← Κύπρος

Fotiou Bros ShippingLtd κ.α. ν. EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 4244/2009, 19/4/2011

Fotiou Bros ShippingLtd κ.α. ν. EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 4244/2009, 19/4/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 4244/2009 1)Fotiou Bros ShippingLtd 2) Μάριος Φωτίου Παραπονουμένων Εναντίον 1)EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD 2) Παντελής Αναστάση Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/4/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κος Χάρης Φωτίου Για τους Κατηγορούμενους : κος Άδωνης Πετρίδης Κατηγορούμενος 2 : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία, το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας όπως τροποποιήθηκε στις 2/3/2011, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία στις 15/7/2008 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού απείλησε δια μέσου του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν διευθυντής της πρώτης κατηγορούμενης εταιρείας, την πρώτη παραπονούμενη εταιρεία δια μέσου του δεύτερου παραπονουμένου ο οποίος ήταν διευθυντής της, ότι αν δεν κατέβαλλε στην πρώτη κατηγορούμενη το ποσό των € 94,000,00 το οποίο δεν όφειλε στην πρώτη κατηγορούμενη, δεν θα προέβαινε στην εγγραφή επ΄ ονόματι της πρώτης παραπονούμενης, του σκάφους με αριθμούς εγγραφής 711356 και διεθνές αριθμό αναγνώρισης 5ΒJΑ2, ως όφειλε δυνάμει σύμβασης ημερ. 15/1/2007, προκαλώντας έτσι ζημιά σε αυτή και στους μετόχους της € 119.575.00, τα οποία είχε ήδη καταβάλει στην πρώτη κατηγορουμένη για την κατασκευή του σκάφους με αριθμούς εγγραφής 711356 και διεθνές αριθμό αναγνώρισης 5ΒJΑ
  2. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει στην δεύτερη κατηγορία, το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας όπως τροποποιήθηκε στις 2/3/2011, ο δεύτερος κατηγορούμενος στις 15/7/2008 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν διευθυντής της πρώτης κατηγορουμένης, απείλησε την πρώτη παραπονούμενη δια μέσου του δεύτερου παραπονουμένου ο οποίος ήταν διευθυντής της, ότι αν η πρώτη παραπονούμενη δεν κατέβαλλε στην πρώτη κατηγορούμενη το ποσό των € 94,000,00 το οποίο δεν όφειλε στην πρώτη κατηγορούμενη, δεν θα προέβαινε στην εγγραφή επ΄ ονόματι της πρώτης παραπονούμενης, του σκάφους με αριθμούς εγγραφής 711356 και διεθνές αριθμό αναγνώρισης 5ΒJΑ2, ως όφειλε δυνάμει σύμβασης ημερ. 15/1/2007, προκαλώντας έτσι ζημιά σε αυτή και στους μετόχους της € 119.575.00, τα οποία είχε ήδη καταβάλει στην πρώτη κατηγορουμένη για την κατασκευή του σκάφους με αριθμούς εγγραφής 711356 και διεθνές αριθμό αναγνώρισης 5ΒJΑ
  4. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κος Μάριος Φωτίου με αριθμό ταυτότητας
  5. Ανέφερε ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης 1 εταιρείας, δεόντως εξουσιοδοτημένος για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στις 15/1/2007 η παραπονούμενη 1 εταιρεία, σύναψε σύμβαση κατασκευής ενός θαλάσσιου σκάφους με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, αναφέροντας και τους διευθυντές αμφοτέρων την εταιρειών που υπέγραψαν για λογαριασμό των δύο εταιρειών. Ως χρόνος παράδοσης του σκάφους ορίστηκε η 15/6/2007 και αυτό το παραδέχεται η κατηγορουμένη 1 εταιρεία δια μέσου της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή με αριθμό 1949/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Από την πιο πάνω σύμβαση φαίνεται ότι για κάθε μέρα καθυστέρησης , η κατηγορούμενη 1 ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει το ποσό των Λ.Κ. 155.00, ήτοι σε ευρώ € 264,83, η κατηγορούμενη 1 καθυστέρησε να παραδώσει το εν λόγω σκάφος 388 ημέρες, δηλαδή το παρέδωσε τελικά την 7/7/2008 και συνεπεία αυτής της καθυστέρησης η κατηγορούμενη 1 όφειλε και εξακολουθεί να οφείλει να καταβάλει στην παραπονούμενη 1 το ποσό των € 102,676,
  6. Κατά τον χρόνο της παράδοσης του εν λόγω σκάφους, η παραπονούμενη 1 όφειλε στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των € 94,
  7. Κατά την διαδικασία εγγραφής του σκάφους επ΄ ονόματι της παραπονουμένης 1, ο κατηγορούμενος 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης 1, αρνήθηκε να καταβάλει στην παραπονούμενη 1 το ποσό των € 8,676,44, το οποίο αποτελεί την διαφορά μεταξύ του ποσού των € 102,676,44 το οποίο χαρακτήρισε ως αποζημιώσεις υπέρ της παραπονούμενης 1 για κάθε μέρα καθυστέρησης παράδοσης του σκάφους, και του ποσού των € 94,000, το οποίο όφειλε η παραπονούμενη 1 στην κατηγορούμενη
  8. Επιπλέον ανέφερε ότι τον απείλησε λέγοντας του ότι δεν προβεί στην εγγραφή του σκάφους επ΄ ονόματι της παραπονούμενης 1, αν δεν του δώσει το ποσό των € 94,000, το οποίο δεν δικαιούταν η κατηγορούμενη
  9. Ο Παντελής Αναστάση γνώριζε ότι για την κατασκευή του σκάφους, η παραπονούμενη 1 είχε δανειοδοτηθεί από την Ελληνική Τράπεζα για το ποσό περί τις € 300,000, αφού του το είχε πει και ότι αν δεν εγγραφόταν το σκάφος επ΄ ονόματι της παραπονούμενης 1, αυτή θα καταστρεφόταν οικονομικά, γιατί δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει το σκάφος της, ενώ οι δόσεις των δανείων ήταν ήδη πληρωτέες και επί ένα χρόνο καθυστερημένες. Ο κος Παντελής Αναστάση, γνώριζε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή, γι΄ αυτό και ετοίμασε και διάφορα έγγραφα και τους τα έδωσε για να τα υπογράψουν, για να αναγνωρίσουμε το χρέος των € 94,
  10. Γνώριζε ότι το σκάφος δεν είναι όπως το οικόπεδο το οποίο μένει αναλλοίωτο στον χρόνο και ότι αν δεν υπέκυπτε στην απειλή του, το σκάφος θα καταστρεφόταν. Το σκάφος κατά την διαδικασία εγγραφής του στο όνομα της εταιρείας του βρισκόταν στην μαρίνα της Λάρνακας μέσα στο νερό, ανεπίβλεπτο και παρατημένο η ζωή του θα ήταν σύντομη. Στο σκάφος εκτός από τις € 119,575 που είχε δώσει στον Παντελή, υπήρχαν επίσης οι μηχανές και το σύστημα πρόωσης αξίας περίπου €150,000 τα οποία αγοράστηκαν από την παραπονούμενη 1 εταιρεάι, ήτοι οι ζημιές του θα ήταν περίπου €270,000, χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι του ενός έτους καθυστερημένες δόσεις, επιρρίπτοντας την ευθύνη στον Παντελή. Μη έχοντας άλλη επιλογή, έδωσε επιταγές της παραπονούμενης 1 για το ποσό των € 94,000 στον κον Παντελή Αναστάση και αργότερα όταν συνεννοήθηκε με τον άλλον διευθυντή παραπονούμενης, έδωσαν εντολή ανάκλησης της πληρωμής τους στην εκδότρια τράπεζα. Κατά την ημέρα εγγραφής του σκάφους, έκανε ακόμα μια προσπάθεια, να μεταπείσει τον Παντελή να του δώσει τα λεφτά που του όφειλε και εκείνος του είπε ότι δεν του δίνει τίποτε και ότι αν δεν του δώσει επιταγές δεν πρόκειται να πάρει το σκάφος. Ο ίδιος δεν πήγε εκεί για να του δώσει επιταγές, αλλά για να την διεκπεραίωση της εγγραφής του σκάφους επ΄ ονόματι της παραπονούμενης 1, αλλά ο κος Παντελή Αναστάση τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Πάφο για να πάρει τις επιταγές και να επιστρέψει πίσω στην Λεμεσό στο τμήμα εμπορικής ναυτιλίας όπου θα γινόταν η εγγραφή του σκάφους στο όνομα της εταιρείας του. Μετά από αυτό προσπάθησε ακόμα λίγες φορές να τον μεταπείσει να του δώσει πίσω τις επιταγές και να του εξοφλήσει το υπόλοιπο που του χρωστούσε. Περίμεναν περίπου 6 εβδομάδες και στο τέλος των 6 εβδομάδων και αφού ο Παντελής έμεινε αμετακίνητος στον εκβιασμό του, έδωσαν εντολή στην τράπεζα τους να μην πληρώσει τις επιταγές. Μέχρι την ημερομηνία εγγραφής του σκάφους επ΄ ονόματι της παραπονούμενης 1, αυτή είχε ήδη καταβάλει στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των € 119,575 για την κατασκευή του πιο πάνω σκάφους, επιπλέον επί του σκάφους είχαν εφαρμοστεί μηχανές και άλλος εξοπλισμός αξίας πέραν των € 150,
  11. Το σκάφος μέχρι την εγγραφή του, ήταν ιδιοκτησία του κατασκευαστή, δηλαδή της κατηγορούμενης 1 και αν δεν εγγραφόταν επ΄ ονόματι της παραπονούμενης 1, θα παρέμενε στην ιδιοκτησία της κατηγορούμενης
  12. Ο κος Παντελή Αναστάση τον εκβίασε και τον απείλησε ότι αν δεν πληρώσει η παραπονούμενη 1 το ποσό των € 94,000 στην κατηγορούμενη 1 το οποίο δεν της όφειλε, δεν θα ενέγραφε το σκάφος επ΄ ονόματι της το οποίο έπρεπε να το εγγράψει όπως και έπρεπε να καταβάλει το ποσό των € 8,676,44 στην εταιρεία τους. Η παραπονούμενη 1 δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να εκδώσει προς όφελος της κατηγορούμενης 1 επιταγές για το ποσό των € 94,000 και εξαναγκάστηκε να το κάνει εξ΄ αιτίας της απειλής του διευθυντή της κου Παντελή Αναστάση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία βρίσκεται σε παράβαση της συμφωνίας από τις 15/6/2007 που έπρεπε να παραδώσει στην παραπονούμενη εταιρεία το εν λόγω σκάφος, μέχρι τις 7/8/2008 όπου τελικά η κατηγορούμενη εταιρεία παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία το πιο πάνω σκάφος. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην παράγραφο 6.1 της συμφωνίας (τεκμήριο 1) που καταγράφεται ως ημερομηνία παράδοσης η 15/6/2008, ανέφερε ότι είναι τυπογραφικό λάθος. Μεταγενέστερα ανέφερε ότι το σκάφος παραδόθηκε τον Ιούλιο του
  13. Συμφώνησε σε σχετική υποβολή ότι για την παράδοση του σκάφους, υπογράφτηκε πρωτόκολλο παράδοσης ότι παραλήφθηκε το σκάφος και ότι οι κατηγορούμενοι το κατασκεύασαν σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία και ήταν της αρεσκείας τους. Το εν λόγω πρωτόκολλο κατατέθηκε ως τεκμήριο 8 και ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι η εταιρεία του τον εξουσιοδότησε να το υπογράψει, όμως τους έβαλε ο Παντελής τους έβαλε να το υπογράψουν, διότι όπως του είπε στην αρχή, ότι το σκάφος δεν μπορεί να παραδοθεί, εκτός αν υπογραφεί το τεκμήριο
  14. Ο εν λόγω μάρτυρας με την σειρά του είπε στον Παντελή ότι, αφού έκαναν ξανά δουλειά μαζί και του έκανε άλλο σκάφος, όπου στην παράδοση του δεν τον έβαλε να υπογράψει παρόμοια χαρτιά, ο Παντελής του είπε ότι το σκάφος που αφορά την παρούσα υπόθεση, εμπίπτει σε διαφορετική κατηγορία και ότι έπρεπε να υπογραφτούν αυτά τα χαρτιά. Την ίδια περίοδο που ο Παντελής τον έβαλε να υπογράψει τέτοια χαρτιά όπως τα χαρακτήρισε, του παρουσίασε άλλο χαρτί το οποίο ήταν για αναγνώριση χρέους, το οποίο ο ίδιος θεώρησε ότι όταν κάποιος χρωστά, δεν χρειάζεται επιπλέον χαρτί για αναγνώριση χρέους και ότι το χαρτί αυτό χρειάζεται, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, μόνο όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χρέος. Έλαβε μέρος στην διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας και δεν θυμάται αν ο αρμόδιος τον ρώτησε αν εξοφλήθηκε το τίμημα. Παραδέχθηκε ότι στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας δήλωσε ότι οφείλεται στους κατηγορούμενους το ποσό των € 94,000 . Ανέφερε όμως ότι ο Παντελής του είπε ότι αν δεν του έδινε το εν λόγω ποσό, δεν θα του μεταβίβαζε το σκάφος, θα έμενε με ένα χρέος των €300,000 και μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση το χρέος θα γινόταν €600,000, το σκάφος θα καταστρεφόταν διότι δεν είναι οικόπεδο που παίρνει αξία αλλά έχει ημερομηνία λήξης. Το ποσό των € 94,000 δεν το χρωστούσαν οι παραπονούμενοι όπως ανέφερε. Ερωτώμενος αν απαίτησε δικαστικά το ποσό των € 94,000, απάντησε ότι είπε στον Παντελή να ισοψηφιστούν και ουσιαστικά να συμψηφιστούν οι μεταξύ τους αξιώσεις και να <<πάμε ίσια-ίσια>> όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Επίσης ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εκβίασε τους παραπονούμενους δια μέσου του κατηγορούμενου 2 και επανέλαβε τα όσα ισχυρίστηκε ότι ανέφερε ο κατηγορούμενος
  15. Το τεκμήριο 10 ανέφερε ότι υπογράφτηκε και αυτό κάτω από τις ίδιες συνθήκες ουσιαστικά με αυτές που επικρατούσαν όταν υπογράφετο και το τεκμήριο
  16. Η παραπονούμενη εταιρεία δεν έκανε γενική συνέλευση στις 7/7/2008, και όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 11 το οποίο αναγράφει ότι είναι πρακτικά της συνεδρίας της παραπονούμενης 1 εταιρείας, ανέφερε ότι και γι΄ αυτό το έγγραφο ο Παντελής τους έβαλε να το υπογράψουν, αναγνωρίζοντας όμως την υπογραφή του επί του τεκμηρίου
  17. Ο κος Παντελής σκαρφίστηκε, όπως είπε διάφορα τρίκς για να πάρει λεφτά που δεν δικαιούταν. Αναφορικά με την επιταγή που ήταν πληρωτέα την 25/8/08, ανέφερε ότι περίμενε μέχρι την τελευταία ημέρα και αυτός έδωσε την εντολή ανάκλησης, διότι το σκάφος ήταν ακόμα ατελείωτο και ο κατηγορούμενος 2 βίδωνε ακόμα κάτι βίδες. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, οι παραπονούμενοι έκλεισαν την υπόθεση τους και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, αυτοί επέλεξαν όπως ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσα μάρτυρες υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, εδράζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «91: ΄Οποιος - (α) . . . . . . . ... (β) . . . . (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχο πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την άποψη του Δικαστηρίου είναι τα εξής: (α) Απειλή προξένησης βλάβης κάποιου προσώπου ή άλλου που ενδιαφέρεται τούτο. (β) με σκοπό τον εκφοβισμό του προσώπου να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, (γ) Στο παρόν ή το μέλλον. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ 1,6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..» Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (Βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα εξετάσει αν οι παραπονούμενοι προσκόμισαν αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο Μ.Κ. 1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, προσπάθησε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτός και η παραπονούμενη εταιρεία, εκβιάστηκαν από τους κατηγορούμενους όπως τους καταβάλουν το ποσό των € 94,000, το οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν όφειλαν να το πράξουν. Η συμπεριφορά του μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έδειχνε άτομο το οποίο εύκολα προσέφευγε σε υπερβολές, προσπαθώντας να υποστηρίξει μια εκδοχή η οποία έρχεται και σε αντίφαση με έγγραφα τα οποία υπογράφτηκαν από τους παραπονούμενους, τα οποία απέκρυψε να τα παρουσιάσει κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης του, και τα κατέθεσε μόνο όταν του υποδείχθησαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, προσπαθώντας και πάλι να δώσει ερμηνεία και περιεχόμενο στην μαρτυρία του που αντικρούεται με τα εν λόγω έγγραφα. Η εκδοχή του απορρίπτεται ως αναληθής, στερείται πειστικότητας, λογικότητας και αξιοπιστίας για τους πιο κάτω λόγους: 1) ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι οι παραπονούμενοι δεν όφειλαν στους κατηγορούμενους το ποσό των € 94,000, διότι όπως ο ίδιος ανέφερε, οι κατηγορούμενοι όφειλαν στους παραπονούμενους το ποσό των € 102,676,44 που αντιπροσωπεύει τις αποζημιώσεις που προέκυψαν συνεπεία της καθυστέρησης παράδοσης του σκάφους και μάλιστα ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι όφειλαν στους κατηγορούμενους το ποσό των των € 8,676,44, το οποίο αποτελεί την διαφορά μεταξύ του ποσού των € 102,676,44 που όφειλαν οι κατηγορούμενοι στους παραπονούμενους και του ποσού των € 94,000 που όφειλαν αντίστοιχα οι παραπονούμενοι στους κατηγορούμενους. Δηλαδή ο εν λόγω μάρτυρας μονομερώς, συμψήφισε τα δύο ποσά χωρίς αυτό να είναι νομικά εφικτό, διότι όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση HEATRON CO LTD -v- ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,
(1999)1Α Α.Α.Δ 577, ο συμψηφισμός ( set off ) στην Κύπρο δεν ισχύει. Από την στιγμή λοιπόν που οι παραπονούμενοι στηρίζουν την υπόθεση τους πάνω σε αυτήν την βάση, ότι δηλαδή οι παραπονούμενοι δεν είχαν υποχρέωση να καταβάλουν στους κατηγορούμενους το ποσό των € 94,000 λόγω του συμψηφισμού που προώθησαν, αλλά συνεπεία του ισχυριζόμενου εκβιασμού που υπέπεσαν το κατέβαλαν, ελλείπει το συστατικό στοιχείο της εκπλήρωσης πράξης που δεν είχαν νομική υποχρέωση να πράξουν, αφού δεν εφαρμόζεται ο συμψηφισμός στην Κύπρο, αλλά έκαστος συμβαλλόμενος έχει αυτοτελή υποχρέωση να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συνεπώς οι παραπονούμενοι είχαν νομική υποχρέωση να καταβάλουν στους κατηγορούμενους το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των € 94,000, το οποίο προέρχεται από την συμφωνία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ημερομηνίας 15/1/
  1. 2) Επιπλέον η εκδοχή που παρουσίασε ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι πειστική, διότι δεν είναι λογικό οι παραπονούμενοι να μένουν άπραγοι για την περίοδο των 388 ημερών της καθυστέρησης παράδοσης του σκάφους, χωρίς να λαμβάνουν οιαδήποτε μέτρα ή να προβαίνουν σε ουσιαστικές οχλήσεις προς τους κατηγορούμενους ή να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία άμεσα, έτσι ώστε να προστατέψουν τα έννομα συμφέροντα τους μετριάζοντας τις ζημιές τους και απαιτώντας νόμιμες αποζημιώσεις εν΄ όψει και του γεγονότος ότι το σκάφος δεν είναι σαν το οικόπεδο αλλά έχει ημερομηνία λήξης ως ανέφερε, από την στιγμή μάλιστα που υπάρχουν και ληξιπρόθεσμες δόσεις δανείου στην τράπεζα το υπόλοιπο του οποίου αυξανόταν με την πάροδο του χρόνου. 3) Δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του εν λόγω μάρτυρα ότι οι επιταγές που φαίνονται στο τεκμήριο 6 εκδόθηκαν κάτω από καθεστώς πίεσης και εκβιασμού των παραπονουμένων από τους κατηγορούμενους, ως επίσης και τα τεκμήρια 8, 10 και 11, διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι υστερόβουλοι για να αποποιηθούν οι παραπονούμενοι των συμβατικών τους υποχρεώσεων που πηγάζουν από την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/
  2. Τα εν λόγω τεκμήρια είναι ξεκάθαρα και εκδόθηκαν οι μεν επιταγές και συντάχθηκαν τα τεκμήρια 8, 10 και 11, εν΄ όψει της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των παραπονουμένων προς τους κατηγορούμενους που πηγάζουν από την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία. 4) Η προσπάθεια του εν λόγω μάρτυρα να χαρακτηρίσει τα τεκμήρια 8, 10 και 11 ως έγγραφα τα οποία εξασφαλίστηκαν για να εισπράξουν παράνομα το ποσό των € 94,000 και ότι δεν χρειάζονται τέτοια έγγραφα αν πραγματικά υπάρχει οφειλόμενο ποσό, στερείται πειστικότητας διότι ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχεται ότι οι παραπονούμενοι όφειλαν το ποσό των € 94,000, δίνοντας απλά την εκδοχή του περί συμψηφισμού, την οποία το Δικαστήριο ήδη απέρριψε ως πιο πάνω αναφέρεται. 5) Έκδηλη ήταν και η προσπάθεια του εν λόγω μάρτυρα να αποκρύψει από το Δικαστήριο την όλη εικόνα αλλά και αλήθεια, αφού ιδίως τα τεκμήρια 8, 10 και 11 κατατέθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Αν ο εν λόγω μάρτυρας ήταν φιλαλήθεις προς στο Δικαστήριο, δεν θα απέκρυβε από το Δικαστήριο τα εν λόγω έγγραφα, αλλά θα τα παρουσίαζε και θα προσπαθούσε τουλάχιστον να δώσει μια εξήγηση για την απόκλιση των θέσεων που προβάλλει στο Δικαστήριο, με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Το περιεχόμενο όμως των εν λόγω εγγράφων είναι σαφές και αποτυπώνουν την διαδικασία εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των παραπονουμένων προς τους κατηγορουμένους. Συνεπώς και η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι οι παραπονούμενοι υπέκυψαν στους εκβιασμούς των κατηγορουμένων να καταβάλουν το ποσό των € 94,000 ενώ δεν είχαν νομική υποχρέωση να το πράξουν φοβούμενοι για τα έννομα συμφέροντα τους, απορρίπτεται, διότι δεν νοείται φόβος διενέργειας νόμιμης πράξης συνεπεία συμβατικής υποχρέωσης. 6) Ούτε είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του εν λόγω μάρτυρα ότι ο αδερφός του υπέγραψε τα τεκμήρια 10 και 11 επειδή του ανέφερε τι του είπε ο Παντελής, διότι θα ήταν αναμενόμενο και λογικό όπως, ο αδερφός του ο οποίος ήταν και είναι δικηγόρος-νομικός σύμβουλος, να τον συμβούλευε να λάβει εναντίον των κατηγορουμένων προ πολλού τα μέτρα που αναφέρθησαν πιο πάνω. Συνεπεία των πιο πάνω, οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι απείλησαν τους παραπονούμενους να προβούν σε πράξη που δεν είχαν νομική υποχρέωση να πράξουν, διότι όπως αποδείχτηκε, οι παραπονούμενοι 1 όφειλαν να καταβάλουν στους κατηγορούμενους 1 το ποσό των €94,000 που πήγαζε από την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/2007 και συνεπεία της αποτυχίας τους να αποδείξουν το συστατικό στοιχείο του εκφοβισμού για διενέργεια πράξης για την οποία δεν υπάρχει νομική υποχρέωση, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Οι παραπονούμενοι να καταβάλουν στους κατηγορούμενους τα δικηγορικά έξοδα, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Αλ. Φυλακτού, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.