← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12165/07, 11.5.2011

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12165/07, 11.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. ΛΙΜΝΑΤΙΤΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12165/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Εναντίον

  1. Αντρέας Παναγιώτου
  2. Ιωάννης Κωνσταντίνου
  3. Αντρέας Ιωάννου
  4. Παύλος Τιμοθέου Κατηγορούμενων ---------------------- Ημερομηνία: 11.5.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τους κατηγορούμενους: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1 - 4 παρόντες ---------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι τέσσερις κατηγορούμενοι οι οποίοι όπως έγινε παραδεκτό γεγονός είναι αστυνομικοί, αντιμετωπίζουν κατηγορία: - Κατάχρησης εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό κατά παράβαση των Άρθρων 105 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και - Κατηγορία που αφορά σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του Νόμου 36(iii)/2002, Άρθρο 5

(2)(β) και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Παραπονούμενος στα γεγονότα είναι ο Αντρέας Παύλου (Μ.Κ.3) ο οποίος ισχυρίζεται ότι στις 24.5.2007 και γύρω στις 19:30 βρισκόταν με την αρραβωνιαστικιά του (Μ.Κ.5) και το παιδί τους στην Πόλη Χρυσοχούς για να ψωνίσουν. Οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAM765 και η αρραβωνιαστικιά του ήταν συνοδηγός. Στην προσπάθεια του «να παρκάρει» με πισινή ταχύτητα στο πίσω μέρος της υπεραγοράς αντιλήφθηκε ένα αστυνομικό λοχία που κατέβηκε από το αστυνομικό όχημα το οποίο βρισκόταν κάπου 5 μέτρα από το αυτοκίνητο του και τράβηξε περίστροφο. Αμέσως μετά ακολούθησε πυροβολισμός. Φοβήθηκε, έβαλε μπροστινή ταχύτητα και έφυγε. Δεν αντιλήφθηκε ότι ο πυροβολισμός έπληξε το όχημα του αλλά υπολόγισε ότι ο αστυνομικός πυροβόλησε στον αέρα. Επέστρεψε στο σπίτι του στη Γιαλιά και δεν ανέφερε σε κανένα το περιστατικό γιατί δεν συνειδητοποίησε όπως ανέφερε τη σοβαρότητα του. Γύρω στις 02:00 και ενώ κοιμόταν, άκουσε να χτυπά η πόρτα της οικίας του, σηκώθηκε πήγε προς την πόρτα, ρώτησε ποιος είναι και του ανέφεραν ότι ήταν η Αστυνομία. Άνοιξε την πόρτα και αμέσως είδε δυο αστυνομικούς με στολή και ένα άνδρα με πολιτικά ρούχα. Τον τράβηξαν προς το αυτοκίνητο του που ήταν έξω σταθμευμένο και ο ένας αστυνομικός τον τραβούσε από τα μαλλιά. Του υπέδειξαν το σημάδι του πυροβολισμού στο αυτοκίνητο και τότε αντιλήφθηκε ότι πυροβολήθηκε το αυτοκίνητο του. Τον έσπρωξαν βίαια μέσα στο αστυνομικό όχημα, του έβαλαν χειροπέδες με τα χέρια πίσω και τον οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Το δικό του αυτοκίνητο το οδήγησε ο αστυνομικός με τα πολιτικά ρούχα στο σταθμό. Όπως ανέφερε, δεν του έβγαλαν τις χειροπέδες, άρχισαν να τον χτυπούν με τα χέρια στο κεφάλι και στην κοιλιά. Τον χτυπούσαν οι τρεις που πήγαν στο σπίτι του, τους οποίους αναγνώρισε ως τους κατηγορούμενους 2, 3 και
  2. Ο κατηγορούμενος 1 τους έλεγε να μην τον χτυπούν σε σημεία που φαίνονται. Τον ρώτησαν ποιος ήταν ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο του το απόγευμα. Ο ίδιος τους ανέφερε ότι ήταν η αρραβωνιαστικιά του, δεν τον πίστευαν και όσο τους έλεγε αυτό τόσο περισσότερο τον χτυπούσαν. Μετά από μια - μιάμιση ώρα ήρθε ο πατέρας του, η μητέρα του και η αρραβωνιαστικιά του. Ο πατέρας του, του θύμωσε για τη συμπεριφορά του και τότε κατάλαβε ότι παραπλανήθηκε από τους αστυνομικούς και έτσι δεν του είπε τίποτε. Μετά που έφυγαν οι δικοί του οι αστυνομικοί συνέχισαν να τον χτυπούν με τα χέρια τους και με ένα μεγάλο φανάρι, του κρατούσαν τα πόδια και τον χτυπούσαν με το φανάρι στις πατούσες και στα γόνατα. Όταν ζήτησε νερό τον έβγαλαν έξω στην αυλή και τον περιέλουσαν με κρύο νερό από τη βρύση. Φορούσε ένα κοντό παντελόνι, ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω και χωρίς παπούτσια. Τον οδήγησαν ξανά στο σταθμό όπου συνέχισαν να τον χτυπούν, Την επόμενη μέρα τον άφησαν ελεύθερο. Τον παράλαβε η αρραβωνιαστικιά του, τον πήρε στο σπίτι του στην Έμπα, κοιμήθηκε από το μεσημέρι της 25.5.2007 μέχρι την επόμενη μέρα το μεσημέρι που τον ξύπνησε η αρραβωνιαστικιά του. Δεν ένοιωθε καλά, πονούσε και έτσι πήγε στην Αστυνομία και έκανε παράπονο. Ακολούθως επισκέφθηκε το Νοσοκομείο όπου κρατήθηκε για νοσηλεία για 24 ώρες. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων όπως προβάλλει μέσα από τις δικές τους καταθέσεις είναι ότι στις 24.5.2007 και γύρω στις 19:40 οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφόρο Μαρίου στην Πόλη Χρυσοχούς με το υπηρεσιακό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΒ
  3. Αντιλήφθηκαν ένα αυτοκίνητο άσπρου χρώματος χωρίς πινακίδες εγγραφής, ο οδηγός του οποίου μόλις αντιλήφθηκε το περιπολικό της Αστυνομίας έστριψε σε πάροδο αριστερά σύμφωνα με την πορεία τους. Ακολουθώντας το εν λόγω αυτοκίνητο ο 1ος κατηγορούμενος κάλεσε από το μεγάφωνο τον οδηγό να σταματήσει στη δεξιά πλευρά σύμφωνα με την πορεία του. Αφού πλησίασαν το αυτοκίνητο, ο 1ος κατηγορούμενος κατέβηκε από το υπηρεσιακό όχημα και κατευθύνθηκε προς το μέρος του άσπρου οχήματος από το πίσω μέρος του με σκοπό να ελέγξει τα στοιχεία και τα έγγραφα του οδηγού και του οχήματος. Όταν ο 1ος κατηγορούμενος πλησίασε το όχημα, αυτό με πισινή και ιλιγγιώδη ταχύτητα εισήλθε ξανά στην Οδό Νίκης. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος με γρήγορο βήμα εισήλθε στην Οδό Νίκης με σκοπό να κάμει σήμα στον οδηγό για να σταματήσει. Ο οδηγός του οχήματος δεν υπάκουσε στο σήμα του 1ου κατηγορούμενου και αφού έβαλε μπροστινή ταχύτητα άρχισε να κατευθύνεται απευθείας πάνω του. Ο 1ος κατηγορούμενος έκαμε ένα βήμα προς τα πίσω, ανέσυρε το υπηρεσιακό του πιστόλι και έριξε ένα πυροβολισμό. Ο οδηγός του άσπρου οχήματος ανέπτυξε ταχύτητα, πήγε ζικ - ζακ μέσα στο δρόμο, τα ελαστικά του σφύριζαν και κατευθύνθηκε προς την Αργάκα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, στο όχημα υπήρχε και συνοδηγός. Μετά από εντατικές έρευνες στις 25.5.2007 και γύρα στις 02:10 το όχημα αυτό εντοπίστηκε σταθμευμένο έξω από οικία στο χωριό Πάνω Γιαλιά. Ο 1ος κατηγορούμενος μαζί με τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 μετέβησαν στην οικία και ο 1ος κατηγορούμενος κάλεσε τον ιδιοκτήτη να εξέλθει της οικίας. Μόλις άνοιξε η πόρτα αναγνώρισαν ότι το πρόσωπο που τους άνοιξε ήταν ο οδηγός του άσπρου οχήματος, ο οποίος τους ανέφερε ότι ήταν ο Αντρέας Παύλου από την Έμπα. Ο 1ος κατηγορούμενος τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο Αντρέας Παύλου ανέφερε, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ότι «ήταν λάθος μου». Ο 1ος κατηγορούμενος του είπε να προσέλθει στο σταθμό για ανάκριση και έτσι ο Αντρέας Παύλου οδήγησε το αυτοκίνητο του και προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί οι κατηγορούμενοι 1 και 2 άρχισαν να τον ανακρίνουν και σε κάποιο στάδιο της ανάκρισης έφτασε στο σταθμό ο πατέρας, η μητέρα και η αρραβωνιαστικιά του Αντρέα Παύλου. Ο πατέρας του μπήκε στο σταθμό και άρχισε να φωνάζει στο γιο του και τότε ο 1ος κατηγορούμενος του είπε να περάσει έξω από το σταθμό, πράγμα το οποίο έκανε. Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, οι γονείς του Αντρέα Παύλου παρέμειναν μέχρι τις 05:40 στον αστυνομικό σταθμό οπότε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αντρέα Παύλου, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στα αστυνομικά κρατητήρια. Είναι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο παραπονούμενος δεν κτυπήθηκε από οποιονδήποτε αλλά και δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για κακοποίηση του. Ενόψει των ισχυρισμών του παραπονούμενου ο Γενικός Εισαγγελέας διόρισε ποινικούς ανακριτές για διερεύνηση των ισχυρισμών του. Οι ποινικοί ανακριτές Αθανάσιος Σωκράτους (Μ.Κ.1) και Μιχάλης Μιχαηλίδης (Μ.Κ.2) ανέφεραν στο Δικαστήριο τις ενέργειες τους και όπως είπαν πήραν καταθέσεις τόσο από τους κατηγορούμενους όσο και από τον παραπονούμενο και από μέλη της οικογένειας του. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 δεν προσθέτει οτιδήποτε στα γεγονότα αφού τα όσα ανέφεραν ήταν ουσιαστικά οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου αλλά και οι δικές τους ενέργειες μέσα στα πλαίσια των δικών τους ερευνών. Τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή (Μ.Κ.3) ήταν ο παραπονούμενος Αντρέας Παύλου, ουσιαστικότερος μάρτυρας στα γεγονότα, στη μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ και στη συνέχεια. Ο Χριστάκης Παύλου (Μ.Κ.4), είναι ο πατέρας του παραπονούμενου. Οι δυο καταθέσεις που έδωσε τόσο στην Αστυνομία όσο και στον ποινικό ανακριτή έγιναν Τεκμήρια 17 και 18 ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία ο ίδιος δεν είδε το γιο του την πρώτη μέρα όταν απολύθηκε από την Αστυνομία αλλά τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, του τα είχε αναφέρει η γυναίκα του. Είναι επίσης ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο γιος του, του είπε ότι κακοποιήθηκε από τους Αστυνομικούς τόσο πριν από τη δική του επίσκεψη στον αστυνομικό σταθμό όσο και μετά. Το περιστατικό αυτό τους το περιέγραψε όπως είπε για πρώτη φορά το μεσημέρι της επόμενης μέρας που απολύθηκε από την Αστυνομία, όταν έτρωγαν. Τον είδε χτυπημένο και τον ρώτησε τι συνέβηκε και ο γιος του του ανέφερε ότι κτυπήθηκε από τους αστυνομικούς. Ανέφερε επίσης στην αντεξέταση του και σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου γιατί οι αστυνομικοί τον έβγαλαν έξω από το σταθμό, ότι οι αστυνομικοί τον έβγαλαν έξω για να μη μιλήσει με το γιο του όταν του είπε ότι τα γεγονότα δεν ήταν όπως του τα είπαν οι αστυνομικοί. Σε ερώτηση επίσης αν του ανέφερε ο γιος του ποιος τον κτύπησε, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο γιος του του είπε ότι τον κτύπησαν οι τρεις κατηγορούμενοι που βρίσκονται στο Δικαστήριο, δηλαδή οι κατηγορούμενοι 2, 3 και
  4. Δεν θυμόταν τα ονόματα των κατηγορουμένων και σε ερώτηση επίσης πώς γνωρίζει ότι είναι οι κατηγορούμενοι τα πρόσωπα που χτύπησαν το γιο του, ανέφερε ότι αυτό του το είπε ο γιος του και τους του υπέδειξε όταν ήρθαν στο Δικαστήριο. Η Άννα Μαρία Νικολάου (Μ.Κ.5 ), αρραβωνιαστικιά του παραπονούμενου, αρνήθηκε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 19 και όπως ανέφερε στην προφορική της μαρτυρία υιοθέτησε το περιεχόμενο της όταν έδιδε την κατάθεση Τεκμήριο 20, όμως κατά την ημέρα που έδινε τη μαρτυρία της θεώρησε σωστό να μην την υιοθετήσει για προσωπικούς όπως είπε λόγους. Ανέφερε ότι δεν θεώρησε ότι έπρεπε να πει στους ποινικούς ανακριτές αυτά που ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου και ισχυρίστηκε ότι σχετικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 19 καθοδηγείτο από τον αστυνομικό που έπαιρνε την κατάθεση, το μωρό που είχε μαζί της έκλαιγε και έτσι δεν απαντούσε σωστά. Αντίθετα, όπως είπε, όταν έδιδε την κατάθεση Τεκμήριο 20 είχε το χρόνο και έτσι μπορούσε να μιλήσει πιο ελεύθερα. Σε ερώτηση του κ, Αλεξάνδρου σε τι διαφέρει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20, η μάρτυρας ανέφερε ότι διαφωνεί με αναφορά της στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 19 στο σημείο που αναφέρει ότι είδε τον αστυνομικό να ανασύρει όπλο. Τον είδε μετά που ακούστηκε ο πυροβολισμός. Επανέλαβε επίσης ότι στο σπίτι στη Γιαλιά ήρθαν οι κατηγορούμενοι 2, 3 και
  5. Όπως ανέφερε στην προφορική της μαρτυρία στο χρόνο του επίδικου επεισοδίου πήγαν στην Πόλη Χρυσοχούς μαζί με τον παραπονούμενο και το ανήλικο παιδί τους και ήθελαν «να παρκάρουν» έξω από υπεραγορά. Όπως αναφέρει στην κατάθεση της, έστριψαν δεξιά και έκαμαν επαναστροφή για να σταματήσουν στο χώρο της υπεραγοράς. Ξαφνικά άκουσαν θόρυβο, κοίταξαν έξω και είδαν ένα αστυνομικό να κρατά όπλο. Ο αρραβωνιαστικός της πανικοβλήθηκε και της είπε ότι τους πυροβόλησαν οι αστυνομικοί, έφυγαν και πήγαν στο σπίτι τους στη Γιαλιά. Γύρω στις 02:00 κτυπούσαν τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού και του φώναζαν «να παραδοθεί». Άνοιξαν την πόρτα και τότε οι αστυνομικοί άρχισαν να τραβούν τον αρραβωνιαστικό της. Ακολούθως, όπως ανέφερε, έφυγαν με το περιπολικό και ο ένας αστυνομικός οδήγησε το αυτοκίνητο του αρραβωνιαστικού της. Στη συνέχεια η ίδια τηλεφώνησε στους γονείς του αρραβωνιαστικού της και πήγαν όλοι μαζί στον Αστυνομικό Σταθμό της Πόλης Χρυσοχούς. Ανέφερε επίσης στην προφορική της μαρτυρία ότι η ίδια ήθελε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία όμως οι αστυνομικοί δεν της επέτρεψαν και όπως περαιτέρω ανέφερε, στην Αστυνομία ο αρραβωνιαστικός της φορούσε τη φανέλα που η ίδια του έδωσε. Έδωσε επίσης στη μητέρα του παπούτσια για να του τα δώσει, όμως δεν γνωρίζει τι έγιναν αυτά. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι στο σπίτι στη Γιαλιά είχαν πάει και οι τέσσερις κατηγορούμενοι, θέση την οποία δεν δέχτηκε και ανέφερε ότι ήταν οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 που πήγαν στο σπίτι. Ανέφερε επίσης ότι μετά την απόλυση του αρραβωνιαστικού της από την Αστυνομία η ίδια είδε μαυρίσματα και στα δυο αυτιά του. Τον ρώτησε τι έγινε, αρκετές φορές μάλιστα, αλλά αυτός απέφευγε να της απαντήσει και της έλεγε άλλα πράγματα. Στο σπίτι δεν μίλησε ούτε στη μητέρα του, πήγε κατευθείαν για ύπνο. Την επόμενη ημέρα η ίδια τον ξύπνησε γιατί ανησύχησε που αργούσε να ξυπνήσει. Τον ρώτησε αν ήταν καλά, και της είπε ότι πονά το κεφάλι του και ζαλίζεται. Τον ρώτησε και πάλι γιατί, αλλά δεν της ανέφερε οτιδήποτε. Όπως είπε σε επανειλημμένες ερωτήσεις της για το τι συνέβηκε, δεν της απαντούσε. Σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου αν στα νύχια του αρραβωνιαστικού της εντόπισε οτιδήποτε, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε οτιδήποτε και είναι ο πεθερός της που της είπε ότι οι αστυνομικοί κτύπησαν τον αρραβωνιαστικό της και έτσι πήγε στον αστυνομικό σταθμό στην Πάφο για να κάνει καταγγελία. Ο Μ.Κ.6 Υπαστυνόμος Ανδρέας Βασιλείου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 21 στην οποία αναφέρει ότι στις 20:05 της 24.5.2007 του τηλεφώνησε ο Λοχίας 3702 και του ανέφερε ότι λίγο προηγουμένως εντόπισαν ένα όχημα μάρκας BMW άσπρου χρώματος που δεν έφερε μπροστινές πινακίδες εγγραφής και οδηγείτο από άγνωστο πρόσωπο. Στην προσπάθεια του να το ανακόψει για έλεγχο, ο άγνωστος οδηγός δεν σταμάτησε και έτσι χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό του περίστροφο και έριξε ένα πυροβολισμό στον πισινό τροχό, χωρίς όμως το όχημα να σταματήσει. Με τη σειρά του αυτός ενημέρωσε τον Αναπληρωτή Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου και ο Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής ενημέρωσε τον Υπαρχηγό Αστυνομίας και τον Βοηθό Αρχηγό Επιχειρήσεων. Στη συνέχεια όπως ανέφερε ο ίδιος δεν είχε καμιά άλλη ενημέρωση για την εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά ούτε και έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες. Στις 27.5.2007 ενώ βρισκόταν και πάλι υπηρεσία και ενώ κοίταζε τα μηνύματα πρόσεξε ότι το μήνυμα με αριθμό 18060 είχε μια σημείωση με πένα και έγραφε τα εξής; «Κατόπιν οδηγιών του Αξιωματικού Υπηρεσίας το όχημα με αριθμούς εγγραφής CAM765 οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς.» Όπως ανέφερε, ο ίδιος δεν ενημερώθηκε γι' αυτό αλλά όπως είπε στην προφορική του μαρτυρία ο ίδιος δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός του ότι ο Λοχίας δεν του ανέφερε για συνοδηγό στο αυτοκίνητο παρά μόνο ότι οδηγείτο από άγνωστο πρόσωπο. Η Μάρω Σβανά (Μ.Κ.7), γιατρός στις Α' Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου, κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε και αφορά τον παραπονούμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 22 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22Α που είναι η κατάθεση της στην αστυνομία. Όπως ανέφερε στην προφορική της μαρτυρία ο παραπονούμενος παρέμεινε για προληπτικούς λόγους στο Νοσοκομείο λόγω των ισχυρισμών του ότι ζαλιζόταν και είχε εμβοές στα αυτιά του. Ο παραπονούμενος, όπως είπε, δεν της ανέφερε για κάψιμο από τσιγάρο, γι' αυτό δεν γράφει οτιδήποτε στην έκθεση της. Δεν της ανέφερε ότι υπέστη κάποια δηλητηρίαση και έτσι δεν μπορεί να ξέρει ποιες είναι οι συνέπειες. Αυτό εξαρτάται από τι προκάλεσε τη δηλητηρίαση. Ανέφερε επίσης ότι για τα τραύματα από την κακοποίηση δεν έχει σχέση πόση ώρα διαρκεί, αλλά ο τρόπος της κακοποίησης. Αν ήταν όπως είπε βίαια τα κτυπήματα, αναμένετο να παρουσίαζε και πιο σοβαρά τραύματα. Οι μώλωπες και οι εκδορές όπως είπε μπορεί να προκληθούν από πολλές αιτίες και όπως ήταν η θέση της ο παραπονούμενος δεν της ανάφερε αλλά και δεν διαπίστωσε τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής. Τα τραύματα όπως είπε περιλαμβάνουν και το αιμάτωμα. Οι κατηγορούμενοι όπως είχαν δικαίωμα προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Υιοθέτησαν το περιεχόμενο της γραπτής τους κατάθεσης και κάλεσαν επίσης δυο μάρτυρες, τον Μ.Υ.1 Αστ. 2178 Γεννάδιο Ιωάννου και τον Μ.Υ.2 Αστ. 4287 Παναγιώτη Ιωαννίδη. Στην κατάθεση του Τεκμηρίου 23 ο Μ.Υ.1 Αστ. 2178 Γεννάδιος Ιωάννου αναφέρει ότι ο Λοχίας 3702 του ανέφερε ότι κατά τη διαφυγή του αναφερόμενου αυτοκινήτου πρόσεξε ότι έφερε πισινή πινακίδα εγγραφής και από εξετάσεις που διενήργησε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Ανδρέας Παύλου από την Έμπα. Στις 25.5.2007 και γύρω στις 02:50 ενώ βρισκόταν καθήκον στο Σταθμό προσήλθε ένα πρόσωπο στο Σταθμό και ο Λοχίας 3702 του ανέφερε ότι ήταν ο Ανδρέας Παύλου και ότι θα τον ανέκρινε σχετικά με το αναφερόμενο επεισόδιο. Ο ίδιος ήταν υπηρεσία μέχρι τις 07:00 και δεν χτύπησε ο ίδιος τον Ανδρέα, ούτε είδε κανένα άλλο πρόσωπο να χτυπά τον Ανδρέα. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί επίσης το ημερολόγιο του σταθμού (Τεκμήριο 24) όπου σύμφωνα με αυτό και σε σχετική καταγραφή φαίνεται ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι περιπολούσαν σε διάφορα χωριά μεταξύ των ωρών 21:30 της 24.5.2007 και 02:40 της 25.5.
  6. Αναφέρεται τόσο το κάθε χωριό που αφορούσε η περιπολία όσο και ο χρόνος που αφιέρωσαν σε κάθε χωριό. Όπως ανάφερα, ο ουσιαστικότερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο παραπονούμενος Ανδρέας Παύλου ο οποίος έδωσε τέσσερις καταθέσεις και έγιναν Τεκμήρια 13, 14, 15 και
  7. Φαίνεται επίσης μέσα από τη μαρτυρία του να έδωσε και πέμπτη κατάθεση ημερομηνίας 12.7.2007 η οποία όμως δεν εντοπίστηκε και έτσι το περιεχόμενο της παρέμεινε άγνωστο. Στις καταθέσεις του Τεκμήρια 13, 14 και 15 ο παραπονούμενος προβάλλει ισχυρισμούς όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 16 ισχυρίζεται ότι στο αυτοκίνητο του στις 24.5.2007 ήταν μόνος του και αυτό το επαναλαμβάνει σε τρεις περιπτώσεις. Αναφέρει επίσης στην ίδια κατάθεση ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να απολογηθεί στην Αστυνομία και μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του. Ισχυρίζεται ότι δεν σταμάτησε στο σήμα του αστυνομικού γιατί δεν είχε ασφάλεια αυτοκινήτου και άδεια κυκλοφορίας. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 15 ισχυρίζεται ότι ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 16 ότι ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο ενώ ήταν και η αρραβωνιαστικιά του γιατί τον απείλησαν ότι θα συλλάμβαναν και την αρραβωνιαστικιά του, σε αντίθεση με την προφορική του μαρτυρία που ανέφερε ότι φαίνεται αυτός ο ισχυρισμός στο Τεκμήριο 16 γιατί είπε στον αστυνομικό να γράψει ότι θέλει για να αφεθεί ελεύθερος, δεν ήταν ουσιαστικά δική του απάντηση. Ισχυρίζεται ότι η πραγματικότητα είναι ότι ήταν μαζί με την αρραβωνιαστικιά και το παιδί του στο αυτοκίνητο στις 24.5.2007, όμως υπάρχει κατά την κρίση μου διαφορετική περιγραφή των γεγονότων που έλαβαν χώρα στις 24.5.2007 στις 19:30 από τον ίδιο και την αρραβωνιαστικιά του. Ο Μ.Κ.3 αναφέρει ότι έστριψε δεξιά στο πίσω μέρος της υπεραγοράς και έβαλε πισινή ταχύτητα για «να παρκάρει» στο μπροστινό μέρος της. Εκείνη την ώρα αντιλήφθηκε ένα αστυνομικό που κατέβηκε από το αστυνομικό αυτοκίνητο και τον είδε να ανασύρει περίστροφο. Η Μ.Κ.5 ανέφερε στην προφορική της μαρτυρία ότι έστριψε δεξιά και έκανε επαναστροφή για «να παρκάρει» στην υπεραγορά. Ξαφνικά άκουσαν θόρυβο, κοίταξε και είδε έναν αστυνομικό να κρατά όπλο. Η Μ.Κ.5 αρνήθηκε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 19 και διαφωνεί όπως είπε με την αναφορά ότι είδε τον αστυνομικό να κρατά πιστόλι και αμέσως πυροβόλησε. Τον είδε όπως ισχυρίζεται στην προφορική της μαρτυρία μετά που ακούστηκε ο πυροβολισμός. Στην κατάθεση της Τεκμήριο 19 η μάρτυρας προβάλλει διαφορετικό ισχυρισμό και για τα γεγονότα έξω από την υπεραγορά. Όπως αναφέρει, ο αρραβωνιαστικός της έστριψε αριστερά και ενώ προχωρούσε πιο κάτω έβαλε πισινή ταχύτητα και έστριψε για να σταματήσει πιο κοντά στην υπεραγορά. Εκεί αριστερά είδε ένα αστυνομικό αυτοκίνητο. Σίγουρα δεν αναμένεται ότι η μάρτυρας θα περιγράψει με τις ίδιες ακριβώς λεπτομέρειες τα γεγονότα όπως και ο Μ.Κ.
  8. Κάθε ένας τα αντιλαμβάνεται από τη δική του οπτική γωνία, όμως δεν μπορούν να περιγράφουν διαφορετικά γεγονότα, ιδιαίτερα η Μ.Κ.5 να προβάλλει δυο εκδοχές και να ισχυρίζονται ότι ήταν μαζί όταν αυτά διαδραματίζονταν. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 14 ο Μ.Κ.3 αναφέρει ότι οι αστυνομικοί τον έσπρωξαν βίαια στο αστυνομικό όχημα και του έβαλαν χειροπέδες με τα χέρια πίσω. Στη δική της κατάθεση η Μ.Κ.5 αναφέρει ότι μόλις ο αρραβωνιαστικός της άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, οι αστυνομικοί τον έπιασαν και του πέρασαν χειροπέδες, τον έσπρωξαν και τον έβαλαν στο αστυνομικό όχημα. Οι δυο μάρτυρες επέμεναν ότι στο σπίτι τους στη Γιαλιά πήγαν μόνο οι τρεις αστυνομικοί. Ο ισχυρισμός τους όμως συγκρούεται με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 24 που είναι το ημερολόγιο του αστυνομικού σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, το οποίο και δεν αμφισβητήθηκε. Η Μ.Κ.5 ισχυρίζεται ότι ο Μ.Κ.3 στην Αστυνομία φορούσε τη φανέλα που του έδωσε, σε αντίθεση με τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 που όπως ισχυρίζονται ο Μ.Κ.3 ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω και ξυπόλυτος στον αστυνομικό σταθμό. Στο σημείο αυτό γεννάται και ένα ερώτημα: αφού η Μ.Κ.5 ισχυρίζεται ότι δεν της επέτρεψαν να εισέλθει στον Αστυνομικό Σταθμό πώς είδε ότι ο Μ.Κ.3 φορούσε τη φανέλα που του έστειλε; Ο Μ.Κ.4 ισχυρίζεται στην κατάθεσης του Τεκμήριο 18 ότι οι αστυνομικοί νόμισαν ότι θα έδερνε το γιο του και έτσι τον έβαλαν έξω από το σταθμό. Στην προφορική του μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί τον έβγαλαν έξω για να μη μιλήσει με το γιο του όταν αυτός του είπε ότι τα γεγονότα δεν ήταν όπως του τα είπαν οι αστυνομικοί. Πέραν από την αντίφαση στην ίδια τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ότι από τη συμπεριφορά του πατέρα του κατάλαβε ότι οι αστυνομικοί τον παραπλάνησαν και έτσι δεν του είπε οτιδήποτε, άρα πώς ο Μ.Κ.4 ισχυρίζεται ότι ο γιος του, του είπε ότι τα γεγονότα δεν ήταν όπως του τα είπαν οι αστυνομικοί. Τα πιο πάνω είναι ενδεικτικά των αντιφάσεων που κατά την κρίση μου παρουσιάζει η μαρτυρία των τριών μαρτύρων που έζησαν όπως ισχυρίζονται κοινά γεγονότα και αφήνουν ερωτηματικά για το κατά πόσο τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως οι μάρτυρες τα περιγράφουν. Σχετικά με τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.3 για την κακοποίηση του από τους κατηγορούμενους τόσο στο σπίτι του όσο και στον αστυνομικό σταθμό, η μοναδική μαρτυρία είναι η δική του. Όμως η περιγραφή μέσα από την προφορική του μαρτυρία και η αναφορά του σε βίαια κτυπήματα στο κεφάλι δε συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Όπως αναφέρει η γιατρός (Μ.Κ.7) αν τα κτυπήματα στο κεφάλι ήταν βίαια θα αναμένονταν πιο σοβαρά τραύματα και ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται τραυματισμό στο τριχωτό της κεφαλής από τα χτυπήματα που υπέστη, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν της παραπονέθηκε και δεν διαπίστωσε τραυματισμό στο τριχωτό της κεφαλής. Δεν ανέφερε επίσης ο παραπονούμενος στη μάρτυρα ως το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για κάψιμο από τσιγάρο παρά τους ισχυρισμούς στη μαρτυρία του ότι του έβαζαν τσιγάρα πάνω στα νύχια. Η Μ.Κ.7 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το χρόνο που προκλήθηκαν τα τραύματα που παρουσίαζε ο παραπονούμενος και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα για το ουσιαστικό κατά την άποψη μου αυτό θέμα, το χρόνο δηλαδή πρόκλησης των ισχυριζόμενων τραυμάτων. Ενώ ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη κακοποίηση από τους κατηγορούμενους, παρά τις επίμονες ερωτήσεις της Μ.Κ.4 γιατί πονά το κεφάλι του και ζαλίζεται, δεν της είπε τίποτε και απέφευγε όπως είπε να απαντήσει. Η συμπεριφορά αυτή του παραπονούμενου είναι το λιγότερο παράξενη για ένα άνθρωπο που μόλις αφέθηκε ελεύθερος από κράτηση στην οποία υπέστη μια τόσο βάναυση μεταχείριση, όπως ισχυρίζεται. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι του πρόσφεραν χρήματα για να αποσύρει τις κατηγορίες, δεν το ανέφερε όμως ούτε στο δικηγόρο του ούτε στους ποινικούς ανακριτές, ούτε και έκαμε καταγγελία και αυτό γιατί δεν ήθελε να δυσκολέψει περισσότερο τη θέση των κατηγορουμένων. Είναι άξιο απορίας ο παραπονούμενος να ενδιαφέρεται για τη δύσκολη θέση που θα μπορούσαν να βρεθούν οι κατηγορούμενοι και έτσι επέλεξε να μην το καταγγείλει. Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν μπορεί να είναι ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο αφού αφήνει τόσα ερωτηματικά και αμφιβολίες. Περαιτέρω όμως οι αντιφάσεις που υπάρχουν στη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, αλλά και σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να δεχτεί τη μαρτυρία τους και είναι η κρίση μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων. Ταυτόχρονα όμως, δημιουργούνται και ερωτηματικά σε σχέση με τις ενέργειες των κατηγορουμένων. Ήταν πραγματική η ανάγκη χρήσης του υπηρεσιακού όπλου εκ μέρους του 1ου κατηγορούμενου; Ήταν επιτακτική η ανάγκη μετάβασης τεσσάρων αστυνομικών στο σπίτι του Μ.Κ.3 στις 02:30; Αφού ο ισχυρισμός τους είναι ότι ο Μ.Κ.3 πήγε στο σταθμό οικιοθελώς γιατί αυτό να μη μπορούσε να γίνει και αργότερα κατά τη διάρκεια της ημέρας; Αφού ο ισχυρισμός τους είναι ότι ο Μ.Κ.3 οδήγησε το όχημα του ο ίδιος στο σταθμό γιατί υπάρχει η σημείωση ότι δόθηκαν οδηγίες από τον αξιωματικό υπηρεσίας για μεταφορά του οχήματος στο σταθμό; Το βάρος απόδειξης βρίσκεται όμως στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία έχει την υποχρέωση να αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων. Η Κατηγορούσα Αρχή με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει και όπως την έχω αναφέρει πιο πάνω, απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και ως εκ τούτου οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων απορρίπτονται και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.