← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15896/08, 23.6.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15896/08, 23.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15896/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Ανδρέας Νικολάου
  2. Χριστάκης Νέστωρος
  3. Τάκης Παναγιώτου
  4. Ευφροσύνη Γεωργιάδου
  5. Σωκράτης Νεοφύτου
  6. Χρίστια Μαυρονικόλα
  7. Δημήτρης Πολυδώρου
  8. Πανίκος Δημητρίου Ημερομηνία: 23.6.2011 Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για κατηγορούμενη 12: κ. Τ. Γεωργιάδης με κα Πατσαλίδου. Για κατηγορούμενο 17: κ. Ζόππος. Για κατηγορούμενη 19: κ. Μιλτιάδους. Κατηγορούμενοι 6, 7, 11, 21 και 22 εμφανίζονται προσωπικά. Κατηγορούμενοι 6, 7, 11, 12, 17, 19, 21 και 22 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Αρχικά την παρούσα υπόθεση αντιμετώπιζαν 26 κατηγορούμενοι. Μετά όμως από την παραδοχή μερικών από τους εν λόγω κατηγορούμενους αλλά και την καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης για άλλους την υπόθεση αντιμετωπίζουν πλέον μόνο οι κατηγορούμενοι 6, 7, 11, 12, 17, 19, 21 και 22 για τους οποίους και έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Στο παρόν στάδιο η κατηγορούσα αρχή έχει κλείσει την υπόθεση της. Μετά από αυτό ο συνήγορος της κατηγορούμενης 12, στην αγόρευση του, την οποία υιοθέτησαν τόσο οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 17 και 19 όσο και οι λοιποί κατηγορούμενοι, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον των κατηγορουμένων 6, 7, 11, 12, 17, 19, 21 και 22 εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει και απαλλάξει στον παρόν στάδιο. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 17 και 21. Αντίθετη όμως ήταν η εισήγηση της κας Παπαλαζάρου όσον αφορά τους υπόλοιπους των κατηγορουμένων, για τους οποίους υποστήριξε ότι εναντίον τους έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση των και εισηγήθηκε όπως κληθούν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Οι κατηγορούμενοι 7, 11, 12, 19 και 22 αντιμετωπίζουν κατηγορία κυβείας (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας στις 20.11.08 οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι με άλλα πρόσωπα (πρώην κατηγορούμενους) στο Αθλητικό σωματείο της ΑΕ Πάφου, στην Πάφο, ασχολούνταν με το τυχερό παιγνίδι κοινώς γνωστό ως «σιεμέ», στο καφενείο του κατηγορούμενου
  1. Λαμβάνοντας δε υπόψην τις πιο πάνω λεπτομέρειες αδικήματος και την έκθεση αδικήματος είναι προφανές ότι οι κατηγορούμενοι 7, 11, 12, 19 και 22 κατηγορούνται στην παρούσα με βάση το άρθρο 4 του περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμπόδισης της Κυβείας Νόμου, Κεφ.
  2. Οι δε κατηγορούμενοι 6, 17 και 21 κατηγορούνται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την κατηγορία 1 εκτελούσαν χρέη φρουρού στο καφενείο του κατηγορούμενου 1 με σκοπό να προειδοποιήσουν για κίνδυνο εντοπισμού προσώπων τα οποία επιδίδονταν σε κυβεία (κατηγορία 3). Λαμβάνοντας δε και πάλι υπόψην τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος είναι προφανώς ότι οι κατηγορούμενοι 6, 17 και 21 κατηγορούνται με βάση το άρθρο 11(β) του Κεφ.
  3. Τα άρθρα 4 και 11(β) του Κεφ. 151 έχουν ως ακολούθως: «
  4. Πρόσωπα τα οποία επιδίδονται σε κυβεία ή συγκεντρώνονται με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία σε οίκο κυβείας είναι ένοχα αδικήματος βάσει του Νόμου αυτού.
  5. Πρόσωπο το οποίο- (α) ....................................................................................................................... (β) φρουρεί για να προειδοποιήσει ή προειδοποιεί για τον κίνδυνο ανακάλυψης προσώπων που διαπράττουν αδίκημα και τιμωρείται βάσει του Νόμου αυτού, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται στην ίδια ποινή ως να είχε ο ίδιος διαπράξει το αδίκημα σε σχέση με το οποίο ενέργησε οποιαδήποτε από τις πράξεις που εκτίθενται πιο πάνω». Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 151 αναφέρονται και τα εξής σχετικά: '' επιδίδομαι σε κυβεία" με τις γραμματικές του αλλαγές και συναφείς εκφράσεις, σημαίνει παίζω ή επιδίδομαι σε οποιοδήποτε τυχερό παιγνίδι ή παιγνίδι μεικτό τύχης και δεξιότητας, για χρήματα ή για αντάλλαγμα χρημάτων: ''οίκος κυβείας'' περιλαμβάνει οποιοδήποτε τόπο που διατηρείται ή χρησιμοποιείται για κυβεία και τόπος θα θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για κυβεία αν αυτός χρησιμοποιείται για κυβεία έστω και για μια μόνο περίπτωση. Στο άρθρο 12
(1)του Κεφ. 151 ο Νόμος αναφέρονται συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου τόπος στον οποίο πραγματοποιείται είσοδος βάσει των διατάξεων του ίδιου Νόμου, τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ότι αποτελεί οίκο κυβείας και ότι διατηρείται ή χρησιμοποιείται ως οίκος κυβείας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12
(2)του ίδιου Νόμου πρόσωπο που βρίσκεται ή που δραπετεύει από οίκο κυβείας, κατά την πραγματοποίηση εισόδου σε αυτό βάσει των διατάξεων του Νόμου, τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι επιδίδεται ή έχει επιδοθεί σε κυβεία μέσα σε αυτό. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Panayides and others v. The Police
(1985)2 C.L.R. 147 το άρθρο 4 του Κεφ. 151 δημιουργεί δύο ξεχωριστά αδικήματα. Το ένα είναι αυτό του να επιδίδεται κάποιος σε κυβεία σε οίκο κυβείας και το άλλο το να συγκεντρώνονται κάποιοι με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία σε οίκο κυβείας. Στην υπόθεση Pissourios and 11 others v. The Police
(1967)2 C.L.R. 258 οι κατηγορούμενοι σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες κατηγορούνταν ότι βρέθηκαν να επιδίδονται σε κυβεία και ότι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα το τυχερό παιγνίδι ζάρι ή οποιοδήποτε άλλο τυχερό παιγνίδι. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ότι οι κατηγορούμενοι είτε συγκεντρώθηκαν για να παίξουν ζάρι είτε ότι έπαιζαν ζάρι. Ως λέχθηκε οι κατηγορούμενοι μπορεί να έπαιζαν οποιοδήποτε άλλο τυχερό παιγνίδι και έτσι εγέρθηκε το ερώτημα εάν από τα γεγονότα στα οποία κατέληξε ο πρωτόδικος Δικαστής μπορούσε να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι είτε επιδίδονταν ή συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία, ως κατηγορούνταν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων στο κατηγορητήριο. Με βάση λοιπόν τα εν λόγω γεγονότα το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι επιδίδονταν σε κυβεία. Έτσι το ερώτημα που έμενε να απαντηθεί ήταν κατά πόσο μπορούσε να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία. Σε σχέση δε με αυτό αποφασίσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι για το συγκεκριμένο αδίκημα μπορεί να κριθούν ένοχοι χωρίς απαραίτητα το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα για το πιο συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι σκόπευαν να παίξουν. Κρίθηκε ότι αυτό είναι πάντα θέμα γεγονότων με βάση τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια ανάλογα με τις περιστάσεις είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να παίξουν κάποιο παράνομο τυχερό παιγνίδι. Από την άλλη στην Christofi v. The Police
(1979)2 C.L.R. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας αναφορά στην Pissourios ανωτέρω ακύρωσε την καταδίκη γιατί έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ένα βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν χρειαζόταν να καταλήξει σε εύρημα σε σχέση με το ποιο παράνομο παιγνίδι σκόπευαν να παίξουν, δεν κατέληξε ότι ο εφεσείων και οι συγκατηγορούμενοι του συγκεντρώθηκαν με σκοπό να παίξουν ζάρι, όπως κατηγορούνταν, αλλά ότι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία. Στην Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 395 επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το μόνο που είχε καθήκον να πράξει η κατηγορούσα αρχή είναι να αποδείξει την παρουσία των δύο εφεσειόντων σε χώρο όπου πρόσωπα επιδίδοντο σε κυβεία κάτι που έκανε εφόσον, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι εφεσείοντες βρέθηκαν από μέλη της Αστυνομίας σε υποστατικό στο οποίο διάφορα πρόσωπα έπαιζαν ζάρι δηλ. συγκεκριμένο τυχερό παιγνίδι. Έτσι σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον αποδείχθηκε αυτό τέθηκε σε λειτουργία το τεκμήριο του άρθρου 12
(2)του Κεφ. 151 και το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσειόντων που είχαν την υποχρέωση να αποδείξουν, στη βάση των πιθανοτήτων, ότι παρά την παρουσία τους εκεί, δεν επιδίδοντο ή δεν είχαν επιδοθεί σε κυβεία. Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται λοιπόν ότι σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορούνται ότι επιδίδονταν σε συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι επιδίδονταν στο παιγνίδι αυτό ή ότι το παιγνίδι αυτό διεξαγόταν στο χώρο όπου αυτοί ήταν παρόντες για να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο του άρθρου 12
(2)και δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι στον εν λόγω χώρο διεξαγόταν κάποιο μη διευκρινισμένο παιγνίδι. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια αντικειμενικά την υπάρχουσα μαρτυρία, χωρίς να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας, όπως επιβάλλεται στο στάδιο της διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Από την εν λόγω μαρτυρία προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την κατηγορία 1 οι κατηγορούμενοι 7, 11, 12, 19 και 22 κατηγορούνται ότι κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο χώρο ασχολούνταν με το τυχερό παιγνίδι κοινώς γνωστό ως «σιεμέ». Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι επιδίδονται συγκεκριμένα στο τυχερό παιγνίδι «σιεμέ» ή ότι βρίσκοταν σε χώρο όπου διεξαγόταν το εν λόγω παιγνίδι. Σε σχέση λοιπόν με το θέμα αυτό από την τεθείσα μαρτυρία φαίνονται τα ακόλουθα: Όσον αφορά το υποστατικό στο οποίο έγινε η έφοδος της Αστυνομίας κατά τον επίδικο χρόνο, αυτό ήταν ένα μεγάλο αρχοντικό με διάφορα δωμάτια όπου στεγάζεται το σωματείο της ΑΕΠ Πάφου. Κάποια από τα δωμάτια διαπιστώθηκε ότι ήταν κλειδωμένα και δεν ερευνήθηκαν. Το εν λόγω σωματείο είναι δημοφιλές σωματείο με χιλιάδες οπαδούς και στο οίκημα του συχνάζει πολύς κόσμος από τους οπαδούς και τα μέλη του σωματείου. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας πλην του Μ.Κ.4 στις καταθέσεις τους τις οποίες υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέταση τους ανέφεραν ουσιαστικά ότι κατά την αιφνιδιαστική έφοδο και είσοδο τους σε αίθουσα του εν λόγω οικήματος «διεξαγόταν σιεμές με χρήματα». Όσον αφορά το πως διεξάγεται το παιγνίδι σιεμέ οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.4 δεν γνώριζαν ενώ οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 γνώριζαν γενικά πως διεξάγεται χωρίς όμως λεπτομέρειες. Λεπτομερή περιγραφή του τρόπου διεξαγωγής του εν λόγω παιγνιδιού έδωσε ο Μ.Κ.
  1. Συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι παίζεται με τραπουλόχαρτα ο αριθμός των οποίων δεν είναι συγκεκριμένος αλλά είναι ανάλογος με το πόσοι παίκτες συμμετέχουν. Ο μικρότερος αριθμός παικτών που απαιτείται είναι τέσσερεις. Κάθε φορά παίζει ένας παίκτης εναντίον του γκρουπιέρη δηλ. αυτού που διεξάγει το παιγνίδι. Κερδίζει αυτός που θα σχηματίσει τον αριθμό 9 και κάθε φορά τόσο ο γκρουπιέρης όσο και ο παίκτης παίρνουν από δύο φύλλα. Το ποντάρισμα γίνεται πριν δοθούν τα φύλλα και στο ποσό του πονταρίσματος αν δεν μπορεί να το καλύψει ο παίκτης μπορεί να ποντάρει μαζί του οποιοσδήποτε άλλος βρίσκεται έξω, γύρω από το τραπέζι. Ο παίκτης έχει δικαίωμα να ζητήσει και τρίτο φύλλο από τον γκρουπιέρη, εφόσον δεν συμπλήρωσε τον αριθμό 5 με τα δύο φύλλα που πήρε από την αρχή και ο γκρουπιέρης μπορεί να του δώσει και το τρίτο φύλλο αν τα δικά του δύο δεν σχηματίζουν τον αριθμό 9 που κερδίζει αυτόματα. Το σύνολο των τραπουλόχαρτων που πρέπει να χρησιμοποιείται στο παιγνίδι πρέπει είναι πολλαπλάσιο του 52, που είναι ο αριθμός από τον οποίο αποτελείται μια μάτσα. Στα τραπουλόχαρτα του σιεμέ δεν συμπεριλαμβάνεται αυτό του τζόκερ. Κατά την είσoδο του Μ.Κ.3 στο υποστατικό κάποιος από τους θαμώνες που βρίσκονταν εντός, έκλεισε από μέσα τη μία μπαλκονόπορτα, η oπoία βρισκόταν στην μπροστινή βεράντα δεξιά της κεντρικής εισόδου, δίπλα από αυτήν, για να τους αποτρέψει να εισέλθουν. Έτσι ο Μ.Κ.3 αναγκάστηκε και έσπρωξε τη μπαλκονόπορτα δυνατά με τον ώμο του, η οποία άνοιξε, πλην όμως έσπασε ένα από τα τζάμια που την περιέβαλαν. Με την είσοδο τους στο υποστατικό οι μάρτυρες κατηγορίας είδαν στη μεγάλη αίθουσα τον Χριστάκη Μιχαήλ άλλως Μαμώνια δίπλα από ένα μεγάλο τραπέζι. Επίσης είδαν αρκετά πρόσωπα που βρίσκονταν όρθια γύρω από το τραπέζι να αρπάζουν χρήματα που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι και να τα τοποθετούν στις τσέπες τους. Δεν αναγνωρίσθηκε όμως κανένας από τους κατηγορούμενους 7, 11, 12, 19 και 22 να είναι εξ αυτών. Συνολικά στην αίθουσα βρίσκονταν περί τα 20 άτομα. Κατά την είσοδο των αστυνομικών ένας μικρός αριθμός από τα πρόσωπα που βρίσκονταν στην αίθουσα επιχείρησαν αvεπιτυxώς να εξέλθουν αυτής. Το προαναφερόμενο τραπέζι ήταν μήκους 4 μέτρων περίπου και πλάτους 1,20 μέτρα, χωριζόταν σε δύο κομμάτια και ήταν επενδυμένο με πράσινη τσόχα. Επίσης στο χώρο υπήρχαν 22 ξύλινες καρέκλες και 17 μεταλλικά τραπεζάκια με ξύλινο καπάκι. Στο μεγάλο τραπέζι υπήρχε ένα πλαστικό διαφανές σαπό και μία ασημένια μεταλλική κούπα (τεκμήριο 24Α). Εντός του σαπό υπήρχαν πλαστικά τραπουλόχαρτα και δύο πλαστικές φiσιες χρώματος μπλε. Πλαστικά τραπουλόχαρτα υπήρχαν και μέσα στη μεταλλική κούπα. Συνολικά στα εν λόγω αντικείμενα βρέθηκαν 207 πλαστικά τραπουλόχαρτα (τεκμήριο 24Γ) χωρίς να έχει καθορισθεί ο ακριβής αριθμός που βρισκόταν στο καθένα. Να σημειωθεί ότι ανάμεσα στα 207 αυτά τραπουλόχαρτα υπήρχε και το χαρτί «τζόκερ». Δεν θεάθηκε κάποιο από τα παριστάμενα πρόσωπα να ποντάρει, ούτε να κρατά φίσιες ή να κρατά την κούπα ή να βάζει ή να βγάζει κάτι από αυτήν. Δεν θεάθηκε επίσης ούτε κάποιο πρόσωπο να μοιράζει χαρτιά ή να κάνει τον γκρουπιέρη, ούτε και να υπάρχει κάποιος παίκτης στη θέση του, ως περίγραψε ο Μ.Κ.5 ότι γίνεται κατά τη διεξαγωγή του σιεμέ. Δεν βρέθηκαν επίσης στην κατοχή κανενός από τους κατηγορούμενους φίσιες ή τραπουλόχαρτα. Το αντικείμενο που ονομάζεται σαπό χρησιμοποιείται στη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών κυβείας όπως σιεμέ, πόκερ και ποκεριζέ. Χρησιμοποιείται όμως και σε ορισμένα ψυχαγωγικά παιγνίδια όπως τον κογκά. Δεν εξηγήθηκε δε με ποιο τρόπο χρησιμοποιούνται το σαπό και η μεταλλική κούπα στο παιγνίδι σιεμέ. Στο μεγάλο τραπέζι δεν βρέθηκαν χρήματα. Κατά την έρευνα που έγινε στα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίδικο μέρος κατασχέθηκε το συνολικό ποσό τον €17,940 σε διάφορα χαρτονομίσματα. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το ποσό των €270 που παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο 11 (τεκμήριο 17), το ποσό των €5,780 που παραλήφθηκε από την κατηγορούμενη 12 (τεκμήριο 22) και το πόσό των €4,820 που παραλήφθηκε από την κατηγορούμενη 19 (τεκμήριο 21). Επίσης κατά τη διάρκεια της έρευνας ο Μ.Κ.2 βρήκε σε ερμάρι βιτρίνα στην μεγάλη αίθουσα, 600 πλαστικά τραπουλόχαρτα (τεκμήριο 24Β) και 15 πακέτα που περιείχαν από ένα κουτί με πλαστικά τραπουλόχαρτα και 6 ζάρια το καθένα (τεκμήριο 23). Στη συνέχεια βρήκε σε άλλο δωμάτιο-γραφείο πάνω σε ράφι μια αλουμινένια βαλίτσα που περιείχε 386 φίσιες (τεκμήριο 25). Οι κατηγορούμενοι 7 και 11 αν και δεν αναγνωρίσθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας ως εκ των προσώπων που βρίσκονταν εντός του υποστατικού κατά την αντεξέταση κάποιων από τους μάρτυρες κατηγορίες μέσω των ερωτήσεων που υπέβαλαν σε αυτούς έθεσαν στην ουσία τον εαυτό τους μέσα στο επίδικο υποστατικό. Η κατηγορούμενη 19 αναγνωρίσθηκε ότι ήταν εκ των προσώπων που βρίσκονταν εντός της αίθουσας όπου ήταν το μεγάλο τραπέζι κάτι που φυσικά συνάγεται και από την απάντηση της στη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 6) όπου ανέφερε «Δεν παραδέχομαι. Εγώ ήλθα στο σωματείο της ΑΕΠ μισή ώρα πριν την αστυνομία και δανείσθηκα από τον Χριστάκη Μιχαήλ τον ποσό των €4,820 γιατί έπρεπε να στείλω επείγον αύριο στην Αθήνα στην αδελφή μου που είναι άρρωστη». Από δε την απάντηση του στη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 8) όπου ανέφερε «Εγώ ήμουν θαμώνας εδώ και δεν έπαιζα σιεμέ και ούτε λεφτά έχω μαζί μου» θέτει τον εαυτό του εντός του υποστατικού και ο κατηγορούμενος
  2. Όσον δε αφορά την κατηγορούμενη 12 αυτή σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 ανακόπηκε από αυτόν, ενώ κατά την είσοδο αυτού, εκείνη επιχειρούσε να εξέλθει της αίθουσας. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το Μ.Κ.1 η κατηγορούμενη 12 βγήκε από την αίθουσα και στα 2-3 μέτρα την έβαλε πίσω στην αίθουσα. Όταν την ίδια μέρα κατηγορήθηκε γραπτώς (τεκμήριο 4) η κατηγορούμενη 12 απάντησε: «Το γραφείο μου βρίσκεται στην οδό 25ης Μαρτίου αρ. 22 στον ίδιο δρόμο με το οίκημα αυτό, επερνούσα έξω να πάω στο αυτοκίνητο μου, ένας κύριος μου είπε ότι είναι αστυνομικός μου εφώναξε να έρτω μέσα ουδέποτε διέπραξα το αδίκημα αυτό». Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι από την μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 7, 11, 12, 19 και 22 εντοπίσθηκαν κατά την έφοδο της Αστυνομίας να βρίσκονται εντός του επίδικου υποστατικού. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι στον εν λόγω χώρο διεξαγόταν το «τυχερό παιγνίδι σιεμέ». Όσον αφορά το θέμα αυτό είναι εμφανές από τα όσα έχουν αναφέρει κατά τη μαρτυρία τους οι μάρτυρες κατηγορίας ότι η αναφορά τους σε διεξαγωγή σιεμέ στην κυρίως εξέταση τους αποτελούσε συμπέρασμα ή γνώμη στην οποία αυτοί κατέληξαν με βάση τα όσα αυτοί αντιλήφθηκαν. Με βάση όμως όλα τα δεδομένα ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί σχετικά και είναι ουσιαστικά περιστατική, δεν μπορεί να οδηγήσει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σε συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο χώρο διεξαγόταν το «τυχερό παιγνίδι σιεμέ» όπως ούτε και στο ότι διεξαγόταν οποιοδήποτε άλλο τυχερό παιγνίδι. Τέτοια κατάληξη θα ήταν ενόψει όλων των δεδομένων υπόθεση και μόνο. Πρόκειται όμως για ποινική υπόθεση στην οποία δεν επιτρέπονται οποιεσδήποτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι με βάση τη μαρτυρία (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ενόψει λοιπόν της κατάληξης μου αυτής η παρουσία των κατηγορουμένων 7, 11, 12, 19 και 22 στον εν λόγω χώρο δεν ενεργοποιεί το τεκμήριο του άρθρου 12
(2). Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δημιουργούν εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από την δοθείσα μαρτυρία δεν είναι δυνατό να προκύψει αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί στο τελικό στάδιο, το πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων 7, 11, 12, 19 και 22 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ανωτέρω). H πιο πάνω κατάληξη μου για την κατηγορία 1 σφραγίζει μοιραία και την τύχη της κατηγορίας 3 την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 6, 17 και 21 εφόσον βασικό συστατικό στοιχείο αυτής είναι η απόδειξη διάπραξης από άλλα πρόσωπα, και όχι από τους κατηγορούμενους, αδικήματος με βάση το Κεφ. 151. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι ανεξαρτήτως του πιο πάνω δηλ. ακόμη και να αποδεικνυόταν η διάπραξη αδικήματος με βάση το Κεφ. 151 από άλλα πρόσωπα και πάλι δεν θα αποδεικνυόταν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 6, 17 και 21 για τους ακόλουθους λόγους: Όλοι ο μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι ήταν αστυφύλακες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, ανέφεραν στην κυρίως εξέταση τους ότι υπήρχαν 3 πρόσωπα στο μπροστινό μέρος του υποστατικού και 3 στο πίσω μέρος, που εκτελούσαν χρέη φρουρού. Όσον όμως αφορά τα 3 πρόσωπα που ήταν στο πίσω μέρος κανένας από τους μάρτυρες δεν το διαπίστωσε αυτό κατά την ώρα της εφόδου αλλά, ως διεφάνη, αυτό το πληροφορήθηκαν από άλλους συναδέλφους τους. Κανένας δε από τους εν λόγω μάρτυρες δεν αναγνώρισε κάποιον από τους κατηγορούμενους 6, 17 και 21 να είναι ανάμεσα στα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα. Όσον δε αφορά την υπόλοιπη σχετική μαρτυρία θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι αν και από τις απαντήσεις των κατηγορουμένων 6 και 17 στις γραπτές τους κατηγορίες προκύπτει ότι αυτοί βρίσκονταν έξω από το επίδικο υποστατικό εντούτοις πέραν του ότι δεν παραδέχονται ότι εκτελούσαν χρέη σκοπού δεν υπάρχει και μαρτυρία για το που ακριβώς βρίσκονταν στο χώρο αυτό και τι έκαναν. Άλλωστε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι στον χώρο έξω βρίσκονταν μόνο οι φρουροί εφόσον ο μάρτυρας είπε ότι κατά την παρακολούθηση που προηγήθηκε θεάθηκαν άτομα να μπαίνουν και να βγαίνουν στο επίδικο υποστατικό και οι αναφερόμενοι φρουροί έλεγχαν αυτά. Με βάση λοιπόν όλα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 6, 7, 11, 12, 17, 19, 21 και 22 και συναφώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κυβεία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.