οποίο έλαβε διάφορες πληροφορίες σε σχέση με το σημείο που έγινε το δυστύχημα και τις θέσεις των ζημιών στα ενεχόμενα οχήματα. Την ίδια ημέρα επισκέφθηκε το σκηνή του δυστυχήματος, πήρε διάφορα μέτρα και ετοίμασε το σχέδιο Παράρτημα Β του Τ.
  3. Όπως αναφέρει οι θέσεις των ενεχομένων οχημάτων επί του Παραρτήματος Β δεν είναι ακριβείς διότι δεν έγινε με βάση μέτρα που πήρε ο ίδιος. · Το πρωί της επόμενης μέρας 4.1.2007 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο σπίτι του, πήρε 6 φωτογραφίες του οχήματος ΕΒΡ 270, Παράρτημα Γ του Τ. 9 και επίσης γραπτή κατάθεση από τον ίδιο το κατηγορούμενο, Παράρτημα Δ του Τ.
  4. · Στα μέσα Ιανουαρίου 2007 προσπάθησε να μιλήσει τηλεφωνικά με την οδηγό του οχήματος ΚΝΕ 219 όμως αυτό δεν έγινε κατορθωτό, μίλησε όμως με το σύζυγο της ο οποίος του είπε πως υπαίτιος στην πρόκληση του δυστυχήματος σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε η σύζυγος του, ήταν κάποιο άλλο πρόσωπο που οδηγούσε ένα άγνωστο αυτοκίνητο προσπαθώντας να βγει από την είσοδο του σταθμού βενζίνης και όχι από την έξοδο. · Την ίδια περίοδο μίλησε τηλεφωνικά με τον Μ.Κ. 3 ο οποίος του ανέφερε ότι αυτός που φταίει για το επίδικο δυστύχημα είναι ο οδηγός του μπλε αυτοκινήτου (ΚΝΕ 219) το οποίο του έκοψε απότομα το δρόμο. · Ζήτησε επίσης και έλαβε από τη Λαϊκή Ασφαλιστική δύο φωτογραφίες του ΚΝΕ 219, Παράρτημα Ε του Τ. 9 και δέκα φωτογραφίες του DAB 396, Παράρτημα Στ. του Τ.
  5. Ακολούθως αναφέρεται σε ελλείψεις που κατά την άποψη του, παρουσιάζουν τα ετοιμασθέντα από το Μ.Κ.1 σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος, Τ.2 και Τ.3 οι οποίες, σύμφωνα με την θέση του, είναι σε τέτοιο βαθμό που αλλοιώνουν την εικόνα του δρόμου όπως ο ίδιος τον είδε. Στη συνέχεια αναφέρεται στις ζημιές των οχημάτων όπως ο ίδιος τις εντόπισε στο ΕΒΡ 270 σε συνάρτηση και με τις φωτογραφίες του Παραρτήματος Γ του Τ. 9 και στις ζημιές του ΚΝΕ 219 και του DΑB 396 στις οποίες η αναφορά του γίνεται επί τη βάση των φωτογραφιών Παραρτήματα Ε και Στ αντίστοιχα του Τ.
  6. Ακολούθως επί τη βάση της θέσης των άμεσων ζημιών του ΚΝΕ 219 στο πίσω του μέρος και των ζημιών του μπροστινού μέρους του ΕΒΡ 270 εισηγείται ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε υπό γωνία 95° - 100° ως το Παράρτημα Η, σκίτσο 1 του Τ.
  7. Αναλύοντας δε τρία διαφορετικά σενάρια για το πώς έγινε η σύγκρουση καταλήγει ότι η ορθή περίπτωση σύγκρουσης είναι αυτή που φαίνεται στο σκίτσο 3 του Παραρτήματος Η, ήτοι τα εν λόγω αυτοκίνητα τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν σε κίνηση το μεν EBP 270 προς τα εμπρός το δε ΚΝΕ 219 προς τα πίσω. Σε σχέση με την τοποθέτηση των δύο οχημάτων στο δρόμο και λαμβάνοντας σαν δεδομένο ότι η ταχύτητα του ΕΒΡ 270 ήταν μικρή 10 - 15 - 20 χ.α.ω. αλλά και την τελική θέση του ΕΒΡ 270 όπως αυτή έχει τοποθετηθεί στο σχέδιο της Αστυνομίας, Τ.3, καταλήγει ότι το ΚΝΕ 219 τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν σε διαγώνια θέση ενώ του ΕΒΡ 270 κινείτο στην αριστερή πλευρά του δρόμου παράλληλα προς τον διαμήκη άξονα του δρόμου. Στο Παράρτημα Θ, σκίτσο 2, ο Μ.Υ. 1 τοποθετώντας το ΚΝΕ 219 ως ο ισχυρισμός της Μ.Κ. 2 και κάνοντας αναφορά στον τρόπο και στο μέγεθος περιστροφής του από τη σύγκρουση, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων αλλά και στο είδος και τα σημεία των ζημιών των δύο οχημάτων, ως επίσης και στην υποχώρηση των μετάλλων που παρατήρησε στη πισινή πλευρά του ΚΝΕ 219, καταλήγει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της Μ.Κ.
  8. Προς τούτο οδηγεί και το πιο σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι η έλλειψη οποιωνδήποτε ζημιών στο μούτρο του ΕΒP 270 όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 1, 2, 4 και 5 του Παραρτήματος Γ του Τ.
  9. Καταλήγει ο Μ.Υ. 1 με βάση τα όσα εκθέτει πως το δυστύχημα έγινε σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου, ήτοι ότι η σύγκρουση του ΚΝΕ 219 με το DAB 396 προηγήθηκε της σύγκρουσης μεταξύ του ΚΝΕ 219 και του ΕΒΡ 270 και ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το ΚΝΕ 219 ήταν διαγώνια του δρόμου και η δεξιά μπροστινή γωνία του απείχε 0.70 εκ. από τη δεξιά άκρια του δρόμου. Το δε DAB 396 τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν σε θέση παράλληλη προς το οδόστρωμα και οι αριστεροί του τροχοί κατά τη σύγκρουση ήταν εντός του ασφάλτινου πακέτου και έξω από τη λωρίδα κυκλοφορίας προς Λεμεσό. Σαν αποτέλεσμα της πρώτης σύγκρουσης το ΚΝΕ 219 που βρισκόταν σχεδόν κάθετα προς το οδόστρωμα κινήθηκε προς τα πίσω με επακόλουθο η πισινή του πλευρά να χτυπήσει στο πλευρό του δεξιού μπροστινού φτερού του EBP
  10. Κατά την θέση του το ΚΝΕ 219 τη στιγμή της σύγκρουσης δεν μπορούσε να βρισκόταν σε θέση παράλληλη ή με ελαφριά κλήση προς τα δεξιά και να χτυπήθηκε από πίσω πρώτα από το ΕΒΡ 270 διότι σ' αυτή τη περίπτωση οι παραμορφώσεις στο πίσω του μέρος θα ήταν πολύ πιο μεγάλες από έξω και προς τα μέσα και δεν θα ήταν σε ολόκληρο το πλάτος της πισινής πλευράς. Επίσης σε μια τέτοια περίπτωση οι παραμορφώσεις του ΕΒΡ 270 θα ήταν στο μούτρο του, τουλάχιστο στο μισό δεξιό μέρος του μούτρου του και όχι στο πλευρό του δεξιού μπροστινού φτερού που εντοπίστηκαν. Τελειώνοντας προβαίνει σε υπολογισμούς αναφορικά με το χρόνο αντίδρασης του οδηγού του DAB 396 μόλις αντιμετώπισε τον κίνδυνο σύγκρουσης καθορίζοντας ότι το χρονικό διάστημα συνολικά που διήλθε από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο κίνδυνος μέχρι τη σύγκρουση ήταν δύο δευτερόλεπτα. Το σύνολο των όσων αναφέρονται από τον Μ.Υ.1 στο Τ.9 είναι καταγεγραμμένα, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και γι αυτό δεν έκρινα σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα. Περαιτέρω απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ο Μ.Υ.1 ανέφερε: · Ότι αναγνωρίζει τις φωτογραφίες Τ.Α και Τ.Β για αναγνώριση και ότι οι ζημιές που φαίνονται σε αυτές είναι ακριβώς οι ίδιες με τις ζημιές πού φαίνονται στις φωτογραφίες 1,2,3,4,5 και 6 του Παρατήματος Γ του Τ.
  11. · Ότι τις φωτογραφίες των δύο άλλων οχημάτων που επισυνάπτονται σαν Παραρτήματα Ε και Στ στο Τ.9, τις ζήτησε και τις πήρε από τους εντολείς του κ.κ.Λαική Ασφαλιστική, για τους οποίους έκανε την αρχική του έρευνα. Οι εν λόγω δε φωτογραφίες ελήφθησαν από κάποιον κ. Δημητράκη Χαραλάμπους που προέβηκε σε εκτιμήσεις των ζημιών των οχημάτων ΚΝΕ 219 και DAB
  12. Επίσης στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 ή μέρους αυτής, θα κάνω αναφορά όπου κρίνω ότι τούτο είναι επιβεβλημένο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές τoυ συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι ο λόγος που έβγαλε φωτογραφίες μόνο το μπροστινό μέρος του ΕΒΡ 270 ήταν πρώτο για να φανεί που ήταν οι ζημιές και δεύτερο γιατί όταν επισκέφθηκε τον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης του είπε ότι οι ζημιές ήταν σε ολόκληρο το μούτρο του αυτοκινήτου και γι' αυτό εστιάστηκε να πάρει φωτογραφίες του μούτρου και της δεξιάς πλευράς που ήταν οι ζημιές. Προτού δε βγάλει τις φωτογραφίες έλεγξε και έδωσε γύρο του αυτοκινήτου ΕΒΡ 270 και μετά από τον έλεγχο αυτό εντόπισε ότι οι μοναδικές ζημιές ήταν στο μπροστινό μέρος της δεξιάς του πλευράς εκεί που δείχνουν οι φωτογραφίες. Διευκρίνισε δε ότι προτού βγάλει φωτογραφίες του αυτοκινήτου μίλησε με τον κατηγορούμενο, του πήρε κατάθεση και όλα έγιναν στο σπίτι του κατηγορούμενου την ίδια ημέρα. · Σε υποβολή ότι υπήρχαν ζημιές και στη πίσω δεξιά πλευρά του ΕΒΡ 270 στην κάσια του, απάντησε ότι δεν εντόπισε τέτοιες ζημιές. · Ότι προτού ετοιμάσει την έκθεση του T.9 είχε υπόψη το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορούμενου, της κυρίας Janet Kkama και του κύριου Μάρκου Χ"Αλή τις οποίες είχε και στην κατοχή του. · Απαντώντας σε ερώτηση σε σχέση με μέρος του περιεχομένου της κατάθεσης του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα γιατί δεν αναφέρει στην έκθεση του Τ.9 τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος στην 7η γραμμή πριν το τέλος σε σχέση με ζημιές στο ΕΒΡ 270 στο πίσω μέρος του, απάντησε ότι ο ίδιος δεν επεσήμανε τέτοιες ζημιές στη δεξιά πισινή γωνία του εν λόγω αυτοκινήτου και γι' αυτό δεν τις σχολίασε. · Ότι δεν ετοίμασε σχέδιο - σκίτσο επί τη βάση της εκδοχής ότι υπήρχαν ζημιές και στο πίσω μέρος του ΕΒΡ 270 διότι από τα όσα ο ίδιος υποστηρίζει στην έκθεση του το δυστύχημα επισυνέβη όταν το όχημα ΚΝΕ 219 κινήθηκε προς τα πίσω και κτύπησε το μπροστινό μέρος της δεξιάς πλευράς του ΕΒΡ
  13. Μετά δε από αυτό το κτύπημα ο Μ.Υ.1 ανέμενε πως το ΕΒΡ 270 θα παρέκλινε με το μούτρο του αριστερά οπόταν το πισινό του μέρος θα κινείτο λίγο δεξιότερα. Με βάση αυτά τα δεδομένα και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν επισήμανε οποιοδήποτε ίχνος επαφής της δεξιάς πισινής γωνίας του ΕΒΡ 270 με ξένο αντικείμενο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο περνώντας πίσω από το ΚΝΕ 219 να ήρθε σε επαφή με αυτό, τούτο δε το ενδεχόμενο δεν αλλοιώνει την τελική του γνωμάτευση για το πώς έγινε το δυστύχημα. Ότι πριν τη σύγκρουση το ΚΝΕ 219 εκινείτο στην ίδια κατεύθυνση προπορευόμενο του ΕΒΡ
  14. · Διαφώνησε με υποβολή ότι η παραμόρφωση που διαπίστωσε στο αριστερό πισινό φανάρι προκλήθηκε λόγω πίεσης που ασκήθηκε στο ΚΝΕ 219 από αριστερά προς τα δεξιά και συμπλήρωσε ότι οι ίδιες παραμορφώσεις θα υπήρχαν εάν η πίεση εξασκείτο από πίσω προς τα εμπρός και προς τούτο φαίνεται και μία τριβή διότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου εκινείτο προς τα εμπρός, δηλαδή από τη δεξιά πισινή γωνία του ΚΝΕ 219 προς την αριστερή. Επίσης διευκρίνισε ότι το αριστερό πισινό φανάρι του ΚΝΕ 219 δεν παρουσιάζει σημαντική μετακίνηση από τη θέση του απλά έσπασε το γυαλί του. Τούτο φαίνεται αν παρατηρήσει κάποιος τη σχισμή που το χωρίζει από την αριστερή άκρια της πόρτας του χώρου των αποσκευών της οποίας δεν έχει παραμορφωθεί αυτή η γραμμή και συνεπώς δεν υπήρχε ορατή παραμόρφωση του φαναριού και μετακίνηση του προς τα αριστερά. · Σε ερώτηση δε προς τα πού ήταν αυτή η μικρή ή ασήμαντη μετακίνηση, απάντησε ότι είχε ερωτηθεί αν υπήρξε μετακίνηση προς τα αριστερά και απάντησε ότι αν υπήρξε αυτή ήταν ασήμαντη και δεν είναι ορατή. Ελάχιστη μετακίνηση μπορούσε να προέλθει γιατί το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου κινείτο προς τα αριστερά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, και το πλευρό του δεξιού μπροστινού φτερού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου ερχόταν σε επαφή / τριβή στο σημείο της πόρτας των αποσκευών που είναι δίπλα από το φανάρι κάτω από τη λέξη peujeot και ήταν το ίδιο σημείο του φτερού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου που παρέσυρε και έσπασε το γυαλί του αριστερού πισινού φαναριού του ΚΝΕ
  15. Γι' αυτό ανέφερε ότι με τέτοιο χτύπημα μπορούσε να παρατηρηθεί ελάχιστη μετατόπιση του αριστερού πισινού φαναριού του ΚΝΕ 219, γι' αυτό και δεν είναι διακριτέα στη συγκεκριμένη φωτογραφία (φωτογραφία 1 του παραρτήματος Ε του Τ. 9). · Ότι η σύγκρουση μεταξύ του ΕΒΡ 270 και του ΚΝΕ 219 ήταν μία σύγκρουση με μέτριο χτύπημα και όπως φαίνεται από το παράρτημα Γ του Τ.9, φωτογραφία αρ. 2, η ζημιά του ΕΒΡ 270 έχει πλάτος περίπου 50 - 60 εκ. και ύψος επίσης περίπου 50 - 60 εκ. · Ότι δεν μέτρησε το πλάτος του αυτοκινήτου ΚΝΕ 219 ούτε και το είδε. · Σε υποβολή ότι το σχόλιο που κάνει στη παράγραφο 5 της σελίδας 5 της έκθεσης του ότι η ζημιά στο κάτω μέρος της δεξιάς πισινής γωνιάς του ΚΝΕ 219 και ότι λόγω σκιάς που υπάρχει στη φωτογραφία 1 του παραρτήματος Ε, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί αν ήταν έμμεση ή άμεση είναι διότι δεν του συμφέρει, απάντησε πως ο ίδιος δεν μπορεί να προσδιορίσει αν είναι έμμεση ή άμεση λόγω της σκιάς που φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στην εν λόγω φωτογραφία και η οποία καλύπτει τη δεξιά πισινή γωνιά του εν λόγω αυτοκινήτου. · Σε υποβολή ότι η ζημιά που φαίνεται στο ΚΝΕ 219 στη φωτογραφία 1 του παραρτήματος Ε, δείχνει ότι αυτή προκλήθηκε από πίεση όχι από μέσα προς τα έξω αλλά από τα δεξιά προς τα αριστερά όπως βλέπει κάποιος την εν λόγω φωτογραφία, απάντησε ότι όπως αναφέρει και στην έκθεση του Τ.9 ουδέποτε ανέφερε ότι αυτή η ζημιά προκλήθηκε από μέσα προς τα έξω. Διευκρίνισε δε ότι εκείνο το οποίο αναφέρει είναι πως η ζημιά αυτή είναι από έξω προς τα μέσα και ότι από δεξιά προς τα αριστερά υπάρχει μόνο τριβή και αυτή οφείλεται στη κίνηση προς τα μπροστά του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. · Σε ερώτηση δε τι εννοεί απάντησε ότι ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου εκινείτο κατά μήκος του δρόμου και το ΚΝΕ 219 κινήθηκε προς τα πίσω καθέτως του δρόμου με κλήση 95 - 100° ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, το πίσω μέρος του ΚΝΕ 219 προσέκρουσε στο μπροστινό μέρος της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με επακόλουθο και ως αποτέλεσμα της κίνησης του ΚΝΕ 219 τα μέταλλα του να σπρωχθούν από τα πίσω προς τα εμπρός ενώ ταυτόχρονα το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου με το μπροστινό πλευρό της δεξιάς του πλευράς ετρίβετο πάνω στη πισινή πλευρά του ΚΝΕ
  16. Το τρίψιμο δε αυτό φαίνεται στη φωτογραφία 3 του παραρτήματος Γ η οποία δείχνει το μπροστινό δεξιό μέρος του προφυλακτήρα του ΕΒΡ 270 με ίχνη τριβής από εμπρός προς τα πίσω. Το ίδιο φαίνεται και στη φωτογραφία αρ. 5 του παραρτήματος Γ μαζί με ένα ίχνος μπλε μπογιάς παρόμοιας με εκείνης του ΚΝΕ
  17. Τα ίδια επίσης τριψίματα φαίνονται και στη φωτογραφία 6 του παραρτήματος Γ με κάποιες οριζόντιες γραμμές κοκκινωπού χρώματος που δεν αποκλείει να προήλθαν από το αριστερό πισινό φανάρι του ΚΝΕ
  18. · Ότι στο ΚΝΕ 219 τα ίχνη τριβής φαίνονται κάτω από τη πινακίδα εγγραφής, κάτω από τη λέξη Peugeot στο αριστερό μέρος της πόρτας των αποσκευών, όπως επίσης και πάνω από τη λέξη Peugeot, φωτογραφία 1 του παραρτήματος Ε. · Σε υποβολές ότι δεν υπάρχουν ίχνη τριβής στο μπροστινό δεξιό φτερό του ΕΒΡ 270 και ότι αν υπήρχαν τέτοια θα ήταν χρώματος μαύρου από το πλαστικό που βρισκόταν πάνω από τη πινακίδα εγγραφής διαφώνησε και παραπέμποντας στις φωτογραφίες 3 και 6 του παραρτήματος Γ ανέφερε ότι υπάρχουν ίχνη τριβής στο πλευρό του δεξιού μπροστινού φτερού κάποια δε από αυτά είναι μαύρα, όμως δεν μπορούσε να πει από πιο σημείο του ΚΝΕ 219 προκλήθηκαν αυτά τα μαυρίσματα που φαίνονται στις φωτογραφίες 3 και
  19. · Σε υποβολή ότι τα σημεία που σημείωσε σε κύκλο με μπλε μελάνι επί των φωτογραφιών 3 και 5 του παραρτήματος Γ δεν είναι ίχνη τριβής αλλά αποτέλεσμα κτυπημάτων από τη πίεση που δέχτηκε από τα έξω προς τα μέσα το ΕΒΡ 270, διαφώνησε και απάντησε ότι και στα δύο σημεία υπάρχει τσάκρισμα της μπογιάς και μαύρισμα. Διευκρίνισε δε ότι στη φωτογραφία 3 έχει περιλάβει σε κύκλο μόνο τα μαυρίσματα ενώ στη φωτογραφία 5 δεν φαίνονται καθαρά τα μαυρίσματα και στον κύκλο μπήκε και το τσάκρισμα της μπογιάς. · Σε υποβολή ότι το τσάκρισμα της μπογιάς που έβαλε σε κύκλο στις φωτογραφίες 3 και 5 του παραρτήματος Γ του Τ.9 έχει μεγάλη σημασία διότι υποδηλώνει και την κατεύθυνση που έγινε η μετακίνηση των μετάλλων, διαφώνησε διευκρινίζοντας ότι απλά και μόνο από το τσάκρισμα δεν αποδεικνύεται αυτό το οποίο του υποβλήθηκε. Εκείνο το οποίο αποδεικνύει το τσάκρισμα της μπογιάς είναι η μετακίνηση των μετάλλων από έξω προς τα μέσα, όμως η ίδια μετακίνηση των μετάλλων μπορούσε να γίνει χωρίς τσάκρισμα μπογιάς. · Ότι όπως φαίνεται από τη φωτογραφία 5 του παραρτήματος Γ του Τ.9, στο δεξιό πλευρό του μπροστινού προφυλακτήρα του ΕΒΡ 270 υπάρχει ένα ίχνος τριβής από εμπρός προς τα πίσω και επίσης υπάρχουν μαυρίσματα που προκλήθηκαν από την τριβή της σύγκρουσης και ίχνη μπογιάς παρόμοιας με αυτής του ΚΝΕ
  20. Επίσης φαίνεται ότι ο προφυλακτήρας έχει σπρωχτεί και λυγίσει από τα έξω προς τα μέσα. · Σε υποβολές ότι τα ίχνη τριβής που φαίνονται στη φωτογραφία 5 του παραρτήματος Γ του Τ.9 πάνω στο ΕΒΡ 270 προκλήθηκαν όταν ο κατηγορούμενος χτύπησε το αυτοκίνητο ΚΝΕ 219 και πως τα εν λόγω ίχνη δεν συνάδουν με την εκδοχή του ότι είναι το ΚΝΕ 219 που μετακινήθηκε προς τα πίσω και χτύπησε το ΕΒΡ 270, διαφώνησε. · Ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος μετακίνησε το αυτοκίνητο του σε τόση μεγάλη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης, μετά τη σύγκρουση, όπως του είπε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ήταν γιατί μετά τη σύγκρουση έφτασε στη σκηνή ένα φορτηγό και παρουσιάστηκε κάποιος που ο κατηγορούμενος τον εξέλαβε ως αστυνομικό ο οποίος του ζήτησε να μετακινήσει το αυτοκίνητο του για να περάσει το φορτηγό. Η δε απόσταση που μετακίνησε το αυτοκίνητο του όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος λέει στη κατάθεση που του πήρε ο Μ.Υ.1 ήταν ένα πόδι πιο μπροστά. · Ότι όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο από το τηλέφωνο αν προτού φωτογραφίσει το αυτοκίνητο του το πήρε σε γκαράζ για να το επιδιορθώσει, αυτός του απάντησε ότι ήταν ανέπαφο όπως την ημέρα του δυστυχήματος και γι' αυτό πήγε να το δει και να πάρει κατάθεση από τον κατηγορούμενο. · Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος μετά από τη σύγκρουση επιδιόρθωσε μέρος της ζημιάς του αυτοκινήτου, απάντησε ότι αυτό αποκλείεται γιατί το βρήκε ανέπαφο και η οποιαδήποτε επιδιόρθωση της ζημιάς θα ήταν εμφανής. · Σε ερώτηση γιατί αγνόησε τη διάσταση που υπάρχει μεταξύ της κατάθεσης του κατηγορούμενου, παράρτημα Δ του Τ.9, και της κατάθεσης του ιδίου που έδωσε στην Αστυνομία, Τ.4, σχετικά με την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του αυτοκινήτου που οδηγούσε και του ΚΝΕ 219 την οποία στο Τ.4 καθόρισε σε 200 μέτρα ενώ στο παράρτημα Δ στα 10 - 15 μέτρα, απάντησε ότι η εντύπωση που έχει είναι πως η αναφορά του κατηγορουμένου σε 200 μέτρα αφορούσε τη συνολική απόσταση που αυτός ήταν πίσω από το ΚΝΕ
  21. · Σε υποβολή ότι απώτερος σκοπός της έκθεσης του, Τ.9, είναι να βοηθηθεί ο κατηγορούμενος διαφώνησε, όπως επίσης διαφώνησε σε υποβολή ότι είναι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου που χτύπησε στο ΚΝΕ 219 το οποίο στη συνέχεια σπρώχθηκε προς τα μπροστά με επακόλουθο να ανακόψει τη πορεία του DAB 396 και να συγκρουστεί με αυτό στη δεξιά μπροστινή πλευρά στο σημείο που βρισκόταν ο μπροστινός δεξιός τροχός και δεξιά μπροστινή γωνία. Διευκρίνισε δε ότι αν με αυτό τον τρόπο είχε προκληθεί η σύγκρουση τότε οι ζημιές του ΕΒΡ 270 θα έπρεπε να ήταν στο μούτρο του και στο μπροστινό προφυλακτήρα και όχι στο πλάι. · Σε υποβολή ότι η πρώτη σύγκρουση έγινε από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με το ΚΝΕ 219 από τη δεξιά γωνιά του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στην αριστερή πισινή γωνία του ΚΝΕ 219 όπως αποδεικνύεται από την ζημιά που φαίνεται στη φωτογραφία 5 του παρατήματος Γ του Τ.9, διαφώνησε για δύο λόγους: α. Υπό τέτοιες συνθήκες σύγκρουσης το ΚΝΕ 219 θα έπρεπε να ήταν κάθετα στο δρόμο όπως φαίνεται στο σκίτσο 1 του παραρτήματος Θ του Τ.9, και β. δεν θα υπήρχε τόση μετατόπιση του προφυλακτήρα του ΕΒΡ 270 προς τα μέσα. · Σε υποβολή ότι μετά το πρώτο χτύπημα του αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στο πίσω μέρος του ΚΝΕ 219, το μεν αυτοκίνητο του κατηγορούμενου γύρισε προς τα δεξιά το πίσω του μέρος ενώ του ΚΝΕ 219 γύρισε προς τα δεξιά επίσης το πίσω μέρος με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση του πίσω δεξιού μέρους της κάσιας του ΕΒΡ 270 με ολόκληρο το πίσω μέρος του ΚΝΕ 219 και μετά από αυτή τη σύγκρουση το ΚΝΕ 219 σπρώχθηκε διαγώνια προς τα μπροστά και εμβόλισε το DAB 396, διαφώνησε διότι δεν εντόπισε καμία παραμόρφωση στη δεξιά πλευρά του ΕΒΡ 270 αλλά μόνο στη δεξιά μπροστινή του γωνία. · Σε άλλη υποβολή ότι μετά τη σύγκρουση μεταξύ του ΚΝΕ 219 και του DAB 396, το DAB 396 σπρώχθηκε προς τα αριστερά με επακόλουθο να συγκρουστεί με δέντρο στο σημείο Χ2 και να καταλήξει στη τελική του θέση όπως φαίνεται από το Τ.3 και τούτο γιατί το ΚΝΕ 219 είχε σπρωχθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, συμφώνησε ότι το DAB 396 παρεξέκλινε προς τα αριστερά και αφού χτύπησε στο δέντρο κατέληξε στην τελική του θέση Γ3 του Τ.3, όμως διαφώνησε ως προς την εκδοχή ότι το ΚΝΕ 219 σπρώχθηκε προς τη δεξιά πλευρά του δρόμου λόγω χτυπήματος από το EΒΡ 270 στο πίσω μέρος του. · Σε ερώτηση γιατί δε σημείωσε στο σχέδιο του παρατήματος Β του Τ.9 την πορεία που ακολούθησε το DAB 396 προς τα αριστερά και τα ίχνη τροχοπέδησης που φαίνονται στο Τ.3 μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ2, αλλά σχεδιαγράφησε μόνο τα ίχνη τροχοπέδησης με ευθεία πορεία, απάντησε ότι το συγκεκριμένο σχέδιο έγινε χωρίς να έχει ο ίδιος οποιαδήποτε μέτρα της σκηνής του δυστυχήματος και χωρίς να έχει κατά το χρόνο που το ετοίμασε, το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος της Αστυνομίας. Διευκρίνισε δε ότι αυτό έγινε για να δείξει τη διαμόρφωση του δρόμου και ότι στο δικό του σχέδιο παράρτημα Β οι θέσεις των αυτοκινήτων είναι κατά προσέγγιση. Ακόμα διευκρίνισε ότι τα όσα αναφέρονται στο παράρτημα Β είναι όλα κατά προσέγγιση εκτός από το πλάτος του δρόμου. · Ότι το σχέδιο του παραρτήματος Β του Τ.9 το ετοίμασε ένα - δύο μήνες μετά που πήρε κατάθεση από τον κατηγορούμενο ήτοι μετά την 4.1.2007 οπόταν ετοίμασε και την έκθεση του προς τη Λαϊκή Ασφαλιστική. Την ημέρα δε που ετοίμασε το εν λόγω σχέδιο δεν είχε ούτε τα ίχνη τροχοπέδησης του DAB 396 μετά τη σύγκρουση ούτε και το σχέδιο της Αστυνομίας, Τ.
  22. · Το σχέδιο της Αστυνομίας Τ.3, όταν ετοίμασε την έκθεση Τ.9 την οποία ετοίμασε για να καταθέσει στο Δικαστήριο, το είχε υπόψη του γι' αυτό και το συμπεριέλαβε σ' αυτήν ως παράρτημα Ζ. Διευκρίνισε δε ότι δεν υπήρχε λόγος να διορθώσει το δικό του σχέδιο παράρτημα Β όταν θα ετοίμαζε το Τ.9 που θα κατέθετε στο Δικαστήριο αφού υπήρχε το σχέδιο της Αστυνομίας, Τ.
  23. · Ότι το σχέδιο της Αστυνομίας, Τ.3 είναι πιο ολοκληρωμένο λαμβανομένων όμως πάντοτε υπόψη των κενών που υπάρχουν σ' αυτό τα οποία αναφέρονται στη σελίδα 3 του Τ.
  24. · Σε σχέση με τις τελικές θέσεις των εμπλεκομένων αυτοκινήτων συμφώνησε ότι είναι όπως αυτές δεικνύονται επί του Τ.3, ήτοι στο σχέδιο της Αστυνομίας. · Σε ερώτηση γιατί ενώ στο Τ.9, ήτοι την κατάθεση που πήρε ο ίδιος από τον κατηγορούμενο υπάρχει ισχυρισμός ότι έπρεπε να περάσει ένα φορτηγό αυτοκίνητο από το σημείο του δυστυχήματος και δεν υπάρχει παρόμοιος ισχυρισμός στην κατάθεση που ο κατηγορούμενος έδωσε στην Αστυνομία, απάντησε ότι αυτά που του είπε ο κατηγορούμενος τα κατέγραψε. Σε υποβολή δε ότι αυτός έγραψε τη κατάθεση για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και ότι η όλη έκθεση, Τ.9 πέραν των φωτογραφιών δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια, διαφώνησε. Σε ερώτηση πως δικαιολογούνται οι εκτεταμένες ζημιές και το σπάσιμο του γυαλιού στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΝΕ 219, απάντησε ότι αυτές περιγράφονται στην έκθεση του στη σελίδα 4 και 5 όπου και εξηγά το σπάσιμο του γυαλιού και το μέγεθος των ζημιών το οποίο σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από την ορμή που κινείται ένα αυτοκίνητο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ορμή προς τα πίσω του ΚΝΕ 219 ήταν μεγάλη, διευκρίνισε δε ότι ορμή είναι το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου Βάρος x Ταχύτητα. Στην επανεξέταση του ο Μ.Υ.1 απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε ότι ακόμα και στη περίπτωση που υπάρχει χτύπημα στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου τα συμπεράσματα της έκθεσης του δεν αλλάζουν αλλά αντίθετα αυτό την ενισχύει. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ο Μ.Υ.1 ανέφερε οτι: · Δεν γνωρίζει ούτε και είχε υπόψη του το βάρος του αυτοκινήτου ΚΝΕ
  25. · Στο παράρτημα Β του Τ.9 εκεί που αναγράφεται στον επεξηγηματικό πίνακα υπό στοιχείο Β ο αριθμός εγγραφής ΕΒΡ 278 πρόκειται περί παραδρομής αφού ο αριθμός αυτός είναι ο αριθμός του οχήματος του κατηγορουμένου που είναι ΕΒΡ
  26. · Το σημείο Β1 επί του παραρτήματος Β του Τ.9 είναι το σημείο που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος ότι τοποθέτησε το όχημα του μετά τη σύγκρουση. · Στη φωτογραφία 2 του παραρτήματος Γ του Τ.9 όταν ανέφερε πως από αυτή προκύπτει ότι η ζημιά είναι από τα έξω προς τα μέσα εννοούσε από τα αριστερά της φωτογραφίας προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. · Σε ερώτηση δε αν εντόπισε ζημιές στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ΚΝΕ 219, χωρίς να απαντήσει αν εντόπισε, ανέφερε ότι τις φωτογραφίες του εν λόγω οχήματος του της έδωσε η Λαϊκή Ασφαλιστική. To σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 το έχω λάβει υπόψη και θα κάνω επίσης αναφορά σε αυτή η μέρος της, όπου κρίνω ότι τούτο είναι επιβεβλημένο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο Μ.Υ. 2 κ. Χρίστος Κοτσώνης στην κυρίως εξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε τα εξής: · Ότι δουλεύει στο φωτογραφείο Yellow Corner που βρίσκεται στη γωνία Βλαδίμηρου Ηρακλή και Ευαγόρα Παλλικαρίδη στη Πάφο. · Ότι τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει φατσικά αφού πριν από πολύ καιρό πήγε στο φωτογραφείο και τον παρακάλεσε να του βγάλει κάποιες φωτογραφίες του αυτοκινήτου το οποίο είχε παρκάρει έξω από την κύρια είσοδο στη Λεωφ. Παλλικαρίδη. Τις φωτογραφίες αυτές αναγνώρισε σαν αυτές που κατατέθηκαν σαν Τεκμήριο Α και Τεκμήριο Β για αναγνώριση οι οποίες χωρίς ένσταση από την Κατηγορούσα Αρχή έγιναν Τ.10 και Τ.11 αντίστοιχα. · Ότι στο πίσω μέρος των Τ.10 και Τ.11 υπάρχουν δύο σφραγίδες τις οποίες αναγνώρισε σαν τις σφραγίδες της εταιρείας. Επίσης αναγνώρισε το χαρτί πάνω στο οποίο εκτυπώθηκαν οι φωτογραφίες Τ.10 και Τ.11 σαν χαρτί Futji Colour που είναι το χαρτί που χρησιμοποιούσαν. · Ότι τις δύο σφραγίδες στο πίσω μέρος των Τ.10 και Τ.11 τις τοποθέτησε μετά που του ζήτησε ο κατηγορούμενος, τον οποίο υπέδειξε στο εδώλιο, να υπογράψει τις εν λόγω φωτογραφίες. Διευκρίνισε δε ότι είπε στον κατηγορούμενο πως προτιμούσε να θέσει τις σφραγίδες της εταιρείας αντί να τις υπογράψει όπως και το έκανε στην παρουσία του κατηγορουμένου. · Ότι την ημερομηνία 20.11.2006 που αναγράφεται στο πίσω μέρος των Τ.10 και Τ.11 δεν γνωρίζει ποιος την έγραψε. · Σε σχετική δε ερώτηση αν η ημερομηνία 20.11.2006 ανεγράφη μπροστά του ο Μ.Υ.2 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος, έγραψε με μία πένα που ζήτησε και του έδωσε, μία ημερομηνία και έθεσε την υπογραφή του. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.2 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές τoυ συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι τον κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε πριν την ημερομηνία που πήγε στο κατάστημα τους. · Ότι δεν μπορεί να πει στο Δικαστήριο ποια ήταν η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πήγε στο κατάστημα που εργάζετο και ότι δεν αποκλείει η ημερομηνία αυτή να μην ήταν η 20.11.
  27. · Ότι δεν θυμόταν ποια ώρα πήγε στο κατάστημα που εργαζόταν ο κατηγορούμενος όπως δεν θυμόταν αν ήταν πρωί, μεσημέρι ή απόγευμα. · Ότι έθεσε ο ίδιος τις σφραγίδες της εταιρείας στα Τ.10 και Τ.11 ενώπιον του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος μπροστά του κάτι έγραψε όταν έβαλε την ημερομηνία, δίπλα ή από πάνω χωρίς να είναι σίγουρος και χωρίς να θυμάται τι. · Ότι αυτό το οποίο έγραψε ήταν δίπλα από την ημερομηνία που ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε σημειώσει στα Τ.10 και Τ.
  28. · Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια αυτός διαφώνησε και περαιτέρω διευκρίνισε πως ο λόγος που δεν έθεσε την υπογραφή του, όπως του ζήτησε ο κατηγορούμενος στα Τ.10 και Τ.11, είναι διότι αυτή είναι η πολιτική της εταιρείας. · Σε υποβολή δε ότι ο λόγος που δεν υπόγραψε τα Τ.10 και Τ.11 είναι διότι δε συμφωνούσε με την ημερομηνία που έγραψε σε αυτά ο κατηγορούμενος, διαφώνησε. · Ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να βγάλει φωτογραφίες του αυτοκινήτου του όπως το είχε παρκάρει μπροστά από το κατάστημα ζητώντας του αν είναι δυνατό να φωτογραφίσει το μπροστινό και το πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου. Με βάση αυτά που του είπε και έχοντας το αυτοκίνητο να βλέπει προς το μέρος του έβγαλε φωτογραφίες του μπροστινού μέρους και λοξώς δεξιά αυτού. Σε ερώτηση αν του ζητούν συχνά να βάζουν σφραγίδα και υπογραφή στις φωτογραφίες απάντησε καταφατικά. · Ότι δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο για ποιό λόγο ήθελε να του φωτογραφίσει το αυτοκίνητο ούτε και γιατί ήθελε να του υπογράψει τις φωτογραφίες. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ο Μ.Υ. 2 απάντησε ότι: · Η αναφορά του στην εταιρεία αφορούσε την εταιρεία στην οποία εργάζεται. · Ότι η σφραγίδα στο Τ.11, Photo Speed αφορά και πρόκειται για της ίδιας επιχείρησης της εταιρείας στην οποία εργάζεται. To σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 το έχω λάβει υπόψη και θα κάνω επίσης αναφορά σε αυτή η μέρος της, όπου κρίνω ότι τούτο είναι επιβεβλημένο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υπεράσπισης και Κατηγορούσας Αρχής, ετοίμασαν, διάβασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο σαν Έγγραφο Α και Έγγραφο Β αντίστοιχα, γραπτές αγορεύσεις. Αντίγραφα επίσης των αγορεύσεων τους οι συνήγοροι παρέδωσαν έκαστος στον συνήγορο της άλλης πλευράς. Όλα όσα αναφέρουν για υποστήριξη των θέσεων τους οι δυο συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης έχουν μελετηθεί και έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Εξ αυτών επισημαίνω τα πιο κάτω: Στην αγόρευση του ο συνήγορος του κατηγορούμενου, εισηγείται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου καθότι η μαρτυρία η οποία προσήχθη είναι αντινομική, αλληλοσυγκρουόμενη, βρίθει ανακριβειών και αντιφάσεων και συνακόλουθα κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα καταδίκαζε τον κατηγορούμενο στην κατηγορία για την οποία κατηγορείται. Για να υποστηρίξει δε τη θέση της υπεράσπισης ότι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής περιέπεσαν σε πολλές και σημαντικές αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό που κατέστησαν την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αναξιόπιστη, προβαίνει σε διάφορες επισημάνσεις και σχόλια από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθείσα μαρτυρία με αναφορές και αποσπάσματα από αυτήν. Αντιθέτως, είναι η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, η μαρτυρία που εδόθη από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, αντιπροσωπεύει την αλήθεια αφού δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο επεσήμανε ότι η επιλογή του να μην καταθέσει ενόρκως δεν πρέπει να οδηγήσει στην εξαγωγή συμπερασμάτων ενοχής καθότι αυτός συνταγματικά και νομολογιακά τεκμαίρεται αθώος μέχρις ότου η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Προς τούτο δε με παρέπεμψε σε σχετική νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς επίσης και του Εφετείου της Αγγλίας. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 είναι η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι σαν ειδικός εμπειρογνώμονας του οποίου η αξιοπιστία δεν επλήγει από την αντεξέταση, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της. Πρόσθετο στοιχείο προς τούτο, εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος, είναι και το ότι η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 παρέμεινε αναντίλεκτη αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο ατύχημα αφού δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή παρόμοιας φύσης μαρτυρία καθιστώντας την τοιουτοτρόπως εκτός από αναντίλεκτη και μοναδική. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ. 2 είναι επίσης εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά αφού δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής που να αντικρούει ή να αμφισβητεί τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τη λήψη και το περιεχόμενο των φωτογραφιών που κατέθεσε σαν Τεκμήρια. Όσον αφορά την πραγματική μαρτυρία ήτοι το σχεδιαγράφημα της σκηνής του επιδίκου δυστυχήματος, ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε τις γνωστές αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για τη σημασία της και για το ποιο μέρος αυτής αποτελεί και μπορεί να εκληφθεί σαν τέτοια και ποια από αυτήν, αναφερόμενος ειδικότερα στο σχέδιο της σκηνής ενός δυστυχήματος, αποτελεί μέρος εκδοχής μάρτυρος. Εισηγήθηκε συγκεκριμένα ότι από το σχέδιο της σκηνής ενός δυστυχήματος οι υποτιθέμενες πορείες οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης αποτελούν μέρος της εκδοχής των μαρτύρων που τα υπέδειξαν και όχι πραγματική μαρτυρία. Σε σχέση με τη νομική πτυχή και το τι απαιτείται να αποδειχθεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 32/72, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, επικαλέστηκε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου εισηγούμενος ότι η Κατηγορούσα Αρχή στην παρούσα υπόθεση απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή ενώ οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το αυτοκίνητο ΕΒΡ
  29. Με αυτό δεδομένο, εισηγείται ο συνήγορος του κατηγορούμενου και λόγω της φύσης της παρούσας υπόθεσης που είναι ποινική και επειδή δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη των γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει ως όφειλε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Ακόμα και ενόψει των πολλών κενών στη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος ο οποίος δικαιούται του ευεργετήματος της αμφιβολίας θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Αντίθετη είναι η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος στη δική του αγόρευση, εισηγείται ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου και γι' αυτό θα πρέπει να καταδικαστεί. Αντέκρουσε τις διάφορες επισημάνσεις του συνηγόρου υπεράσπισης σε σχέση με την επίκληση από μέρους του διαφόρων σημείων από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, εισηγούμενος ότι ήταν σε τέτοιο βαθμό η εν λόγω μαρτυρία ειλικρινής που η ενοχή του κατηγορουμένου έχει αποδειχθεί στο βαθμό που επιβάλλεται, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που περιέχονται στις δύο γραπτές του καταθέσεις, την πρώτη που έδωσε στην Αστυνομία ( Τ.4) και τη δεύτερη στο Μ.Υ.1, παράρτημα Δ του Τεκμηρίου 9, προκύπτει ξεκάθαρα ότι αυτός δεν ήταν καθόλου ειλικρινής στα όσα αναφέρει αφού παρατηρούνται σοβαρές αντιφάσεις και διαφοροποιήσεις μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατάθεσης. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στα συγκεκριμένα σημεία που εντοπίζονται οι εν λόγω αντιφάσεις και διαφορές. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 εισηγείται ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτός με την έκθεση που ετοίμασε, Τ.9, και την ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία η μόνη επιδίωξη και προσπάθεια του ήταν να παραπλανήσει τους πάντες με απώτερο στόχο να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και την ασφαλιστική εταιρεία που κατά τον επίδικο χρόνο κάλυπτε το όχημα του κατηγορουμένου που ήταν και οι πελάτες του Μ.Υ.
  30. Αυτή δε η προσπάθεια του Μ.Υ.1 διαφαίνεται τόσο από το γεγονός ότι διαφοροποίησε την αρχική κατάθεση του κατηγορούμενου ως επίσης και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης, είναι η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η επίκληση μέρους της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και στα όσα ανέφεραν σε συγκεκριμένα σημεία, δεν συνάδει με τα όσα όντως αυτοί κατέθεσαν και συνακόλουθα δεν αποδέχεται την εισήγηση ότι από τα εν λόγω σημεία θα πρέπει οι Μ.Κ. να κριθούν αναξιόπιστοι. Ούτε και αποδέχεται ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι ήταν υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να προσκομίσει μαρτυρία για το πότε λήφθηκαν οι φωτογραφίες που έβγαλε ο Μ.Υ.
  31. Τέλος σε σχέση με την έκθεση του Μ.Υ.1 που επικαλέστηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγείται ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι αυτή ετοιμάστηκε μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος και χωρίς ο ίδιος ο Μ.Υ.1 να έχει προσωπική αντίληψη των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον επίδικο χρόνο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο αστυφύλακας 2697 Νεόφυτος Ανδρέου, Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθεσε με σαφή και αντικειμενικό τρόπο και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να μολύνει την μαρτυρία του με στοιχείο εξυπηρέτησης οποιουδήποτε συμφέροντος η επηρεασμού της αμεροληψίας του. Τo πρόχειρο σχέδιο Τ.2 μαζί με το συμμετρικό σχέδιο Τ.3 που ετοίμασε εξ' αυτού, αποτελούν μαζί με φωτογραφίες που σχετίζονται με τα επίδικα γεγονότα, την πραγματική μαρτυρία. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος [βλ. Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1A A.A.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1388]. Όπως επίσης έχει νομολογηθεί και καθ' ην έκταση οι φωτογραφίες αποτελούν πραγματική μαρτυρία (βλέπε υπόθεση Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 24), είναι δυνατό να αξιοποιηθούν από το Δικαστήριο κατά τον δέοντα τρόπο. Ο Μ.Κ.1, κρίνω ότι είπε την αλήθεια και οι διάφορες μετρήσεις, σημεία και ευρήματα του που απεικονίζονται στο Τ.3 κρίνω ότι απεικονίζουν την αληθινή κατάσταση πραγμάτων όπως ο Μ.Κ.1 τα βρήκε και τα εντόπισε στην σκηνή, τα τοποθέτησε στο Τ.2 και τα μετέφερε επακριβώς στο Τ.3. Ούτε και η μακρά και επίπονη αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από τον συνήγορο υπεράσπισης, έχει καταδείξει οποιαδήποτε αντίφαση η στοιχείο αναλήθειας στα όσα είπε. Επισημαίνω επίσης ότι ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε καθόλου σε σχέση με τις μετρήσεις και τα ευρήματα του στην σκηνή και συνακόλουθα η μαρτυρία του αυτή παρέμεινε ακλόνητη. Ακόμη επισημαίνω ότι και ο Μ.Υ.1 στο στάδιο της αντεξέτασης του αποδέκτηκε ότι οι μετρήσεις και οι τελικές θέσεις των οχημάτων που έχει τοποθετήσει ο Μ.Κ.1 επί των Τ.2 και Τ.3 είναι οι ορθές, αφού οι δικές του μετρήσεις και σχέδιο έγιναν κατά προσέγγιση. Συνακόλουθα οι ισχυρισμοί περί κενών στα Τ.2 καιΤ.3 που προβάλλει ο Μ.Υ.1 στο Τ.9, δεν ευσταθούν αφού και ο ίδιος στην αντεξέταση του αποδέκτηκε τελικά ότι τα εν λόγω τεκμήρια είναι πιο ολοκληρωμένα. Τα όποια κενά δε που επικαλείται ο Μ.Υ.1 στην σελίδα 3 του Τ.9, κι αν ακόμη όντως διαπιστώθηκαν, είναι κενά και διαφορές που εντοπίστηκαν μετά την επίσκεψη του στην σκηνή πού έγινε ένα και πλέον μήνα από την ημέρα του επιδίκου δυστυχήματος. Εφόσον λοιπόν δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η κατάσταση της σκηνής του δυστυχήματος παρέμεινε μέχρι και την επίσκεψη σε αυτή του Μ.Υ.1 η ίδια, δεν αποδέχομαι ότι τα όσα απεικονίζουν τα Τ.2 και Τ.3 παρουσιάζουν κενά και αλλοιώνουν με οποιοδήποτε τρόπο τα όποια συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Εν όψει όλων των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως αντιπροσωπεύουσα την πραγματική εικόνα και αλήθεια σε σχέση με τα ευρήματα, μετρήσεις που έκανε στην σκηνή αλλά και τις ενέργειες του μετέπειτα κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος και για τα όσα περί τούτων ανέφερε. Δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 τα όσα ανέφερε για το πώς έγινε τι επίδικο δυστύχημα και οι συγκρούσεις των εμπλεκομένων οχημάτων και τούτο διότι ούτε εμπειρογνώμονας αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων είναι, όπως ο ίδιος δήλωσε, αλλά ούτε και αυτόπτης μάρτυρας ήταν. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.1 που με βάση τις αρχές τις Νομολογίας μπορώ να αποδεχτώ (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 391). Η Μ.Κ.2, Janet Kκamα, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Από την πρώτη στιγμή στην κατάθεση της Τ.6, αλλά και κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν φανερή η προσπάθεια της να επιρρίψει την αποκλειστική ευθύνη πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος στον κατηγορούμενο. Στην προσπάθεια της όμως αυτή περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις τόσο με τον Μ.Κ.3 όσο και με την πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα: · Ο Μ.Κ.3 στην αντεξέταση του μετά από κάποιες αμφιταλαντεύσεις δέκτηκε τελικά ότι δεν είδε το δεξιό δείκτη πορείας της Μ.Κ.1 (trafficator) ενεργοποιημένο, αλλά ότι κατάλαβε πώς θα έστριβε δεξιά λόγω της ελαφριάς διαγώνιας κλίσης πού είχε το αυτοκίνητο ΚΝΕ
  1. Η Μ.Κ.2 τόσο στην κατάθεση της Τ.6 όσο και στην μαρτυρία της επέμενε ότι πρίν την σύγκρουση της με το ΕΒΡ 270 είχε θέση σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη πορείας του αυτοκινήτου της δείχνοντας έτσι την πρόθεση της να πάει δεξιά για να εισέλθει στο πρατήριο βενζίνης. · Ο Μ.Κ.3 τοποθετεί το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2 πρίν την σύγκρουση με το δικό του, σε διαγώνια θέση με κλίση προς τα δεξιά προς το πρατήριο βενζίνης κι όχι σε παράλληλη θέση με αυτό, ως η θέση της Μ.Κ.
  2. · Σύμφωνα με την θέση πού υποστήριξε στην διάρκεια της αντεξέτασης της η Μ.Κ.2, κατά την στιγμή που το ΕΒΡ 270 κτύπησε το αυτοκίνητο της ΚΝΕ 219, αυτό ήταν ακινητοποιημένο στο δρόμο, σε παράλληλη θέση με το πρατήριο βενζίνης, με ενεργοποιημένο τον δεξιό σηματοδότη του και με στριμμένο το τιμόνι της ελαφρώς προς τα δεξιά. Αυτή η θέση της έρχεται σε πλήρη αντίφαση όχι μόνο με την θέση του Μ.Κ.3 αλλά και με την πραγματική μαρτυρία αφού σαν συμπέρασμα κοινής λογικής που μπορεί να εξαχθεί κάτω από τέτοιες συνθήκες σύγκρουσης, είναι ότι θα εντοπίζοντο ίχνη τριβής των ελαστικών του ΚΝΕ 219 επί του ασφάλτινου οδοστρώματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν ανευρέθηκε στην σκηνή αφού τα μόνα ίχνη τριβής και τροχοπέδησης ήταν αυτά του DAB 396 που σημειώνονται με τα γράμματα Γ1 και Γ2 επί των Τ.2 και T.
  3. · Επισημαίνω ακόμη ότι αυτή την θέση της η Μ.Κ.2 την προέβαλε για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της και τούτο προφανώς όταν αντελήφθηκε πως ήταν αδύνατον να ευσταθεί ισχυρισμός της ότι το αυτοκίνητο της βρισκόταν ακινητοποιημένο σε παράλληλη θέση, όταν δέχτηκε κτύπημα από πίσω από το ΕΒΡ
  4. Τούτο διότι σύμφωνα με την κατεύθυνση και των δύο αυτοκινήτων, που αποτελεί κοινό τόπο, με τέτοια δεδομένα δεν ήταν δυνατόν αυτό να κινηθεί με διαγώνια πορεία προς το σημείο σύγκρουσης Χ1 και να κτυπήσει το DAB
  5. Συνακόλουθα κρίνω πώς αυτός ο ισχυρισμό της είναι μεταγενέστερο κατασκεύασμα. · Σε αντίφαση με το τι ανέφερε ο Μ.Κ.3 σε σχέση με την κίνηση του αυτοκινήτου της μετά την σύγκρουση με το DAB 396, ήτοι ότι έκανε περιστροφή και χωρίς να κινηθεί προς τα πίσω ακινητοποιήθηκε στην λωρίδα που εκινείτο το DAB 396, αυτή ανέφερε ότι το αυτοκίνητο της μετά την εν λόγω σύγκρουση κινήθηκε προς τα πίσω και ακινητοποιήθηκε με το μισό του μήκος στην μία λωρίδα κυκλοφορίας και το άλλο μισό στην άλλη όπου και ακινητοποιήθηκε στην τελική του θέση (όπως άλλωστε απεικονίζεται και στα Τ.2 και Τ.3.). Ο Μ.Κ.3, κος Μάρκος Χατζηαλή επίσης δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η προσπάθεια του από την πρώτη στιγμή στην κατάθεση του Τ.8, αλλά και κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν να επιρρίψει την ευθύνη πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος στους άλλους δύο οδηγούς, προφανώς έχοντας σαν κίνητρο να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του που έχει περιλάβει στην αγωγή πού κίνησε εναντίον και των δύο. Τούτο χωρίς να τον ενδιαφέρει όπως είναι λογικό, για το ποίος από τους δύο η ακόμη και οι δύο ευθύνονται όπως άλλωστε και ο ίδιος ανέφερε στην αντεξέταση του. Στα πλαίσια δε αυτής του της προσπάθειας, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ταλαντευόταν πότε υπέρ της εκδοχής ότι η πρώτη σύγκρουση ήταν μεταξύ του ΚΝΕ 219 και του ΕΒΡ 270 και πότε ότι το ΚΝΕ 219 του απέκοψε απότομα τον δρόμο με αποτέλεσμα την σύγκρουση του αυτοκινήτου του με αυτό. Ακόμη θέλοντας αρχικά να ενισχύσει την θέση της Μ.Κ.2, ότι είχε ενεργοποιημένο τον δεξιό δείκτη πορείας της (trafficator), στην κατάθεση του Τ.8 αναφέρει ότι είδε το μπλέ αυτοκίνητο (ΚΝΕ 219) προτού κτυπηθεί από το ΕΒΡ 270 να δείχνει ότι θα στρίψει δεξιά, ενώ στην αντεξέταση του και ουσιαστικά υιοθετώντας την θέση της υπεράσπισης συμφώνησε τελικά ότι δεν είδε ενεργοποιημένο τον εν λόγω δείκτη πορείας. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι η πρώτη σύγκρουση ήταν μεταξύ του ΚΝΕ 219 και του ΕΒΡ 270, στην αντεξέταση του αλλά και σε σχετική ερώτηση υπό του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι δεν άκουσε «φατσιά» πρίν την σύγκρουση του ΚΝΕ 219 με το δικό του αυτοκίνητο, αποδεχόμενος ουσιαστικά ότι δεν προηγήθηκε η σύγκρουση των άλλων δύο αυτοκινήτων. Αυτές οι αμφιταλαντεύσεις του Μ.Κ.3 προκάλεσαν σύγχυση για τα γεγονότα που έλαβαν χώραν πρίν, κατά και μετά τις συγκρούσεις των ενεχομένων στο επίδικο δυστύχημα οχημάτων παρά να ρίξουν φώς έτσι ώστε να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Ακόμη στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Κ.3 περιέπεσε και σε σοβαρές αντιφάσεις τόσο με την Μ.Κ.2 όσο και με την πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα: · Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι πρίν την σύγκρουση του αυτοκινήτου της με το ΕΒΡ 270, είχε σταματήσει σε παράλληλη θέση με τον διαμήκη άξονα του δρόμου και το πρατήριο βενζίνης, ενώ ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είχε διαγώνια κλίση προς τα δεξιά. · Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2, το αυτοκίνητο της δεν σπρώχτηκε προς τα πίσω αλλά έκανε περιστροφή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και ακινητοποιήθηκε εντός αυτής. Αυτή του η θέση και ισχυρισμός έρχεται σε αντίφαση με τα όσα είπε η Μ.Κ.2 η οποία ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο της μετά την σύγκρουση με αυτό του Μ.Κ.3 σπρώχτηκε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να συγκρουστεί ξανά με το ΕΒΡ 270 και να ακινητοποιηθεί μισό στην μία λωρίδα και το άλλο μισό στην άλλη, στο σημείο με το γράμμα Β1 επί του Τ.
  6. Ο ισχυρισμός αυτός του Μ.Κ.3 έρχεται σε αντίφαση και με την πραγματική μαρτυρία αφού η τελική θέση του ΚΝΕ 219 είναι ως το σημείο Β1 επί του Τ.3 το οποίο ετοιμάστηκε επί τη βάσει του Τ.2, με το οποίο συμφώνησε και υπέγραψε ο Μ.Κ.
  7. Επίσης δεν υποστηρίζεται και από τα όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει στις δύο καταθέσεις του. Ο μόνος από τους εμπλεκόμενους που είδε το ΚΝΕ 219 να κάνει περιστροφή μετά την σύγκρουση του με το DAB 396 είναι ο Μ.Κ.
  8. · Μέχρι να συμφωνήσει ότι δεν ήταν ενεργοποιημένος ο δείκτης πορείας δεξιά του ΚΝΕ 219, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να δεί τον εν λόγω δείκτη διότι εκινείτο στην αριστερή πλευρά του ΚΝΕ 219 και δεν τον έβλεπε. Τούτο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία αφού όταν είδε για πρώτη φορά το ΚΝΕ 219 βρισκόταν απέναντι του σε μία απόσταση 50 μ. και εκινείτο συνεχώς στα δεξιά του εν λόγω οχήματος που ήταν και στα δεξιά του οχήματος του Μ.Κ.3 και όχι αριστερά. · Ακόμη χρησιμοποιώντας ένα εντελώς ανυπόστατο ισχυρισμό ανέφερε αρχικά ότι δεν μπορούσε να δεί αν ήταν ενεργοποιημένος ο δεξιός δείκτης πορείας του ΚΝΕ 219, «επειδή εφάκκαν του ο ήλιος και ήταν μέρα και όχι νύκτα». Είναι ζήτημα κοινής λογικής και τοίς πάσι γνωστό ότι οι δείκτες πορείας των οχημάτων, είναι με τέτοιο τρόπο κατασκευασμένοι και αυτός είναι και σκοπός τους, έτσι ώστε να φαίνονται ότι είναι ενεργοποιημένοι τόσο κατά την διάρκεια της νύκτας όσο και κατά την διάρκεια της ημέρας. Όταν άλλωστε κατάλαβε ο Μ.Κ.3 το ανεδαφικό του ισχυρισμού του αυτού προέβαλε άλλη δικαιολογία και στο τέλος συμφώνησε ότι δεν τον είδε ενεργοποιημένο. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Αν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22, αναφέρονται υπό του το Ανωτάτου Δικαστηρίου στη σελίδα 46 τα εξής: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Ο κατηγορούμενος στην δήλωση του, η οποία όπως και πιο πάνω αναφέρω δεν αξιολογείται, λαμβάνεται όμως υπόψη σαν ένα στοιχείο που μπορεί να επεξηγήσει η να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα, υιοθετεί το περιεχόμενο των καταθέσεων του Τ.4 και Παράρτημα Δ του Τ.
  1. Σε αυτές δε τις καταθέσεις ισχυρίζεται ότι δεν φέρει ευθύνη στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος αλλά ότι αποκλειστική υπεύθυνη είναι η Μ.Κ.
  2. Στις δύο αυτές καταθέσεις εντοπίζονται οι εξής διαφορές: · Στο Τ.4 δεν κάνει καμία αναφορά για φορτηγό αυτοκίνητο η τον οδηγό του που του είπε να μετακινήσει το αυτοκίνητο του μετά την σύγκρουση για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία. Ούτε και αναφέρει στο Τ.4 οτιδήποτε περί μετακίνησης και στάθμευσης του αυτοκινήτου πού οδηγούσε μετά την σύγκρουση σε απόσταση 10 ποδιών από το σημείο σύγκρουσης του με το ΚΝΕ
  3. · Στο Τ.4 αναφέρει ότι πρίν την σύγκρουση βρισκόταν πίσω και απείχε από το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2, 200 μέτρα ενώ στο Παράρτημα Δ του Τ.9, 20 μέτρα. · Στην κατάθεση Παράρτημα Δ του Τ.9, δεν κάνει καμία αναφορά για την σύγκρουση του ΚΝΕ 219 με το δεξιό πίσω μέρος της «κάσιας» του αυτοκινήτου του κάτι που αναφέρει στο Τ.
  4. · Επίσης δεν κάνει καμία αναφορά στο Τ.4 ότι εντός του ΚΝΕ 219 εκτός από την Μ.Κ.2 στο πίσω κάθισμα επέβαιναν και δύο, τρία ,τέσσερα μωρά, ότι κι αν σημαίνει αυτό. · Στην κατάθεση του Παράρτημα Δ του Τ.9, αναφέρεται σε πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τις ζημιές του αυτοκινήτου του, τις τελικές θέσεις των οχημάτων, τις ζημιές πού υπέστηκε στα λάστιχα του το DAB 396 αλλά και σε ποιά σημεία είχαν ακινητοποιηθεί τα άλλα δύο οχήματα, λεπτομέρειες που δεν αναφέρει στην κατάθεση του Τ.
  5. Αυτές δε οι λεπτομέρειες επισημαίνω ότι συνάδουν με τα σχεδιαγραφήματα, φωτογραφίες και σκίτσα του Μ.Υ.1 που επισυνάπτονται στο Τ.9, κι όχι με τα Τ.2 και Τ.
  6. Πιό συγκεκριμένα η αναφορά στην τελική θέση του αυτοκινήτου του Μ.Κ.3, όπως την περιγράφει ο κατηγορούμενος συνάδει με την θέση του Μ.Υ.1 όπως την σχεδίασε στο σκίτσο - σχέδιο της σκηνής Παράρτημα Β του Τ.9 και καθόλου με αυτή των Τ.2 και Τ.
  7. Επισημαίνω επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει πουθενά στις δύο του καταθέσεις ότι επιθεώρησε τις ζημιές των άλλων δύο οχημάτων έτσι ώστε να δικαιολογείται η αναφορά του στις ζημιές του DAB
  8. · Παρατηρώ επίσης ότι σε καμία από τις δύο καταθέσεις του, ο κατηγορούμενος δεν κάνει μνεία ή και αναφορά στο ότι την ημέρα του επιδίκου δυστυχήματος και αμέσως μετά από αυτό μετέβη σε φωτογραφείο και έδωσε οδηγίες στο Μ.Υ. 2 να φωτογραφίσει τις ζημιές του αυτοκινήτου του. Επισημαίνω δε ότι αν όντως η ημερομηνία λήψης των εν λόγω φωτογραφιών είναι η 20.11.2006, θα μπορούσε και είχε την δυνατότητα την ημέρα πού έδωσε την κατάθεση του Τ.4, ήτοι 28.2.2007 και την κατάθεση του Παράρτημα Δ, του Τ.9, να το αναφέρει σε αυτές αφού λήφθησαν μετά την φωτογράφιση. Αυτή του η παράλειψη σε συνδυασμό με την μη θετική μαρτυρία και μη επιβεβαίωση της ημερομηνίας λήψης των εν λόγω φωτογραφιών από τον Μ.Υ.2 δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο οι φωτογραφίες Τ.10 και Τ.11 απεικονίζουν τις ζημιές του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου που προκλήθηκαν σ' αυτό στο επίδικο δυστύχημα και ακόμη ότι η κατάσταση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν η ίδια την ημέρα που το φωτογράφησε ο Μ.Υ.
  9. Συνακόλουθα οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου που περιέχονται στην δήλωση του, και στις δύο του καταθέσεις δεν μπορούν να έχουν καμία απολύτως αποδεικτική αξία αφού ούτε ενισχύονται από οποιαδήποτε άλλη θετική και αποδεκτή μαρτυρία (βλέπε υπόθεση Βασίλειος Γιώτη ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 373). Ο Μ.Υ. 1 ο οποίος έδωσε μαρτυρία σαν ειδικός εμπειρογνώμονας κάτι που έγινε αποδεκτό με σχετική δήλωση και από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκε και από το Δικαστήριο, κρίνω ότι ανέφερε στο Δικαστήριο τις απόψεις και συμπεράσματα του όπως σε αυτά κατέληξε επί τη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του από τον κατηγορούμενο, την προσωπική του αντίληψη της σκηνής του δυστυχήματος όπως την βρήκε στην επίσκεψη του στις 3.1.2007, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τις φωτογραφίες των παραρτημάτων Γ, Ε και Στ. του Τ.9, τις φωτογραφίες, Τ.10 και T.11, αλλά και το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τ.2 και Τ.3 που ετοίμασε ο Μ.Κ.
  1. Η μαρτυρία όμως αυτή του Μ.Υ.1, επειδή βασίζεται σε δικά του συμπεράσματα αν δεν υποστηρίζεται και από κατάλληλο υπόβαθρο με μαρτυρία αποδεκτή, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για το πώς εξελίχθησαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 παρατηρώ τα εξής: Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι η γνώμη του Μ.Υ.1, τα συμπεράσματα και εισηγήσεις του βασίστηκαν στα εξής κύρια δεδομένα: α) Στις μετρήσεις και ευρήματα του στην σκηνή του δυστυχήματος κατά την 3.1.2007, ήτοι ένα και πλέον μήνα μετά τα επίδικα γεγονότα. β) Στα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος και κατέγραψε στην γραπτή του κατάθεση πού του πήρε ο ίδιος, Παράρτημα Δ του Τ.9, στις 4.1.
  2. γ) Στις φωτογραφίες που πήρε από τους κ.κ.Λαική Ασφαλιστική, εντολείς του, για τα οχήματα ΚΝΕ 219 και DAB 396 Παραρτήματα Ε και Στ, του Τ.9, οι οποίες ελήφθησαν όχι από τον ίδιο αλλά κάποιο τρίτο πρόσωπο εκτιμητή, που διόρισαν οι εν λόγω εντολείς του οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο κάλυπταν το όχημα του κατηγορούμενου. δ) Στις φωτογραφίες Τ.10 και Τ.11, του οχήματος του κατηγορούμενου που έλαβε ο Μ.Υ.2 και στις παρατηρήσεις, εξέταση και ευρήματα που έκανε ο ίδιος στις ζημιές του οχήματος του κατηγορούμενου όπως τις είδε και εντόπισε, όχι την ημέρα του δυστυχήματος αλλά την 4.1.2007 όταν επισκέφτηκε τον κατηγορούμενο στο σπίτι του. ε) Εκλαμβάνοντας σαν δεδομένο ότι η κατάσταση των ζημιών του οχήματος του κατηγορούμενου από την σύγκρουση του με το ΚΝΕ 219 την ημέρα που το εξέτασε παρέμεινε αναλλοίωτη και ως είχε από την ημέρα του δυστυχήματος. Όσο αφορά το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε ο ίδιος, Παράρτημα Β του Τ. 9, παρουσιάζει τις εξής διαφορές με τα Τ.2 και T.3 τα οποία ο ίδιος αποδέχτηκε ότι είναι πιο ολοκληρωμένα αφού αυτός δεν είχε στη διάθεση του και δεν μπόρεσε να προβεί σε μετρήσεις των τελικών θέσεων των εμπλεκομένων οχημάτων, εξ ού και οι μετρήσεις του είναι κατά προσέγγιση όπως ο ίδιος ανέφερε. · Τα ίχνη τροχοπέδησης του αριστερού τροχού του του DAB 396 τα τοποθετεί μέσα στο ασφάλτινο παγκέτο κάτι που δεν συνάδει με τα όσα ο Μ.Κ.1 βρήκε και τοποθέτησε κατά τον επίδικο χρόνο στη σκηνή του δυστυχήματος. · Το πλάτος του ασφάλτινου παγκέτου στη βόρεια πλευρά του δρόμου δεν μπορεί να ήταν 2 ½ μέτρα κατά τον επίδικο χρόνο αφού η απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης του αριστερού τροχού του DAB 396 ήταν όπως φαίνεται στο Τ.3, 1.60 μ. από εκεί που αρχίζει το πεζοδρόμιο στη βόρεια πλευρά του δρόμου. Τούτο προκύπτει και από την απόσταση της άκριας του μπροστινού μέρους του DAB 396 όπως το βρήκε ο Μ.Κ. 1 στη τελική του θέση, Γ.3 επί του Τ.3 που ήταν η αριστερή γωνία 0,80 εκ. και η δεξιά γωνιά 0,60 εκ. από το βόρειο πεζοδρόμιο, σε σημείο που η διαχωριστική γραμμή του ασφάλτινου παγκέτου από τη λωρίδα κυκλοφορίας σχεδόν βρίσκεται στο ίδιο ύψος με την αριστερή μπροστινή γωνία του εν λόγω αυτοκινήτου. · Η απόσταση που σημειώνει ο Μ.Υ.1 στο Παράρτημα Β, ότι απείχε η αριστερή πλευρά του DAB 396 από τον κορμό του δέντρου, σημείο Χ.2, ήτοι 9 μέτρα, δεν συνάδει με την απόσταση που καταμέτρησε ο Μ.Κ.1 και σημείωσε στο Τ.3 ήτοι 7.40 μέτρα. · Η τελική θέση του DAB 396 όπως ο ίδιος τη τοποθέτησε στο παράρτημα Β, δεν συνάδει με τη θέση που το βρήκε ο Μ.Κ.1 αφού όπως φαίνεται στο Τ.3 ήταν ολόκληρο εντός του οδοστρώματος και απείχε από το πεζοδρόμιο της βόρειας πλευράς του δρόμου και δεν εφαπτόταν με αυτό όπως το τοποθετεί ο Μ.Υ.1 στο Παράρτημα Β. · Ο Μ.Κ.1 που επισκέφθηκε τη σκηνή την ημέρα του δυστυχήματος δεν εντόπισε να υπάρχει διαχωριστική γραμμή και ασφάλτινο παγκέτο στη νότια πλευρά του δρόμου αλλά μόνο στη βόρεια πλευρά. Ούτε υποβλήθηκε στο Μ.Κ.1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του κάτι τέτοιο όπως δεν του υποβλήθηκε ότι τα Τ.2 και T.3 δεν ανταποκρίνοντο στην πραγματική κατάσταση και στα ευρήματα του κατά το χρόνο που επισκέφθηκε τη σκηνή. · Ακόμα στο παράρτημα Β, ο Μ.Υ.1 τοποθετεί το δέντρο στο οποίο συγκρούστηκε το DAB 396 πριν το σημείο σύγκρουσης Χ. Αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί διότι όπως φαίνεται και από τα ίχνη τροχοπέδησης αλλά και τριβής που σχηματίστηκαν μετά τη σύγκρουση του DAB 396 με το KNE 219, αυτό κινήθηκε πιο μπροστά από το σημείο σύγκρουσης και συγκρούστηκε με το δέντρο στο σημείο Χ2 σε μία απόσταση 4,20 μ. Αυτό εξάγεται αν αφαιρεθεί από τα 10,20 μ. η απόσταση που απείχε το δέντρο από το σταθερό σημείο μέτρησης, ήτοι 6,40 μ. Συνακόλουθα η απεικόνιση επί του παραρτήματος Β του Τ.9 των ιχνών τροχοπέδησης του DAB 396 που εκτείνονται και ξεπερνούν το σημείο Χ.2 (δέντρο) όπως τα τοποθέτησε ο Μ.Υ. 1 είναι παντελώς λανθασμένη. Ούτε και σημειώνει ο Μ.Υ.1 τα ίχνη τριβής του μπροστινού τροχού του DAB 396 μήκους 3,20 μ. επί του Παραρτήματος Β. Το λάθος και η παράληψη αυτή του Μ.Υ.1 μπορεί να αποδοθεί είτε στο ότι δεν εντόπισε τα ίχνη τροχοπέδησης είτε oτι σκόπιμα ή εκ παραδρομής δεν τα τοποθέτησε. · Άλλο σημείο που παρατηρείται σοβαρή απόκλιση των όσων απεικονίζονται στο Παράρτημα Β με τα Τ.2 και T.3, είναι η απόσταση της βόρειας πλευράς του πεζοδρομίου που βρίσκεται μεταξύ των δύο εισόδων του πρατηρίου. Στο Παράρτημα Β ο Μ.Υ.1 την καθορίζει σε 15,20 μ. κάτι που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σαν ορθό αφού η νότια πλευρά του εν λόγω πεζοδρομίου με βάση τις μετρήσεις του Μ.Κ.1 και αφού προστεθούν τα 13 μ. προς δυτικά και τα 2,70 μ. προς ανατολικά που είναι το σημείο που βρισκόταν απέναντι από τη δεξιά μπροστινή γωνία του DAB 396, δίνουν σύνολο 15,70 μ. Αν δε ληφθεί υπόψη ότι πέραν του σημείου 2,70 μ. υπάρχει προς ανατολικά και άλλη απόσταση πεζοδρομίου και ότι η βόρεια πλευρά ενόψει του σχήματος (τραπέζιο) του πεζοδρομίου είναι μεγαλύτερη της νότιας, καταδεικνύει το λανθασμένο της μέτρησης ή ότι η κατάσταση της σκηνής του δυστυχήματος διαφοροποιήθηκε μετά το επίδικο δυστύχημα. · Ακόμα το σημείο Χ με το σημείο Χ1 ο Μ.Υ.1 στο Παράρτημα Β του Τ. 9 τα τοποθετεί σχεδόν το ένα απέναντι του άλλου ενώ όπως φαίνεται στο Τ.3 και σύμφωνα πάντοτε με τα ευρήματα στη σκηνή του Μ.Κ.1 η οριζόντια απόσταση των δύο σημείων με μετρήσεις από το σταθερό σημείο ήταν 4,50 μ. (10,20 μ. - 5,70 μ.). Το δε σημείο σύγκρουσης Χ.1 είναι πασιφανές ότι ήταν το σημείο σύγκρουσης του ΚΝΕ 219 με το DAB 396 αφού από το συγκεκριμένο σημείο τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης σε ευθεία γραμμή και αρχίζουν υπό γωνία ίχνη τριβής του αριστερού τροχού του DAB 396, κάτι που καταδεικνύει ότι από την ορμή που είχε το ΚΝΕ 219 έσπρωξε προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση το DAB
  3. Επί τη βάση των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Μ.Υ.1 είτε προέβη σε λάθος μετρήσεις είτε εκ παραδρομής ή σκόπιμα δεν μετέφερε ορθά τα όσα εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος κατά το χρόνο που την επισκέφθηκε. Αν από την άλλη τα ευρήματα και οι μετρήσεις του κατά την 3.1.2007 είναι αυτές που απεικονίζονται στο Παράρτημα Β του Τ.9 αυτό οδηγεί στο εύλογο συμπέρασμα ότι η πραγματική κατάσταση της σκηνής του δυστυχήματος από τον επίδικο χρόνο μέχρι την ημέρα επίσκεψης του Μ.Υ.1 διαφοροποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό. Οποιαδήποτε κι αν είναι η περίπτωση οδηγεί στο να αποκλειστεί το Παράρτημα Β σαν σχέδιο της σκηνής που μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων. Σε σχέση με τις φωτογραφίες των Παραρτημάτων Γ, Ε και Στ του Τ.9, επισημαίνω τα εξής: · Οι φωτογραφίες που έλαβε ο Μ.Υ.1 του οχήματος του κατηγορουμένου ΕΒΡ 270 στις 4.1.2007 Παράρτημα Γ. του Τ. 9, δεν επιβεβαιώνεται με θετική και αποδεκτή μαρτυρία ότι απεικονίζουν το εν λόγω όχημα και τις ζημιές σε αυτό ως είχε αμέσως μετά τη σύγκρουση. Τούτο διότι ο μεν Μ.Κ.1 όταν του επεδείχθησαν τα Τ.10 και Τ.11 δεν επιβεβαίωσε το γεγονός αυτό, απλά ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να αναγνωρίσει από τις φωτογραφίες αυτές ήταν ο αριθμός εγγραφής του οχήματος του κατηγορουμένου, ο δε κατηγορούμενος δεν αναφέρει πουθενά στις δύο του καταθέσεις οτιδήποτε σε σχέση με τις εν λόγω φωτογραφίες. Επίσης ο Μ.Υ. 2 στην αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι τις εν λόγω φωτογραφίες Τ.10 και Τ.11 τις έλαβε στις 2011.2006 και περί ώρα 08:00 π.μ. όπως αναγράφεται στο πίσω μέρος αυτών. Σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ως το δικαίωμα του και στο ότι δεν αναφέρει οτιδήποτε στις καταθέσεις του για λήψη φωτογραφιών του οχήματος του από το Μ.Υ. 2 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο την ημέρα και αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα, κρίνω ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα πως οι εν λόγω φωτογραφίες Τ.10 και Τ.11 απεικονίζουν τις ζημιές του οχήματος του κατηγορουμένου κατά την 20.11.2006 και την 8η πρωινή. Ακόμη ελλείψει θετικής και αποδεκτής μαρτυρίας δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι στις 4.1.2007 το όχημα του κατηγορουμένου εβρίσκετο στην ίδια κατάσταση σε σχέση με τις ζημιές, ως είχε αμέσως μετά το δυστύχημα, αυτό αφού όπως αναφέρω και πιο πάνω διότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία σε σχέση με το χρόνο που λήφθηκαν οι φωτογραφίες Τ.10 και Τ.11 έτσι ώστε να μπορούν να ταυτιστούν με τις φωτογραφίες του Παραρτήματος Γ του Τ.
  4. · Όσον αφορά τις φωτογραφίες των Παραρτημάτων Ε και Στ του Τ.9 επισημαίνω ότι αποτελούν ουσιαστικά εξ ακοής μαρτυρία για την οποία δεν έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο που θα με οδηγούσε στο να εξετάσω την βαρύτητα της αποδεικτικής τους αξίας δυνάμει του περί αποδείξεως νόμου. Ακόμα και αν κάνω αποδεκτό ότι απεικονίζουν τις ζημιές των οχημάτων ΚΝΕ 219 και DAB 396 που υπέστησαν από τις συγκρούσεις στο επίδικο δυστύχημα, κρίνω ότι από μόνες τους και χωρίς ο Μ.Υ.1 να εξετάσει προσωπικά τα δύο οχήματα, τα όποια συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει αναφορικά με τις θέσεις, κίνηση και αιτίες πρόκλησης των ζημιών είναι επισφαλή. Ούτε και στην έκθεση του Τ.9 ο Μ.Υ. 1, παραθέτει στοιχεία όπως π.χ. υψόμετρα και διαστάσεις των ζημιών των εν λόγω οχημάτων που θα μπορούσαν σε συνάρτηση με τις ζημιές, ακόμη και αν δεχόμουνα ότι είναι αυτές που απεικονίζονται στα Τ. 10 και 11 του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο στο να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Απόρροια δε της μη προσωπικής εξέτασης των εν λόγω οχημάτων από το Μ.Υ.1 και των ζημιών τους είναι και η αδυναμία του να αναφέρει στο Δικαστήριο αν εντόπισε ζημιές στο αριστερό μπροστινό μέρος και αριστερή μπροστινή πλευρά του ΚΝΕ 219, ένα σημαντικό πιστεύω στοιχείο εν όψει του τρόπου που επεσυνέβει το επίδικο δυστύχημα. Συνακόλουθα οι απόψεις και συμπεράσματα του Μ.Υ.1 τα οποία έχει βασίσει στις εν λόγω φωτογραφίες αναφορικά με τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων ΚΝΕ 219 και του οχήματος του κατηγορουμένου και τον τρόπο που προκλήθηκαν οι εν λόγω ζημιές ελλείψει τέτοιων στοιχείων και παραμέτρων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Κρίνω ότι χωρίς ο Μ.Υ.1 να εξέτασει και να έχει ιδίαν και προσωπική αντίληψη των ζημιών των εν λόγω οχημάτων, θα έπρεπε να αποφύγει στο να προβεί στις εισηγήσεις και συμπεράσματα του που περιέχονται στο Τ.9 αναφορικά με το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν στο να προκληθεί το επίδικο δυστύχημα. Ούτε και επεξηγήθηκε γιατί δεν παρουσιάστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία σε σχέση με τις εν λόγω φωτογραφίες, ήτοι το πρόσωπο το οποίο είναι και γνωστό, που τις έλαβε και μάλιστα είναι και ο εκτιμητής των εντολέων του Μ.Κ.1 που εξέτασε τις ζημιές των εν λόγω οχημάτων. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο Μ.Υ. 1 είπε μεν την αλήθεια στο Δικαστήριο όμως η μαρτυρία του από τη στιγμή που δεν ενισχύεται με θετική και αποδεκτή μαρτυρία, πραγματική αποδεκτή μαρτυρία αλλά και εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο, όχι μόνο δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων αλλά δημιουργεί εν όψει και των διϊστάμενων θέσεων των δύο οδηγών, περισσότερη σύγχυση και θολότητα στην κατάληξη για το πώς εξελίχτηκαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο. Σημειώνω επίσης ότι η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με αποδεκτή από Δικαστήριο μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Ακόμη το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατραπεί και να ενεργεί το ίδιο σαν πραγματογνώμονας (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Πότση και Γεώργιος Ανδρέα Πότση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)2 Α.Α.Δ, 252). Όσο δε αφορά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ελλείψει αντικρουστικής μαρτυρίας από ειδικό εμπειρογνώμονα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της η μαρτυρία του Μ.Υ.1, αυτή όχι μόνο δεν με βρίσκει σύμφωνο αλλά πρόσθετα αυτή δεν συνάδει και με την νομολογία. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κώστας Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)Α.Α.Δ 113, στην σελίδα 119 αναφέρονται τα εξής: «Συμφωνούμε με τη θέση αυτή του Δικαστηρίου, την οποία και επικροτούμε. Η θέση του δικηγόρου του εφεσείοντα ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, ελλείψει άλλης αντικρουστικής μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων. Δεν έχει περιπέσει το Δικαστήριο, στην παρούσα υπόθεση, σε καταστρατήγηση οποιασδήποτε αρχής αξιολόγησης μαρτυρίας». Ο Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας, κατέθεσε με σαφή και αντικειμενικό τρόπο και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Επισημαίνω ιδιαίτερα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ότι στα πλαίσια της ειλικρινούς του πρόθεσης ανέφερε με σαφήνεια ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ημερομηνία και ώρα που λήφθηκαν οι φωτογραφίες, Τ. 10 και Τ.
  1. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της ως αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι η κρίση μου ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου επαρκής αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να εξάξω ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ο Μ.Κ.1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε και τα ευρήματα και μετρήσεις της σκηνής, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Όσο αφορά τον Μ.Κ.3 για τους λόγους που επίσης επεξηγώ ανωτέρω, η μαρτυρία του μάλλον περισσότερη σύγχυση παρά φώς έριξε στα γεγονότα και για το πώς προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Η ποιότητα δε της μαρτυρίας της Μ.Κ.2, εν όψει της αξιολόγησης μου σε σχέση με την αξιοπιστία της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ.1 επίσης ενόψει των όσων αναφέρω ανωτέρω, αυτή δεν μπόρεσε να βοηθήσει και να διαφωτήσει το Δικαστήριο. Τα όσα αναφέρει στην έκθεση του Τ.9, εν όψει του υπόβαθρου επί του οποίου στηρίχτηκε, δεν είναι καθόλου βοηθητικά για σκοπούς ασφαλούς κατάληξης και εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Τέλος ο Μ.Υ.2, οποίος εκρίθη αξιόπιστος, τα όσα ανέφερε δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα γεγονότα και για το πώς έλαβαν χώρα οι συγκρούσεις των ενεχομένων οχημάτων. Ούτε και το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορούμενου από μόνο του μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα αφού πρόσθετα εντοπίζονται κενά και διάσταση θέσεων σε αυτές. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στο σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα, τόσο σε ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα όσο και σε ότι αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα και ή εν γένει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Εν όψει των πιο πάνω αυτό στο οποίο με ασφάλεια μπορώ να καταλήξω είναι ότι: Στις 20.11.2006 και περί ώρα 07.15 π.μ. επεσυνέβη δυστύχημα στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' στη Γεροσκήπου, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒΡ 270 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το αυτοκίνητο ΚΝΕ 219 το οποίο οδηγούσε η Μ.Κ.2 και το αυτοκίνητο DAB 396 το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ.
  2. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφτηκε περί ώρα 07:30 ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Αστ. 2970 Μ. Ματθαίου όπου και βρήκε τα τρία ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις, και τους οδηγούς των αυτοκινήτων ΕΒΡ 270 και ΚΝΕ 219 να είναι παρόντες. Ο οδηγός του αυτοκινήτου DAB 396 δεν ήταν στη σκηνή αφού την εγκατέλειψε. Στην παρουσία των δύο οδηγών που ήταν παρόντες, Μ.Κ.2 και κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τ.2 και με τη βοήθεια του Αστ. 2970 πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα σημειώνοντας σε αυτό μεταξύ άλλων τα σημεία σύγκρουσης των τριών οχημάτων: · με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης του ΕΒΡ 270 με το ΚΝΕ 219 · με το γράμμα Χ1, το σημείο σύγκρουσης του ΚΝΕ 219 με το DAB 396, και · με το γράμμα Χ2 το σημείο σύγκρουσης του DAB 396 σε δένδρο που ευρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως οι πορείες τω οχημάτων ΚΝΕ 219 και ΕΒΡ
  3. Ο Μ.Κ.1 Αφού εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο στους δύο οδηγούς και το κατάλαβαν, με αυτό συμφώνησε και το υπόγραψε η Μ.Κ.2 ως ορθό όχι όμως και κατηγορούμενος ο οποίος αρνήθηκε να το υπογράψει. Ακολούθως έγινε στους εν λόγω οδηγούς προκαταρκτικός έλεγχος Αλκοτέστ με ένδειξη «0» mg. Τα τρία ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν αρκετές υλικές ζημιές. Στις 28.02.2007 ο Μ.Κ.1 και μεταξύ των ωρών 09:30 - 10:00, πήρε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό του αυτοκινήτου ΕΒΡ 270, κατηγορούμενο, Τ4, και την ίδια μέρα και ώρα 10:10 στην Τροχαία Πάφου, τον κατηγόρησε γραπτώς για αμελή οδήγηση, Τ.5, και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι τίποτε και θέλω να πάω δικαστήριο». Ο Μ.Κ.1 έλαβε επίσης κατάθεση στις 22.2.2007 από την Μ.Κ.2, Τ.6, στην αγγλική γλώσσα της οποίας αποτελεί εύρημα μου ότι η πιστή μετάφραση στην ελληνική είναι το Τ.
  4. Επίσης γραπτή κατάθεση, αποτελεί εύρημα μου, ότι ο Μ.Κ.1 έλαβε και από τον Μ.Κ.3 στις 22.11.2006, Τ.8, ο οποίος μετέβη μετά που εγκατέλειψε την σκηνή, στον Αστυνομικό Σταθμό Τροχαίας Πάφου όπου ανέφερε πώς αυτός ήταν ο οδηγός του DAB
  5. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Επιπλέον καταλήγω σε εύρημα ότι ο Μ.Κ.1, από το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, T.2, ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο στο οποίο μετέφερε τα ευρήματα του και μετρήσεις της σκηνής όπως ο ίδιος τα ανεύρε, το Τ.
  6. Αποτελεί εύρημα μου ότι όλες οι μετρήσεις και ευρήματα μεταφέρθηκαν από τον Μ.Κ.1 επακριβώς από το Τ.2 στο Τ.3 και απεικονίζουν επακριβώς τα όσα ο Μ.Κ.1 βρήκε και εντόπισε στην σκηνή όταν αφίχθηκε σε αυτήν, την ημέρα και αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα. Ο Μ.Υ.1 ο οποίος αποτελεί εύρημα μου ότι είναι ειδικός πραγματογνώμονας στην Αναπαράσταση Τροχαίων Δυστυχημάτων, στις 3.1.2007 επισκέφτηκε την σκηνή του επιδίκου δυστυχήματος και στις 4.1.2007 τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια δε ετοίμασε το Τ.
  7. Ακόμη αποτελεί εύρημα μου ότι ο Μ.Υ.2 σε άγνωστη ημερομηνία και με οδηγίες του κατηγορούμενου, έβγαλε δύο φωτογραφίες του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ήτοι του ΕΒΡ 270, τα Τ.10 και Τ.11, έξω από το φωτογραφείο της εταιρείας στην οποία εργαζόταν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1. Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Είναι επαρκώς νομολογημένο ότι η απόδειξη μιας κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλέπε Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι τα κενά που παραμένουν αναπάντητα από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και πώς αυτά εξελίχθηκαν, σε συνάρτηση με την νομική πτυχή και το τι είχε υποχρέωση η Κατηγορούσα να αποδείξει, αφήνουν μετέωρη και ατεκμηρίωτη την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και έκθετη σε απόρριψη. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ποσόν εκ €85,00 έξοδα της παρούσας διαδικασίας να καταβληθούν από την Δημοκρατία. ........................................... Τάσος Κατσικίδης Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.