Demetris Christofi Auto Service Ltd ν. Κυριάκος Πηγασίου κ.α., Aρ. Αγωγής: 728/08, 20 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Aρ. Αγωγής: 728/08 Μεταξύ: Demetris Christofi Auto Service Ltd, από την Πάφο Ενάγοντα - και -
- Κυριάκος Πηγασίου, από την Πάφο
- Γεώργιος Προδρόμου, από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8/11/2010 -------------------------------- Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους - Αιτητές: κ. Κ. Δημητρίου (Για να ακούσει απόφαση κα Κ. Μενοίκου) Για τους Ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κ. Μ. Μιλτιάδου -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 10.4.
- Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε εμφάνιση στις 5.5.2008 και ο εναγόμενος 1 στις 25.7.
- Ο εναγόμενος 2, ο οποίος είναι δικηγόρος, καταχώρησε εμφάνιση για τον εναγόμενο 1 από κοινού με τον δικηγόρο κ. Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος καταχώρησε εμφάνιση και για τον εναγόμενο
- Οι εκθέσεις υπεράσπισης καταχωρήθηκαν, του εναγόμενου 2, στις 11/9/2008 και του εναγόμενου 1, στις 11/5/
- Η υπόθεση ορίστηκε, μετά από αίτηση ορισμού για οδηγίες στις 16/6/2009, στην συνέχεια για επίτευξη συμβιβασμού στις 9/7/2009 και για ακρόαση στις 27/11/
- Στις 27/11/2009 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μετά από αίτημα των εναγομένων και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 27/4/2010 ημερομηνία κατά την οποία δεν υπήρξε καμία εμφάνιση από μέρους των εναγομένων και η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 12/5/2010, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το ποσό των €18.826.92 πλέον τόκοι και έξοδα. Οι εναγόμενοι με αίτηση τους ημερομηνίας 8.11.2010 η οποία έχει ως νομική βάση την Δ.17 Θ.10 και την Δ.48 Θ.9 (η) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομία, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την πιο πάνω απόφαση. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση των εναγομένων 1 και
- Οι οποίοι μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής:
- Μετά το κλείσιμο των δικογράφων η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 27/4/2010, ημερομηνία την οποία ο Δικηγόρος μας κ. Μάριος Κωνσταντίνου μας ανάφερε πριν λίγες ημέρες σε τηλεφωνική μας συνομιλία, ότι εκ παραδρομής ξέχασε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Προφανώς η υπόθεση μετά την μη παρουσία του κ. Κωνσταντίνου στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της ακρόασης ορίσθηκε για απόδειξη.
- Εμείς σαν εναγόμενοι μάθαμε για την έκδοση της απόφασης εναντίον, την οποία επισυνάπτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, την 01/11/2010 όταν Δικαστικός Επιδότης του Δικαστηρίου Πάφου μας πληροφόρησε ότι υπάρχει Ένταλμα Κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον μας σύμφωνα με απόφαση που εκδόθηκε ερήμην μας την 12/5/
- Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι το Τεκμήριο 1 περιήλθε στην κατοχή μας μετά από σχετική έρευνα του Δικηγόρου μας Κυριάκου Δημητρίου στον φάκελο της υπόθεση μετά την 01/11/
- Αναφορικά με την αμελή συμπεριφορά του τότε Δικηγόρου μας κ. Μάριου Κωνσταντίνου έχουμε ήδη δώσει εντολές στον Δικηγόρο μας να εγείρει εναντίον του με αγωγή για επαγγελματική αμέλεια ως αυτή περιγράφεται ανωτέρω.
- Από τα γεγονότα που γνωρίζουμε και όσα μας συμβουλεύει ο Δικηγόρος μας έχουμε πολύ καλή υπεράσπιση στην ως άνω Αγωγή με τον ως άνω τίτλο και αριθμό και ο τρόπος που εκδόθηκε η απόφαση ερήμην μας οφειλόταν στον πρώην δικηγόρο μας κ. Μάριο Κωνσταντίνου ο ποιος αμελώς άσκησε τα καθήκοντα του και θα ήταν άδικο να μην μας δοθεί η ευκαιρία να την υπερασπιστούμε.
- Αναφορικά με την καλή μας υπεράσπιση αυτό μπορεί να διαφανεί από το Τεκμήριο -
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Διευθυντή των εναγόντων και στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Α) Η Νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελαττωματική. Β) Έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που προνοείτε από τον Νόμο και των Θεσμών και την νομολογία για υποβολή αίτησης παραμερισμού της απόφασης, το οποίο δεν μπορεί να παραταθεί. Γ) Οι εναγόμενοι δεν δικαιολόγησαν την αργοπορία τους στην υποβολή της αίτησης παραμερισμού της απόφασης. Δ) Οι εναγόμενοι δεν αποκάλυψαν συζητήσιμη υπόθεση και/ή ότι έχουν υπεράσπιση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει λάβει υπόψη του τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Το Δικαστήριο έχει επίσης λάβει υπόψη του τις αγορεύσεις των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.17 Θ.
- Επίσης, στην αγόρευση του, ο συνήγορος των αιτητών, αναφέρθηκε στην Δ.17 Θ.10 και επικαλέστηκε αποφάσεις σχετικές με αυτή. Η Δ.17 Θ.10, διαλαμβάνει ως εξής: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Η Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας καλύπτει τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος παραλείπει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Συνεπώς, με βάση τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 12.5.2010, η Δ.17 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Από δικονομική σκοπιά δηλαδή η αίτηση δεν στηρίζεται σε σωστή νομική βάση. Η Δ.17 αν και εντάσσεται στο κοινό σύνολο θεσμών που μπορούν να παρέχουν θεραπεία στην περίπτωση που υπάρξει κάποια παράληψη και τελικά εκδίδεται απόφαση στην απουσία του εναγόμενου, ωστόσο η κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπάγεται στην ορθή δικονομική βάση. Κατάλληλη υπό τις περιστάσεις Διαταγή θα ήταν η Δ.
- Θ.
- Όπως έχει λεχθεί την υπόθεση Ann-Clair Developments Ltd v. Κυριακίδη Π.Ε. 9981 ημερομηνίας 26.4.1999, στην περίπτωση δεν παρέχεται περιθώριο εμπλοκής άλλης δικονομικής διάταξης. Σύμφωνα όμως με την Διαταγή 33 θ.5 οποιαδήποτε απόφαση πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση μπορεί να παραμεριστεί από το Δικαστήριο με όρους που θα κρίνει κατάλληλους κατόπιν αίτησης που θα γίνει εντός 15 ημερών. Η Δ.33 Θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 ημέρες από τη δίκη. Συνεπώς, και αν ακόμα η αίτηση στηριζόταν στην ορθή δικονομική βάση, εφόσον η προθεσμία που τάσσει η Δ.33 θ.5 έχει παρέλθει προ πολλού, η αίτηση των εναγομένων είναι εκπρόθεσμη και καταδικασμένη. Η αίτηση καταχωρήθηκε 6 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Ένας θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η παράλειψη αναφοράς στην Νομική βάση της αίτηση της Δ.33 θ.5 συνιστά απλή παρατυπία, η οποία μπορεί να θεραπευθεί με προσφυγή στις πρόνοιες της Δ.
- Επίσης θα πρέπει να απαντηθεί εάν το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της αίτησης συνιστά απλή παρατυπία και αν μπορεί να τύχει θεραπείας επίσης δυνάμει των προνοιών της Δ.64 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας. Σχετική υπόθεση ως προς την μη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς είναι η υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, 23.3.1999 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κ.α
(1995)3 ΑΑΔ σελ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins.Agency Ltd
(1995)3 AAΔ σελ. 338, 340 και Panayiotis Georgiou (Catering Ltd) κ.α ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96 - απόφαση της Ολομέλειας) Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις». Ο σκοπός της Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ.10). H Δ.64 έχει ερμηνευτεί σε σωρεία αποφάσεων (Βλ. Θαλλασινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΔΔ σελ 255, Λοίζου v. Χαραλάμπους & Άλλου, Πολιτική Εφεση 8946, ημερ. 15.2.96). Στην Θαλλασινός ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι με την νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανότητα δυνάμενη να θεραπευτεί . Στην Κarl Heinz ( ανωτέρω) αναφέρθηκε ως κύριος λόγος όπως αυτός προκύπτει, από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R 513, 520 521, 522, κατά την μελέτη της Αγγλικής Δ.2 που αντιστοιχεί με την δική μας νέα Δ.64, που το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτική του ευχέρειας πρέπει να λάβει υπόψη για την παροχή θεραπείας είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Αρχίζοντας από το θέμα του εκπροθέσμου της καταχώρησης της αίτησης, στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 λέχθηκαν τα εξής: «Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευτούν δεν σημαίνει και αυτόματα και ανοχή τους. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησης τους (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney-General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1). Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά την γνώση της παρατυπίας (Βλ. Δ.64 κ.2), το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα διαβήματα στην διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα επέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτηση της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μια εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την διάσωση της αίτηση αυτής.» Στην υπό κρίση περίπτωση, το θέμα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της αίτησης εγέρθηκε από την αρχή από τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση, και περιλαμβάνεται στους λόγους της ένστασης τους, η δε πλευρά των εναγομένων - αιτητών σε κανένα διορθωτικό διάβημα δεν έχει προχωρήσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας και το ζήτημα δεν απασχόλησε καθόλου την πλευρά των αιτητών μέχρι τέλους, αφού και στην αγόρευση του ο συνήγορος των αιτητών καμία αναφορά δεν έκανε. Συνεπώς, όπως και πιο πάνω αναφέρω, η αίτηση ως εκπρόθεσμη δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη εκτός από την απόρριψη της. Αναφορικά με την παράλειψη των αιτητών να στηρίζουν την αίτηση τους στην ορθή νομική βάση, και αν ακόμη δεχθώ ότι η ως άνω παράλειψη, συνιστά απλή παρατυπία το ερώτημα που προβάλλει, είναι το εξής. Έχει στην υπό κρίση περίπτωση θεραπευθεί η συγκεκριμένη παρατυπία έτσι ώστε αυτή να παύσει να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην έγκριση της αίτησης; Η απάντηση βέβαια δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις παρά να είναι αρνητική, αφού και σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν έχει προβεί η πλευρά των αιτητών σε κανένα διορθωτικό διάβημα ενώ το ζήτημα εγέρθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση από την πρώτη στιγμή. Αντιθέτως η πλευρά των αιτητών, υποστηρίζει ότι η κατάλληλη διαταγή στην περίπτωση τους είναι η Δ.17 θ.10. Επομένως, δοθέντος ότι η παρατυπία δεν έχει αρθεί και παράλληλα αυτή δεν μπορεί να παρακαμφθεί, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. (Βλ. Μαίρη Α. Αθανασιάδη v. Ηρώς Αλεξάνδρου (πιο πάνω), Wunderlich (πιο πάνω)). Από την άλλη και αν ακόμα δεχόμουν ότι πρόκειται για παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί, το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της αίτησης και πάλι διαγράφει την πορεία της. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, κρίνω ορθό όπως, σε περίπτωση που ήμουν λανθασμένη στην πιο πάνω προσέγγιση του θέματος, να προβώ στην εξέταση της αίτησης ως προς την τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που έχει θέσει η νομολογία. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.33 θ. 5 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.17 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: (α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και (β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α.. Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774). Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646). Η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για τη ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης του ( βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω)). Όπως έχει τονιστεί στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου): «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204). Υποστηρίζουν οι εναγόμενοι 1 και 2, στην κοινή ένορκη τους δήλωση, ότι ο δικηγόρος τους κ. Μάριος Κωνσταντίνου, τους ανάφερε πριν λίγες ημέρες σε τηλεφωνική τους συνομιλία, ότι εκ παραδρομής ξέχασε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Αυτή είναι και η μόνη δικαιολογία που δίδουν για την μη εμφάνιση τους αλλά και για την καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης. Είναι όμως κατά την άποψη μου αρκετό, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2, ενεργούσε από κοινού με τον κ. Μ. Κωσταντίνου και ως δικηγόρος του εναγόμενου 1 και ως εκ τούτου θα έπρεπε να γνώριζε τόσο για την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης και να είχε εμφανιστεί και ο ίδιος για να εκπροσωπήσει τον πελάτη του αλλά και να έδειχνε ενδιαφέρον για την υπόθεση που τον αφορούσε προσωπικά. Για το ζήτημα αυτό, δηλαδή ότι ο εναγόμενος 2 είχε την ιδιότητα του δικηγόρου και εμφανιζόταν για τον εναγόμενο 1, καμία αναφορά δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση των εναγομένων - αιτητών, προκύπτει όμως αυτό από το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε και βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, συνεπώς δεν θεωρώ την παράληψη αναφοράς του στοιχείου αυτού τυχαία λαμβανομένου υπόψη ότι καταλογίζουν οι εναγόμενοι - αιτητές με την ένορκη τους δήλωση ευθύνη για αμέλεια μόνο στον κ. Μ. Κωνσταντίνου ως δικηγόρο τους. Περαιτέρω, για ποιο ενδιαφέρον των εναγομένων για την υπόθεση τους μπορούμε να μιλούμε, όταν η ακρόαση της υπόθεσης στις 27.11.2009, αναβλήθηκε μετά από δικό τους αίτημα και ορίστηκε 4 ½ μήνες μετά την πιο πάνω ημερομηνία, ώστε σήμερα να επικαλούνται ότι ο δικηγόρος τους, λίγες ημέρες (εννοώντας μάλλον, πριν την ένορκη τους δήλωση) τους ανάφερε ότι ξέχασε να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία ακρόασης δηλαδή σχεδόν 7 μήνες μετά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Η δικαιολογία που οι εναγόμενοι προβάλλουν για την απουσία τους κατά την ακρόαση της υπόθεσης τους δεν ευσταθεί. Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards, Π.Ε 9112 ημερομηνίας 14.4.1998, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε 10770, ημερομηνίας 19.2.2001 λέχθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλει το λάθος, αμέλεια ή παράληψη του δικηγόρου του για να πετύχει παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπεργαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων.» Στην προκειμένη περίπτωση, τονίζω, ότι δεν μου διαφεύγει ότι ο εναγόμενος 2 είναι δικηγόρος και εκπροσωπούσε από κοινού με τον κ. Μ. Κωνσταντίνου τον εναγόμενο 1. Αυτό που συνάγεται στην προκειμένη υπόθεση, από τα γεγονότα, είναι έλλειψη ενδιαφέροντος. Η συμπεριφορά των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση δεικνύει πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση τους. Οι εναγόμενοι το μόνο ενδιαφέρον που επέδειξαν ήταν όταν πλέον βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα μέτρα που λήφθηκαν εναντίον τους για εκτέλεση της απόφασης. Αναφορικά με το ζήτημα της κατάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528, Ελ. Κωνσταντινίδη ν. Hissin (πιο πάνω). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd, Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας». Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω). Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002, το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει την ένορκη δήλωση των εναγομένων, η οποία συνοδεύει την αίτηση τους και καταλήγω ότι οι εναγόμενοι, με μόνο την αναφορά (βλέπε παρ. 10 της ένορκης δήλωσης) ότι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση επισυνάπτοντας και αντίγραφα των υπερασπίσεων τους ως Τεκμήριο 1, δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον τους. Οι εναγόμενοι δεν έχουν δώσει καθόλου στοιχεία που να στοιχειοθετούν και να αποδεικνύουν, στο μέγεθος που αυτό απαιτείται, την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ώστε να αποσείσουν οι αιτητές το βάρος απόδειξης ως όφειλαν. Οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν παραθέσει στην ένορκη τους δήλωση με ακρίβεια και να δώσουν επαρκείς λεπτομέρειες της υπεράσπισης τους καθώς και στοιχεία που να πείσουν το δικαστήριο ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. Αναμενόμενο δε ήταν από μέρους των εναγομένων, και αναμένεται από οποιοδήποτε αιτητή σε τέτοιες περιπτώσεις, με καθαρότητα να παραθέσει τους ισχυρισμούς του στην ένορκη του δήλωση. Συνεπώς κρίνεται ότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει καλή υπεράσπιση και για ακόμη ένα λόγο η αίτηση τους δεν δύναται να επιτύχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους έχω αναφέρει και επεξηγήσει στην παρούσα απόφαση έχω καταλήξει ότι η κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης των εναγόμενων. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο