N ARESTI ESTATE AGENCY LIMITED ν. WILLIAM GEORGE KNEALE κ.α., Αρ. Αγωγής: 3671/10, 08.04.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3671/10 Μεταξύ: N. ARESTI ESTATE AGENCY LIMITED, από την Πάφο Εναγόντων και
- WILLIAM GEORGE KNEALE, από την Πάφο
- PATRICIA ANN KNEALE, από την Πάφο Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 08.04.2011 Αίτηση ημερομηνίας 20.10.2010 και προσωρινό διάταγμα Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα. Λ. Θεοφάνους (κα Δ. Καρακώστα κατά την απόφαση) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Καλαβάς ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 20.10.2010 ζητούν από τους Εναγόμενους το ποσό των €13.500,00 πλέον Φ.Π.Α ως συμφωνηθείσα αμοιβή και/ή λογική αξία για παρασχεθείσες υπηρεσίες βάση συμφωνίας και/ή βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Πιο συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης ισχυρίζονται ότι ως κτηματομεσίτες κατόπιν εντολής των Εναγόμενων περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2010 βρήκαν πρόθυμο αγοραστή για πώληση της οικίας των Εναγομένων για το ποσό των €270.000,00, ο προτιθέμενος αγοραστής παρέδωσε στους Ενάγοντες δύο τραπεζικές επιταγές για το ποσό των €10.000,00 και €44.000,00 αντίστοιχα προκειμένου να δοθούν ως προκαταβολή στους Εναγόμενους με την υπογραφή αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Παρά τα συμφωνηθέντα οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να προχωρήσουν στην πώληση και αρνήθηκαν να πληρώσουν την προμήθεια που οι Ενάγοντες δικαιούνταν παρά την μη επίτευξη της συναλλαγής αφού οι Ενάγοντες ως κτηματομεσίτες δεν έφεραν ευθύνη στην μη επίτευξη της. Με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 20.10.2010 (στο εξής η επίδικη αίτηση) οι Ενάγοντες-Αιτητές εξασφάλισαν προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους να αποσύρουν και/ή χρησιμοποιήσουν και/ή άλλως-πως διαχειριστούν χρηματικό ποσό μέχρι €13,500,00 από οποιαδήποτε τράπεζα ή πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο διατηρούν λογαριασμό εκκρεμούσης της αγωγής. Η αίτηση με την οποία εξασφαλίστηκε το προσωρινό Διάταγμα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Αρέστη, Διευθυντή των Εναγόντων-Αιτητών, ο οποίος κάνει αναφορά σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 25.5.2010 (την οποία επισυνάπτει) με την οποία οι Ενάγοντες κατ' εντολή των Εναγομένων ανέλαβαν την υποχρέωση για εξεύρεση αγοραστή της οικία τους για το ποσό των €270.000,
- Στη συνέχεια οι Ενάγοντες κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά για σκοπούς διαφήμισης και προώθησης της πώληση της οικίας των Εναγομένων καθώς επίσης συνόδευσαν αριθμό ενδιαφερομένων αγοραστών στην οικία των Εναγομένων για επιθεώρηση. Κατά ή περί της αρχές Σεπτεμβρίου 2010 η Ενάγουσα εξηύρε πρόθυμο αγοραστή, τον Πάμπο Χαραλάμπους, για την οικία των Εναγομένων για το ποσό των €270.000,00, ο οποίος μάλιστα ως οι οδηγίες των Εναγομένων και του δικηγόρου τους, παρέδωσε στους Αιτητές, για να δοθούν στους Εναγομένους, δύο τραπεζικές επιταγές, η μία με αριθμό 01167527 για το ποσό των €10.000,00 ημερομηνίας 8.9.2010 και η δεύτερη με αριθμό 01167528 ημερομηνίας 10.9.2010 για το ποσό των €44.000,00 χρηματικό ποσό το οποίο θα ελάμβαναν οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση ως προκαταβολή με την υπογραφή του Συμβολαίου για την πώληση της κατοικίας τους. Στη συνέχεια οι Καθ΄ ων η αίτηση παρ΄ όλο που ειδοποιήθηκαν από τους Αιτητές αρνήθηκαν να προχωρήσουν στην πώληση, καθώς επίσης αρνήθηκαν να πληρώσουν την προμήθεια την οποία οι Ενάγοντες δικαιούνταν. Αναφέρει ο Ν. Αρέστη ακόμη ότι πληροφορήθηκε πως στις 18.10.2010 οι Καθ΄ ων η Αίτηση πώλησαν την οικία τους σε τρίτο πρόσωπο, την Τζένη Πόποβα για το ποσό των €265,
- Τέλος, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι είναι Άγγλοι υπήκοοι και πολύ πιθανόν να φύγουν στο εξωτερικό ενώ προς το παρόν μένουν σε ενοικιαζόμενη οικία και δεν έχουν άλλη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, ως οι ίδιοι του ανέφεραν ως επίσης οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι συνταξιούχοι και αναγκάστηκαν να πωλήσουν την οικία τους αφού τα χρήματα που έπαιρναν από τη σύνταξη τους δεν τους αρκούσαν. Μετά την επίδοση του προσωρινού Διατάγματος στους Καθ΄ ων η Αίτηση αυτοί καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α. Η αίτηση αφορά την έκδοση Διατάγματος τύπου ' Mareva'. Στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχουν προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιου Διατάγματος. β. Το αιτητικό της αίτησης των αιτητών και το Διάταγμα που εκδόθηκε βάση αυτού είναι γενικά και αόριστα. Ούτε συγκεκριμένοι αριθμοί λογαριασμών παρατίθενται, ούτε συγκεκριμένο τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος χώρος στον οποίο οι εναγόμενοι κατ' ισχυρισμό έχουν χρήματα αναφέρονται. γ. Ακόμη και αν οριστικοποιηθεί το Διάταγμα, δεν θα μπορεί να εκτελεσθεί λόγω της περιγραφείσας αοριστίας. δ. Η ένορκος δήλωσις που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσεως των διαφόρων ισχυρισμών, τους οποίους ο ενόρκως δηλών προβάλλει. ε. Η ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών περιέχει απλή πιθανολόγηση ύπαρξης χρημάτων. στ. Οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν καλή αιτία αγωγής, αφού: (α) Η έγγραφος συμφωνία την οποία επικαλούνται είναι με πρόσωπο, που δεν είναι διάδικος, ήτοι τον Ν. Αρέστη. (β) Οι Ενάγοντες πουθενά δεν αναφέρουν αν είναι εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες. (γ) Η ίδια η συμφωνία ημερομηνίας 25.5.2010 την οποία οι Ενάγοντες επικαλούνται αναφέρει ότι προϋπόθεση πληρωμής προμήθειας είναι η εξεύρεση αγοραστή από τον Ν. Αρέστη για την κατοικία των Εναγομένων ο οποίος θα υπογράψει συμβόλαιο για την πώληση προς αυτόν της οικίας των Εναγομένων και θα καταβάλει ποσόν 25% του συνολικού τιμήματος του συμβολαίου προς τους πωλητές. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση των αιτητών ότι κανένας από τους αναφερθέντες όρους δεν πληρούται στην παρούσα υπόθεση, ενώ το Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Ν. Αρέστη αναφέρει ρητώς ότι δεν δικαιούται αμοιβή εάν οι πωλητές πωλήσουν την οικία από μόνοι τους. (δ) Σύμφωνα με τον ισχυρισμό περί Κτηματομεσιτών Νόμων κτηματομεσίτης δικαιούται να χρεώνει μόνο 3% ενώ όταν ο προτιθέμενος αγοραστής είναι συγγενής του πρέπει να ενημερώνει γραπτώς τον πωλητή. ζ. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, παρόλο που αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι διαμένουν στην Κύπρο, αναφέρει ότι πιθανόν να φύγουν στο εξωτερικό, οπότε η αξίωση της ενάγουσας θα παραμείνει ανικανοποίητη. Από κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως δεν προκύπτει άμεσος και απτός κίνδυνος απομάκρυνσης χρημάτων, για παρεμπόδιση αναμενόμενης απόφασης. η. Σύμφωνα με την νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απόφαση, που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά μέλη χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. θ. Οι καθ' ων η αίτησις διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο για πολλά χρόνια και δεν έχουν πρόθεση να κατοικήσουν στο εξωτερικό. Σε ένορκη δήλωση που από κοινού έχουν καταχωρήσει, συνοδεύοντας την ένσταση τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των Αιτητών, ειδικότερα όμως αμφισβητούν ότι υπάρχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος στην έκδοση του διατάγματος ή ότι οι αιτητές αποκαλύπτουν καλή αιτία αγωγής. Προς ενίσχυση της τελευταίας τους θέσης αναφέρουν τα ακόλουθα:
- Αυτοί συμβλήθηκαν με τον Ν. Αρέστη και όχι με τους ενάγοντες.
- Είναι άγνωστο κατά πόσο οι αιτητές είναι εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες.
- Η αγοράστρια του σπιτιού τους εντοπίστηκε χωρίς την διαμεσολάβηση των εναγόντων.
- Αποδέχονται ότι ο Ν. Αρέστη τους ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι κάποιο συγγενικό του πρόσωπο ενδιαφερόταν να αγοράσει την κατοικία τους στην τιμή των €270.000,00 αλλά επιπλωμένο. Αυτοί του δήλωσαν ότι δεν πωλούσαν τα έπιπλα τους καθώς και ότι είχαν ήδη εξεύρει αγοράστρια. Ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στον Ν. Αρέστη να παραλάβει εκ μέρους τους οποιεσδήποτε επιταγές συνεπώς ούτε και οποιαδήποτε προκαταβολή παρέλαβαν. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε με αντεξέταση όλων των ενόρκως δηλούντων, δηλαδή του διευθυντή των αιτητών από την μία και των καθ' ών η αίτηση από την άλλη. Διαφαίνεται μέσα από την αντεξέταση τους ότι επέμειναν ουσιαστικά στις βασικές τους θέσεις, το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τη μαρτυρία τους και θα επανέλθει στην συνέχεια με συγκεκριμένες αναφορές και αποσπάσματα αν και όταν κριθεί απαραίτητο για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών αναφέρθηκε στις πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα στο άρθρο 2, συνάγεται κατά τη θέση της ότι ούτως ή άλλως οι Ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση και πιθανότητες επιτυχίας αφού δικαιούνται σε εύλογη αμοιβή. Περαιτέρω εξέφρασε τη θέση ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση παρερμηνεύουν το άρθρο 2 της συμφωνίας όταν θεωρούν ότι δεν έχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των Εναγόντων. Έγινε επίσης εκτεταμένη αναφορά στις αρχές της νομολογίας προκειμένου για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων, με παραπομπή σε αυθεντίες, ως επίσης ειδική αναφορά για τα Διατάγματα τύπου Mareva. Εν' όψει των αναφορών της η δικηγόρος των αιτητών κάλεσε το Δικαστήριο να διατηρήσει σε ισχύ το προσωρινό Διάταγμα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μετά την επιτυχία των Εναγόντων αυτοί θα μπορούν να ικανοποιήσουν την απόφαση τους. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση στη δική του αγόρευση επεσήμανε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να απομακρύνουν τα χρήματα τους στο εξωτερικό έστω και αν είναι Άγγλοι υπήκοοι, αφού διαμένουν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με συμβόλαιο, έχουν παιδιά και εγγόνια τα οποία μένουν στην Κύπρο. Αναφέρθηκε επίσης σε απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για εύλογη αμοιβή και εν πάση περιπτώσει εισηγήθηκε ότι από τη γραπτή συμφωνία δεν φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι συμβλήθηκαν με τους Ενάγοντες αλλά με άλλο πρόσωπο. Συνεχίζοντας την εισήγηση του εξέφρασε τη θέση ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την προϋπόθεση περί καλής αιτίας αγωγής ή ισχυρών πιθανοτήτων για να επιτύχουν στην απαίτηση τους. Τέλος αναφέρθηκε σε αόριστο και γενικό Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε και κάλεσε το Δικαστήριο να το ακυρώσει. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4 και 9 του Κεφ.
- Πρέπει να σημειωθεί ότι στην αγόρευση της η δικηγόρος των Αιτητών δεν έκανε αναφορά, και ορθά πρέπει να λεχθεί, στο άρθρο 4 του Κεφ. 6, γι' αυτό το λόγο ούτε το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το θέμα που αυτό αφορά, εκτός από του να παραπέμψει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,
(1994)1 ΑΑΔ 694 από τη σελίδα 701. «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32
(1)έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν), ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ΄ αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.». Το άρθρο 32 του Ν.14/60 αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων και συγκεκριμενοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 CLR 585, ιδιαίτερα όμως η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά αναφέρονται. Έχει νομολογιακά αποσαφηνισθεί ότι οι ακόλουθες τρεις βασικές προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν πριν το Δικαστήριο αποφασίσει ν΄ ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων υπέρ της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έχει εξηγηθεί ότι ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ή τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι (Πολιτική Έφεση 8502, ημερ. 19.3.96) και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει εάν είναι δυνατό ποιος, από τους δύο διάδικους θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται πριν την έκδοση του διατάγματος είναι κατά πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή μη ένα προσωρινό διάταγμα, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 CLR 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 11133 ημερομηνίας 29.06.2003, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των δυο εκδοχών και συμπέρασμα: Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δια των ενόρκων δηλώσεων αλλά και από την αντεξέταση όλων των ενόρκως δηλούντων, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η έκδοση οριστικού προσωρινού διατάγματος, ήτοι η διατήρηση του μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Στηριζόμενο το Δικαστήριο στα όσα στοιχεία έχουν τεθεί ενώπιον του κρίνει ότι οι αναφορές για τη συμφωνία επί της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, η αποδοχή της συμφωνίας από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, έστω και αν δίδεται διαφορετική ερμηνεία στο άρθρο 2 αυτής, ως επίσης η αναφορά των Αιτητών και αποδοχή από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση ότι υπήρξαν προσπάθειες για εξεύρεση αγοραστή, τόσο γενικά όσο και του συγκεκριμένου προσώπου, που επικαλούνται οι Αιτητές, ενώ είναι αποδεκτό και από τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι λίγες μέρες αργότερα πωλήθηκε η οικία τους σε άλλο πρόσωπο, κρίνονται ως στοιχεία ικανοποιητικά για να δεχθεί το Δικαστήριο ότι ενώπιον του υπάρχει ένα σοβαρό θέμα προς εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή: Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 CLR 557 καθώς και άλλη νομολογία που ακολούθησε μεταγενέστερα ιδιαίτερα την υπόθεση Κυτάλα (ανωτέρω) με αναφορά στα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι για αυτή την προϋπόθεση θα πρέπει να γίνει κάποια διασαφήνιση η οποία προκύπτει ως αναγκαία μέσα από την εκδοχή των Αιτητών. Όπως διαφαίνεται μέσα από την Έκθεση Απαίτησης οι Αιτητές διεκδικούν το ποσό των €13.500,00 ως συμφωνηθείσα προμήθεια (συμφωνία ημερομηνίας 25.05.2010) και αυτό στη βάση του 5% επί του ποσού των €270.000,00 όπου θα πωλούσαν την οικία των Καθ΄ ων η αίτηση σύμφωνα με οδηγίες τους. Επιπλέον όμως στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται λόγος για αμοιβή δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας σε περίπτωση μη επίτευξης της συναλλαγής για την οποία δεν υπέχει ευθύνη ο κτηματομεσίτης λαμβανομένου υπόψη του αναλωθέντος χρόνου και της δαπάνης αυτού. Συνεπώς μ΄ αυτή την τελευταία βάση απαίτησης θα πρέπει να υπάρξουν στοιχεία με λεπτομέρειες τα οποία θα δώσουν το υπόβαθρο για εκτίμηση ή αποτίμηση τέτοιας αξίωσης, τέτοια όμως στοιχεία δεν δόθηκαν και αυτό αποτελεί μειονέκτημα στην υπόθεση των Αιτητών αφού δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση για το ύψος της απαίτησης της σε συνάρτηση με το ποσό που έχει δεσμευτεί. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι με τη μαρτυρία που οι Αιτητές παρουσίασαν στη δίκη έδωσαν έμφαση στη διεκδίκηση του ποσού των €13.500,00 δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 25.05.
- Το ουσιώδες άρθρο της συμφωνίας που είναι το επίμαχο της διαφωνίας των διαδίκων προβλέπει τα πιο κάτω: Άρθρο
- By virtue of this agreement the client confirms his/her instructions to the agent to sell the above mentioned property on the terms stated below and in the event of a willing purchase being introduced to the client by the agent, the client will pay the agent commission on the receipt of 25% deposit and signing of the contracts of the sale subject to the following terms and conditions. The agreement covers the sale of movables if the property is being sold furnished. This contract can be used as the clients´ authority to their lawyer to pay the agents commission. OPEN LISTING
- The agent shall be entitled to 5% + VAT of the selling price provided that the buyer is introduced to the property by the agent. The agent shall not be bound by any time limit within which it shall sell the property: but the client may sell the property himself at any time, in which case the above mentioned Commission shall not be payable to the agent. Το Δικαστήριο παραθέτοντας το πιο πάνω άρθρο δεν επιχειρεί την ερμηνεία αυτού, ωστόσο δικαιολογείται να συμπεράνει κάτι αντικειμενικό και αφηρημένο κριτήριο πως το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου δεν δίνει οποιαδήποτε δυναμική επιτυχίας στην αγωγή, μεγαλύτερη απ΄ ότι δίνει στην εκδοχή των καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι ισχυρίζονται ότι πώλησαν την οικία τους επειδή είχαν διαφυλάξει αυτό το δικαίωμα μέσα από τη συμφωνία ημερομηνίας 25.05.2010 ταυτόχρονα με την εντολή που έδωσαν για πώληση του από μεσίτη. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, και αφού έχουν ακουστεί οι θέσεις και των δύο πλευρών, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας για την αξίωση των €13.500,00 στη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 25.05.
- Βέβαια δυνάμει του άρθρου 19 του Νόμου 273
(1)/04 οι ενάγοντες δύναται να αποδείξουν ότι ανάλωσαν χρόνο και δαπάνη για τις προσπάθειες τους και να διεκδικήσουν ανάλογη αποζημίωση, όπως έχει όμως προαναφερθεί δεν έχουν καθορίσει ή αποτιμήσει το ποσό αυτής της βάσης απόδειξης του. (γ) Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά την προϋπόθεση αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπόθεση δε Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 έχει αναφερθεί πως ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το Δικαστήριο τα πιο κάτω στοιχεία κρίνει ότι η μη έκδοση ή διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ δεν θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (α) Οι καθ' ων η αίτηση έστω και αν είναι Άγγλοι υπήκοοι ζουν στην Κύπρο με τα παιδιά και τα εγγόνια τους, έχουν ως ανέφεραν πολύ καλές συντάξεις, η καθ' ης η αίτηση 2 εργάζεται και ως κομμώτρια και έχει επιπλέον εισοδήματα, τα στοιχεία αυτής της μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκαν συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να τα αγνοήσει. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι αν οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους θα μπορούν πλέον εύκολα να εκτελέσουν την απόφαση τους και σε περουσιακά στοιχεία εκτός Κύπρου αν ήθελαν οι καθ' ων η αίτηση να μεταφέρουν τα χρήματα τους στην Αγγλία. (β) Ένα άλλο στοιχείο το οποίο λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο ως αρνητικό για την εκδοχή των αιτητών είναι το γεγονός ότι, αν επιτύχουν οι Ενάγοντες στην αγωγή τους στη βάση της συμφωνηθείσας αμοιβής, δηλαδή €13.500,00 τότε μιλούμε για ήδη υπολογισμένη ζημιά, αν πάλι πετύχουν στη βάση εύλογης αμοιβής, άρθρο
(19)πάλι πρόκειται για ζημιά ή αποζημίωση που είναι εύκολο να υπολογισθεί. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ωστόσο εάν ήθελε κριθεί λανθασμένο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου κρίνεται σκόπιμο όπως το Δικαστήριο εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσο με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων (balance of convenience) θα δικαιολογείτο η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ. Η μόνη αναφορά που τέθηκε για επίπτωση στους αιτητές από τη μη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, είναι ο κίνδυνος μεταφοράς των χρημάτων στο εξωτερικό αλλά και ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι συνταξιούχοι και θα τα ξοδέψουν αφού δεν τους αρκεί η σύνταξη τους, ωστόσο μέσα από την αντεξέταση της η Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 ανέφερε ότι ζει με το σύζυγο της στην Κύπρο σε ενοικιαζόμενη κατοικία, έχει πολύ καλή σύνταξη τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της, ως επίσης εργάζεται και ως κομμώτρια και έχει επιπλέον εισοδήματα, στοιχεία τα οποία δείχνουν μία εικόνα εύπορων συνταξιούχων, ακόμη αναφέρθηκε ότι στην Κύπρο ζουν τα παιδιά και εγγόνια τους, αυτά τα στοιχεία μαρτυρίας της καθ' ης η αίτηση δεν έχουν αμφισβητηθεί. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση SPIDERTRADE COM. FINANCE LIMITED v. Kώστα Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο Εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναφερόμενης απόφασης στην αγωγή. Στην παρούσα υπόθεση όπου η δέσμευση δεν αφορά σε στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δεν αποδείχθηκε ως εξηγήθηκε πιο πάνω ισχυρή αιτία αγωγής αλλά ούτε και άμεσος ή απτός κίνδυνος απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων και χρημάτων από τους καθ' ων η Αίτηση, δεδομένου και του ότι οι καθ' ων η αίτηση ζουν στην Κύπρο συνεπώς δεν υπάρχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις. Υπενθυμίζεται πως στην υπόθεση MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759 επισημάνθηκε πως η έκδοση προσωρινού διατάγματος έξω από τα όρια του άρθρου 4 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης Ενάγοντα. Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί πως τα όσα έχουν εγερθεί από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση περί μη απόδειξης ότι οι Ενάγοντες συμβλήθηκαν με τους Εναγομένους κρίνονται ότι δεν είναι θέματα προς απόφαση επί του παρόντος, η συμφωνία ημερομηνίας 25.05.2010 περιέχει στοιχεία τα οποία είναι δυνατό να αποδείξουν, και τη θέση των αιτητών αλλά και τη θέση των καθ' ων η αίτηση αφού βέβαια ακουστεί η αγωγή. Ενόψει όλων των πιο πάνω το διάταγμα ημερομηνίας 25.10.2010 ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας τα οποία επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Μ.Κ. Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία-Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο