Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνης Σιαππάνιας, Αρ. Υπόθεσης: 3213/09, 30.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3213/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνης Σιαππάνιας Ημερομηνία: 30.6.2011. Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για κατηγορούμενο: κ. Μυτίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει στον παρόν στάδιο. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην πρώτη κατηγορία. Αντίθετη όμως ήταν η εισήγηση της κας Παπαλαζάρου όσον αφορά τοις υπόλοιπες κατηγορίες για τις οποίες υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1), σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9 του Νόμου 87(Ι)/07 (κατηγορία 2), αποζείν από κέρδη πορνείας, κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 3), μαστροπείας, κατά παράβαση του άρθρου 157(β) του ίδιου Νόμου (κατηγορία 4) και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 5, 6 και 7 του Νόμου 188(Ι)/07 (κατηγορία 5). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων ο κατηγορούμενος μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2008 και 15.1.09 στη Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου:
- Συνωμότησε με τον Χαράλαμπο Δημητρίου και τη Μαρία Μιχαήλ με σκοπό να διαπράξουν τα κακουργήματα των κατηγοριών 2-5 (κατηγορία 1).
- Κατά κατάχρηση εξουσίας μαζί με τον Χαράλαμπο Δημητρίου και τη Μαρία Μιχαήλ εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ALIONA ZUBATE από τη Μολδαβία με κερδοσκοπικό σκοπό δηλ. ενώ ήταν ιδιοκτήτης του καμπαρέ με την ονομασία BANANA στη Κισσόνεργα όπου εργαζόταν η πιο πάνω την εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά (κατηγορία 2).
- Μαζί με τον Χαράλαμπο Δημητρίου και τη Μαρία Μιχαήλ, εν γνώσει του αποζούσε εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας (κατηγορία 3).
- Μαζί με τον Χαράλαμπο Δημητρίου και τη Μαρία Μιχαήλ προήγαγε την ALIONA ZUBATE από τη Μολδαβία σε κοινή πορνεία (κατηγορία 4).
- Μαζί με τον Χαράλαμπο Δημητρίου και τη Μαρία Μιχαήλ απέκτησε το χρηματικό ποσό των €160, ενώ γνώριζε ότι αποτελούσαν έσοδα από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων, της μαστροπείας και του αποζείν από κέρδη πορνείας που αναφέρονται στις προηγούμενες κατηγορίες (κατηγορία 5). Όσον αφορά το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας αυτό βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος ...» Στη Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα τα ακόλουθα: «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει δε συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, λαμβανομένων υπόψην των λεπτομερειών αυτού, εδράζεται ουσιαστικά στο άρθρο 9(ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07, το οποίο έχει ως ακολούθως: «9. Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει μέσω (α) ................................ (β) ................................ (γ) ................................ (δ) ................................ (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, (στ)................................, είναι ένοχος κακουργήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη». Σύμφωνα με τον ορισμό του όρου «σεξουαλική εκμετάλλευση» στο άρθρο 2 του Νόμου 87(Ι)/07 αυτός περιλαμβάνει τον εξαναγκασμό προσώπου σε πορνεία ή την κερδοσκοπία ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση προσώπου για παρόμοιους σκοπούς. Περαιτέρω ο όρος «κατάχρηση εξουσίας» περιλαμβάνει την περίπτωση που το θύμα βρίσκεται σε σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού με το πρόσωπο που διαπράττει τα υπό του νόμου προβλεπόμενα αδικήματα ή την περίπτωση που βρίσκεται σε οποιαδήποτε άλλη σχέση με το πρόσωπο αυτό το οποίο λόγω της θέσης του ασκεί εξουσία ή επιρροή στο θύμα. Το αδίκημα της εκμετάλλευσης πορνών (αποζείν από κέρδη πορνείας) που επίσης αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος προνοείται από το άρθρο 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο έχει ως ακολούθως: «164-
(1)Όποιος ή όποια που - (α) Εν γνώσει του ζει εξ' ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας, που ασκείται μεταξύ προσώπων είτε του ιδίου είτε ή διαφορετικού φύλλου, (β) ................................ είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού άλλως "Αβησσυνός"
(1993)2 Α.Α.Δ 104 είναι:
- Το πρόσωπο από τα εισοδήματα του οποίου αποζούσε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος να ήταν πόρνη,
- Ο κατηγορούμενος ζούσε εν όλω ή εν μέρη με τα κέρδη από την πορνεία αυτής. Ως προς έννοια του όρου «πόρνη» καθοδηγητική είναι η υπόθεση R. v. De Munck [1918] 1 K.B 635 στην οποία ερμηνεύτηκε η φράση "κοινή πόρνη" ως εξής: "Common prostitute" in the statute is not limited so as to mean only one who permits acts of lewdness with all and sundry, or with such as hire her, when such acts are in the nature of ordinary sexual connection. We are of opinion that prostitution is proved if it be shown that a woman offers her body commonly for lewdness for payment in return." Η πιο πάνω ερμηνεία υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων Αγγλικών αποφάσεων (βλ. DPP v. Bull
(1994)4 All E.R 411, R v. McFarlane
(1994)2 All E.R 283, R v Morris-Lowe
(1985)1 All E.R.395). Για τον ίδιο όρο διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2001 σελ. 1801 παρ. 20-202: "Common prostitute" This includes a woman who offers her body commonly for acts of lewdness for payment although there is no act or offer of an act of ordinary sexual intercourse: R. v. De Munck [1918] 1 K.B. 635, 13 Cr.App.R. 113, CCA. The word "common" in the term "common prostitute" is not mere surplusage - a common prostitute is any woman who offers herself commonly for lewdness for reward. Whether or not the performance by a woman of a single act of lewdness with a man on one occasion for reward constitutes the woman a prostitute, it plainly does not make her a woman who offers herself commonly for lewdness. That must be someone who is prepared for reward to engage in acts of lewdness with all and sundry or with anyone who may hire her for that purpose: R. v. Morris-Lowe, 80 Cr.App.R. 114, CA, applying R. v. De Munck, ante. Όσον αφορά τον όρο «πορνεία» αυτός καλύπτει ποικίλες πράξεις και ενέργειες. Δεν προϋποθέτει πλήρη σεξουαλική επαφή αλλά περιλαμβάνει και την περίπτωση που γυναίκα προσφέρεται για ασέλγεια επί πληρωμή χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση η ολοκλήρωση της γενετήσιας πράξης καθώς και την περίπτωση όπου ο ρόλος της σε ασελγείς πράξεις είναι μόνο παθητικός (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 644). Περαιτέρω δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το άτομο προσφέρει το σώμα του παθητικά (βλ. Morris-Lowe 80 Cr.App.R. 114 και R. ν. Webb
(1963)3 All E.R. 177). Τέλος καλύπτει και τα ινστιτούτα μασάζ όπου ασκούνται σεξουαλικές ανηθικότητες (βλ.Blackstone's Criminal Practice,
(2003), παρ.Β3.89, σελ.234). Στην Shaw v. D.P.P.
(1961)2 All E.R. 446 ερμηνεύτηκε ο όρος «κέρδη πορνείας» (earnings of prostitution), ο οποίος υιοθετήθηκε και στη δική μας Μavrides v. Police
(1987)2 C.L.R 63, ως ακολούθως: "...... a person may be fairly be said to be living in whole or in part on the earnings of prostitution if he is paid by prostitutes for goods or services supplied by him to them for the purpose of their prostitution which he would not supply but for the fact that they were prostitutes." Περαιτέρω σύμφωνα με τη σχετική νομολογία το αδίκημα συντελείται όταν κάποιος εν γνώσει του, ζει μερικώς ή εξ ολοκλήρου από τα κέρδη πορνείας. Δεν έχει ως εκ τούτου σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία αναμιγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών (βλ. Αυξεντίου άλλως Μπίλλυς ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 5 και Petrides v. The Police
(1969)2 C.L.R 114). Στην δε υπόθεση Calvert v. Mayes
(1954)1 All. E.R. 41, αποφασίστηκε ότι πρόσωπο μπορεί να αποζεί από τα κέρδη πορνείας έστω και αν εισπράττει τα χρήματα μέσω τρίτου προσώπου βάσει σχεδίου και όχι απευθείας από την πόρνη. Το ίδιο ισχύει αν τα εισπράττει απευθείας από τους πελάτες. (βλ. Anseil
(1974)3 All E.R. 568 και Farrugia
(1979)69 Cr. App.R 108). Από την άλλη δεν είναι επιλήψιμα όλα τα χρήματα που εισπράττει κανείς από πόρνη. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτά τα χρήματα είναι το προϊόν πορνείας. Τέλος στην Kasapoglou v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 301 διευκρινίστηκε πως ποινικά κολάσιμη δεν είναι η πορνεία αλλά το αποζείν από κέρδη πορνείας, που εμπεριέχει το στοιχείο της εκμετάλλευσης του σώματος γυναικών προς όφελος τρίτων. Όσον αφορά το αδίκημα της μαστροπείας στην παρούσα αυτό προβλέπεται από το άρθρο 157(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «157. Όποιος - (α) ........................................................................................................... (β) προάγει γυναίκα σε κοινή πορνεία, είτε στη Δημοκρατία είτε αλλού ή (γ) ............................................................................................................ (δ) ........................................................................................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη». Σε σχέση με τον όρο «προάγει» σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 14: «Η λέξη «προάγει» (procures) σύμφωνα με την R. v. Broadfoot Cr. App. R. 71 που παραθέτει και ο πρωτόδικος Δικαστής, θα πρέπει να θεωρείται ότι αφορά σε ενέργειες στις οποίες η γυναίκα δεν θα προέβαινε με τη θέλησή της ή αυθόρμητα, και σύμφωνα με την Attorney General Reference No.1 [1975] 61 Cr. App. R. 119, o όρος σημαίνει να κάμει τέτοιες ενέργειες ο κατηγορούμενος ώστε να συμβεί εκείνο το οποίο επιθυμεί». Τέλος το αδίκημα της κατηγορίας 5 προβλέπεται από το άρθρο 4
(1)(iii) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/07, το οποίο έχει ως ακολούθως: «4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε μια από τις πιο κάτω ενέργειες: (
- i).................................... (
- ii).................................. (iii) αποκτά ή κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. (iv)................................ (v)................................. διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω». Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά και μόνο. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Επίσης δηλώθηκαν και σειρά από παραδεκτά γεγονότα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 683 Φώτης Φωτίου του ΟΠΕ Πάφου. Ο μάρτυρας αυτός στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 14.1.09 έλαβε οδηγίες όπως ενεργήσει ως υπό κάλυψη αστυνοµικός για το πέρας επιχείρησης πορνείας, η οποία θα γινόταν σε καµπαρέ της Πάφου. Την ίδια μέρα και περί ώρα 23:00 κλήθηκε στα γραφεία του ΟΠΕ Πάφου από τον Αστ. 2205 Δ. Παπαβασιλείου του ΟΠΕ Πάφου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος της επιχείρησης. Αφού συζήτησαν τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της επιχείρησης στο καµπαρέ «ΒΑΝΑΝΑ», ο Αστ. 2205 του παρέδωσε το ποσό των €300, σε 3 χαρτονοµίσµατα των €50 (µε αριθµούς S26170551439 (τεκμήριο 8), S25779767155 (τεκμήριο 6), Χ29686223126 (τεκμήριο 9), 6 χαρτονοµίσµατα των €20 (µε αριθµούς Μ37968801963, Υ19628147794, Υ19595360488 (τεκμήριο 7), Υ25473289432, U32197439383, U45232437452) και 3 χαρτονοµίσµατα των €10 (µε αριθµούς Υ44386157143 (τεκμήριο 10), Ν26148603603 (τεκμήριο 7), Ν16183394094) τα οποία και είχε φωτοτυπήσει προηγουμένως ο Αστ. 2205 για να χρησιμοποιηθούν στην υπόθεση. Η συνεννόηση που είχε ο Μ.Κ.2 µε τον Αστ. 2205 ήταν εάν και εφόσον του παραχωρηθεί καλλιτέχνιδα για αγοραίο έρωτα να την μεταφέρει και ενοικιάσει δωμάτιο για τον σκοπό αυτό στο συγκρότημα δωματίων «OTHONOS APTS» στην οδό Πνηταγόρου αρ.3 στην Κ. Πάφο. Στη συνέχεια η ώρα 01:10 της 15.1.09 ο Μ.Κ.2 αναχώρησε για το εν λόγω καµπαρέ. Περί ώρα 01:30 εισήλθε στο καµπαρέ όπου αρχικά κάθισε στο µπαρ, παραγγέλλοντας ένα ποτό από κάποιον γκαρσόνι, ο οποίος του ανάφερε ότι ονοµαζόταν Χαράλαµπος. Στη συνέχεια πήγε κοντά του µια αλλοδαπή, η οποία ανάφερε ότι ονοµαζόταν ΑLΙΟΝΑ, η οποία όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν η ΖUΜΒΑΤΕ ALlONA από την Μολδαβία. Η ALlONA είπε στο Μ.Κ.2 ότι είναι από τη Μολδαβια λέγοντας του στα ελληνικά αν κρυώνει και θέλει παρέα; Ο Μ.Κ.2 της είπε να καθίσει µαζί του και κάθισαν σε γωνιακό καναπέ. Αυτή του ζήτησε να της κεράσει ποτό και της είπε εντάξει. Ο Χαράλαµπος του ανάφερε για την ALlONA ότι είναι η καλύτερη τους. Ακολούθως πήγε κοντά του κάποια Μαρία, η οποία καταγόταν από τις Φιλιππίνες, να φέρει το ποτό και τότε ο Μ.Κ.2 στην παρουσία και ακοή της ALlONA ρώτησε τη Μαρία τι χρειάζεται να κάνει για να πάρει την κοπέλα µαζί του για έρωτα. Τότε η Μαρία του είπε ότι πρέπει να κεράσει πέντε ποτά στην κοπέλα αξίας €100 και να δώσει ακόµη €50 για λογαριασµό της κοπέλας. Ο Μ.Κ.2 δέχτηκε το πιο πάνω ποσό και η Μαρία ρώτησε την ALlONA αν θα είσπραττε εκτός από τα €100 και τα δικά της €50 και η ALlONA της ανάφερε ότι δεν την πείραζε. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας τους η ALlONA ανέφερε στο Μ.Κ.2 ότι τα απογεύματα πηγαίνει µε πελάτες για σεξ και παίρνει η ίδια €50 και ο υπεύθυνος του καμπαρέ, ο Σιαµπάνιας παίρνει €
- Περί ώρα 02:00 της 15.1.09 ο Μ.Κ.2 κάλεσε στο κινητό τηλέφωνο τον Αστ. 2205 και του ανάφερε ότι οι πληροφορίες τελικά ήταν θετικές και ότι συνεννοήθηκε µε κάποιο Χαράλαµπο και κάποια Μαρία όπως του παραδοθεί καλλιτέχνιδα για αγοραίο έρωτα. Περί ώρα 02:25 αφού ο Μ.Κ.2 κέρασε τα πέντε ποτά η ALlONA πήγε να αλλάξει ρούχα για να πάει µαζί του. Τότε ο Μ.Κ.2 πήγε στο µπαρ όπου βρισκόταν η Μαρία και ο Χαράλαµπος. Όταν ζήτησε από τον Χαράλαµπο να πληρώσει, εκείνος του υπέδειξε την Μαρία στην οποία ο Μ.Κ.2 έδωσε το χρηµατικό ποσό των €150 στην παρουσία του Χαράλαµπου. Ακολούθως ο Χαράλαµπος τον ρώτησε γιατί δεν αφήνει φιλοδώρηµα στη Μαρία και ο Μ.Κ.2 της έδωσε €10, τα οποία εκείνη τοποθέτησε σε ένα γυάλινο ποτήρι δίπλα από την ταμειακή µηχανή. Από ότι πρόσεξε ο Μ.Κ.2 τα €150 η Μαρία τα τοποθέτησε στο ταµείο και τα άλλα €50 τα πήρε µαζί της στα καµαρίνια που βρισκόταν η ALΙONA. Μετά η Μαρία του είπε να πάει έξω στο αυτοκίνητο του και να περιµένει την ΑLΙΟΝΑ, πράγµα το οποίο και έκανε. Η ώρα 02:35 ενώ η ΑLΙΟΝΑ εξερχόταν από το καµπαρέ και πριν ακόµα εισέλθει στο αυτοκίνητο του ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον Αστ. 2205 και του ανέφερε ότι αναχωρεί µε µια καλλιτέχνιδα για το συγκρότημα δωματίων «OTHONOS ΑΡΤS» καθώς και το ποσό που πλήρωσε και που το πλήρωσε. Περί τις 02:50 ο Μ.Κ.2 με την ΑLΙΟΝΑ έφθασαν στο εν λόγω συγκρότηµα και αφού ο Μ.Κ.2 πλήρωσε το ποσό των €30 εκεί του δόθηκε το δωµάτιο υπ' αριθµό
- Στη συνέχεια εισήλθαν στο δωµάτιο όπου και ζήτησε από την ΑLΙΟΝΑ να κάνει µπάνιο, πράγµα το οποίο και έκανε. Μόλις αυτή εισήλθε στο µπάνιο ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον Αστ. 2205 και του ανέφερε ότι ενοικίασε το δωµάτιο αρ. 10 και ότι βρίσκεται εντός αυτού. Ακολούθως η ώρα 02:55 εισήλθαν στο εν λόγω δωµάτιο οι Αστ. 1825, Γ/Αστ. 3025 και Αστ.46, αφού προηγουµένως ο Μ.Κ.2 είχε αφήσει τόσο την εξώπορτα του συγκροτήµατος όσο και την πόρτα του δωµατίου ανοιχτή. Κατά την διάρκεια της εισόδου των εν λόγω αστυνομικών από το χώρο υποδοχής προς το δωµάτιο, η ΑLΙΟΝΑ άκουσε θόρυβο και πρόλαβε και έβαλε το παντελόνι της και το στηθόδεσµο της. Ακολούθως η Γ/Αστ. 3025 αποκάλυψε την αστυνομική της ταυτότητα στην ΑLΙΟΝΑ και διενήργησε σωµατική έρευνα σε αυτήν καθώς και στην τσάντα χειρός της. Κατά την εν λόγω έρευνα βρέθηκε και παρελήφθη ως τεκµήριο ένα χαρτονόµισµα των €50 µε αριθµό S25779767155 (τεκμήριο 6) και δύο προφυλακτικά (τεκμήριο 5). Στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης του συγκροτήματος παρέδωσε µε την συγκατάθεση του στην Γ/Αστ. 3025 ένα χαρτονόµισµα των €10 µε αριθµό Ν26148603603 (μέρος του τεκμηρίου 7) και ένα χαρτονόμισμα των €20 µε αριθµό Υ19595360488 (μέρος του τεκμηρίου 7), τα οποία ήταν αυτά με τα οποία ο Μ.Κ.2 πλήρωσε για την ενοικίαση του δωµατίου. Ο Μ.Κ.2 στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο δεν τον είδε κατά τον επίδικο χρόνο στο καμπαρέ ούτε και στο διαμέρισμα που πήγε με την ΑLΙΟΝΑ αργότερα. Για πρώτη φορά τον είδε στο Δικαστήριο. Δεν γνωρίζει σε ποιον είναι εκδομένη η άδεια λειτουργίας του συγκεκριμένου καμπαρέ. Δεν είδε κανένα να πιέζει ή να απειλεί ή να εξαναγκάζει την ΑLΙΟΝΑ να πάει να κάτσει μαζί του. Είπε επίσης ότι επειδή ο ίδιος γνωρίζει ρωσικά με την ΑLΙΟΝΑ μιλούσαν κυρίως ρωσικά ενώ δεν γνώριζε κατά πόσο αυτή βρισκόταν μόνο 4 μήνες στην Κύπρο και τα ελληνικά της ήταν μόνο λίγες λέξεις. Με την Μαρία μίλησε στα αγγλικά. Την δε ερώτηση τι χρειάζεται να κάνει για να πάρει την κοπέλα µαζί του για έρωτα την έκανε στη Μαρία μόνο. Δεν μπορεί να ξέρει αν η ΑLΙΟΝΑ αντιλήφθηκε την ερώτηση που αυτός έκανε στη Μαρία. Δεν ζήτησε να δει τιμοκοτάλογο σε σχέση με τη χρέωση και το κόστος των ποτών. Συμφώνησε ότι το κέντρο εκεί, όταν κάποιος κερνά ποτό σε κάποια από τις κοπέλες που εργάζονται εκεί, χρεώνει το ποτό €
- Η ΑLΙΟΝΑ κατανάλωσε εκεί όταν ήταν μαζί 5 ποτά. Δέχθηκε ότι από τα €160 που πλήρωσε τα €110 έμειναν στο καμπαρέ και τα άλλα €50 δόθηκαν στην ΑLΙΟΝΑ. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος εισέπραξε ποτέ από την ΑLΙΟΝΑ λεφτά, ούτε αν την παρότρυνε ή απείλησε ή εξώθησε να πάει με τον Μ.Κ.2, ούτε αν προήγαγε ποτέ την ΑLΙΟΝΑ σε κοινή πορνεία, ούτε αν εισέπραξε ποτέ οποιοδήποτε ποσό που να απορρέει από κέρδη πορνείας. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ΑLΙΟΝΑ απάντησε ότι συμφωνεί. Το ότι στην αντεξέταση του σε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε η ΑLΙΟΝΑ προσφέρθηκε να κάνει σεξ μαζί του απάντησε ότι η ίδια του ζήτησε κάτι τέτοιο από την αρχή αυτό προφανώς ήταν δικό του συμπέρασμα εφόσον στη συνέχεια ερωτώμενος γιατί δεν το είπε στην κατάθεση του είπε ότι εκεί ανέφερε ότι του ζήτησε λόγω του ότι ήταν κρύο να πάνε μαζί να κοιμηθούν για να ζεσταθούν. Στην κατάθεση του όμως δεν είπε αυτό αλλά μόνο ότι η ΑLΙΟΝΑ το ρώτησε αν κρυώνει και θέλει παρέα; Τέλος δέχθηκε ότι ότι έγινε με την ΑLΙΟΝΑ μέχρι τη στιγμή που μπήκαν οι συναδέλφοι του στο διαμέρισμα ήταν με τη θέληση και τη συγκατάθεση και των δύο. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Γ/Αστ. 3025 Έλενα Παρπέρη, οι ενέργειες της οποίας αναφέρθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Περαιτέρω η μάρτυρας έλαβε στις 15.1.09 κατάθεση από την ALlONA ΖUΜΒΑΤΕ (τεκμήριο 14). Βασικά η εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα τεκμήρια της υπόθεσης εφόσον ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 3136 δεν μπορούσε να το πράξει λόγω ασθενείας και δεν προσέθεσε τίποτα ουσιώδες στην υπόθεση. Περαιτέρω κατατέθηκε ως τεκμήριο και η συμπληρωματική κατάθεση που λήφθηκε από την ALlONA ΖUΜΒΑΤΕ στις 18.1.09 (τεκμήριο 15). Αποτελούν δε παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:
- Ο Αστ. 2205 Δ. ΠαπαΒασιλείου περί τις 02:50 την 15.1.09 µετέβηκε στο καµπαρέ «BΑΝΑΝΑ» το οποίο ερεύνησε δυνάμει εντάλµατος έρευνας. Κατά την εν λόγω έρευνα ο Αστ. 2205 βρήκε και παρέλαβε από την ταµειακή µηχανή του καµπαρέ µεταξύ άλλων ένα χαρτονόµισµα των €50 (το τεκμήριο 8), από συρτάρι του καµπαρέ ένα χαρτονόµισµα των €50 (το τεκμήριο 9) και ένα χαρτονόµισµα των €10 (το τεκμήριο 10).
- Ο Αστ. 1292 Σ. Χρυσοστόμου στις 29.1.09 και µεταξύ των ωρών 18:50-19:20 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Την ίδια μέρα και µεταξύ των ωρών 19:40-19:50 ο Αστ. 1292 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα επίδικα αδικήµατα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόµο αυτός απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο».
- Τα τεκμήρια 5-10 ήταν στην κατοχή του Αστ. 3136 Κ. Παύλου και παραδόθηκαν στην Γ/Αστ. 3023 στις 13.5.11 η οποία τα κατέθεσε στο Δικαστήριο.
- Οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 11 λήφθηκαν από τον Αστ. 1825 Α. Χριστοφίδη ως εξής οι υπ αρ. 1-13 στις 15.1.09 και οι υπ' αρ. 14-15 στις 18.1.
- Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πιο πάνω μαρτυρία θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά την κατηγορία της συνωμοσίας, όπως κατά τρόπο δίκαιο ανέφερε και η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε συμφωνία με τα άλλα δύο πρόσωπα για να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 2-
- Ούτε από τις λοιπές περιστάσεις της υπόθεσης μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο. Πέραν τούτου εντύπωση προξενεί το ότι ενώ ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αυτή την κατηγορία, τα άλλα πρόσωπα τα οποία κατ' ισχυρισμό συνωμότησαν μαζί του δεν είναι συγκατηγορούμενοι του. Τέλος σε σχέση με την κατηγορία αυτή θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 αυτά δεν αποτελούν κακουργήματα και συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος σε σχέση με αυτά. Όσον αφορά το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας αυτό απαιτεί την σεξουαλική εκμετάλλευση μέσω «κατάχρησης εξουσίας». Όπως φαίνεται από τους όρους «σεξουαλική εκμετάλλευση» και «κατάχρηση εξουσίας» θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης εξανάγκαζε το θύμα σε πορνεία ή το εκμεταλλευόταν με οιονδήποτε τρόπο για παρόμοιο σκοπό και ότι αυτό το έκανε καταχρώμενος σχέση που είχαν μεταξύ τους εκ της οποίας λόγω της θέσης του ασκούσε εξουσία ή επιρροή στο θύμα. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι από τη δοθείσα μαρτυρία στην παρούσα δεν αποδεικνύεται οποιοσδήποτε εξαναγκασμός σε πορνεία ή εκμετάλλευση με οιονδήποτε τρόπο για παρόμοιο σκοπό της ALIONA από οποιοδήποτε πρόσωπο. Αντίθετα αυτό που φαίνεται είναι ότι η ALIONA συντρόφευσε το Μ.Κ.2 στο καμπαρέ και στη συνέχεια το συνόδευσε με την ελεύθερη βούληση της, χωρίς δηλ. οποιοδήποτε εξαναγκασμό. Δεν φαίνεται επίσης να αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσης βάση της οποίας οποιοδήποτε πρόσωπο ασκούσε επιρροή ή εξουσία στην ALIONA ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για κατάχρηση εξουσίας με θύμα την ALIONA. Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία από τη μαρτυρία φαίνεται ότι ο Μ.Κ.2 πλήρωσε συνολικά το ποσό των €
- Από το ποσό αυτό τα €100, ως και ο ίδιος δέχθηκε, πληρώθηκε στο καμπαρέ ως αντάλλαγμα για τα 5 πότα που κέρασε την ALIONA, το ποσό των €10 αφέθηκε ως φιλοδώρημα επίσης στο καμπαρέ ενώ το υπόλοιπο ποσό των €50 κατέληξε στην ALIONA. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι από τα συγκεκριμένα χαρτονομίσματα, με τα οποία πλήρωσε ο Μ.Κ.2, τέτοια συνολικού ποσού €110 βρέθηκαν μετά από έρευνα στο καμπαρέ ενώ ένα των €50 βρέθηκε στην κατοχή της ALIONA. Ακόμη λοιπόν και αν γινόταν δεκτό ότι αποδείχθηκε ότι η ALIONA ήταν πόρνη δεν έχει αποδειχθεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο ζούσε μερικώς ή εν όλω με τα κέρδη από την πορνεία αυτής. Όσον αφορά το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, ως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι κάποιος προήγε την ALIONA σε κοινή πορνεία και συγκεκριμένα ότι η ALIONA προέβη προς το σκοπό αυτό σε ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαινε με τη θέλησή της ή αυθόρμητα και ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοιες ενέργειες ώστε να συμβεί εκείνο το οποίο επιθυμεί. Ως έχει όμως ήδη αναφερθεί στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης κατηγορίας από τη μαρτυρία δεν φαίνεται ότι η ALIONA προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες χωρίς τη θέληση της αλλά ούτε και ότι κάποιος άλλος έπραξε κάτι προς το σκοπό αυτό. Όσον δε αφορά το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας προς απόδειξη του απαιτείται η απόδειξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2-4, κάτι που ως προαναφέρθηκε δεν έχει αποδειχθεί. Ακόμη όμως και αν αποδεικνύονταν τα πιο πάνω η υπόθεση δεν θα τελείωνε εδώ. Θα απαιτείτο περαιτέρω να αποδειχθεί ότι ήταν ο κατηγορούμενος που διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα. Είναι προφανές όμως από τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.2 αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει στην παρούσα. Η άλλη μαρτυρία στην οποία στηρίζει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή είναι οι δύο καταθέσεις της ALlONA ΖUΜΒΑΤΕ (τεκμήρια 14 και 15) καθώς και η δήλωση που αυτή έκανε στο Μ.Κ.2 κατά τη συνομιλία τους κατά τον επίδικο χρόνο και συγκεκριμένα ότι «τα απογεύµατα πηγαίνει µε πελάτες για σεξ και παίρνει η ίδια €50 και ο υπεύθυνος του καµπαρέ, ο Σιαµπάνιας παίρνει €50». Όσον αφορά τις δηλώσεις που έκανε η ALlONA στις δύο καταθέσεις της θα πρέπει να λεχθεί ότι από αυτές δεν συνάγεται ουσιαστικά η διάπραξη των επίδικων αδικημάτων αλλά ούτε και σύνδεση του κατηγορούμενου με αυτά. Το δε περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων δεν συνάδει και έρχεται ουσιαστικά σε αντίθεση με τη δήλωση που η ALlONA έκανε στο Μ.Κ.
- Άλλωστε οι εν λόγω δηλώσεις αποτελούν αναμφίβολα εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που έκανε τις αρχικές δηλώσεις δηλ. η ALlONA δεν κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Σύμφωνα δε με τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αυτό δεν έγινε γιατί το εν λόγω πρόσωπο έχει αναχωρήσει από τη Δημοκρατία. Η υπεράσπιση, δέχθηκε μεν την κατάθεση τους ως τεκμηρίων, δήλωσε όμως ότι αυτό γινόταν με επιφύλαξη του δικαιώματος αντεξέτασης του προσώπου που έκανε τις δηλώσεις. Η απουσία λοιπόν της ALlONA στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα, μέσα από τη μαρτυρία της και ιδίως μέσα από τη δοκιμασία της αντεξέτασης, να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στις δηλώσεις της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι με βάση κανόνα πρακτικής, σε αδικήματα όπως αυτά των κατηγοριών 2 και 3 τα οποία εμπίπτουν στην κατηγορία των σεξουαλικών αδικημάτων, υπάρχει ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Η δε αναζήτηση τέτοιας μαρτυρίας απαιτείται μάλιστα εκ του νόμου για το αδίκημα της κατηγορίας 4. Είναι βέβαια παγίως νομολογημένο ότι σε περιπτώσεις όπου η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας απαιτείται με βάση κανόνα πρακτικής το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη παρά την έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας αφού προηγουμένως αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους τέτοιου εγχειρήματος. Σε κάθε όμως περίπτωση η μαρτυρία στην οποία θα στηριχθεί αποκλειστικά το Δικαστήριο ή για την οποία θα αναζητήσει ενίσχυση πρέπει να είναι αξιόπιστη. Συνεπώς ακόμη και αν η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία στην παρούσα ενοχοποιούσε τον κατηγορούμενο ενόψει της απουσίας της ALlONA δεν μπορεί καν να κριθεί το αξιόπιστο αυτής δηλ. της ίδιας της μαρτυρίας για την οποία απαιτείται ενίσχυση. Το άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου με βάση το οποίο γίνεται πλέον επιτρεπτή η εξ ακοής μαρτυρίας προβλέπει στην επιφύλαξη του ότι «σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να µην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Η βαρύτητα δε που μπορεί να δοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία ρυθμίζεται από το άρθρο 27 του ίδιου Νόμου. Όμως, ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 27, κρίνω ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψην της φύσης της υπόθεσης, ότι η αποδοχή της υπό αναφορά εξ ακοής μαρτυρίας έστω και στο μέτρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιέχει οποιαδήποτε ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του κατηγορούμενου θα ήταν λίαν επισφαλής. Συνεπώς κρίνω ότι στην περίπτωση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και εφαρμόζεται η επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου και έτσι η εν λόγω μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Συνωμοσία - Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων - Αποζείν από κέρδη πορνείας - Μαστροπεία - Αδίκημα συγκάλυψης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο